Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court correctly rejected the claim of abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject her lawsuit. The appellant argued that the defendant abused their right to sue after thirty-five years of ownership, claiming the lower court violated Article 281 of the Civil Code. The court held that the appellant failed to substantiate her claim of abuse of right, as mere inaction by the defendant does not constitute such an abuse without specific circumstances.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(11)(a), 559(19), 559(8b) of the Code of Civil Procedure; The appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly applied the law to reject the claim of abuse of right due to lack of substantiation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 667 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 667/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη -Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Κ. Λ., το γένος Π. Π., κατοίκου …………………, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευφροσύνη Τσαμολιά.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Ν. Σ. ή Σ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ……………., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο Παναγιώτη Καπλανίδη-Σωτηρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2017 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου, 21/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-5-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Ο λόγος αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠοΛΔ, αναφέρεται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν αφορά παραβίαση δικονομικών διατάξεων (ΑΠ617/2019). Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 339ΚΠολΔ οι οποίες καθορίζουν τα αποδεικτικά μέσα είναι καθαρώς δικονομικές, γιατί δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοιώσεως ή καταργήσεως του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν τα αποδεικτικά μέσα(ΑΠ1716/2009).Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.αΚΠοΛΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει.
Από τη διάταξη δε αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3ΚΠοΛΔ, περαιτέρω, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2ΚΠολΔ (ΑΠ949/2015).Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα Τέλος, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό(AΠ1185)2010).
.Εξάλλου, μολονότι στο παρελθόν το αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων αντιμετωπίσθηκε με ποικίλες επιφυλάξεις, εντούτοις με το Ν. 2915/2001 γενικεύθηκε η χρήση του στο πλαίσιο της Τακτικής Διαδικασίας, ενώ με το Ν. 3994/2011 αναγνωρίσθηκε νομοθετικά ως επώνυμο αποδεικτικό μέσο. Ηδη σήμερα, μετά το Ν. 4335/2015, ο οποίος προσέθεσε στον ΚΠοΛΔ τα άρθρα 421-424ΚΠοΛΔ, οι ένορκες βεβαιώσεις γνωρίζουν μια αναλυτική νομοθετική ρύθμιση για πρώτη φορά. Σύμφωνα με το άρθρο 421 ΚΠοΛΔ προβλέπεται ρητά ότι οι ένορκες βεβαιώσεις προσάγονται προαποδεικτικά, διατύπωση που υποδηλώνει τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης πριν από τη συζήτηση.
Συνεπώς, πλέον οι ένορκες βεβαιώσεις πρέπει να προσκομίζονται στο πλαίσιο της Τακτικής Διαδικασίας προαποδεικτικώς μέσα στην προθεσμία του άρθρου 237 παρ. 1ΚΠοΛΔ (στις Ειδικές Διαδικασίες, μικροδιαφορές, ασφαλιστικά μέτρα καθώς και στις δίκες της Εκουσίας Δικαιοδοσίας επί της έδρας), ενώ είναι δυνατή η προσκομιδή τους και στην προθεσμία της αντίκρουσης του άρθρου 237 παρ. 2ΚΠοΛΔ υπό την προϋπόθεση ότι προσκομίζονται προς αντίκρουση ισχυρισμού που προβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις.
Έτσι, στο πλαίσιο της νέας Τακτικής Διαδικασίας, η λήψη ένορκης βεβαίωσης θα είναι δυνατή μόνον στις προθεσμίες των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237ΚΠολΔ. Μετά το στάδιο αυτό δεν είναι νοητή πλέον η προσκομιδή ένορκης βεβαίωσης ούτε στην περίπτωση που ακολουθήσει προφορική συζήτηση κατά το άρθρο 237 παρ. 6ΚΠοΛΔ.Οι άνω διατάξεις εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 1-1-2016 αγωγές, σύμφωνα με το ένατο άρθρο αριθ 1 του ν4335/2015 Αντίθετα, στις Ειδικές Διαδικασίες, αλλά και στις εκκρεμείς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου του Ειρηνοδικείου και του Εφετείου κατά την 01-01-2016 υποθέσεις της Τακτικής Διαδικασίας, στις οποίες εξακολουθεί να εφαρμόζεται το άρθρο 238ΚΠοΛΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, και εξακολουθεί να είναι επιτρεπτή η προσκομιδή προσθέτων ενόρκων βεβαιώσεων μέσα στην προθεσμία της αντίκρουσης, όμως αποκλειστικά με σκοπό την αντίκρουση ισχυρισμών που προβλήθηκαν το πρώτον στο ακροατήριο (άρθ. 238 εδ.
γ`ΚΠοΛΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το Ν. 4335/2015 και άρθ. 529 ΚΠοΛΔ`, όπως ισχύει). Περαιτέρω, με το νέο ΚΠοΛΔ διατηρήθηκε η προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης σε δύο εργάσιμες ημέρες στην Τακτική Διαδικασία (άρθ. 422 παρ. 1 εδ. α`ΚΠοΛΔ), καταργηθείσης, συγχρόνως, της ρύθμισης του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.
γ`ΚΠοΛΔ, το οποίο προέβλεπε ότι για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων στην αλλοδαπή η προθεσμία αυτή είναι οκταήμερη. Σε ό,τι αφορά τον υπολογισμό της προθεσμίας κλήτευσης, όπως και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ημέρα λήψης της βεβαίωσης και η ημέρα της επίδοσης (η οποία αποτελεί και το αφετήριο γεγονός), ενώ αν η παραμονή είναι αργία ή εξαιρετέα η λήξη της προθεσμίας μετατίθεται στην αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.
Σημειώνεται ότι με το άρθρο 14 Ν. 3994/2011 προστέθηκε η παρ. 3 στο άρθρο 144ΚΠοΛΔ, αίροντας οριστικά τη διχογνωμία που είχε ανακύψει παλαιότερα, καθώς ορίζεται πλέον ρητά ότι το Σάββατο θεωρείται αργία και, συνεπώς, δεν υπολογίζεται στην προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης. Ειδικά στην περίπτωση των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκομίζονται έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο ή το Ειρηνοδικείο αγωγών που εξακολουθούν να εκδικάζονται με την παλαιά Τακτική Διαδικασία (άρθ. 238 εδ.
γ`ΚΠοΛΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 4335/2015), η κλήτευση του αντιδίκου μπορεί να γίνει και με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ότι θα εξετάσει μάρτυρες ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, μετά πάροδο δύο (2) τουλάχιστον εργασίμων ημερών (ΑΠ 1910/2006).Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 422 παρ. 1ΚΠολΔ ανάγονται πλέον σε υποχρεωτικά στοιχεία της κλήσης για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων η αναφορά της αγωγής ή του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου που αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα.
Αντίθετα, υπό το προϊσχύσαν Δίκαιο, σύμφωνα με την γενικώς κρατούσα γνώμη, δεν ήταν απαραίτητη η γνωστοποίηση του προσώπου του βεβαιούντος ή του θέματος για το οποίο θα δινόταν η κατάθεση. Εξάλλου, το άρθρο 424ΚΠοΛΔ προβλέπει ότι ένορκη βεβαίωση που δίδεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 421-423 ΚΠοΛΔ δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Έτσι ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων στερούνται κύρους, θεωρούνται ανυπόστατες και δεν λαμβάνονται υπόψη , το δικαστήριο δε της ουσίας ερευνά αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου .Σημειώνεται πάντως ότι και υπό το προϊσχύσαν Δίκαιο, η ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε για να χρησιμεύσει σε δίκη που διεξάγεται κατά την διαδικασία του άρθρου 270ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού, δεν ήταν απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο.
