Legislator Case Law & Legislation
1293/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding negative claims and abuse of right.

Case Number 1293/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of First Instance's judgment. The appellant argued that the lower court erred in accepting claims based on alleged loan repayments and abuse of right due to the creditor's inactivity. The court rejected these arguments as inadmissible because they constitute negative claims and rely on evidentiary evaluation rather than legal errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; Negative claims and assertions regarding the evaluation of evidence are inadmissible grounds for cassation, and abuse of right requires specific circumstances beyond mere inactivity.

Keywords

AI generated
inadmissible cassation grounds negative claims in civil litigation abuse of right doctrine evidentiary evaluation review Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 111 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1293 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1293/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθή Αφεντούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο - Ευάγγελο Χατζηιακώβου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/2/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9271/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 961/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/7/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23-7-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 1955/2020, ΕΑΚ 226/2020, Αριθ. Δικ. 1563/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 961/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 1-10-2018 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 9271/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δικάστηκε η από 16-2-2017 αγωγή της (αναιρεσίβλητης) και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των αναγκαίων για τη θεμελίωση του δικαιώματος πραγματικών περιστατικών, του οποίου η προστασία ζητείται και των οποίων πρέπει να γίνεται αναφορά με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1175/2020, ΑΠ 1424/2017).Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σ' αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1175/2020, ΑΠ 917/2017).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 803/2019).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 806 - 809 ΑΚ συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης δανείου, τα οποία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής περί απόδοσής του για το ορισμένο αυτής, είναι, (α) η μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον δανειστή στον οφειλέτη λόγω δανείου, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή τους (ανάλωσή τους) από τον δεύτερο και (β) η συμφωνία των ανωτέρω περί αποδόσεως άλλων πραγμάτων της ίδιας ποιότητας και ποσότητας.

Δεν αποτελούν στοιχεία της εν λόγω αγωγής εάν το δάνειο είναι έντοκο ή άτοκο, ορισμένου ή αορίστου χρόνου (ΑΠ 402/2012, ΑΠ 663/2010, ΑΠ 847/2009), ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης δανείου, εφόσον δεν εξαρτάται από αυτόν το αγωγικό δικαίωμα, ο χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων, αφού η επίδοση της αγωγής δείχνει πρόθεση επιστροφής του και αποτελεί καταγγελία, μετά παρέλευση μηνός από την οποία πρέπει να αποδοθεί αυτό, ο τρόπος απόδοσης, ήτοι αν η απόδοση θα γίνει με ολοσχερή ή με τμηματικές καταβολές, αφού, δεδομένου ότι ο νόμος δεν διακρίνει, η απόδοση γίνεται εφάπαξ και άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου, αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως στοιχεία τραπεζικών επιταγών που τυχόν παραδόθηκαν στο δανειστή προς εξασφάλισή του (ΑΠ 1182/2019, ΑΠ 889/2010), ο λόγος για τον οποίο δόθηκε το δάνειο ή ο τρόπος κατά τον οποίο περιήλθε το δανεισθέν χρηματικό ποσό στο δανειστή (ΑΠ 1510/2011), καθώς και ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος (ΑΠ 1802/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης από 16-2-2017 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε κατ` έφεση η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα εκθέτει, κατ` ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, τα ακόλουθα: Ότι με την εναγομένη συνδέθηκε με στενούς δεσμούς φιλίας από το έτος 2000, στο πλαίσιο της οποίας αυτή (εναγομένη), το έτος 2001 της εκμυστηρεύτηκε ότι το τέκνο της αντιμετώπιζε πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας, για το οποίο απαιτείτο χειρουργική επέμβαση στην Αμερική.

