Supreme Court dismisses appeal against bank's enforcement decision, ruling it stayed within annulment limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to annul the Third Instance Court of Kalamata's decision regarding enforcement proceedings. The appellants argued the lower court exceeded its authority by addressing substantive issues beyond the scope of the Supreme Court's prior annulment ruling on their standing. The court held that the lower court correctly limited its review to the specific question of standing and rejected the appeal as unfounded and vague.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 18 of the Code of Civil Procedure; Art. 118 para. 4, Art. 566 para. 1, Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be strictly confined to the legal issues resolved by the prior annulment decision; arguments exceeding these limits or lacking substantive support are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1297 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1297/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ... - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο ""ΕΛΛΗΝΙΚΗ ... Α.Ε.", τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Η. Β. του Η., 3) Ε. Β. του Γ., 4) Μ. Β. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγλαΐα Μυλωνοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΕΤΒΑ Α.Ε.", 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", καθώς και ως ειδικής εκκαθαρίστριας της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ν. Κ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 372/2003 του Εφετείου Ναυπλίου (μεταβατική έδρα Καλαμάτας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω ήδη αναιρεσείοντες με την από 23/6/2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 820/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 372/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου (μεταβατική έδρα Καλαμάτας) και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 58/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 20/8/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 24/2/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστασών αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των αρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 και 576§§ 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους σε περίπτωση απλής ομοδικίας, ενώ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (αρθρ.575 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του.
καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 712/2012, ΑΠ 1507/2014).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. .../30.9.2016 και ...7.10.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών Α. Κ., η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 58/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας επισπεύσθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, προς το σκοπό αυτό, επέδωσαν νομότυπα στους τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων:
α) Ν. Κ. και β) εδρεύουσα στην Πάτρα εταιρεία "... Α.Ε.Β.Ε.", αντίστοιχα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου 15, τη δικάσιμο της 6.3.2017, για την οποία αυτοί κλήθηκαν να παραστούν (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1 περ.
α, δ, 128, 136 παρ. 2, 230 παρ. 2, 498, 568 παρ. 4 ΚΠολΔ). Κατά την εν λόγω δικάσιμο, η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 20.11.2017 (υπ' αριθ. πιν.26), κατά την οποία όφειλαν να παραστούν οι τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχαν νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα δικάσιμο.
Όμως, οι τελευταίοι δεν παρέστησαν κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου , που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα ,η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης υπό τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 1/2998, 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της , όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων , εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας , όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει , ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1348/2009).
Εξάλλου, στο άρθρο 46α§1 του Ν. 1892/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις", που προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, προβλέπεται η θέση σε ειδική εκκαθάριση της επιχείρησης, η οποία έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.
Η θέση σε ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων αυτών διατάσσεται με απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, μετά από αίτηση πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον του συνόλου των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται νομίμως στο τελευταίο, πριν από την αίτηση, νόμιμα καταχωρημένο υπόλοιπο πιστωτών στο γενικό καθολικό και εν ελλείψει αυτού ή σε περίπτωση μη νόμιμης τήρησής του, όπως αποδεικνύονται με κάθε νόμιμο τρόπο.
Εκκαθαριστής διορίζεται υποχρεωτικώς τράπεζα, που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή θυγατρική επιχείρηση τέτοιας τράπεζας που υποχρεούνται να υποδείξουν οι αιτούντες πιστωτές, συνυποβάλλοντες στο εφετείο δήλωσή της ότι αποδέχεται την υπόδειξή της ως εκκαθαριστή. Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, μετά τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση βρίσκεται σε λειτουργία είτε όχι.
Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 2 Ν. 2702/1999 (Α'70/7.4.1999), ορίζεται ότι: "Εντός 20 το πολύ ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο εκκαθαριστής δημοσιεύει πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την αγορά της πωλούμενης επιχείρησης. Η πρόσκληση περιέχει σύντομη γενική περιγραφή της επιχείρησης και καλεί τους ενδιαφερόμενους αγοραστές να υποβάλουν εντός προθεσμίας 20 ημερών μη δεσμευτική έγγραφη δήλωση ενδιαφέροντος. Η Πρόσκληση δημοσιεύεται τουλάχιστον δύο φορές στα κύρια φύλλα δύο τουλάχιστον ημερήσιων πολιτικών εφημερίδων και μιας ημερήσιας οικονομικής εφημερίδας, που εκδίδονται στην Αθήνα και έχουν ευρεία κυκλοφορία σε όλη τη χώρα και, εάν οι πιστωτές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου το κρίνουν απαραίτητο, σε μια διεθνούς κυκλοφορίας οικονομική εφημερίδα που εκδίδεται στην αλλοδαπή". Στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, μετά πάροδο τουλάχιστον 35 ημερών από τη δημοσίευση της προσκλήσεως ενδιαφέροντος και όχι πέραν των 60 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο εκκαθαριστής δημοσιεύει στις εφημερίδες, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, διακήρυξη διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, με τα αναφερόμενα σε αυτή στοιχεία.
Στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου ορίζεται, σχετικά με τη διαδικασία μεταβίβασης του ενεργητικού, ότι: "Ο εκκαθαριστής εντός 5 ημερών από τη αποσφράγιση των προσφορών συντάσσει και υποβάλλει σε όλους τους πιστωτές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και επί τη αιτήσει του σε οποιονδήποτε άλλο πιστωτή, συνοπτική έκθεση αξιολόγησης των προσφορών και προτείνει την κατακύρωση της πώλησης στον πλειοδότη, εφ' όσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωσης πιστωτές, που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου, τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης, βάσει των όρων της προσφοράς του και των τυχόν άλλων επί τα βελτίω όρων, που υποδείχθηκαν από τους παραπάνω πιστωτές. Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. Κ. Πολ. Δικονομίας.
Ως πλειοδότης λογίζεται, κατά την έννοια του παρόντος όρθρου, εκείνος του οποίου η προσφορά εκρίθη από τον εκκαθαριστή και τους προαναφερθέντες πιστωτές, ως η πλέον συμφέρουσα για τους δανειστές".
Η παράγραφος 8 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι: "Το συνολικό ποσό, το οποίο υποχρεούται, σύμφωνα με τη σύμβαση, να καταβάλει στον εκκαθαριστή ο πλειοδότης, επέχει θέση πλειστηριάσματος του άρθρου 1004 επ. ΚΠολΔ,..... Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού και εφόσον τηρήθηκαν στην τελευταία περίπτωση οι συμφωνηθέντες όροι εξασφάλισης πληρωμής του υπολοίπου, ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελλητί, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου, αντιστοίχως, είτε πράξη εξόφλησης, είτε πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη.
Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας". Παράλληλα, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του Ν. 2244/1994 ορίζει ότι η κατά το άρθρο 46α παρ. 8 του ν.1892/1 990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφισταμένων υπέρ τρίτων βαρών που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση.
