Legislator Case Law & Legislation
820/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against bankruptcy liquidation enforcement, ruling the debtor company retains standing to challenge auction terms.

Case Number 820/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision enforcing bankruptcy liquidation proceedings. The debtor company and its creditors argued that the liquidator lacked authority to sell assets at a price insufficient to cover their claims, violating specific bankruptcy statutes. The Court agreed that the debtor company, having been legally elected before liquidation, and the creditors, having a special legal interest in the auction outcome, retained standing to challenge the enforcement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 46a(1) of Law 1892/1990 and Article 9(3) of Law 1386/1983: The debtor company and its creditors retain standing to initiate enforcement proceedings to challenge the liquidator's actions if they allege a violation of bankruptcy laws regarding asset valuation and auction terms.

Keywords

AI generated
bankruptcy liquidation enforcement proceedings debtor standing creditor interest auction terms special legal interest asset valuation

Cited Legislation

AI generated
Article 46a(1) of Law 1892/1990
Article 9(3) of Law 1386/1983
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 820 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 820/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. της εδρεύουσας στο Μελιγαλά Μεσσηνίας (ΒΙ.ΠΕ Ε.Τ.Β.Α) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΡΤΑΡΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΡΤΑΡΙΚΗ ΑΕ", που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ..., 3. .... και 4. Χ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγλαΐα Μυλωνοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Τράπεζα Πειραιώς, ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου, Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ-ΕΤΒΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένης, 2. Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ-FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" ("ΕΤΒΑ-FINANCE AE"), νόμιμα εκπροσωπουμένης, και υπό την ιδιότητάς της ως "ειδικής εκκαθριστρίας" της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΡΤΑΡΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΡΤΑΡΙΚΗ ΑΕ", 3. ..., 4. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΝΟΤΡΥΓΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Πάτρα, νόμιμα εκπροσω-πουμένης. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Φωτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 372/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Kωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 6-10-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 46α§1 του Ν.1892/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις", που προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, προβλέπεται η θέση σε ειδική εκκαθάριση της επιχείρησης η οποία έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.

Η θέση σε ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων αυτών διατάσσεται με απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, μετά από αίτηση πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον του συνόλου των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων. Εκκαθαριστής διορίζεται υποχρεωτικώς τράπεζα, που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή θυγατρική επιχείρηση τέτοιας τράπεζας που υποχρεούνται να υποδείξουν οι αιτούντες πιστωτές, συνυποβάλλοντες στο εφετείο δήλωσή της ότι αποδέχεται την υπόδειξή της ως εκκαθαριστή.

Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, μετά τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση βρίσκεται σε λειτουργία είτε όχι.

Στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, ορίζεται, σχετικά με τη διαδικασία μεταβίβασης του ενεργητικού, ότι ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου, τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης, βάσει των όρων της προσφοράς και των τυχόν άλλων επί τα βελτίω όρων, που υποδείχθηκαν από τους παραπάνω πιστωτές.

Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. ΚΠολΔ. Η παράγραφος 8 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι το συνολικό ποσό, το οποίο πρέπει να καταβάλει σύμφωνα με τη σύμβαση στον εκκαθαριστή ο πλειοδότης, επέχει θέση πλειστηριάσματος του άρθρου 1004 επ. ΚΠολΔ. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού και εφόσον τηρήθηκαν στην τελευταία περίπτωση οι συμφωνηθέντες όροι εξασφάλισης πληρωμής του υπολοίπου, ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελλητί, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου, αντιστοίχως, είτε πράξη εξόφλησης, είτε πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη.

Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του Ν. 2244/1994 ορίζει ότι η κατά το άρθρο 46α παρ. 8 του ν.1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφισταμένων υπέρ τρίτων βαρών που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση.

Τέλος, στην παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 ορίζεται ότι, από της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος, επέρχονται όλες οι έννομες συνέπειες της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, που ορίζονται στο άρθρο 1005 ΚΠολΔ. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ.

Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτές δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός, με τον οποίο γίνεται η πώληση της επιχείρησης που έχει τεθεί στη ρυθμιζόμενη από το ίδιο άρθρο ειδική εκκαθάριση, δεν αποτελεί περίπτωση σύμβασης πώλησης του αστικού δικαίου που καταρτίζεται απλώς με βάση ορισμένες προϋποθέσεις που τάσσονται στο νόμο και με την επιτήρηση της δημόσιας αρχής, αλλά έχει το χαρακτήρα δημόσιου πλειστηριασμού και μάλιστα αναγκαστικού, αφού αποβλέπει, όπως και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, στην εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων των αναγγελλόμενων προς τούτο πιστωτών του, με μια συλλογική διαδικασία, η οποία είναι συντομότερη από εκείνη που προβλέπεται στον ΚΠολΔ.