Ότι για την αντιμετώπιση του ως άνω προβλήματος υγείας του τέκνου τους, η εναγομένη και ο σύζυγός της προέβησαν σε τραπεζικές δανειοδοτήσεις, στις οποίες δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν, με συνέπεια να εκδοθούν σε βάρος τους διαταγές πληρωμής και να επιβληθεί κατάσχεση στην οικογενειακή τους στέγη. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2004, οπότε διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση αυτής (ενάγουσας) με τον σύζυγό της, η εναγομένη την φιλοξένησε για ένα διάστημα στην οικία της και κατά το διάστημα της εκεί διαμονής της διαπίστωσε ότι πολλές φορές η εναγομένη και ο σύζυγός της ελάμβαναν δικόγραφα και διαταγές πληρωμής από δικαστικούς επιμελητές, που τους επέτασσαν να καταβάλουν μεγάλα χρηματικά ποσά, ενώ και η εναγομένη της περιέγραφε καθημερινά το δράμα που βίωνε με όλες αυτές τις οικονομικές υποχρεώσεις που την κατάτρεχαν και στις οποίες δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει.

Ότι, υπό τα ως άνω δεδομένα, η εναγομένη, εκμεταλλευόμενη τη μεταξύ τους αναπτυχθείσα στενή φιλία και γνωρίζοντας ότι αυτή (ενάγουσα) δεν είχε οφειλές προς τράπεζες, περί τα τέλη του έτους 2003 με αρχές του έτους 2004 της πρότεινε και αυτή δέχθηκε να λάβει για λογαριασμό της (εναγομένης) δάνεια από τράπεζες και να της τα αποδώσει, προκειμένου να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της.

Ότι για να προβεί στον τραπεζικό δανεισμό συμφώνησαν να πληρώνει η εναγομένη μηνιαίως τις τοκοφόρες δόσεις στις τράπεζες, ώστε με τον τρόπο αυτό να της επιστρέψει τα χρήματα του δανείου. Ότι σε εκτέλεση της άνω προφορικής τους συμφωνίας, την 1-4-2004 ζήτησε και έλαβε από την τότε Εμπορική Τράπεζα, για λογαριασμό της εναγομένης, καταναλωτικό δάνειο με την εμπορική ονομασία CASH 4u, συνολικού ποσού 25.000 ευρώ, το οποίο, μόλις εκταμίευσε, αυθημερόν το παρέδωσε σε μετρητά στην εναγομένη, η εξυπηρέτηση δε του εν λόγω τραπεζικού δανείου συνδέθηκε με κοινό λογαριασμό, τον οποίο άνοιξαν στην εν λόγω Τράπεζα αυτή και η εναγομένη.

Ότι, περαιτέρω, στις 8-3-2004, δυνάμει της ... σύμβασής της με την Τράπεζα Eurobank, έλαβε δάνειο ανοιχτής πίστωσης, σύμφωνα με τους όρους του οποίου μπορούσε να κάνει αναλήψεις διαφόρων ποσών, όποτε της το ζητούσε η εναγομένη και να τα παραδίδει στην τελευταία. Ότι, σε εκτέλεση της άνω σύμβασης δανείου της, κατά το χρονικό διάστημα από 8-3-2004 έως 17-6-2008 προέβη σταδιακά στην ανάληψη συνολικού ποσού 21.647 ευρώ, το οποίο παρέδωσε στην εναγομένη και για το οποίο (ποσό του ανοιχτού δανείου της) η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να αποπληρώνει στην Eurobank τις εκάστοτε οφειλόμενες έντοκες δόσεις, που δεν ήταν σταθερές και εξαρτώντο από το εκάστοτε ποσό ανάληψης.