Επίσης, στην παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου 46α του Ν. 1 892/1 990 ορίζεται ότι: "Από της καταβολής όλο του πλειστηριάσματος....,επέρχονται όλες οι έννομες συνέπειες της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, που ορίζονται στο άρθρο 1005 ΚΠολΔ. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ.".
Στην παράγραφο 11 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "Εάν δεν υποβληθεί καμία νομότυπη προσφορά ή πιστωτές , που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δηλώσουν εγγράφως προς τον εκκαθαριστή, ότι δεν θεωρούν καμία από τις υποβληθείσες προσφορές ως συμφέρουσα για τους πιστωτές, ο διαγωνισμός επαναλαμβάνεται με τη δημοσίευση εντός 15 ημερών νέας διακήρυξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5.
Εάν και ο νέος διαγωνισμός δεν τελεσφορήσει, τότε το εφετείο της έδρας, της επιχείρησης, μετά από αίτηση του εκκαθαριστή ή οποιουδήποτε πιστωτή, διατάσσει την τμηματική πώληση με πλειστηριασμό των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1386/1983". Τέλος στην παράγραφο 11α του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 53 ν. 2224/1994 (Α. 112) ορίζεται ότι: "Μέχρι την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης, ο εκκαθαριστής επαναλαμβάνει μια ακόμη φορά το διαγωνισμό, εφόσον τούτο ζητηθεί εγγράφως από τους πιστωτές που εκπροσωπούν το πενήντα ένα τοις εκατό (51%) του συνόλου-των κατά της επιχείρησης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, απαιτήσεων.
Στην περίπτωση αυτή δημοσιεύεται νέα πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, συντάσσεται νέο υπόμνημα προσφοράς που καταγράφει επακριβώς το ενεργητικό, όπως αυτό υπάρχει στη φάση αυτή και δημοσιεύεται νέα διακήρυξη διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού. Η διενέργεια του τρίτου διαγωνισμού διέπεται από τις ρυθμίσεις των παραγράφων 3, 4, 5 του άρθρου αυτού..... ".
Από το• σύνολο των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτές δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός, με τον οποίο γίνεται η πώληση της επιχείρησης που έχει τεθεί στη ρυθμιζόμενη από το ίδιο άρθρο ειδική εκκαθάριση, δεν αποτελεί περίπτωση σύμβασης πώλησης του αστικού δικαίου, που καταρτίζεται απλώς με βάση ορισμένες προϋποθέσεις που τάσσονται στο νόμο και με την επιτήρηση της δημόσιας αρχής, αλλά έχει το χαρακτήρα δημόσιου πλειστηριασμού και μάλιστα αναγκαστικού, αφού αποβλέπει, όπως και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός , στην εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων των αναγγελλόμενων προς τούτο πιστωτών του, με μια συλλογική διαδικασία, η οποία είναι συντομότερη από εκείνη που προβλέπεται στον Κ.ΠολΔ.
Τούτο σαφώς συνάγεται από τους προπαρατεθέντες ορισμούς του νόμου αυτού, όπου ορίζεται ρητά ότι το "τίμημα" εξομοιώνεται με το "πλειστηρίασμα" του αναγκαστικού πλειστηριασμού, η "πράξη εξόφλησής του" ή κατά περίπτωσης "πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των αναληφθεισών υποχρεώσεων" με την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η "σύμβαση μεταβίβασης" με την έκθεση κατακύρωσης του αναγκαστικού πλειστηριασμού και ο "αποκτών πλειοδότης" με υπερθεματιστή που έχει τα δικαιώματα και τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 1005 Κ.Πολ.Δ, με απόσβεση έτσι των εμπράγματων βαρών που έχουν εγγραφεί στα περιουσιακά αντικείμενα της αποκτώμενης από αυτόν επιχείρησης, όπως συμβαίνει και στο δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό. (Ολ.
ΑΠ 10/2006).
Ωστόσο, ως προς τις διατυπώσεις δημοσιότητας του δημόσιου αυτού πλειοδοτικού διαγωνισμού, ο εκκαθαριστής, κατά τη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α, προβαίνει μόνον σε δύο δημοσιεύσεις ήτοι: α) στην §3 δημοσιεύεται η "πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος" για τον αγοραστή της επιχείρησης και β) στην §5 δημοσιεύεται η διακήρυξη διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού.
Και οι δύο δημοσιεύσεις γίνονται κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο (§3 εδ. 3) και είναι η μόνη διατύπωση δημοσιότητας που προβλέπεται. Δεν προβλέπεται κάποια επίδοση είτε στον τρίτο κύριο ή νομέα είτε στους ενυπόθηκους δανειστές είτε στον ειρηνοδίκη ούτε ανακοίνωση με τοιχοκόλληση ή κήρυξη κατ' άρθρο 999 ΚΠολΔ ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Σ' όλη τη ρύθμιση του άρθρου 46α δεν προβλέπεται παραπομπή σε διάταξη του ΚΠολΔ περί συντάξεως και επιδόσεως του προγράμματος πλειστηριασμού των άρθρων 960§2 και 999 §3 ΚΠολΔ, ενώ η απουσία διατάξεων ατομικών επιδόσεων ή γνωστοποιήσεων πρόσκλησης ενδιαφέροντος και της διακήρυξης του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού οφείλεται στο γεγονός, ότι ο τρόπος εκποίησης των ενεργητικών στοιχείων της επιχείρησης γίνεται ως σύνολο και διαφέρει από τον παραδοσιακό πλειστηριασμό του ΚΠολΔ. Όπως δε αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση, με τις παραπάνω δημοσιεύσεις επιδιώκεται η επαρκής πληροφόρηση των ενδιαφερόμενων επενδυτών για τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης.
Σύμφωνα με τα αμέσως προεκτεθέντα, που προσδίδουν στην ανωτέρω ειδική εκκαθάριση τη νομική φύση του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, η προσβολή τούτου και των επί μέρους πράξεων, μπορεί να γίνει, όπως και στην ατομική εκτέλεση, μόνο με την ανακοπή ("αντιρρήσεις") του άρθρου 933 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 10/2006), που περιλαμβάνεται στις ανακοπές του άρθρου 583 επ.
του ίδιου Κώδικα και επομένως εφαρμόζονται σ' αυτήν οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 585 παρ. 2, κατά το οποίο οι λόγοι ανακοπής πρέπει να προταθούν μόνο με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής ή με πρόσθετο δικόγραφο, που πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή και να κοινοποιηθεί στον αντίδικο, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται σε αυτό.
Έτσι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους αυτής, δηλαδή κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ελλείψεις εκείνες διαδικαστικές ή ουσιαστικές, που δικαιολογούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως.