Περαιτέρω, ο Ν. 4335/2015 δεν περιέχει ειδική μεταβατική διάταξη που να καλύπτει το ζήτημα των ενόρκων βεβαιώσεων. Για την Τακτική Διαδικασία ειδική πρόβλεψη περιέχει το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 1 αναφορικά μόνο με τις διατάξεις των άρθρων 237 και 238ΚΠοΛΔ, οι οποίες ρυθμίζουν σχετικά με την προσαγωγή των ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων καθώς και την συζήτηση και οι οποίες ορίζονται ως εφαρμοστέες για τις κατατιθέμενες από 01-01-2016 αγωγές.
Κατά τα λοιπά, ελλείψει αντίθετης ειδικής μεταβατικής διάταξης εφαρμοστέες για τις διενεργούμενες μετά την 01-01-2016 διαδικαστικές πράξεις είναι κατ' εφαρμογή του Κανόνα της άμεσης εφαρμογής του νέου Δικονομικού Δικαίου, όπως εκφράζεται στα άρθρα 12 και 21 εδ. β` ΕισΝΚΠολΔ, οι νέες, τροποποιημένες διατάξεις.
Επομένως για την λήψη ένορκης βεβαίωσης μετά την 01-01-2016 εφαρμοστέα είναι, ανεξαρτήτως του χρόνου κατάθεσης της αγωγής, προς υποστήριξη ή απόκρουση της οποίας προσκομίζεται η ένορκη βεβαίωση, τα άρθρα 421 επ.ΚΠοΛΔ. Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω λοιπόν θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης που επιδίδεται μετά την 01-01-2016 θα πρέπει να περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 422ΚΠοΛΔ, έστω και αν λαμβάνεται στο πλαίσιο αγωγής που είχε ασκηθεί πριν την 01-01-2016(ΑΠ1175/2019,ΑΠ 927/2017).
Περαιτέρω,, από το άρθρο 143 παρ.1KΠολΔ όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου, με την οποία, ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του ", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του(ΑΠ1034/2019).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 106 και 238 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.3 του Ν. 1915/2001 και εξακολουθεί να ισχύει και μετά την ισχύ του ν. 4335/2015,προκύπτει, ότι για την ίδρυση του από την πρώτη από αυτές προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, (άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, απαιτείται, εκτός των άλλων, να έχει γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο με τις προτάσεις της συζήτησης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή με την προσθήκη στις προτάσεις, εφόσον πρόκειται για νέα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις και να αναφέρεται ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι σαφής και ορισμένη η επίκληση πρόσθετων ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, οι οποίες προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή ενώπιον του εφετείου στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρ.524 παρ.1 ΚΠολΔ) μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 238 ΚΠολΔ, για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων, πρέπει, στην προσθήκη των προτάσεων του διαδίκου που τις προσκόμισε, να αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι αυτές προσκομίζονται για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων του αντιδίκου, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αυτές παραδεκτές και στη συνέχεια να ελέγξει, αν πράγματι προσκομίσθηκαν για τον σκοπό αυτό (ΑΠ74/2017,ΑΠ 537/2016).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ 11α του άρθρο 559ΚΠοΛΔ(και όχι από τους αριθμούς 1,11γ και 12 του πιο πάνω άρθρου όπως αναφέρονται στο αναιρετήριο ) η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη του την 26169/14-1-2-18 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος της αναιρεσίβλητης Γ.
Κ. ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Ελένης Κωνσταντινίδου, προς απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι αυτή απέκτησε κυριότητα στο επίδικο με πρωτότυπο τρόπο διενεργώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις νομής σ' αυτό, καθόσον εφάρμοσε εσφαλμένα την διάταξη του άρθρου 270 παρ 2εδγ ΚΠολΔ, που καταργήθηκε με τον 4335/2015, η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν προσκομίστηκε προαποδεικτικά κατ' άρθρο 421 ΚΠολΔ ως προβλέπουν τα άρθρα 237 και 238 ως ισχύουν μετά την ισχύ του ν 4335/2015(1-1-2016), αλλά προσκομίστηκε κατά το χρόνο της προσθήκης αντίκρουσης, στην κλήση για τη λήψη της οποίας (ένορκης βεβαίωσης) δεν αναφέρονται τα στοιχεία του μάρτυρα και τα λοιπά στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 422 ΚΠοΛΔ, καθώς και ότι δεν αναφέρεται στην κλήση, στην ένορκη βεβαίωση και στην προσθήκη -αντίκρουση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ότι αυτή (η ένορκη βεβαίωση )δόθηκε προς αντίκρουση α) των υπ'αριθ ….
και …/, …./20… ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της Α. Κ. και Α. Π., β) της ένορκης κατάθεσης ενώπιον του Εφετείου της μάρτυρός της Μ. Π. και γ) των προβληθέντων με τις κατατεθείσες στο ακροατήριο προτάσεις της ισχυρισμών της είναι η κλήση για την ένορκη βεβαίωση δεν της επιδόθηκε εμπρόθεσμα, επιδόθηκε δε στην πληρεξουσία δικηγόρο της και όχι στην ίδια και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο .
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι ως αόριστοι, (πλην της αιτίασης για την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 270παρ 2βΚΠοΛΔ που προκύπτει από την ίδια την απόφαση), αφού στο αναιρετήριο η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι όλες τις λοιπές αιτιάσεις σχετικά με την άνω ένορκη βεβαίωσης τις προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου.
Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι και αβάσιμοι, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 14-9-2015 διεκδικητική αγωγή που κατατέθηκε στις 2-10-2015 και επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 21-10-2015 η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο του σ'αυτήν αναφερομένου ακινήτου και να της το αποδώσει η αναιρεσείουσα.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 40/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ερήμην της αναιρεσέιουσας, η οποία άσκησε κατ'αυτής την από 4-5-2017 έφεσή της , επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 21/2019 απόφαση αντιμωλία των διαδίκων, η οποία αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την έκανε δεκτή κατ'ουσίαν.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του ως αναφέρει, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και< την …/…/20.. ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ. ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Ελένης Κωνσταντινίδου, που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας μετά τη συζήτηση, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κατ' άρθρο 270 παρ 2εδ γ ΚΠοΛΔ κλήτευση της πληρεξουσίας δικηγόρου της εναγομένης ως (κατ'αρθρο 143ΚΠοΛΔ) αντικλήτου της (βλ την αριθμ …/…./20… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ν.