Ότι η εναγομένη εξυπηρέτησε τις δόσεις των ανωτέρω δανείων έως και τον Ιούλιο του έτους 2009, έκτοτε δε έπαψε να τις καταβάλει και ότι κατά το χρόνο αυτό το συνολικά οφειλόμενο απ' αυτήν (ενάγουσα) ποσό προς τις άνω πιστώτριες ανερχόταν σε 22.321,46 ευρώ, το οποίο με την από 25-11-2014 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη, που της επιδόθηκε στις 4-12-2014 ζήτησε να της το αποδώσει, καταγγέλλοντας συγχρόνως τις άνω συμβάσεις δανείου.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το άνω ποσό, νομιμοτόκως από 5-1-2015, ήτοι ένα μήνα μετά την καταγγελία, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή για την απόδοση των άνω δανείων είναι σαφής και ορισμένη, αφού περιλαμβάνει σαφή έκθεση όλων των περιστατικών που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της στην διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ και δικαιολογούν την άσκησή της από την αναιρεσίβλητη κατά της αναιρεσείουσας, ήτοι αναφέρονται σ' αυτήν τα ουσιώδη στοιχεία των επίδικων συμβάσεων δανείου και συγκεκριμένα η κατάρτιση, προφορικά, μεταξύ των διαδίκων, σύμβασης για δανεισμό χρημάτων από την αναιρεσίβλητη προς την αναιρεσείουσα, η σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας γενόμενη μεταβίβαση προς την τελευταία των αναφερόμενων σ' αυτή χρηματικών ποσών και η συμφωνία τους περί απόδοσης των δανείων με την καταβολή από την εναγομένη των έντοκων δόσεων των δανείων, τα οποία η ενάγουσα έλαβε από τα αναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα στο όνομά της, αλλά για λογαριασμό της εναγομένης, τα οποία αμέσως μετά την ανάληψή τους παρέδωσε στην τελευταία.

Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής ο χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων, εάν τα δάνεια ήταν έντοκα ή άτοκα, ο τρόπος απόδοσής τους, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε το δανεισθέν χρηματικό ποσό στην δανείστρια αναιρεσίβλητη και ειδικότερα οι συμβατικοί όροι των δανείων που η ενάγουσα έλαβε από τις άνω Τράπεζες και το ποσοστό του συμφωνημένου επιτοκίου.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 9271/2018 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού δέχθηκε τον λόγο της έφεσης, με τον οποίο αυτή παραπονείτο για εσφαλμένη απόρριψη ως αόριστης της (κύριας) βάσης της αγωγής της για την απόδοση των επίδικων δανείων, έκρινε αυτήν ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στην πιο πάνω διάταξη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο αυτής λόγω αοριστίας, ούτε, όμως δέχθηκε πράγματα πέραν αυτών που εκτίθενται στην αγωγή και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, η οποία συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου αιτιολογίες ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.

Έτσι, σε περίπτωση που στην απόφαση περιέχονται πλεοναστικές αιτιολογίες, δηλαδή αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, αλλά εκφέρθηκαν εκ περισσού, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (ΟλΑΠ 13/1995, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 997/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1991/2017, ΑΠ 551/2017, ΑΠ 1051/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, αναφορικά με το ενδιαφέρον τον δεύτερο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η εναγομένη ούσα πιεσμένη οικονομικά και αδυνατώντας να απευθυνθεί σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τη σύναψη δανειακών συμβάσεων... απευθύνθηκε στην ενάγουσα... και της ζήτησε να της δανείζει χρήματα για την αντιμετώπιση των αναγκών της. Η ενάγουσα αισθάνθηκε ηθική υποχρέωση, λόγω της άνω φιλοξενίας της, αλλά και της στενής φιλίας που τη συνέδεε με την εναγομένη, να βοηθήσει την τελευταία οικονομικά, πλην όμως δεν της περίσσευαν χρήματα για δανεισμό...

Τότε η εναγομένη της πρότεινε να λαμβάνει η ενάγουσα δάνεια από τράπεζες και στη συνέχεια να της δανείζει τα χρήματα που θα έπαιρνε από τα άνω δάνειά της. Η ενάγουσα... αντιπρότεινε στην εναγομένη ότι αυτό μπορούσε να το κάνει εφόσον η τελευταία αναλάμβανε την υποχρέωση να εξυπηρετεί τα έντοκα αυτά δάνεια, είτε πληρώνοντας η ίδια (ενάγουσα) τις σχετικές δόσεις με χρήματα που θα της έδινε η εναγομένη, είτε πληρώνοντας η τελευταία τις σχετικές δόσεις απευθείας στις τράπεζες, αντιπρόταση που δέχθηκε η εναγομένη.