Η νομική αοριστία των λόγων της ανακοπής δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με άλλα έγγραφα. Επομένως, νέοι λόγοι, οι οποίοι δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της εφέσεως εναντίον αποφάσεως που απορρίπτει την ανακοπή ή με εκείνο των πρόσθετων λόγων έφεσης. (ΑΠ 1390/2006, ΑΠ 490/2004, ΑΠ 1489/2002).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 281 ΑΚ συνάγεται ότι λόγο της από τη διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπής μπορεί να αποτελέσει και η επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 49/2005, ΑΠ 340/2006, ΑΠ 935/2006, ΑΠ 1539/2004).
Τέλος, κατά τη διάταξη του αρ. 9 παρ. 3 του ν. 1386/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 48 του ν. 1882/1990, με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, που ορίζεται εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της εταιρείας ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε., αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες, Η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκει στον εκκαθαριστή.
Κατά τις περιπτώσεις που δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του εκκαθαριστή στρέφονται κατά της εταιρείας ως οφειλέτη η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την τυχόν πτώχευση ή την υπαγωγή της στην προσωρινή διοίκηση του Ο.Α Ε., ή την υπαγωγή της στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 7 του νόμου αυτού, κατά περίπτωση.
Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι, με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, με την οποία ανώνυμη εταιρεία τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση και διορίζεται εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων της διοίκησης της εταιρείας η δε διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπησή της περιέρχεται στον εκκαθαριστή.
Εξαίρεση αυτού του κανόνα υπάρχει στην περίπτωση συγκρούσεως των συμφερόντων μεταξύ του εκκαθαριστή και της εταιρίας, που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, η οποία υπάρχει, όταν ο εκκαθαριστής στρέφεται με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του κατά της εταιρείας ως οφειλέτη οπότε η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της υπό ειδική εκκαθάριση, η θητεία του οποίου παρατείνεται για το σκοπό αυτό μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης.
Για τον ίδιο λόγο (της σύγκρουσης των συμφερόντων) πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εκπροσώπηση της οφειλέτριας εταιρείας, στην περίπτωση ασκήσεως από αυτήν της πιο πάνω ανακοπής κατά του επισπευδόμενου από την ειδική εκκαθαρίστρια πλειοδοτικού διαγωνισμού των περιουσιακών της στοιχείων, γίνεται από το διοικητικό της συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της στην ειδική εκκαθάριση (ΑΠ 820/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση , από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.ΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο , διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκόμισαν, με επίκληση, οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα:
"Με την υπ' αριθμ.293/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου η πρώτη ανακόπτουσα εταιρεία υπήχθη στην ειδική εκκαθάριση του άρθρ.46 α ν. 1892/1990. Οι ορισθέντες δύο πρώτοι πλειοδοτικοί διαγωνισμοί απέβησαν άκαρποι. Εν συνεχεία η εκκαθαρίστρια εταιρεία (... Α.Ε.) προέβη σε Α) Δημοσίευση πρόσκλησης ενδιαφέροντος για την αγορά του συνόλου του ενεργητικού της υπό ειδική εκκαθάριση εταιρείας στα κύρια φύλλα των παρακάτω ημερήσιων πολιτικών και οικονομικής εφημερίδων που εκδίδονται στην Αθήνα, ήτοι 1) Στα με αριθμούς .../18-8-1999 και .../19-8-1999 φύλλα της εφημερίδας "..." 2) Στα με αριθμούς .../18-8-1999 και .../19-8-1999 φύλλα της εφημερίδας "..." και 3) Στα με αριθμούς .../18-8- 1999 και .../19-8-1999 φύλλα της εφημερίδας "..." και Β) Δημοσίευση διακήρυξης διενέργειας τρίτου δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εταιρείας στα κύρια φύλλα των παρακάτω ημερήσιων πολιτικών και οικονομικής εφημερίδων που εκδίδονται στην Αθήνα, ήτοι 1) Στα με αριθμούς .../23-9-1999 και .../24-9-1999 φύλλα της εφημερίδας "..." 2) Στα με αριθμούς .../23-9-1999 και .../24-9- 1999 φύλλα της εφημερίδας "..." και 3) Στα με αριθμούς .../22-9-1999 και .../24-9-1999 φύλλα της εφημερίδας "...", Ενόψει των ανωτέρω η δημοσίευση πρόσκλησης ενδιαφέροντος και διακήρυξης διενέργειας τρίτου δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού στα παραπάνω φύλλα των δύο ημερήσιων πολιτικών εφημερίδων (...
και ...) και μιας ημερήσιας οικονομικής εφημερίδας (...), που εκδίδονται στην Αθήνα, έγινε νομίμως, δεν απαιτείτο δε η παραπάνω δημοσίευση και σε μια διεθνούς κυκλοφορίας οικονομική εφημερίδα, που εκδίδεται στην αλλοδαπή, εκτός εάν αυτό ήθελε κριθεί απαραίτητο από τους πιστωτές, που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον του συνόλου των απαιτήσεων.....είναι δε αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της ανακοπής.
Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής ισχυρισμός, ότι η πιστώτρια πρώτη των καθών (ΕΤΒΑ ΑΕ) δεν είχε την απαιτούμενη πλειοψηφία του συνόλου των απαιτήσεων, για να καθοδηγεί μόνη της τις ενέργειες εκκαθαρίσεως, κρίθηκε ήδη με δύναμη δεδικασμένου με την προαναφερόμενη υπ'αριθμ.293/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και γι' αυτό το λόγο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση, που εκδόθηκε με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ της οφειλέτριας εταιρείας (πρώτης ανακόπτουσας) και της πιστώτριας εταιρείας (πρώτης των καθών η ανακοπή) επί διαφοράς που χαρακτηρίζεται ως μη γνήσια διότι εμφανίζεται το στοιχείο της αντιδικίας....και η οποία (απόφαση) δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα (άρθρ. 9§1 ν. 1386/83, όπως αντικ.
με το άρθρ. 46 ν. 1892/1990)....εγένετο δεκτό ότι: "Η οφειλή της καθής από τα δάνεια προς την αιτούσα ανέρχεται σήμερα (σ.σ. 20-5-1998) στο ποσό των 1.308.982.260 δραχμών, το δε ληξιπρόθεσμο χρέος της προς την αιτούσα είναι 875.000.000 δραχμές, δηλαδή οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της αιτούσας αντιπροσωπεύουν ποσοστό πολύ μεγαλύτερο του 51% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της".
Σημειώνεται τέλος ότι, στην ίδια κρίση, ότι δηλαδή οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της πρώτης των καθών αντιπροσωπεύουν ποσοστό πολύ μεγαλύτερο του 51% του συνόλου των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων κατά της πρώτης ανακόπτουσας, κατέληγε το ως άνω Δικαστήριο (Εφ.Ναυπλ) και με την υπ'αριθμ.304/2000 απόφασή του, που εκδόθηκε επί αιτήσεως ανακλήσεως (άρθρ.758§1 ΚΠολΔ) της προαναφερόμενης αποφάσεώς του (293/1998), με την οποία διατάχθηκε η ειδική εκκαθάριση.