Α.) και η οποία (ένορκη βεβαίωση )παραδεκτά προσκομίζεται από την ενάγουσα εντός της προθεσμία του άρθρου 238 εδγ ΚΠοΛΔ προς αντίκρουση των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων της αντιδίκου της και του ουσιώδους ισχυρισμού που για πρώτη φορά προέβαλε η ερημοδικασθείσα πρωτόδικα εκκαλούσα περί ιδίας κυριότητας .... >.Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισημέιωση του άνω δικαστικού επιμελητή στην από 8-3-2018 κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη -εκκαλούσα -αναιρεσείουσα την 8-3-2018 ημέρα Πέμπτη και ώρα 17:00μμ, η δε ένορκη βεβαίωση λήφθηκε την 14-3-2018 ημέρα Τετάρτη και ώρα 13:30, δηλαδή, η κλήτευση έλαβε χώρα εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 422ΚΠολΔ προθεσμίας των δύο εργασίμων ημερών πριν από την λήψη της και εντός του τριημέρου για την προσθήκη -αντίκρουση από τη συζήτηση της υπόθεσης που έλαβε χώρα την 13-8-2018 σύμφωνα με το άρθρο 238παρ γ ΚπολΔ ως ίσχυε πριν την ισχύ του ν 4335/2015 σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.
Στην άνω κλήση περιέχονται τα απαιτούμενα από το άρθρο 422ΚΠολΔ στοιχεία, δηλαδή, αναφέρονται τα εξής :<... επειδή έχω νόμιμο δικαίωμα λήψης ενόρκων βεβαιώσεων προς ανταπόδειξη και αντίκρουση των ισχυρισμών και ενστάσεών σας που περιλαμβάνονται στην άνω έφεσή σας, σας γνωστοποιώ ότι προς ανταπόδειξη και αντίκρουση των κρισίμων πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με την ως άνω έφεσή σας και αντίκρουση των ισχυρισμών και ενστάσεών σας θα λάβω ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά μου Γ.
Κ. του Κ. και της Β., συνταξιούχου, κατοίκου ………….. ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Ελένης Κωνσταντινίδου στο γραφείο της επί της οδού Λυκαβηττού αρ 12...> Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κλήθηκε η αναιρεσείουσα εντός της νόμιμης προθεσμίας, αφού η κλήση επιδόθηκε στην πληρεξούσια της δικηγόρο κ Ε Τσαμόλια, ως προκύπτει από τα σώμα αυτής και σχετική επισημείωση του Δικ.
Επιμελητή κατ' άρθρο 143παρ 3 ΚΠοΛΔ, η οποία είχε ασκήσει την έφεση , ενώ αναφέρεται στην προσθήκη -αντίκρουση των προτάσέων της που κατατέθηκε την16-3-2018 και ώρα 11:00πμ ότι< προσκομίζει την άνω ένορκη βεβαίωση προς αντίκρουση των ισχυρισμών που προέβαλε η αναιρεσείουσα το πρώτον την 13-3-2018 και προς αντίκρουση των 99και 100/12-3-2018 ενόρκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λαμίας και προσκομίστηκαν την 13-3-2018.> Συνεπώς, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη του την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, λήφθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, καίτοι από παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλομένη ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή το άρθρο 270 παρ γβ ΚΠοΛΔ, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ 11α ΚΠολΔ.
2. Κατά το άρθρο 1045AK εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974AK όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 974, 976 έως 979 AK άσκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ` αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του.
Τέτοιες πράξεις νομής είναι, μεταξύ άλλων, η καλλιέργεια η επίβλεψη, η επίσκεψη του ακινήτου, η φύλαξή του, ο καθαρισμός, η χρήση του ακινήτου, η κατασκευή σ` αυτό οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών ή κτισμάτων και η χρησιμοποίησή τους. Η νομή δε μπορεί να ασκείται κατά το άρθρο 980ΑΚ και μέσω άλλου Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ.
α` τουAK, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου, η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1ΚΠοΛΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του Δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης Ουσιαστικού Δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του Δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Η παράλειψη, δηλαδή, του Δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις, που να στηρίζουν την αγωγή, οπότε ο Αρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ' αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο (AΠ776/2018)Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης. (ΑΠ365/2017).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και να παρατίθεται σ` αυτό (αναιρετήριο), όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 43/1990). Ο κανόνας αυτός ισχύει για όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 30/2006). Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει και όχι με τις προτάσεις (ΑΠ 898/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχουν, σχετικά με το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο ζήτημα το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:<Στις 27-12-1943 απεβίωσε στην τότε κοινότητα ………….. ο Π. Κ.. Αυτός κατέλειπε την από 20-11-1940 ιδιόγραφη διαθήκη (δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία δυνάμει της αριθμ.316/1950 απόφασης του Πρωτοδικείου Λαμίας), με την οποία εγκατέστησε ως γενική κληρονόμο του στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του την ενάγουσα.
Η τελευταία με την συνταχθείσα ενώπιον του συμβ/φου Θερμοπυλών Δήμου Παπαλελούδη αριθμ. …../19… πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία, του υποθηκοφυλακείου του τέως δήμου ………. (τόμος … και αριθμός ….), αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά, αποτελούμενη από αγροτεμάχια, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της τότε κοινότητας ……………...
Μεταξύ των περιελθόντων στην ενάγουσα κληρονομιαίων ακινήτων (αγρών) περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, δηλαδή ένας αγρός που βρίσκεται στη θέση "…." ή "…." της περιφέρειας της κοινότητας …………….. της πρώην Κοινότητας Κ… Λ… του τότε Δήμου ……………, έχει έκταση μετ' ακριβή μέτρηση 5.196,50 τμ, και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Κ.
Γ. επί πλευράς 56,82 μέτρων, δυτικά με αγροτική οδό πλάτους πέντε (5) μέτρων επί πλευράς 58,42 μέτρων, βόρεια με ιδιοκτησία Ι. Π. επί πλευράς 93 μέτρων και νότια με ιδιοκτησία Κ. Γ. επί πλευράς 87,69 μέτρων. Ωστόσο, η σύζυγος του διαθέτη Ν. Κ. άσκησε κατά της ενάγουσας την από 18-2-1966 και με αριθμ. καταθ. 132/19.2.1966 αγωγή με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ακυρότητα της προαναφερόμενης διαθήκης και να αναγνωριστεί η ίδια ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος, επικουρικά δε να αναγνωριστεί ως κληρονόμος του συζύγου της κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιάς του ως άπορη χήρα.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η αριθμ. 1695/1976 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η επικουρική βάση της και αφενός αναγνωρίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα της Ν. Κ., ως άπορης χήρας, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων ακινήτων και αφετέρου η ενάγουσα υποχρεώθηκε να της αποδώσει το 1/4 εξ αδιαιρέτου καθενός από αυτά, μεταξύ των οποίων και του επιδίκου.
Έτσι η ενάγουσα κατέστη αρχικά συγκύρια κατά 3/4 εξ αδιαίρετου του επίδικου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή). Να σημειωθεί ότι η Ν. Κ. προέβη το 1976 σε αναγκαστική εκτέλεση της άνω τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και εγκαταστάθηκε στα ακίνητα αυτά κατά το ιδανικό μερίδιο που της επιδικάσθηκε.
Την 10-1-1993 απεβίωσε η Ν. Κ. και κατέλειπε την από 5-6-1985 ιδιόχειρη διαθήκη (που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία δυνάμει της αριθμ. 1478/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία άφησε ως μοναδικό κληρονόμο της το Ν. Π., ο οποίος, με την αριθμ. …../19… δήλωση αποδοχής της συμβ/φου Αθηνών Χρυσούλας Γκέκα-Μαυρακάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θερμοπυλών (τόμος ..