Κατόπιν τούτου, καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων, αρχές Μαρτίου 2004, σύμβαση δανείου, που προέβλεπε τον δανεισμό χρημάτων από την ενάγουσα στην εναγομένη, χρήματα τα οποία προηγουμένως η ενάγουσα θα αντλούσε από τράπεζες, κατόπιν σύναψης μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και τραπεζών των σχετικών δανειακών συμβάσεων, με την υποχρέωση της εναγόμενης να της επιστρέψει τα χρήματα που θα της δάνειζε, σε δόσεις κάθε μήνα, αυτές που κατά ύψος θα προβλέπονταν από τις δανείστριες τράπεζες, επιβαρυνόμενες (οι δόσεις αυτές) από τους οικείους συμβατικούς τόκους των τραπεζών.

Η ενάγουσα, προτού αρχίσει τις διαδικασίες δανεισμού της, άνοιξε επ' ονόματί της, στις 8-3-2004, στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, στο υποκατάστημα Ευόσμου, λογαριασμό ταμιευτηρίου, με αριθμό .... Στον ίδιο λογαριασμό, μετά από κοινή αίτηση της ενάγουσας και της εναγομένης, προστέθηκε, στις 15-5-2015, ως συνδικαιούχος του άνω κοινού πλέον, λογαριασμού και η εναγομένη.

Τα ανωτέρω προκύπτουν από τη με αριθμό 300/14-9-2015 επιστολή της Alpha Bank προς την ενάγουσα... Ο ανωτέρω κοινός λογαριασμός αποσκοπούσε στη διευκόλυνση της εναγομένης, η οποία θα έκανε καταθέσεις στον λογαριασμό αυτό και από εκεί η ενάγουσα θα έκανε, στη συνέχεια, αναλήψεις, για να πληρώνει τις δόσεις του δανείου που ήδη είχε χορηγηθεί, κατά τα κατωτέρω, από την Εμπορική Τράπεζα.

Μετά το άνοιγμα, στις 8-3-2004, του εν λόγω λογαριασμού ταμιευτηρίου από την ενάγουσα, η τελευταία υπέβαλε στην άνω Εμπορική Τράπεζα την από 1-4-2004 αίτηση για τη χορήγηση καταναλωτικού δανείου, ύψους 25.000 ευρώ. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή και στην ενάγουσα χορηγήθηκε αυθημερόν (1-4-2004) το άνω καταναλωτικό δάνειο, με την τραπεζική ονομασία CASH 4U, ανοίχθηκε δε από την εν λόγω τράπεζα ο με αριθμό 2182693620 λογαριασμός κίνησης - εξυπηρέτησης του δανείου αυτού.

Μόλις η ενάγουσα εκταμίευσε το ποσό αυτό του δανείου της, αυθημερόν το παρέδωσε στην εναγομένη... Η ενάγουσα κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό αυτό (25.000 ευρώ), σε εκτέλεση της ως άνω μεταξύ τους καταρτισθείσας προφορικά, αρχές Μαρτίου 2004, σύμβασης δανείου. Σε εκτέλεση της ίδιας προφορικής σύμβασης δανείου, η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγομένη και τα εξής ποσά:

α)... Τα χρήματα αυτά, συνολικού ποσού 21.647 ευρώ, η ενάγουσα τα είχε αντλήσει με αναλήψεις από την τράπεζα Eurobank, με την οποία είχε συνάψει την από 8-3-2004 με αριθμό ... σύμβαση δανείου με ανοικτή πίστωση, εν γνώσει της εναγομένης, η οποία και ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής των έντοκων δόσεων στην Eurobank... Η εναγομένη εξυπηρέτησε τις άνω δύο δανειακές συμβάσεις της ενάγουσας μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2009, α) είτε πληρώνοντας η ίδια τις εκάστοτε μηνιαίες δόσεις στις άνω δύο τράπεζες, β) είτε δίνοντας χρήματα (σε μετρητά) στην ενάγουσα, που αντιστοιχούσαν στις ληξιπρόθεσμες μηνιαίες δόσεις των άνω δύο τραπεζικών δανείων της, τα οποία (χρήματα) στη συνέχεια κατέβαλε η ενάγουσα στις εν λόγω τράπεζες.

Με τη μηναία εξυπηρέτηση εκ μέρους της εναγομένης των άνω δύο τραπεζικών δανείων της ενάγουσας μειώνονταν κάθε φορά, αντίστοιχα, και τα ποσά που έπρεπε να αποδώσει (επιστρέψει) η εναγομένη προς την ενάγουσα προς εξόφληση των χρημάτων, που είχε λάβει σε εκτέλεση της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης δανείου.