Τούτο σαφώς συνάγεται από τους προπαρατεθέντες ορισμούς του νόμου αυτού, όπου ορίζεται ρητά ότι το "τίμημα" εξομοιώνεται με το "πλειστηρίασμα" του αναγκαστικού πλειστηριασμού, η "πράξη εξόφλησής του" ή, κατά περίπτωση, η "πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των αναληφθεισών υποχρεώσεων" με την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η "σύμβαση μεταβίβασης" με την έκθεση κατακύρωσης του αναγκαστικού πλειστηριασμού και ο "αποκτών πλειοδότης" με υπερθεματιστή που έχει τα δικαιώματα και τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, με απόσβεση έτσι και των εμπράγματων βαρών που έχουν εγγραφεί στα περιουσιακά αντικείμενα της αποκτώμενης από αυτόν επιχείρησης, όπως συμβαίνει και στο δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό.

Σύμφωνα με τα αμέσως προεκτεθέντα, που προσδίδουν στην ανωτέρω ειδική εκκαθάριση τη νομική φύση του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, η προσβολή τούτου και των επί μέρους πράξεων, μπορεί να γίνει, όπως και στην ατομική εκτέλεση, μόνο με την ανακοπή ("αντιρρήσεις") του άρθρου 933 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2006). Τέτοια ανακοπή, κατά της εγκυρότητας της διαδικασίας του επισπευδόμενου και διενεργούμενου εκ μέρους του εκκαθαριστή πλειοδοτικού διαγωνισμού νομιμοποιείται να ασκήσει στο όνομά της ο μέχρι την υπαγωγή στην ανωτέρω ειδική εκκαθάριση φορέας της οφειλέτριας επιχείρησης ή και ο δανειστής της, όταν προβάλλει κάποιο ιδιαίτερο έννομο συμφέρον.

Αντίθετα δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της ανακοπής αυτής ο εκκαθαριστής, αφού δεν νοείται να λαμβάνει, πέρα από την θέση του επισπεύδοντος τον πλειοδοτικό διαγωνισμό, παράλληλα και εκείνη του καθ' ου, στρεφόμενος έτσι κατά του εαυτού του και των διαδικαστικών πράξεων που ο ίδιος προκάλεσε. Εξάλλου κατά τη διάταξη του αρ. 9 παρ. 3 του ν. 1386/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 48 του ν. 1882/1990, με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, που ορίζεται εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της εταιρείας ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε., αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες.

Η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκει στον εκκαθαριστή. Κατά τις περιπτώσεις που δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του εκκαθαριστή στρέφονται κατά της εταιρείας ως οφειλέτη η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την τυχόν πτώχευση ή την υπαγωγή της στην προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε., ή την υπαγωγή της στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 7 του νόμου αυτού, κατά περίπτωση.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, με την οποία ανώνυμη εταιρεία τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση και διορίζεται εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων της διοίκησης της εταιρείας, η δε διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπησή της περιέρχεται στον εκκαθαριστή.

Εξαίρεση αυτού του κανόνα υπάρχει στην περίπτωση συγκρούσεως των συμφερόντων μεταξύ του εκκαθαριστή και της εταιρείας που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, η οποία υπάρχει όταν ο εκκαθαριστής στρέφεται με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του κατά της εταιρείας ως οφειλέτη, οπότε η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της υπό ειδική εκκαθάριση, η θητεία του οποίου παρατείνεται για το σκοπό αυτό μέχρι τη λήξη τη εκκαθάρισης.

Για τον ίδιο λόγο (της σύγκρουσης των συμφερόντων) πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εκπροσώπηση της οφειλέτριας εταιρείας, στην περίπτωση ασκήσεως από αυτήν της πιο πάνω ανακοπής κατά του επισπευδόμενου από την ειδική εκκαθαρίστρια πλειοδοτικού διαγωνισμού των περιουσιακών της στοιχείων, γίνεται από το διοικητικό της συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της στην ειδική εκκαθάριση.

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006).