αριθμ. ….), αποδέχθηκε την κληρονομιά και δη τα αναφερόμενα στην πράξη ακίνητα κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, μεταξύ των οποίων και το επίδικο. Στη συνέχεια, ο ανωτέρω άσκησε κατά της ενάγουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας την από 2-2-1998 αγωγή περί διανομής των παραπάνω ακινήτων. Επί της αγωγής εκδόθηκε η αριθμ. 128/2007 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου που επικυρώθηκε με την αριθμ. 136/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Δυνάμει της ως άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αφενός διατάχθηκε η αυτούσια διανομή των επίκοινων ακινήτων και προς εξίσωση των μερίδων, το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 5.196,50 τμ, επιδικάσθηκε στην ενάγουσα και αφετέρου αυτή υποχρεώθηκε να αποδώσει σε χρήμα την αναλογία του μεριδίου του Ν. Π. από την παραγωγή σίτου, επειδή κρίθηκε ότι αυτή έκανε αποκλειστική χρήση των επίκοινων αγρών (και του επιδίκου), καλλιεργώντας αυτά κατά το χρονικό διάστημα από το 1993 μέχρι και το 1997.
Τελικά η ενάγουσα και αφού μετέγραψε στις 22-11-2010 νόμιμα την άνω απόφαση στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θερμοπυλών (τόμος …. αριθμ. ….) κατέστη έτσι κυρία και του 1/4εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και συνεπώς αποκλειστική κυρία του κατά πλήρες ποσοστό κυριότητας.-Επίσης αποδείχθηκε ότι από το έτος 1943, χρόνο θανάτου του Π.
Κ., δικαιοπαρόχου της ενάγουσας μέχρι και του έτους 1976, τον επίδικο αγρό κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως η ενάγουσα, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση του, και, συγκεκριμένα είτε το καλλιεργούσε η ίδια δια τρίτων προσώπων με σιτηρά είτε το εκμίσθωνε σε τρίτους.
Το 1976 η Ν. Κ., αφού, προέβη, όπως προαναφέρθηκε, σε αναγκαστική εκτέλεση της ως άνω αριθμ. 1695/1976 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και εγκαταστάθηκε κατά το ιδανικό μερίδιο που της επιδικάσθηκε στον επίδικο αγρό, τον εκμίσθωνε μέχρι και του θανάτου της (1993), για λογαριασμό της ίδιας και αλλά και της ενάγουσας, στον Π.
Π., πατέρα της εναγόμενης. Τα έτη 1993-1997 ο επίδικος αγρός καλλιεργήθηκε εκ νέου από την ενάγουσα, η οποία μάλιστα και υποχρεώθηκε δυνάμει της αριθμ. 128/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας να καταβάλει σε χρήμα την αναλογία του μεριδίου του Ν. Π. (κληρονόμου της Ν. Κ.) από την παραγωγή σίτου που αυτή αποκόμισε, κάνοντας αποκλειστική χρήση του επίδικου αγρού.
Από το έτος 1998 που ξεκίνησε η μεταξύ της ενάγουσας και του Ν. Π. αντιδικία από την ασκηθείσα από τον τελευταίο από 2-2-1998 αγωγή διανομής ο επίδικος αγρός εκμισθώθηκε εκ νέου από τους συγκυρίους στον. Μέχρι το έτος 2006 το ιδιοκτησιακό καθεστώς στο επίδικο, παρέμενε όπως είχε διαμορφωθεί, χωρίς μέχρι τότε να εκδηλωθεί εμφανώς τουλάχιστον οποιαδήποτε πρόθεση είτε από τον Π.
Π. να ιδιοποιηθεί είτε από την εναγόμενη θυγατέρα του να καταλάβει το επίδικο ακίνητο. Μάλιστα να σημειωθεί ότι το έτος 2003 και στα τέλη του έτους 2005 έγινε αυτοψία, οριοθέτηση και καταμέτρηση των ακινήτων μεταξύ των οποίων και του επιδίκου από τον διορισθέντα από το δικαστήριο πραγματογνώμονα Δ. Τ. παρουσία κα, των συγκυρίων και τότε διαδίκων στη δίκη διανομής, ενάγουσας στην παρούσα δίκη (Ε.
Σ.) και Ν. Π., χωρίς να προβληθεί από τον μισθωτή ή την εναγόμενη οποιαδήποτε αμφισβήτηση περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Πλην όμως από στις αρχές του 2006 η εναγόμενη έδειξε εμφανώς τις βλέψεις της να καταλάβει τον επίδικο αγρό, τον οποίο εξακολουθεί να νέμεται μέχρι και σήμερα. Ειδικότερα, επικαλούμενη ότι έχει καταστεί κυρία αυτού με μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα της, "αληθή κύριο", άρχισε μέσω του τελευταίου την φύτευση του επιδίκου με ελαιόδενδρα.
Όπως περαιτέρω αποδείχθηκε στις 24-4-2003 ο Π. Π., επωφελούμενος, αφενός τη δημιουργηθείσα εξ αιτίας της αντιδικίας των .συγκυρίων κατάσταση και αφετέρου τη διαμονή αυτών στην Αττική, στις 24-4-2003, ισχυριζόμενος ότι έχει καταστεί κύριος του επιδίκου αγρού με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία "καθ' όσον νέμεται και διακατέχει αυτό περισσότερο από είκοσι (20) χρόνια και μέχρι σήμερα συνέχεια, και χωρίς διακοπή, ήσυχα και αδιατάρακτα, ενεργών επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις ως κύριος και με καλή πίστη, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων του, όπως υπεύθυνα και κατηγορηματικά δήλωσε, καθώς αυτό φαίνεται και από την με αριθμ πρωτοκόλλου …/2002 βεβαίωση του Δημάρχου του Δήμου ………………, με το αριθμ.
…/…../2003 συμβόλαιο της συμβ/φου Θερμοπυλών Παρ. Διαμάντη, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής τον επίδικο αγρό κατά πλήρες ποσοστό κυριότητας στην εναγόμενη θυγατέρα του. Να σημειωθεί ότι: α) ο μεταβιβαζόμενος αγρός αν και εμφανίζεται στο ως άνω συμβόλαιο να έχει έκταση "5.600 Μ2 περίπου ή όσης έκτασης και αν είναι πλέον ή έλαττον", ταυτίζεται κατ' όρια με τον επίδικο πραγματικής έκτασης 5.196,50 τμ, β) το εν λόγω συμβόλαιο μετεγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θερμοπυλών (τόμος ….
αριθμ. ….), δύο ολόκληρα χρόνια μετά την υπογραφή του (την 6-5-2005) και γ) η ως άνω βεβαίωση του Δημάρχου του Δήμου …………… που επισυνάφθηκε στο συμβόλαιο και φέρει από παραδρομή αριθμ. πρωτοκόλλου …./…./20.., αντί του ορθού ……/…./20.., εκδόθηκε αποκλειστικά μόνο με βάση σχετική υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 του Π.