Περαιτέρω οι ανακόπτοντες με τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η εκκαθαρίστρια, δεύτερη των καθών (ETΒΑ-FINANCE ΑΕ), κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρ. 46 α του ν. 1892/1990, αγνόησε τους λοιπούς πιστωτές και δεν τους γνωστοποίησε την έκθεση αξιολόγησης επί της προσφοράς του μοναδικού πλειοδότη Ν.
Κ., ούτε τις προτάσεις και τις αντιπροτάσεις αυτού ως προς το τίμημα της πωλήσεως και τον τρόπο διακανονισμού αυτού, παρότι είχε υποχρέωση προς τούτο. Πλην όμως τέτοια υποχρέωση της εκκαθαρίστριας δεν προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις και επομένως ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.....Στην προκείμενη υπόθεση από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι, μετά τη δημοσίευση διακήρυξης δενέργειας 3ου επαναληπτικού πλειοδοτικού διαγωνισμού, ο τρίτος των καθών Ν.
Κ. υπέβαλε μοναδική προσφορά για την αγορά της επιχείρησης. Διευκρινίζετο δε στην προσφορά του ότι "σε περίπτωση κατακύρωσης του διαγωνισμού στον προσφέροντα ως άνω, συμβαλλόμενος που θα υπογράψει την οριστική σύμβαση και στον οποίο θα μεταβιβασθούν τα στοιχεία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εταιρείας θα είναι ο προσφέρων ατομικά ή τρίτο φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο που θα υποδείξει αρμόδια και εμπρόθεσμα".
Η πρώτη των καθών (ΕΤΒΑ ΑΕ) αποφάσισε να αποδεχθεί την προσφορά του ως άνω, όπως αυτή βελτιώθηκε και τον ανέδειξε πλειοδότη (υπ'αριθμ.98/3-12- 1999) απόφαση. Ο ανακηρυχθείς πλειοδότης, αφού έλαβε γνώση της εν λόγω αποφάσεως στις 15-12-1999, υπέδειξε ως αγοράστρια την τετάρτη των καθών ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που συνεστήθη στις 14.1.2000 και η οποία δήλωσε την αποδοχή της...Περαιτέρω, η ως άνω μοναδική προσφορά του Ν. Κ. αξιολογήθηκε και κρίθηκε από την εκκαθαρίστρια και την πιστώτρια εταιρεία ως πλέον συμφέρουσα. Εάν ο τρίτος επαναληπτικός διαγωνισμός δεν είχε τελεσφορήσει, η εκκαθαρίστρια θα προχωρούσε υποχρεωτικά στην τμηματική πώληση με πλειστηριασμό των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ.9 του ν.1386/1983 (άρθρ. 46 α§11 β ν. 1892/90).
Δεν αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι αν είχε τηρηθεί η διαδικασία της τμηματικής πωλήσεως θα επιτυγχάνετο μεγαλύτερο τίμημα. Δεν αναφέρθηκε κανένας ως υποψήφιος αγοραστής σε μια τέτοια περίπτωση. Η τήρηση της τελευταίας αυτής διαδικασίας δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό της εξυγίανσης της επιχείρησης και της διατηρήσεως αυτής σε λειτουργία, ο οποίος τελικά επιτεύχθηκε, αλλά και της απαιτούμενης από το νόμο σύντομης εκκαθαρίσεως, η οποία επιτυγχάνεται με την τηρηθείσα διαδικασία.
Επομένως, ο προβαλλόμενος με τον πέμπτο λόγο ανακοπής ισχυρισμός, ότι η εκποίηση του ενεργητικού της εταιρείας έγινε χωρίς αξιολόγηση, με απαράδεκτους όρους και η υπαγωγή της (εταιρείας) στο καθεστώς του άρθρ 46 α ν. 1892/1990 ενέχει σκοπιμότητα (χωρίς επίκληση περιστατικών της τελευταίας) είναι αβάσιμος.....
Στην προκείμενη υπόθεση, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Μετά την υπ' αριθμ.293/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, εκδοθείσα ύστερα από αίτηση της πρώτης των καθών, η πρώτη ανακόπτουσα εταιρεία υπήχθη, όπως προαναφέρθηκε, στην ειδική εκκαθάριση του άρθρ. 46 α ν. 1892/1990. Ο ορισθείς πρώτος πλειοδοτικός διαγωνισμός με καταληκτική ημερομηνία την 8-2-1999 απέβη άκαρπος.
Ο ορισθείς επαναληπτικός διαγωνισμός με καταληκτική ημερομηνία την 22-6-1999 απέβη επίσης άκαρπος. Στη συνέχεια η τότε εκκαθαρίστρια ... ΑΕ δημοσίευσε διακήρυξη διενέργειας και 3ου επαναληπτικού πλειοδοτικού διαγωνισμού με καταληκτική ημερομηνία την 18-10-1999. Ο τρίτος των καθών Ν. Κ. υπέβαλε μοναδική προσφορά για την αγορά της επιχείρησης.
Συγκεκριμένα προσέφερε για την αγορά του συνόλου του ενεργητικού της το ποσό των 500.000.000 δραχμών. Ακολούθως και μετά τη βελτίωση της προσφοράς του (520.000.000 δραχμές), η πρώτη των καθών πιστώτρια εταιρεία αποφάσισε να την αποδεχθεί (εγκρίνει) με του παρακάτω όρους: α) προκαταβολή δραχμών 100.000.000 μετρητοίς με καταληκτική ημερομηνία την 31- 12-1999 και β) καταβολή του υπολοίπου εκ δραχμών 420.000.000 σε εννέα (9) ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας την 1-1-2001, έντοκες με επιτόκιο το ισχύον εκάστοτε επιτόκιο ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και εξασφάλιση της αποπληρωμής με πρώτη (1η) προσημείωση υποθήκης επί του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, ποσού 500.000.000 δραχμών.
Και είναι αλήθεια ότι η αξία του εκποιηθέντος ενεργητικού είχε εκτιμηθεί προηγουμένως σε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που εκτιμήθηκε στον προαναφερθέντα τρίτο πλειοδοτικό διαγωνισμό και ειδικότερα το 1997 από τον διεθνή εκτιμητικό οργανισμό INTERNATIONAL INSURANSE SERVICES, στο ποσό των 12,9 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ (3.000.000.000 δραχμών περίπου με την τότε ισοτιμία δραχμής-δολαρίου).
Η εκτίμηση όμως αυτή δεν επαληθεύτηκε, αφού η επιχείρηση κατέστη ήδη προβληματική. Έτσι, παρότι έγιναν τρεις πλειοδοτικοί διαγωνισμοί και προκλήθηκε ευρύτατη δημοσιότητα; εν τούτοις υποβλήθηκε μόνο μια προσφορά,. Υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά, η απόφαση της πρώτης των καθών να εγκρίνει την προσφορά του Ν.