Η εναγομένη πλήρωσε για τελευταία φορά στην Εμπορική Τράπεζα, προς εξυπηρέτηση του δανείου της ενάγουσας, το ποσό των 346,60 ευρώ, στις 2-7-2009 και, μετά την καταβολή της δόσης αυτής, απέμεινε προς εξόφληση υπόλοιπο δανείου εκ ποσού 7.733,83 ευρώ... Επίσης, η εναγομένη πλήρωσε για τελευταία φορά στην τράπεζα Eurobank, το ποσό των 250 ευρώ, στις 8-7-2009 και μετά την καταβολή της δόσης αυτής απέμεινε προς εξόφληση υπόλοιπο δανείου εκ ποσού 14.587,59 ευρώ ...

Από τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα παρέδωσε συνολικά στην εναγομένη, σε εκτέλεση της μεταξύ τους καταρτισθείσας προφορικά, αρχές Μαρτίου 2004, σύμβασης δανείου, το χρηματικό ποσό των ... 46.647 ευρώ και η εναγομένη της επέστρεψε ένα μέρος αυτού (24.325,54 ευρώ), ώστε οφείλει ακόμη να της αποδώσει το ποσό των (7.733,87 + 14.587,59) = 22.321,46 ευρώ...".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κατάρτισης και λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων επίδικης σύμβασης δανείου, βάσει της οποίας η αναιρεσίβλητη αξίωσε την απόδοση του δανεισθέντος ποσού, αφού αναφέρεται σ' αυτή (α) η μεταβίβαση της κυριότητας των ανωτέρω χρηματικών ποσών από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) προς την εναγομένη (αναιρεσείουσα) σε εκτέλεση της επίδικης προφορικής σύμβασης δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ τους και (β) η συμφωνία τους περί απόδοσης των δανεισθέντων χρηματικών ποσών με την καταβολή από την αναιρεσείουσα των μηναίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων των δύο δανείων, που έλαβε για λογαριασμό της η αναιρεσίβλητη, είτε απευθείας προς τις ανωτέρω Τράπεζες είτε προς την αναιρεσίβλητη και την από αυτήν, στη συνέχεια, παράδοσή τους προς τα άνω πιστωτικά ιδρύματα, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ, την οποία το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ενάγουσα πριν αρχίσει τις διαδικασίες δανεισμού, στις 8-3-2004 άνοιξε επ' ονόματί της στην Εμπορική Τράπεζα τον προαναφερόμενο λογαριασμό ταμιευτηρίου, για να καταθέτει σ' αυτόν η εναγομένη χρήματα, τα οποία, στη συνέχεια, θα αναλάμβανε η ενάγουσα για να πληρώνει τις δόσεις του δανείου και ότι στον εν λόγω λογαριασμό η εναγομένη προστέθηκε ως συνδικαιούχος στις 15-5-2015, εκφέρθηκε εκ περισσού και αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της κατάρτισης και λειτουργίας της επίδικης σύμβασης δανείου και την δικαστική επιδίωξη της απόδοσής του από την αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 806 με αντιφατικές αιτιολογίες, συνιστάμενες στο ότι, ενώ αρχικά δέχεται ότι η ενάγουσα πριν αρχίσει τις διαδικασίες δανεισμού, στις 8-3-2004, άνοιξε επ' ονόματί της στην Εμπορική Τράπεζα τον προαναφερόμενο λογαριασμό ταμιευτηρίου, ακολούθως δέχεται ότι στον εν λόγω λογαριασμό η εναγομένη προστέθηκε ως συνδικαιούχος στις 15-5-2015, δηλαδή σε χρονικό σημείο που δεν ήταν δυνατό να προστεθεί ως συνδικαιούχος, αφού ήταν μεταγενέστερο της κατά το έτος 2009 διάρρηξης των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων και της αποστολής από την ενάγουσα προς την εναγόμενη της από 25-11-2014 εξώδικης δήλωσης, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθόσον και με την εκδοχή ότι υπάρχει αντίφαση στην ως άνω αιτιολογία, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αφού η αιτιολογία αυτή είναι πλεοναστική δεν ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς και την στήριξη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο στηρίζουν επαρκώς οι αναφερόμενες ανωτέρω σαφείς αιτιολογίες περί της μεταβίβασης της κυριότητας των ανωτέρω χρηματικών ποσών από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) προς την εναγομένη (αναιρεσείουσα) σε εκτέλεση της επίδικης προφορικής σύμβασης δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ τους, και η συμφωνία τους περί απόδοσης των δανεισθέντων χρηματικών ποσών με την καταβολή από την αναιρεσείουσα των μηναίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων των δανείων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε, οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 255/2021, ΑΠ 340/2021, ΑΠ 344/2021), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 901/2020, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 467/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της που επικαλέστηκε προς απόκρουση της αγωγής, τόσο με τις από 14-6-2017 πρωτόδικες προτάσεις της, όσο και με τις από 13-12-2019 προτάσεις στο Εφετείο, (α) ότι κανένα αποδεικτικό μέσο δεν καταδεικνύει την μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης κατάρτιση της ένδικης δανειακής σύμβασης, την εμπλοκή της στην κατάρτιση των δανείων με τα επικαλούμενα από την ενάγουσα πιστωτικά ιδρύματα και την προς αυτή μεταβίβαση από την αναιρεσίβλητη των χρηματικών ποσών που δανείστηκε από τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα και (β) την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής (ΑΚ 281) που πρότεινε με το εξής περιεχόμενο: "Από το έτος 2009 και εντεύθεν, οπότε διερράγη η φιλία μας, η αντίδικος για 1η φορά με την εξώδικό της το έτος 2014 και αργότερα με την αγωγή της το έτος 2017, επικαλούμενη ψευδή περιστατικά ζητά με θρασύτητα να της επιστρέψω ανύπαρκτη οφειλή από δάνειο που δεν έλαβα ποτέ.