Π.. Η ως άνω μεταβίβαση, όμως, δεν είναι ισχυρή έναντι της αληθούς κυρίας του επιδίκου ενάγουσας, αφού έλειπε το βασικό στοιχείο κατ' άρθρο 1033 ΑΚ, ήτοι η κυριότητα του μεταβιβάζοντας Π. Π.. Και τούτο, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε δεν αποδείχτηκε ότι στο επίδικο ακίνητο ασκούνταν από τον Π. Π. μέχρι και τις αρχές του 2006 εμφανείς υλικές πράξεις για τον εαυτό του, που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός ασκούσε την φυσική εξουσία κατά χρονικά διαστήματα (1976-1993 και 1998-τέλος 2005) επί του επιδίκου ως κάτοχος, δυνάμει σύμβασης μίσθωσης, αντιπροσωπεύοντας την ενάγουσα και αρχικά την Ν. Κ. και συνεχεία το Ν. Π. στην άσκηση της νομής, ενώ ότι η αντιποίηση της νομής από αυτόν και η γνωστοποίηση της εν λόγω αντιποίησης προς την ενάγουσα και το Ν.
Π. έγιναν τις αρχές στις αρχές του 2006, που απετέλεσε και το αφετήριο χρονικό σημείο της κτητικής παραγραφής. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις σαφείς καταθέσεις: α) των Κ. Σ. και Ε. Ε. που περιέχονται στη συνταχθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών αριθμ. …../…/20… ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε με επιμέλεια της (προσκομίζουσας αυτήν) ενάγουσας, .ύστερα από νόμιμη κλήτευση της εναγόμενης...
και προσκομίσθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατά τη συζήτηση της αριθμ. εκθ. καταθ. 810/ΤΜ78/2010 όμοιας αγωγής, που απορρίφθηκε ως αόριστη και εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, β) του Γ. Κ., που περιέχεται στην αριθμ. …../…/20.. ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Κωνσταντινίδου, σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την ενάγουσα έγγραφα και δεν αναιρούνται από τις αόριστες ασαφείς και αμφιβόλου αξιοπιστίας καταθέσεις (στο ακροατήριο και στις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις) των μαρτύρων της εναγομένης, αλλά τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την τελευταία έγγραφα.
Επομένως, η ένσταση ιδίας κυριότητας που πρόβαλε η εναγόμενη πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η εναγόμενη προς αντίκρουση της αγωγής, προέβαλε, επικουρικά, την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ για το λόγο ότι παρότι, η ενάγουσα "είχε μεγάλη εμπειρία από δικαστήρια", αφού όπως "ιστορεί και ομολογεί στην ένδικη αγωγή της εμπλακεί σε πλήθος δικαστικών αγώνων κατά καιρούς" ουδέποτε ώχλησε εξώδικα την ίδια και τον πατέρα της, Π.
Π., μέχρι την άσκηση της αγωγής μου εναντίον της. Ο εν λόγω ισχυρισμός, έτσι όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Και τούτο, διότι, πέραν του ότι η εναγόμενη δεν επικαλείται ότι εξ αιτίας της ως άνω συμπεριφοράς της ενάγουσας της δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση ότι η τελευταία δεν θα ασκούσε το αγωγικό της δικαίωμα, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος, χωρίς την επίκληση και άλλων περιστατικών με τα οποία να εκδηλώνεται η βούλησή του να μην ασκήσει το δικαίωμα και χωρίς να συνοδεύεται και από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του, και ότι ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί με περαιτέρω συνέπεια δυσμενείς για τα συμφέροντα του εναγόμενου συνέπειες, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος....
Ενόψει των παραπάνω πρέπει η κρινόμενη αγωγή κατά την κύρια βάση της να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη...". Μετά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης - εκκαλούσας και δέχτηκε κατ' ουσία, ως προς την κύρια βάση της (περί παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου), την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας κυρία του επίδικου ακινήτου την αναιρεσίβλητη και υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να της το αποδώσει, ενώ απέρριψε κατ' ουσία την ένσταση ιδίας κυριότητας της τελευταίας (εναγομένης), καθώς και την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559αρ 1και 19ΚΠοΛΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1045,975,976και980ΑΚ. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το πρόσωπο που άσκησε πράξεις νομής επί του επίδικου ακινήτου και την ένσταση ιδίας κυριότητας που αυτή προέβαλε διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στο ότι:
α) ενώ στην αγωγή αναφέρεται ότι οι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου το είχαν εκμισθώσει στον Π. Π. ασκούσε πράξεις νομής για τους συγκυρίους σ'αυτό, στη συνέχεια, αντιφατικά δέχτηκε ότι μόνη της η αναιρεσίβλητη από το έτος 1943 κατείχε αυτό και διενεργούσε όλες τις πράξει νομής που προσιδιάζουν στη φύση του καλλιεργώντας το και εκμισθώνοντάς το σε τρίτους, β) ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη αφού μετέγραψε στις 22-11-2010 την 128/2007 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και κατέστη κυρία και του 1/4 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και συνεπώς αποκλειστική κυρία αυτού, στη συνέχεια, όλως αντιφατικά δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη από το έτος 1943 μέχρι το 1976 κατείχε και νεμόταν αυτό, ότι από το έτος 1976 η Ν.
Κ. μέχρι το 1993 το εκμίσθωνε για λογαριασμό της ίδιας και της αναιρεσίβλητης στον Π. Π. και ότι από το έτος 1993 έως το 1997 το επίδικο καλλιεργήθηκε από την αναιρεσίβλητη παραλείποντας να προσδιορίσει και να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατομένως το γεγονός που η ίδια (απόφαση) είχε δεχθεί ότι δηλαδή, η αναιρεσίβλητη, μόλις το έτος 2009 από την τελεσιδικία της άνω απόφασης ή το 2010, από την μεταγραφή της, κατέστη κυρία του όλου ακινήτου και ότι, επομένως, δεν μπορούσε προηγουμένως να ενεργεί πράξεις νομής επ' αυτού και μόνον όταν το ακίνητο της επιδικάστηκε καθ' ολοκληρία άρχισε να το νέμεται καθ' ολοκληρία, αφού με την 1695/1976 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναγνωρίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα της Ν Κ.
κατά το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς που στη συνέχεια περιήλθε ως εκ διαθήκης κληρονόμο στον Ν. Π. με τον οποίο η αναιρεσίβλητη μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Λαμίας ήταν συγκυρία και ότι συνεπώς, δεν είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπό της κατά την άσκηση της αγωγής (12-3-2010) εικοσαετής νομή, γ) παρότι δέχεται η προσβαλλομένη ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας και αυτή κατείχαν παράνομα το επίδικο ακίνητο και ότι η αναιρεσίβλητη είχε εμπλακεί σε δικαστικούς αγώνες με άλλους, όπως με τον Ν Π., δεν αιτιολογεί γιατί δεν απέστειλε σ'άυτούς κάποιο εξώδικο μέχρι την άσκηση της αγωγής, σχετικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας δ) ότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η αναιρεσείουσα μέσω του πατέρα της άρχισε να φυτεύει ελαιόδενδρα στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή δέχεται ότι αυτή και ο δικαιοπάροχος πατέρας της άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο δεν διευκρινίζει αν τις άσκησε διανοία κυρίου και από πότε.