Κ. δεν είναι άκυρη, ούτε υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος που της παρείχε η διάταξη του άρθρ. 46 α Ν. 1892/90 προκειμένου να επιτευχθεί: 1) Η ικανοποίηση σημαντικών οικονομικών συμφερόντων αυτής, αφού η πρώτη των καθών δεν είχε καταβάλει κανένα ποσό από τη ληξιπρόθεσμη, ιδιαίτερα μεγάλη και διογκούμενη οφειλή της προς αυτήν (875.000.000 δραχμ.) και 2) Ο σκοπός ταχείας εξυγίανσης της υπερχρεωμένης πρώτης των ανακοπτόντων, η οποία ευρίσκετο επί έτη σε εξαιρετικά δυσχερή οικονομική κατάσταση και η αυτοεξυγίανση αυτής με χρηματοδότηση εμφανιζόταν ανέφικτη.
Η δε αλλοδαπή Τράπεζα που δέχθηκε να τη δανειοδοτήσει απαιτούσε την προηγούμενη διευθέτηση των χρεών της προς την πιστώτρια ΕΤΒΑ ΑΕ, ώστε να αρθούν τα εμπράγματα βάρη στο εργοστασιακό ακίνητο της, πράγμα ανέφικτο, αφού τα εν λόγω χρέη ανέρχονταν στο ποσό των 1.308.982.260 δραχμών κατά τα ως άνω, η δε σχετική δανειοδότηση, όπως εγένετο δεκτό και με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ.304/00 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, θα αποσκοπούσε στη μερική κάλυψη των δαπανών επέκτασης των εγκαταστάσεων της πρώτης ανακόπτουσας και όχι στην εξόφληση των χρεών προς την πιστώτρια, ούτε στην κάλυψη των λοιπών αναγκών παραγωγικής λειτουργίας της επιχείρησης.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί ισχυρισμοί, τους οποίους οι ανακόπτοντες προβάλλουν με τον έκτο λόγο της ανακοπής είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επί της αρχικής προσφοράς του Ν. Κ. η πρώτη ων καθών αποφάσισε βελτίωση αυτής και συγκεκριμένα α) αύξηση του τιμήματος στο ποσό των 650-700 εκατομμυρίων δραχμών β) Καταβολή με την υπογραφή της σύμβασης ποσού 200-250 εκατομμυρίων δραχμών και γ) Εξόφληση του υπολοίπου σε εννέα (9) έντοκες δόσεις.
Εν συνεχεία η εκκαθαρίστρια ζήτησε από τον Ν. Κ. δεσμευτική προσφορά, βελτιωτική εκείνης που είχε υποβάλει (500.000.000 δραχμ.), ο οποίος και πράγματι υπέβαλε βελτιωτική προσφορά, ύψους 520.000.000 δραχμών, κατά τα προρρηθέντα. Υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά η έγκριση της προσφοράς του ως άνω πλειοδότη δεν είναι άκυρη, είναι δε αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός, τον οποίο οι ανακόπτοντες προβάλλουν με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της ανακοπής τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή".
Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 46α (γενικώς ή ειδικώς τις παραγράφους αυτού 3 και 7) του ν. 1892/1990, 9 παρ. 3 Ν. 1386/1983, όπως αντικ. με το άρθρο 48 ν. 1882/1990, 933, 934 παρ.2 ΚΠολΔ, 281 και 919 ΑΚ, τις οποίες, ενόψει του περιεχομένου της ένδικης ανακοπής των αναιρεσειόντων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ή αναλόγως δεν εφάρμοσε, εφόσον, κατά τις παραδοχές του, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και επιπλέον δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 999 ΚΠολΔ και 11 παρ. 8 ν. 2601/1998, που δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το άρθρο 999 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση και όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ασκηθείσας ανακοπής των αναιρεσειόντων, δεν περιέχεται σε αυτή ο διαλαμβανόμενος στο αναιρετήριο ισχυρισμός τους από το άρθρο 11 παρ. 8 του ν. 2601/1998.
Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πορισμά του, που δικαιολογεί απολύτως την απόρριψη των 1ου, 2ου, 3ου, 5ου και 6ου λόγων της ένδικης ανακοπής των αναιρεσειόντων, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, ενώ δεν περιέχεται στο δικόγραφό της ανακοπής κάποιος λόγος σχετικός με τις ακυρότητες του άρθρου 11 παρ. 8 ν. 2601/1998, που επικαλούνται με την υπό κρίση αίτησή τους οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, οι πρώτος, τρίτος, έκτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 παρ.1 και 19 ΚΠολΔ, κατά τα οικεία σκέλη τους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, στην παρ. 1 του άρθρου 46α ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, οριζεται ότι: "Μετά από αίτηση πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον του συνόλου των κατά της επιχείρησης της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου απαιτήσεων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται νομίμως στο τελευταίο πριν από την αίτηση νόμιμα καταχωρημένο υπόλοιπο πιστωτών στο γενικό καθολικό και εν ελλείψει αυτού ή εν περιπτώσει μη νομίμου τηρήσεώς του αποδεικνύονται με κάθε νόμιμο τρόπο, το Εφετείο με την απόφασή του της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου;., διατάσσει την κατά το παρόν άρθρο ειδική εκκαθάριση".
Εξάλλου, η παρ. 1 του άρθρ. 46 του ίδιου νόμου παραπέμπει, ως προς την έκδοση της αποφάσεως του Εφετείου, στο άρθρο 9 του ν. 1386/1983. Με την παρ. 1 του άρθρου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 48 του ν. 1882/1990 και στη συνέχεια με το άρθρ. 31 παρ. 1 ν. 1947/1991 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση του Εφετείου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα και δεν μπορεί να ζητηθεί αναστολή της ισχύος της για οποιονδήποτε λόγο .
Με την ανωτέρω διάταξη καθιερώνεται η αρχή του αποκλεισμού των ένδικων μέσων, τακτικών ή εκτάκτων, κατά των αποφάσεων, που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για τη θέση της επιχείρησης υπό ειδική εκκαθάριση ανεξάρτητα από τις τυχόν πλημμέλειες, τις οποίες, τυχόν, αυτές εμφανίζουν.
Η αρχή αυτή υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της ταχείας άρσεως της αβεβαιότητας περί την ισχύ των ως άνω αποφάσεων, ώστε να μη διαιωνίζεται η δίκη για τη θέση ή μη της προβληματικής ή μη προβληματικής επιχείρησης υπό ειδική εκκαθάριση και να μην υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλεια των συναλλαγών. Η ίδια αρχή της απαγόρευσης των ένδικων μέσων, για την ταυτότητα του νομοθετικού λόγου, ισχύει και επί αποφάσεων του Εφετείου, που εκδόθηκαν επί αιτήσεως ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως (άρθρ. 758 Κ.Πολ.Δ.), καθώς και επί τριτανακοπής (άρθρ. 773 Κ.Πολ.Δ.), για ακύρωση της απόφασης, που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση για τη θέση της επιχείρησης υπό ειδική εκκαθάριση.