Εξάλλου η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 25-4-2000 ανακοπή τους εκθέτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη από τους ανακόπτοντες ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΡΤΑΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε.", της οποίας οι τρεις τελευταίοι απ' αυτούς είναι μοναδικοί μέτοχοι και δανειστές της για συνολικές απαιτήσεις 739.130.353 δραχμών, που προκύπτουν από το καθολικό της, με τη 293/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990 και διορίστηκε ως εκκαθαρίστρια η δεύτερη των καθ'ων ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε.", η οποία προέβη στην πώληση με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού αυτής (ανακόπτουσας εταιρείας), τα οποία και κατακυρώθηκαν στον τρίτο των καθ' ων και, στη συνέχεια, μεταβίβασε τα περιουσιακά αυτά στοιχεία στην, εκπροσωπούμενη από τον τελευταίο, τέταρτη των καθ'ων, με τους όρους που διαλαμβάνονται στην ....σύμβαση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, που καταρτίστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Οιχαλίας Μαριγούλας Αξιοτοπούλου, Περαιτέρω, εκτίθεται ότι η υπό ειδική εκκαθάριση τεθείσα ανακόπτουσα εταιρεία εκπροσωπείται για την άσκηση της ένδικης ανακοπής από τον Πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου Χ1.

Ισχυριζόμενοι, στη συνέχεια, οι ανακόπτοντες αφενός ότι είναι "ανυπόστατη" η όλη διαδικασία υπαγωγής της πρώτης απ' αυτούς στην ως άνω ειδική εκκαθάριση και αφετέρου ότι η διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης, που διενεργήθηκε από την ορισθείσα ως εκκαθαρίστρια δεύτερη των καθ' ων πάσχει από ακυρότητα, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο νόμιμη προδικασία, ζήτησαν με την ένδικη ανακοπή τους την ακύρωση των αναφερόμενων πράξεων που αφορούν τη διαδικασία εκποίησης και μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της πρώτης ανακόπτουσας.

Το Εφετείο δέχθηκε, ότι, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η ένδικη ανακοπή έπρεπε να ασκηθεί από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ειδική εκκαθαρίστρια, η οποία και μόνο νομιμοποιείται στην άσκησή της, ενώ η πρώτη αναιρεσείουσα (οφειλέτρια εταιρεία) δε νομιμοποι-είται ενεργητικώς στην άσκησή της, επειδή τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, δεν ισχυρίζονται δε οι αναιρεσείοντες ότι περατώθηκε η διαδικασία της εκκαθάρισης και έτσι έχει παύσει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησής της (επομένως και ο Πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου στερείται εξουσίας εκπροσώπησής της), η οποία έχει περιέλθει στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ειδική εκκαθαρίστρια.

Ούτε, εξάλλου, όπως στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, υπόκειται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της εκκαθαρίστριας και της πρώτης αναιρεσείουσας ως οφειλέτριας υπό την προεκτεθείσα έννοια, σε τρόπο ώστε να νομιμοποιείται στην εκπροσώπησή της ο Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής.

Αλλά και οι υπόλοιποι αναιρεσείοντες, μέτοχοι της πρώτης, δεν επέχουν θέση δανειστή αυτής και δεν έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν ανακοπή κατά της εκτέλεσης με αυτή την ιδιότητα, αφού δεν επικαλούνται ειδικό έννομο συμφέρον για την άσκησή της, ούτε ισχυρίζονται ότι αναγγέλθηκαν ως δανειστές της για να καταταγούν στον οικείο πίνακα κατάταξης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46 α και άρθ. 9 παρ. 3 του ν. 1386/1983, όπως αντικαταστάθηκε το άρθ. 48 του ν. 1882/1990, αφού, όπως προεκτέθηκε, νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην άσκηση της ανωτέρω ανακοπής, αφενός η αναιρεσείουσα- οφειλέτρια εταιρεία, η οποία εκπροσωπείται νομίμως από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της υπό ειδική εκκαθάριση, και αφετέρου οι δεύτερος τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, είναι δανειστές της οφειλέτριας εταιρείας και ο πλειοδοτικός διαγωνισμός έβλαψε, κατά τους ισχυρισμούς τους, τα συμφέροντά τους, αφού το προσφερόμενο (και δεκτό γενόμενο) τίμημα για την πώληση των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας, το οποίο δεν ήταν ικανό να καλύψει (και) τις δικές τους απαιτήσεις, υπολειπόταν κατά πολύ εκείνου που θα επιτυγχανόταν αν τηρούνταν, κατ' αυτούς, οι νόμιμες προϋποθέσεις διενέργειας του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 372/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