Τέλος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραλείπει να αναφέρει σε ποιον εκμίσθωσαν οι συγκύριοι το έτος 1998 τον επίδικο αγρό, τον ακριβή χρόνο και τόπο που συνήφθη η δήθεν σύμβαση μίσθωσης, το πρόσωπο του εκμισθωτή, τη χρονική διάρκεια της μίσθωσης και, σε περίπτωση που ήταν πολυετής, την αναφορά του φέροντος βεβαία χρονολογία ιδιωτικού συμφωνητικού ή συμβολαιογραφικού εγγράφου, το ύψος του μισθώματος και αν ήταν μηνιαίο ή ετήσιο ή άλλο, το είδος της καλλιέργειας ανά χρονική περίοδο μισθώσεως και αν είχε συναφθεί έγγραφη μίσθωση και από ποιούς είχε υπογραφεί.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι υπέπεσε η προβαλλόμενη απόφαση στην πλημμέλεια του άρθρο 559αρ 1 ΚΠολΔ, καθόσον, ενώ αναφέρονται στην μείζονα πρόταση μόνον οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με παράγωγο τρόπο στην ελάσσονα πρόταση δέχεται κτήση κυριότητας και από έκτακτη χρησικτησία, καταλήγοντας στο εσφαλμένο συμπέρασμα τη παραδοχής της αγωγής της αναιρεσίβλητης και ως προς τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας και στην απόρριψη της ένστασής της αναιρεσείουσας, περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε την ένδικη αγωγή και ως προς την βάση της για απόκτηση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο από έκτακτη χρησικτησία .
Ο λόγος ως προς την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 19 ΚΠοΛΔ είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του συμπέρασμα διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες .Ειδικότερα, από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, αρχικά δυνάμει αποδοχής και μεταγραφής της κληρονομιάς του Π.Κ.
το έτος 1951, στη συνέχεια συγκυρία κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου αυτού, αφού με την 1695/1976 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναγνωρίστηκε συγκύρια κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου η Ν. Κ. και μετά το θάνατό της ο κληρονόμος της Ν. Π.δυνάμει της …../19.. δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ανωτέρω, της συμ/φου Αθηνών Χρυσούλας Γκέκα-Μαυρακάκη, νόμιμα μεταγραμμένης και τέλος κυρία του όλου ακινήτου δυνάμει της 136/2009 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, η οποία λόγω διανομής επιδίκασε το επίδικο ακίνητο σ' αυτήν (αναιρεσίβλητη) και η οποία (απόφαση) μεταγράφηκε στις 22-11-2010.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1943 που αποβίωσε ο Π. Κ. μέχρι το 2006 που η αναιρεσείουσα έδειξε εμφανώς τις βλέψεις της να καταλάβει το επίδικο, εξακολουθούσε να νέμεται μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη είτε ως αποκλειστική κυρία αυτού, είτε από κοινού με τους ανωτέρω συγκυρίους της, καλλιεργώντας το η ίδια είτε δια τρίτων προσώπων με σιτηρά, με εκμίσθωση από την ίδια και τους πιο πάνω συγκυρίους σε τρίτους και στον Π.Π., πατέρα της αναιρεσείουσας, μη απαιτουμένων άλλων στοιχείων σχετικά με τη μίσθωση, ,ο οποίος και δεν εκδήλωσε πρόθεση έναντι των συγκυρίων να ιδιοποιηθεί αυτό, ενώ και μέχρι το έτος 2006 η ίδια η αναιρεσείουσα δεν εκδήλωσε πρόθεση να ιδιοποιηθεί αυτό φυτεύοντας ελαιόδενδρα , με αποτέλεσμα η μεταβίβαση σ'αυτή λόγω γονικής παροχής από τον Π.
Π., δυνάμει του …./…/20… συμβολαίου της συμ/φου Θερμοπυλών, νόμιμα μεταγραμμένου, να μην είναι ισχυρή έναντι της αληθούς κυρίας αναιρεσίβλητης αφού έλειπε το βασικό στοιχείο της κυριότητας του μεταβιβάζοντος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο μέχρι το έτος 2006, ενώ αντίθετα αυτός ασκούσε την φυσική εξουσία επί του επίδικου ακινήτου ως μισθωτής, δυνάμει σύμβασης μίσθωσης, κατά τα έτη 1976-1993 και 1998-τέλος2005, αντιπροσωπεύοντας αρχικά μόνο την αναιρεσίβλητη και, στη συνέχεια, και τους λοιπούς συγκυρίους Ν.
Κ. και Ν. Π., ενώ η αντιποίηση της νομής από αυτόν και η γνωστοποίησή του στην αναιρεσίβλητη και τον Ν. Π. έγινε στις αρχές του 2006, χρόνος που αποτέλεσε και το αφετήριο γεγονός έναρξης της κτητικής παραγραφής, έτσι ώστε να είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, η μη αναγραφή του ονόματος του μισθωτή του επιδίκου έλαβε χώρα από παραδρομή, καθώς από το σύνολο της απόφασης προκύπτει ότι αυτός (μισθωτής) είναι ο δικαιοπάροχος πατέρας της εναγόμενης Π. Π. και, συνεπώς, δεν υφίσταται αμφιβολία για το πρόσωπό του Με τις λοιπές αιτιάσεις της η αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559αρ19ΚΠοΛΔ πλήττει την ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του Εφετείου και ως εκ τούτου κατά το μέρος αυτό ο άνω λόγος είναι απαράδεκτος.
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559αρ1 ΚΠοΛΔ λόγος είναι απαράδεκτος, αφού ως προαναφέρεται στην μείζονα πρόταση η έλλειψη μείζονος πρότασης ή η παράλειψη των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα η αγωγή ή η ένσταση που έγινε δεκτή δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, ενώ σε κάθε περίπτωση στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή ως προς την επικουρική βάση της περί κτήσης κυριότητος της ενάγουσας με έκτακτη χρησικτησία.
5. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτήν την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με την δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 980 παρ.1ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Κατά τη διάταξη αυτή αυτοπρόσωπη άσκηση της νομής υπάρχει όταν ο νομέας είναι συγχρόνως και κάτοχος, δεν έχει δηλαδή παραχωρήσει την κατοχή σε άλλον με βάση κάποια έννομη σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο κλπ). Ο τρίτος που ασκεί τη νομή, ως αντιπρόσωπος του νομέα, είναι εκείνος, προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί τη νομή διαμέσου του κατόχου(μισθωτή, χρησαμένου κλπ.).
Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης (άρθρο 982ΑΚ). Ως αντιποίηση της νομής νοείται η μεταστροφή της βούλησης του αντιπροσώπου στην άσκηση της νομής, ώστε να το εξουσιάζει ως κύριος. Η γνωστοποίηση δε της αντιποίησης από τον κάτοχο στο νομέα μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο.(ΑΠ923/2018).Περαιτέρω με το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται(ΑΠ929/2018).
Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης στηριζόμενη στο παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας αυτής επί του επίδικου ακινήτου ενώ προς απόκρουση της δικής της ένστασης ιδίας κυριότητας στηριζόμενη σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας επ'αυτού με έκτακτη χρησικτησία ( κατοχή του ακινήτου από το έτος 1976 έως την επίδοση της αγωγής , προσμετρουμένου και του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου της Π.