Διαφορετικά, με την άσκηση ένδικων μέσων, είτε αμέσως είτε εμμέσως κατά των ανωτέρω αποφάσεων, δεν θα επιτυγχανόταν ο ως άνω επιδιωκόμενος με την προαναφερόμενη διάταξη σκοπός. Η διάταξη αυτή δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 ή άλλη διάταξή του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης (ν.δ. 53/1974), γιατί οι διατάξεις αυτές διασφαλίζουν μεν τη δυνατότητα προσφυγής σε δικαστήριο, όχι όμως και το δικαίωμα σε ένδικο μέσο κατά της απόφασης, που θα εκδοθεί.
Επίσης, η διαδικασία εκδικάσεως της αιτήσεως για θέση της επιχείρησης υπό την ειδική εκκαθάριση του άνω νόμου διασφαλίζει πλήρως το δικαίωμα απόδειξης των κρίσιμων περιστατικών και υπεράσπισης της καθ ής επιχείρησης και άρα πληροί τους όρους διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Επομένως, δεν τίθεται θέμα συγχωρήσεως ένδικου μέσου ή βοηθήματος κατά της εκδιδόμενης με τη διαδικασία αυτή αποφάσεως, ώστε να διεξαχθεί βάσει αυτού νέα δίκη, πληρούσα τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.δ. 53/1974, που κύρωσε τη Σύμβαση της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. (ΑΠ 86/2002, ΑΠ 1275/2001, ΑΠ 866/1995).
Περαιτέρω, με τη γενική περί της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας διάταξη του άρθρου 739 Κ.Πολ.Δ, ορίζεται ότι: Όλες οι υποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 782 έως 866 υπάγονται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 741 έως 781, καθώς και κάθε άλλη υπόθεση που υπάγεται με διάταξη νόμου στη διαδικασία αυτή. Οι αποφάσεις που εκδίδονται επί υποθέσεων της δεύτερης κατηγορίας, επί όσων δηλαδή υπάγονται στην εκούσια δικαιοδοσία μόνο κατά παραπομπή στη διαδικασία αυτή, αν ενέχουν αναγνώριση δικαιώματος, έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, παράγουν δεδικασμένο, όταν καταστούν τελεσίδικες, όπως και οι αποφάσεις που αφορούν υποθέσεις αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321 επόμ.
του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 385/2001). Τέτοια είναι και η απόφαση που διατάσσει την ειδική εκκαθάριση επιχείρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46α ν. 1892/1990, αφού και στις υποθέσεις αυτές, σε αντίθεση με τις γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, συντρέχει το στοιχείο της αντιδικίας με εκατέρωθεν διαδίκους, όπως και στις υποθέσεις της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
Έτσι, το Εφετείο, πριν προβεί κατά τα ανωτέρω, αμετακλήτως στη βεβαίωση ή στη διάπλαση αναφορικά με τη ρυθμιζόμενη από τις ως άνω διατάξεις έννομη κατάσταση, ελέγχει, αν έχουν συμβεί ή όχι στην εμπειρική πραγματικότητα τα οριζόμενα σε αυτές πραγματικά περιστατικά. Πρόκειται δηλαδή και στην συγκεκριμένη περίπτωση για διαγνωστική διαδικασία των προϋποθέσεων της αίτησης, πιστωτή ή πιστωτών, που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον του συνόλου των κατά της καθής επιχείρησης απαιτήσεων όπως αναφέρονται στο άρθρο 46α' ν. 1892/1990, προκειμένου η τελευταία να υπαχθεί στη ρυθμιζόμενη από αυτό ειδική εκκαθάριση.
Στις γνήσιες όμως υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας δεν επιλύονται διαφορές αλλά έχουμε εκδήλωση, δικαστικής πρόνοιας η οποία συνήθως αφορά ένα πρόσωπο.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς τους, το Εφετείο, δεχόμενο ότι "ο προβαλλόμενος με το δεύτερο λόγο ανακοπής ισχυρισμός ότι η πιστώτρια πρώτη των καθών (ΕΤΒΑ Α.Ε.) δεν είχε την απαιτούμενη πλειοψηφία του συνόλου των απαιτήσεων για να καθοδηγεί μόνη της τις ενέργειες εκκαθάρισης, κρίθηκε ήδη με δύναμη δεδικασμένου με τη 293/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου...που εκδόθηκε με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ της οφειλέτριας εταιρείας (πρώτης ανακόπτουσας) και της πιστώτριας εταιρείας (πρώτης των καθών η ανακοπή) επί διαφοράς που χαρακτηρίζεται ως μη γνήσια, διότι εμφανίζεται το στοιχείο της αντιδικίας....", παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ, άλλως, δεν εφήρμοσε τα άρθρα αυτά, ενώ θα έπρεπε να τα εφαρμόσει εξετάζοντας κατ' ουσία τον σχετικό λόγο ανακοπής τους, αντί να απορρίψει αυτόν ως απαράδεκτο. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι αναφέρεται σε παραβίαση διατάξεων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, είναι, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 159 Κ.Πολ.Δ "η παράβαση διάταξης, που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλει το δικαστήριο, 3) σε κάθε περίπτωση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας". Περαιτέρω, στο άρθρο, 1003 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 20 ν. 3346/2005, ορίζεται ότι: "Όποιος, υπερθεμάτισε για λογαριασμό τρίτου, οφείλει αμέσως μετά την κατακύρωση να δηλώσει το όνομα εκείνου, για τον οποίο υπερθεμάτισε, και μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την ημέρα της κατακυρώσεως ο τρίτος οφείλει να δηλώσει ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού την αποδοχή του.
Αν η προθεσμία περάσει άπρακτη ή αν ο τρίτος αρνηθεί να αποδεχτεί την κατακύρωση, όποιος υπερθεμάτισε για τον τρίτο, θεωρείται πως υπερθεμάτισε για τον εαυτό του". Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται αναλόγως και στη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 46 α.ν. 1892/1990 ειδική εκκαθάριση, συνάγονται πλην άλλων και τα εξής: Επιτρέπεται η πλειοδοσία για λογαριασμό τρίτου και δημιουργούνται περαιτέρω οι ανωτέρω υποχρεώσεις για τον υπερθεματιστή και τρίτο, προκειμένου, να γίνει πλέον σαφές ποιος είναι υπερθεματιστής, διότι αν δεν γίνουν οι ενέργειες αυτές, υπερθεματιστής θεωρείται αυτός που εμφανίστηκε, στον πλειστηριασμό με όλες τις σχετικές συνέπειες. Το νομικό πρόσωπο μπορεί να πλειοδοτεί, όχι μόνο με το νόμιμο εκπρόσωπό του, αλλά και με τρίτο, ο δε πλειοδότης μπορεί να δηλώσει ότι υπερθεματίζει αορίστως για λογαριασμό και τρίτου χωρίς το όνομά του.
