Legislator Case Law & Legislation
58/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of evidence regarding lost income from a maritime employment contract.

Case Number 58/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific maritime employment contract proving lost income after an injury. The court found that the First Instance Court had explicitly acknowledged and evaluated this document in its written judgment. Consequently, the court ruled that the appeal lacked a valid legal basis because the contested evidence was properly considered.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it evaluated all submitted documents, provided the omitted evidence would not have altered the outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation maritime employment contract lost income damages lower court judgment legal reasoning civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 14/2005
Supreme Court Case 2/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 58 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 58/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσαντώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Γ. Κ., κατοίκου ... και 2. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" ως ειδικού εκ του Νόμου διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα. Οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαηλιού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4314/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 759/2006 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 4-10-2006 αίτησή του και τους από 22-1-2007 πρόσθετους λόγους του.

Εκδόθηκε η 668/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Εκδόθηκε η απόφαση 224/2012 του Εφετείου Πειραιώς και την αναίρεσή της ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2013 αίτησή του και των από 9-10-2013 προσθέτων λόγων της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 8-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-5-2013 αιτήσεως αναιρέσεως και του από 9-10-2013 δικογράφου προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 224/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (που εκδόθηκε μετά από παραπομπή μέρους της υπόθεσης με την υπ' αριθ. 668/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προεκδοθείσα υπ' αριθ. 759/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιά ως προς το τώρα ερευνώμενο αγωγικό κεφάλαιο του αναιρεσείοντος), έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 10-8-2000 και περί ώρα 14.30 στην προβλήτα του Νέου Μώλου Δραπετσώνας έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο η οδηγούμενη από τον πρώτο εναγόμενο-εφεσίβλητο Γ.

Κ. υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." (της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 15276/21-9-2009 απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και, για το λόγο αυτό, στη θέση της ήδη υπεισήλθε το δεύτερο καθ' ού η κλήση-εφεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ") επέπεσε επί του πεζού ενάγοντος-εκκαλούντος, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του τελευταίου.

Αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του ενάγοντος είναι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός της προαναφερόμενης μοτοσικλέτας, όπως αυτό έχει κριθεί με την ήδη καταστάσα αμετάκλητη ως προς το κεφάλαιο τούτο υπ' αριθμ. 759/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω, όπως επίσης έχει κριθεί με την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση, ο ενάγων, κατά το ένδικο ατύχημα, τραυματίστηκε και συγκεκριμένα υπέστη "κάταγμα-εξάρθρωμα αριστερής ποδοκνημικής και νέκρωση δέρματος γαστροκνημίας", που αντιμετωπίσθηκε χειρουργικώς με εσωτερική οστεοσύνθεση, ενώ σε επόμενες εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε το ίδιο και επόμενο έτος, διαγνώστηκαν "έντονα ενοχλήματα πόνου, δυσκαμψία της αρθρώσεως, χωλότητα κατά τη βάδιση, επισφαλής πώρωση και οίδημα με αρχόμενη μετατραυματική αρθρίτιδα".

Επίσης, κατά το έτος 2003 παρέμενε "έκδηλο οίδημα ποδοκνημικής άρθρωσης, με ελαττωμένες κινήσεις της, δηλαδή κάμψη, έκταση, πρυνισμό και υπτιασμό και ανάπτυξη σοβαρής μετατραυματικής αρθρίτιδας στην κνημοταρσική και στην υπαστραγαλική άρθρωση", ενώ, τέλος, η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή της Νομαρχίας Αθηνών (Τομέας Δυτικής Αθήνας) έκρινε, με την υπ' αριθμ. 4373/2004 γνωμάτευσή της, ότι ο ενάγων πάσχει από αναπηρία 67% "λόγω βαρειάς οστεοαρθρίτιδας δεξιού ισχίου, με αρθροπλαστική και πάθηση αριστερού ισχίου".

Περαιτέρω, το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο των 61.628,76 ευρώ (ή 21.000.000 δραχμών) για απώλεια εισοδημάτων επί μία τριετία, ελέγχεται απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, γιατί δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων (ο οποίος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 64 ετών και συνταξιούχος του Ν.Α.Τ. ως πρώην ηλεκτρολόγος του Εμπορικού Ναυτικού) εργαζόταν ως ναυτικός με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου, κατά το χρονικό διάστημα πριν από τον τραυματισμό του, σε εμπορικά πλοία τουλάχιστον για επτά μήνες το χρόνο αντί αποδοχών εκ ποσού 1.000.000 δραχμών μηνιαίως, όπως αβασίμως αυτός ισχυρίζεται.

Ειδικότερα, ο τελευταίος, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του, δεν προσκομίζει: α) το αντίγραφο του ναυτικού φυλλαδίου του, β) αποδείξεις είσπραξης αποδοχών, γ) βεβαιώσεις τυχόν εργοδοτών του και δ) φορολογικές δηλώσεις προηγουμένων ετών για το ύψος των δηλουμένων από την τυχόν εργασία του αποδοχών, δηλαδή δεν προσκομίζει έγγραφα από τα οποία να αποδεικνύεται η παροχή εξηρτημένης εργασίας του ως ναυτικού σε συγκεκριμένους εργοδότες κατά το προ του επίδικου ατυχήματος χρονικό διάστημα, ενώ ούτε οι μάρτυρές του αναφέρουν συγκεκριμένες συμβάσεις ναυτικής εργασίας αυτού με συγκεκριμένους εργοδότες για το ίδιο ως άνω διάστημα.