Π. αλλά και μέχρι σήμερα )δέχθηκε αντένσταση της αναιρεσίβλητης περί διακοπής αυτής της χρησικτησίας με την ύπαρξη της μισθωτικής σχέσης, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 1045,974 1051και 1049ΑΚ .
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής της ίδιας και του δικαιοπάροχου διανοία κυρίων συνεχώς επί μία20ετία και όχι λόγω παραδοχής της επικαλούμενης αντένστασής της ενάγουσας περί διακοπής της χρησικτησίας. Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα δεχόμενο ότι μέχρι τις αρχές του έτους 2006 τόσο η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα όσο και ο δικαιοπάροχός της Π. Π. δεν ασκούσαν στο επίδικο ακίνητο εμφανείς υλικές πράξεις για τον εαυτό τους που προσιδιάζουν στη φύση αυτού, και ότι αντιθέτως ο Π. Π.ασκούσε φυσική εξουσία επί του επίδικου κατά τα χρονικά διαστήματα από το 1976-1993 και 1998 έως τέλος 2005 ως κάτοχος, δυνάμει σύμβασης μίσθωσης, αντιπροσωπεύοντας την ενάγουσα και στη συνέχεια, την Ν. Κ. και τον Ν. Π. στην άσκηση της νομής, ενώ η αντιποίηση της νομής από αυτόν και η γνωστοποίησή της έγινε προς την ενάγουσα στις αρχές του έτους 2006, χρόνος που αποτέλεσε και το αφετήριο χρονικό διάστημα της κτητικής παραγραφής, καθώς έκτοτε και η αναιρεσείουσα έδειξε εμφανώς τις βλέψεις της να καταλάβει το επίδικο ακίνητο για λογαριασμό της .
4. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033AK, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 158, 159, 166, 180, 181, 361, 369, 513 και 1033AK προκύπτει, ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενο της και προκειμένου για ακίνητο πρέπει να καλύπτει τόσο την μεταβιβαστική της κυριότητάς του εμπράγματη σύμβαση όσο και την ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή ως προς το πράγμα και το τίμημα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1041AK, εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 1045AK, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974AK, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και, κατά το άρθρο 1051 AK, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί δεκαετία με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. "Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση, η φύλαξη του ακινήτου, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον χωρίς αντάλλαγμα, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του. Περαιτέρω η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.
Επίσης, από το άρθρο 576 ΑΚ σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1098ΑΚ<αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικάιωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος , την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής .Δεν αποκλείεται περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία.
Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή καθώς και όταν υφίσταται νομική αοριστία, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα απαιτούνται (ΑΠ1701/2018).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ929/2018).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19ΚΠοΛΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/99).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/16, ΑΠ 509/13).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες, ως αναγκαίες, κατέληξε το δικαστήριο στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Συνεπώς, δεν συνιστούν ζητήματα, κατά την παραπάνω έννοια, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠοΛΔ (ΑΠ 112/2016)..
Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 1098ΑΚ, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες (αρθ 559αρ 1 και 19ΚΠοΛΔ).Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι "ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη έγινε με παράγωγο τρόπο νομέας του επίδικου ακινήτου και ότι από την εγκατάστασή της σε αυτό και έκτοτε ήταν καλόπιστη νομέας, στη συνέχεια, δέχεται ότι από τότε που ο δικαιοπάροχός της και εκείνη κατέστησαν κακής πίστεως νομείς, χωρίς περαιτέρω αναφορά πραγματικών περιστατικών που να προσδίδουν σε αυτήν και τον δικαιοπάροχό της την ιδιότητα αυτή, δεδομένου ότι μόνο η έλλειψη νόμιμου τίτλου κυριότητας εκ μέρους τους δεν καθιστά αυτούς κακόπιστους νομείς , ενώ δεν υπάρχει παραδοχή ότι η κτήση της νομής από την αναιρεσείουσα εξαρτήθηκε από την απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου".
Ο λόγος είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις παραπάνω παραδοχές δεν προκύπτει αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης σε καλή ή κακή πίστη των διαδίκων, ούτε ότι εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρο 1098 ΑΚ που αναφέρεται στην ευθύνη του κακόπιστου νομέα ως προς τα ωφελήματα του πράγματος, περί των οποίων δεν πρόκειται στην κρινόμενη περίπτωση .
5. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094ΑΚ και 216ΚΠοΛΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του, όταν δε αυτό φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ο ενάγων έχει την υποχρέωση να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο (ΑΠ986/2019,ΑΠ 781/2016).
Η νομική δε αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1ΚΠοΛΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14ΚΠολΔΑ, αντίστοιχα (ΑΠ 45/2016). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013).Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).
Κατά δετη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. (AP159/2018,567/2009).Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.
Με τα λοιπά σκέλη του τέταρτου λόγου του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559αρ 14 κατ'εκτίμηση του λόγου αυτού, 8β και 9γ ΚΠοΛΔ.Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι μολονότι με τον τρίτο λόγο της έφεσης της κατά της 40/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας πρότεινε την ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής αναφέροντας ότι " 1.
ενώ στην ένδικη αγωγή αναφέρεται ότι εμφαίνεται το ακίνητο στα από Σεπτεμβρίου 1996 τοπογραφικά διαγράμματα του Πολιτικού Μηχανικού Π. Δ., δεν καθορίζει πόσα είναι αυτά τα διαγράμματα, σε ποιο απ'αυτά περιγράφεται το ένδικο ακίνητο και δεν ενσωματώνει στην ένδικη αγωγή το ή τα τοπογραφικά διαγράμματα υπό κλίμακα, ούτως ώστε να καθίσταται σαφής η περιγραφή του επιδίκου, όπως ο νόμος απαιτεί κι εγώ να μπορώ να αντιτάξω την νόμιμη άμυνά μου, εφόσον το ακίνητο μου είναι εκτάσεως 5.600 τ.μ.
και όχι 5.163 τ.μ., ως διατείνεται η αντίδικος. Οι παραλείψεις δε αυτές δεν μπορούν να θεραπευτούν ούτε με τις προτάσεις ή με την προσαγωγή σχεδιαγράμματος.2. ΔΕΝ περιέχονται στην ένδικη αγωγή τα κατά τα ανωτέρω από το νόμο απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο αυτής, όπως ΠΑΡΑΧΡΗΜΑ, συνάγεται τούτο εκ του γράμματος και του πνεύματος αυτής.