Με την από τον Δεκέμβριο του 2014 εξώδικη απάντηση - δήλωσή μου προς την αντίδικο, αρνήθηκα κάθε δανεισμό μου, υπογραμμίζοντας ότι ουδέποτε ζήτησα ή συμφώνησα μαζί της την λήψη δανείου και πολύ περισσότερο ουδέποτε έλαβα από αυτήν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό υπό την μορφή του δανείου, ούτε το έτος 2004 ούτε και σε οποιοδήποτε χρόνο μέχρι σήμερα.

Αρνήθηκα οποιαδήποτε συμμετοχή μου στις περιγραφόμενες στις δανειοληπτικές συμβάσεις. Επίσης, της δήλωσα ότι για 1η φορά πληροφορούμαι το γεγονός της εκ μέρους της εξόφλησης δανείων προς Τράπεζες για δήθεν δικό μου λογαριασμό για το χρονικό διάστημα από το έτος 2009 έως το 2011 και πολύ περισσότερο την δήθεν λήψη 3ου δανείου εκ μέρους της το έτος 2011, με σκοπό την αποπληρωμή των προηγούμενων δύο δανείων".

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Ειδικότερα, κατά το πρώτο σκέλος του, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί, τους οποίους επικαλείται η αναιρεσείουσα προς θεμελίωσή του, συνιστούν αρνητικούς της εναντίον της ένδικης αγωγής ισχυρισμούς, που συνέχονται με την (κύρια) βάση της αγωγής, από το δάνειο και, επομένως, δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά και σε κάθε περίπτωση διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά ο περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι μη νόμιμος, αφού μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 69/2021, ΑΠ 203/2021, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 667/2020), τέτοιες, όμως, ειδικές περιστάσεις δεν εκτίθενται από την αναιρεσείουσα, προς θεμελίωση της ανωτέρω ένστασής της και, συνεπώς, επί του παραπάνω μη νόμιμου ισχυρισμού, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-7-2020 (ΓΑΚ 1955/2020, ΕΑΚ 226/2020, Αριθ. Δικ. 1563/2020) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 961/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2022 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