Επίσης, ο ενάγων δεν προσκομίζει σχετικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας του καταρτισθείσες προ του ατυχήματος, που να απέκτησαν βέβαιη χρονολογία με έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 446 ΚΠολΔ τρόπους, έτσι ώστε να βεβαιώνεται η σύνταξή τους κατά τον αναφερόμενο σ' αυτές χρόνο. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αχθεί σε αντίθετη κρίση από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα αντίγραφο της με αναγραφόμενη ημερομηνία 10-7-2000 (ήτοι ένα μήνα πριν το επίδικο ατύχημα) σύμβασης ναυτικής εργασίας, στην οποία (σύμβαση) αναφέρεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ της εταιρίας "MANOLOMAR SARONIKOS" και του ενάγοντος η ναυτολόγηση του τελευταίου στο Φ/Γ πλοίο …, νηολογίου Παναμά, για αόριστο χρονικό διάστημα, αντί μηνιαίων αποδοχών ποσού 850.000 δραχμών.

Ειδικότερα, από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης δεν μπορεί να σχηματιστεί στο Δικαστήριο ασφαλής δικανική πεποίθηση για το ότι ο ενάγων εργαζόταν ως ναυτικός με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου, κατά το χρονικό διάστημα πριν από τον τραυματισμό του, σε εμπορικά πλοία τουλάχιστον για επτά μήνες το χρόνο.

Και τούτο γιατί: α)η σύμβαση αυτή δεν έχει βέβαιη χρονολογία με την προαναφερόμενη έννοια, δηλαδή δεν βεβαιώνεται, κατ' άρθρο 446 ΚΠολΔ, η σύνταξή της προ του ατυχήματος, ενόψει και του ότι οι εναγόμενοι ρητώς αμφισβητούν την χρονολογία έκδοσής της, β) το περιεχόμενο αυτής (ότι δηλαδή ο ενάγων την 10-7-2000 συμφώνησε τη ναυτολόγησή του στο πλοίο …) έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο τόσο της από 21-2-2003 αγωγής του όσο της από 19-9-2000 προανακριτικής κατάθεσής του, στις οποίες αναφέρει ότι την ημέρα του ατυχήματος (10-8-2000) είχε μεταβεί στο Νέο Μώλο Δραπετσώνας (τόπος ατυχήματος), προκειμένου να διαπραγματευτεί με τον Αρχιμηχανικό του ελλιμενισμένου πλοίου "…" την πρόσληψη και ναυτολόγησή του στο πλοίο αυτό (δηλαδή αφού ήδη, κατά τα εκτιθέμενα στην εν λόγω σύμβαση, είχε συμφωνήσει τη ναυτολόγησή του στο πλοίο …) και γ) ο ενάγων λόγω της κατά τον χρόνο του ατυχήματος ιδιότητάς του (συνταξιούχος του NAT) και ηλικίας του (64 ετών) δεν ήταν δυνατό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να ασκεί την επίπονη εργασία του ναυτικού ηλεκτρολόγου σε εμπορικά πλοία.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών, με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, απέρριψε το λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί το αγωγικό κονδύλι αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδημάτων από εργασία του αναιρεσείοντος ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 929, του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η ανυπαρξία από ουσιαστική άποψη του αντίστοιχου αγωγικού κονδυλίου, αλλά και η έλλειψη οποιασδήποτε αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού του αναιρεσείοντος και του ιδίου αγωγικού κονδυλίου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρόσθετο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του με τον όποιο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Εξ άλλου, ο ίδιος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης αλλά και ο δεύτερος του κυρίου δικογράφου κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δηλαδή της ένδικης αξίωσης αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδημάτων από ναυτική εργασία και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι οι ναυτικοί μετά την συνταξιοδότησή τους ασχολούνται με την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1) (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος θα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας πού παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (AΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και το μοναδικό του δικογράφου προσθέτων λόγων κατά το ένα μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 β' του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην απορριπτική κρίση επί της ουσίας για το αγωγικό κεφάλαιο αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδημάτων από ναυτική εργασία παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914 και 929 του ΑΚ, με την μη υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "οι συνταξιούχοι ναυτικοί (του ΝΑΤ) μετά την συνταξιοδότησή τους συνεχίζουν ν' ασκούν ναυτολογούμενοι την ίδια εργασία".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται, διατυπούμενη κατά τρόπο εντελώς αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, η παράλληλα προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του πρόσθετου λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως μνημονεύονται και αξιολογούνται τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριζε το αποδεικτικό της πόρισμα.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., οπότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου κατά το ένα μέρος του με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 12 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στην προσκομισθείσα από τον ίδιο ιδιόγραφη από 10-7-2000 σύμβαση ναυτικής εργασίας, καίτοι οι αναιρεσίβλητοι δεν αμφισβήτησαν την γνησιότητά της, η οποία δεν διαθέτει αυξημένη κατά νόμο αποδεικτική δύναμη έναντι των αναιρεσίβλητων ( ΚΠολΔ 445, 447), αλλά εκτιμάται ελεύθερα (ΚΠολΔ 340).

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του και επικουρικά όπως εκτιμάται αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την απώλεια εισοδημάτων μετά το τραυματισμό του από ναυτική εργασία την ίδια πιο πάνω από 10-7-2000 ιδιόγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη αξιώσεως αποζημιώσεως λόγω απώλειας εισοδημάτων από ναυτική εργασία καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το πιο πάνω έγγραφο το οποίο ρητά μνημονεύει και εκτιμά ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του περιεχομένου του μετά και τη διατυπωθείσα ρητή άρνηση των αναιρεσιβλήτων, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, με το δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 του ΚΠολΔ) και διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (ΚΠολΔ 495 παρ. 4 εδ. 4), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-5-2013 αίτηση αναίρεσης με το από 9-10-2013 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 224/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (με αριθμό 025821-025823 παράβολα ΤΑΧΔΙΚ και 1433750-1433752 παράβολα Δημοσίου).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