Αυτός, όμως, που υπερθεματίζει για λογαριασμό τρίτων πρέπει να δηλώσει αμέσως μετά την κατακύρωση το όνομα εκείνου υπέρ του οποίου υπερθεμάτισε, η δήλωση δε αυτή πρέπει να καταχωρηθεί στην έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διάταξη προθεσμίας των οκτώ ημερών από την κατακύρωση, μέσα στην οποία πρέπει να δηλώσει ο τρίτος στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, αν αποδέχεται ή την άρνηση του τρίτου να αποδεχθεί την κατακύρωση, αυτός που υπερθεμάτισε στο όνομα τρίτου, θεωρείται ότι υπερθεμάτισε για τον εαυτό του με όλες τις σχετικές συνέπειες. Η λέξη "αμέσως" δεν πρέπει να οδηγήσει στην αυστηρή και άνευ αποχρώντος λόγου άποψη ότι μέχρι της περαιώσεως της εκθέσεως δεν χωρεί ανάκληση ή τροποποίηση, της δηλώσεως, ενώ, εξάλλου, η τήρηση των ως άνω διατυπώσεων δεν τίθεται με ποινή ακυρότητας, παρά μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που τυχόν επήλθε στον προτείνοντα, εξαιτίας της κατακύρωσης του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στον τρίτο αντί εκείνου που υπερθεμάτισε για τον τελευταίο. Η βλάβη όμως αυτή ως πραγματικό γεγονός πρέπει να προτείνεται νόμιμα από τον επικαλούμενο την ακυρότητα και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 779/2006, ΑΠ 1489/2002, ΑΠ 116/1998).
Έτσι, ζήτημα κύρους του πλειστηριασμού δεν υπάρχει, όταν αυτός που υπερθεμάτισε, δήλωσε αόριστα ότι πλειοδοτεί για λογαριασμό και τρίτων, χωρίς να τους κατανομάσει κατά την πλειοδοσία ή μετά την κατακύρωση, καθώς και από την άπρακτη πάροδο της οριζόμενης στην ανωτέρω διάταξη οκταήμερης προθεσμίας ή την παράλειψη τήρησης των λοιπών διατυπώσεων που αναφέρονται σε αυτή, αφού εκείνος που έχει υπερθεματίσει για λογαριασμό τρίτου, είτε με δήλωσή του κατά την πλειοδοσία, είτε αμέσως μετά την κατακύρωση, θεωρείται πλέον ότι υπερθεμάτισε για τον εαυτό του. Κατά συνέπεια, η παράβαση των διατυπώσεων του άρθρου 1003 παρ. 2 Κ.ΠολΔ ουδόλως βλάπτει τον πλειστηριασμό, ο οποίος παραμένει καθόλα έγκυρος και δημιουργείται ευθύνη του εμφανισθέντος ως υπερθεματιστή, οι διατάξεις δε αυτές σκοπεύουν να προσδιορίσουν το πρόσωπο του υπερθεματιστή με τις εντεύθεν έννομες συνέπειες.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κατατεθείσας με αριθμό 119/25.4.2000 ανακοπής, το οποίο κατά το περιεχόμενο επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, στον τέταρτο λόγο αυτής, για τη θεμελίωση του αιτήματος ανακοπής τους προς ακύρωση α) της υπ' αριθμ. .../18.10.1999 έκθεσης αποσφράγισης σφραγισμένων προσφορών Δημόσιου Πλειοδοτικού Διαγωνισμού της Συμβολαιογράφου Οιχαλίας Μαριγούλας Αξιοτοπούλου, β) της από 3.12.1999 έγκρισης "ΕΤΒΑ Α.Ε.", για την πώληση στον Ν.
Κ. και την υπό τούτου υποδειχθείσα ανώνυμη εταιρεία "... .Α.Ε.Β.Ε." του ενεργητικού της "Ελληνικής ... .Α.Ε", ως και κάθε άλλης πράξης ολοκληρώσεως του ως άνω πλειοδοτικού διαγωνισμού, προκειμένου να ακυρωθεί και εξαφανιστεί η .../28.1.2000 Σύμβαση Μεταβίβασης στοιχείων του ενεργητικού της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας Εταιρείας "Ελληνική ...
Α.Ε.", που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών Οιχαλίας, επικαλούμενοι πλημμέλειες από τις διατάξεις του άρθρου 1003 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, που προαναφέρθηκαν, ως προς την τήρηση της οριζόμενης σε αυτές διαδικασίας, ανέφεραν ότι "η εκκαθαρίστρια εταιρεία γνωστοποίησε την τελική κατακύρωση στον Ν. Κ. με την υπ' αριθμ.
…15.12.1999 επιστολή της, αυτός όμως δεν γνωστοποίησε στη Συμβολαιογράφο Μ. Αξιοτοπούλου, και μάλιστα αμέσως μετά την κατακύρωση το όνομα του τρίτου, προεχόντως γιατί αυτή ήταν ανύπαρκτη, δεδομένου ότι συνεστήθη στις 15.1.2000 από της καταχωρήσεως της σχετικής αδείας του αρμοδίου Νομάρχου στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών", με συνέπεια να είναι άκυρη η μεταβίβαση του ενεργητικού της πρώτης τούτων στην "...
Α.Ε.Β.Ε.", "δεδομένου ότι από την όλη προηγηθείσα διαδικασία πλειοδότης ήταν ο Ν. Κ. και προς αυτόν και μόνο έπρεπε να γίνει η μεταβίβαση", ενώ "ελλείπει πλήρως η αιτία της μεταβιβάσεως του ακινήτου και των συστατικών της "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ... Α.Ε.", εφόσον η μεταβίβαση του ενεργητικού επιχειρήσεως λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τον τρόπο, που γίνεται η μεταβίβαση των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων και εν προκειμένω κατά στην συνολική ενοχική διαδικασία η συμβληθείσα στην συμβολαιογραφική πράξη μεταβιβάσεως ως άνω ανώνυμη εταιρεία ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο".
Το Εφετείο Καλαμάτας, μετά την άσκηση της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ανακοπή τους, ερευνώντας κατ' ουσία τον προαναφερόμενο τέταρτο λόγο της, απέρριψε αυτόν με την εξής αιτιολογία: "Στην προκείμενη υπόθεση από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι, μετά τη δημοσίευση διακήρυξης διενέργειας 3ου επαναληπτικού πλειοδοτικού διαγωνισμού, ο τρίτος των καθών Ν.
Κ. υπέβαλε μοναδική προσφορά για την αγορά της επιχείρησης. Διευκρινίζετο δε στην προσφορά του ότι "σε περίπτωση κατακύρωσης του διαγωνισμού στον προσφέροντα ως άνω, συμβαλλόμενος που θα υπογράψει την οριστική σύμβαση και στον οποίο θα μεταβιβασθούν τα στοιχεία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση εταιρείας θα είναι ο προσφέρων ατομικά ή τρίτο φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο που θα υποδείξει αρμόδια και εμπρόθεσμα".
Η πρώτη των καθών (ΕΤΒΑ ΑΕ) αποφάσισε να αποδεχθεί την προσφορά του ως άνω όπως αυτή βελτιώθηκε και τον ανέδειξε πλειοδότη (υπ'αριθμ.98/3-12- 1999) απόφαση. Ο ανακηρυχθείς πλειοδότης, αφού έλαβε γνώση της εν λόγω αποφάσεως στις 15-12-1999, υπέδειξε ως αγοράστρια την τετάρτη των καθών ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που συνεστήθη στις 14-1-2000 και η οποία δήλωσε την αποδοχή της. Οι ανακόπτοντες με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους ισχυρίζονται ότι η μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρησης έπρεπε να γίνει στον πλειοδότη Ν. Κ. και όχι στην υποδειχθείσα από αυτόν εταιρεία, που συνεστήθη μεταγενεστέρως και συνεπώς, κατά τον άνω χρόνο (15-12-1999),ήταν ανύπαρκτη.
Ό λόγος όμως αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι α) στην προσφορά του πλειοδότη γινόταν μνεία περί μεταβιβάσεως της επιχείρησης και σε νομικό πρόσωπο που θα υποδειχθεί από αυτόν β) Η υποδειχθείσα εταιρεία αποδέχθηκε τους όρους της πλειοδοσίας και κατακύρωσης και γ) δεν γίνεται επίκληση βλάβης από τους ανακόπτοντες".
Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1003 παρ. 2 Κ.ΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οικείο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά τις λοιπές αιτιάσεις του για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 37, 40 Ε.Ν., 1, 2, 4, 7, 7δ ν. 2190/1920 είναι απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκείμενης υπόθεσης, αντίστοιχοι με αυτές λόγοι δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής αλλά ούτε σε άλλο δικόγραφο πρόσθετων λόγων της.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.ΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το εφετείο, για να αντικρούσει τους διατυπούμενους με τους έξι λόγους ανακοπής ισχυρισμούς τους, δέχθηκε ότι δεν γίνεται επίκληση βλάβης από τους ανακόπτοντες και απέρριψε την ανακοπή τους, χωρίς να λάβει υπόψη του πως όλοι οι λόγοι της ανακοπής τους, συνοδεύτηκαν με ρητή δήλωση τούτων, ότι από τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης επήλθε σε βάρος τους ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη, όπως προβλέπουν τα άρθρα 1003 παρ. 2 και 933 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι α) στη σελίδα 17 της ανακοπής εκθέτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η δε παράλειψη αυτών επιφέρει και ανεπανόρθωτη βλάβη, τόσο των μισθωτών, όσο και της επιχειρήσεως και γι' αυτό θα πρέπει να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο η ακυρότης της δια της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. .../2000 της Συμβολαιογράφου Μ.Αξιοτοπούλου, μεταβίβαση ως άκυρη και ανυπόστατη", β) στην αρχή της σελ. 24 της ανακοπής εκθέτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Γιατί οι εκπρόσωποί της γνώριζαν ότι διά της συμπεριφοράς αυτής ήταν δυνατόν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη σε εμάς ζημία και παρά ταύτα δεν απέστησαν αυτής", γ) στη σελ. 27 της ανακοπής τους εκθέτουν για όλους τους λόγους της ανακοπής τους και τα εξής: "...Ως έχοντες αυτόνομο δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας και μάλιστα οριστικής σε κάθε περίπτωση που η πράξη του εκκαθαριστή , όπως επίσης και εκείνες του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου ή των πιστωτών τελούνται κατά παράβαση του νόμου και προς βλάβη μας, ως ανωτέρω εκτίθεται το δικαίωμά μας αυτό είναι αναφαίρετο...".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενό της, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο τέταρτος λόγος ανακοπής, πλην άλλων και "διότι α) ......β) ....γ) δεν γίνεται επίκληση βλάβης από τους ανακόπτοντες", σχετικά με το διαλαμβανόμενο σε αυτόν ισχυρισμό τους, ότι η μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρησης έπρεπε να γίνει στον πλειοδότη Ν.
Κ. και όχι στην υποδειχθείσα από αυτόν εταιρεία, που συνεστήθη μεταγενεστέρως και συνεπώς, κατά τον άνω χρόνο (15.12.1999), ήταν ανύπαρκτη. Οι αναιρεσείοντες όμως με τον ως άνω λόγο της υπό κρίση αίτησής τους δεν υποστηρίζουν ότι είχαν επικαλεστεί τέτοια βλάβη με την ένδικη ανακοπή τους, αλλά ούτε και από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει επίκληση ή προσδιορισμός αντίστοιχης βλάβης τους.
Τέλος, ο Κ.Πολ.Δ ορίζει στο άρθρο 559 αρ. 18, ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση , στο δε άρθρο 579 παρ. 1 εδ. β, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα Δικαστήρια;
που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση. ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 παρ. 2, ότι στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος το σχετικό λόγο αναίρεσης.
Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το νομικό ζήτημα που ο Άρειος Πάγος έλυσε στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να κριθεί αν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση (ΑΠ 367/2005, ΑΠ 1397/2008, ΑΠ 906/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο της αίτησης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθμ. 820/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την υπ' αριθμ. 372/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 16-2-2002 έφεσή τους κατά της 72/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας η οποία είχε απορρίψει την από 25-4-2000 ανακοπή τους για έλλειψη ενεργητικής τους νομιμοποίησης στην άσκησή της, με την ίδια αιτιολογία, υποστηρίζοντας ότι η ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε πέραν του ζητήματος της ενεργητικής νομιμοποίησής τους και ότι επί προσφορών ελεύθερης εκποίησης θα πρέπει να γνωστοποιείται η όποια προσφορά και στην προβληματική επιχείρηση και εν προκειμένω στην πρώτη από αυτούς ως ιδιοκτήτρια οφειλέτρια.
Όπως όμως προκύπτει από την 820/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με αυτή λύθηκε μόνο το νομικό ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσειόντων για την άσκηση της ένδικης ανακοπής τους. Επομένως ,το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι οι αναιρεσείοντες νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην άσκηση της ανωτέρω ανακοπής, απέρριψε αυτή στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έκρινε πέραν από τα όρια της αναιρετικής απόφασης και ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος, ενώ η περιεχόμενη στον έκτο λόγο αναίρεσης αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "κατέστη αναιρετέα, κατ' άρθρο 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ", χωρίς την επίκληση θεμελιωτικών του ανωτέρω αναιρετικού λόγου στοιχείων, είναι, σύμφωνα με τη ρύθμιση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, αόριστη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 25/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης υπό τις αναφερόμενες στα πρακτικά της παρούσας ιδιότητες αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.8.2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης, υπό τις ως άνω ιδιότητές της, αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