Ειδικότερα, διατείνεται η αντίδικος όλως ΑΟΡΙΣΤΩΣ ότι ο δικαιοπάροχός μου Π. Π. του Α., ήταν δήθεν "μισθωτής αυτού >... " που το καλλιεργούσε για λογαριασμό των ιδιοκτητών ΧΩΡΙΣ ΟΥΔΟΛΩΣ να αναφέρει:τον ακριβή χρόνο και τόπο κατά τον οποίο και όπου συνήφθη η δήθεν "μίσθωση", το πρόσωπο ή τα πρόσωπα του δήθεν εκμισθωτή ή εκμισθωτών την χρονική διάρκεια της δήθεν μισθώσεως και εάν ήταν πολυετής ή μη Στην περίπτωση που ήταν πολυετής την αναφορά στην αγωγή και την προσκομιση του απαραίτητου φέροντος βεβαία χρονολογία ιδιωτικού συμφωνητικού συμβολαιογραφικού εγγράφου το ύψος του μισθώματος και εάν ήταν μηνιαίο ή ετήσιο ή άλλο Εάν είχε συναφθεί έγγραφη μίσθωση και στην περίπτωση αυτή, εάν είχε υπογραφεί και από ποιους και εάν είχε βέβαιη χρονολογία> εν τούτοις, κατά παράβαση του αριθ 14 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ το Εφετείο δέχθηκε ορισμένη αυτή την ένδικη αγωγή , δεν απάντησε στο δεύτερο σκέλος του άνω λόγου της έφεσής της σχετικά με την αναφερόμενη στο δικόγραφο της αγωγής μισθωτική σχέση κατα'παράβαση του αρ8β του άρθρου 559ΚΠοΛδ, αφού δεν έλαβε υπόψη της πραγματα που προτάθηκαν και ταυτόχρονα άφησε αδίκαστη αίτηση κατά παράβαση τοναρθ 9γ του ίδιου άρθρου .
Από την επισκόπηση της από 14-9-2015 αγωγής προκύπτει η εξής περιγραφή του επίδικου ακινήτου < Ένας αγρός εκτάσεως μετ' ακριβή μέτρηση 5.196,50 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "…….." της περιφέρειας της κοινότητας ………. της πρώην κοινότητας ……., του τότε Δήμου …….... Το εν λόγω ακίνητο (αγρός), που προαναφέρεται στο ιστορικό υπό στοιχεία 2Γ έχει έκταση μετ'ακριβή μέτρηση Πέντε χιλιάδων εκατόν ενενήντα έξι και 50 εκατοστά (5.196,50) τετραγωνικών μέτρων, βρίσκεται στη θέση "………….." της περιφέρειας της κοινότητας …………. της πρώην Κοινότητας …………… του τότε Δήμου ………….., και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Κ. Γ. επί πλευράς 56,82 μέτρων, δυτικά με αγροτική οδό πλάτους πέντε (5) μέτρων επί πλευράς 58,42 μέτρων, αρκτικώς με ιδιοκτησία Ι. Π. επί πλευράς 93 μέτρων και μεσημβρινώς με ιδιοκτησία Κ. Γ. επί πλευράς 87,69 μέτρων ...>.Σχετικά δε με την περιγραφή αυτή του ακινήτου , το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αγωγή αυτή<είναι επαρκώς ορισμένη, αφού σ'αυτή σαφώς περιγράφεται το διεκδικούμενο ακίνητο κατά θέση, έκταση και όρια...
Συνεπώς, στο αγωγικό δικόγραφο το επίδικο ακίνητο δεν φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, αλλά ως ένα και το αυτό ακίνητο. Επομένως, το αγωγικό δικόγραφο πληροί τους όρους του άρθρου 216 ΚΠολΔ περί της ακριβούς περιγραφής του επιδίκου ακινήτου και του ορισμένου του αιτήματος και δεν είναι άκυρο>δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 14 ΚΠοΛΔ και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, τα όσα αναφέρονται ως προς την απόρριψη στο υπ' άριθμ 2 σκέλος του τρίτου λόγου έφεσης περί αοριστίας της αγωγής, σχετικά με την ύπαρξη μισθωτικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων απαραδέκτως προβάλλονται αφού δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση για μισθωτική αγωγή αλλά για διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου και ως προαναφέρθηκε το δικόγραφο αυτής είναι πλήρως ορισμένο. Περαιτέρω, ο λόγος από το άρθρο 559αρ 8ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, αφού όπως προαναφέρθηκε δεν απαιτείτο για το ορισμένο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής η περιγραφή της επικαλούμενης μισθωτικής σχέσης και συνεπώς το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο σχετικό λόγο έφεσης περί αοριστίας της αγωγής ως προς το στοιχείο τούτο. Επίσης, και ο λόγος από τον αριθμό 9γ του άρθρου 559ΚΠοΛΔ είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, αφού οι λόγοι έφεσης δεν συνιστούν αίτηση κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
6. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος,ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013).Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).
Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. (AΠ159/2018,567/2009).Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό(209/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003,ΑΠ826/2018). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της 111/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικέιου Λαμίας προκύπτει ότι με την από 3-3-2010 προγενέστερη αγωγή της η τότε ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ενώπιον του άνω δικαστηρίου ισχυρίστηκε τα εξής :<...
ότι τυγχάνει κυρία ενός ακινήτου (αγρού), εκτάσεως 5.196,50 τ.μ., ευρισκομένου στη θέση "…………" εξής της περιφέρειας της Κ οινότητας ………….., ειδικότερα περιγραφομενου σε αυτήν (αγωγή). Ότι κατέστη κυρία του ως άνω ακινήτου κατά τον ακόλουθο τρόπο: α)κατά ποσοστό 3/4, με την υπ' αριθμ. …/19… πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του άλλοτε Συμβολαιογράφου Θερμοπυλών Δήμου Παπαλελούδη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θερμοπυλών, σε συνδυασμό: 1)με την από 20- 1-1940 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος στις 27-12-1943 Π.
Κ., η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 316/1950 απόφαση του Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία εγκαταστάθηκε γενική κληρονόμος του ως άνω αποβιώσαντος σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία αυτού και 2)με την υπ' αριθμ. 1695/1976 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα της χήρας του ως άνω διαθέτη, Ν.
Κ. κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού, και υποχρεώθηκε αυτή (ενάγουσα) να της αποδώσει (μεταξύ άλλων κληρονομιαίων ακινήτων) και το ανωτέρω ποσοστό επί του επίδικου ακινήτου και β) κατά ποσοστό 1/4 με επιδίκαση δυνάμει της υπ' αριθμ. 136/2009 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, κατόπιν ασκήσεως αγωγής διανομής εκ μέρους του Ν.
Π. (εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιώσασας στις 10-01- 1993 Ν. Κ.). Ότι ο Π. Π. του Α., ο οποίος τύγχανε κατά το παρελθόν μισθωτής του ως άνω ακινήτου, το οποίο και καλλιεργούσε για λογαριασμό των ανωτέρω συνιδιοκτητών, με το υπ' αριθμ. …../20.. συμβόλαιο γονικής παροχής, το οποίο μεταγράφηκε στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θερμοπυλών, μεταβίβασε το ως άνω ακίνητο στην εναγόμενη θυγατέρα του, η οποία έκτοτε το έχει καταλάβει και αρνείται να της το αποδώσει.
Για τους λόγους αυτούς και με βάση τα μνημονευόμενα πραγματικά περιστατικά, ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του συγκεκριμένου ακινήτου, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της το αποδώσει καθώς και να καταδικαστεί αυτή (εναγόμενη) στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων> .Επί της αγωγής αυτής η άνω απόφαση δέχθηκε ότι < Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, όμως, η ένδικη αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως αόριστη και εκ του λόγου αυτού απαράδεκτη, καθόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται ...ότι μεταγράφηκε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση δικαστικής διανομής του επίδικου ακινήτου .Ούτε, άλλωστε, η ενάγουσα δύναται να θεμελιώσει το δικαίωμα :, κυριότητάς της επί του επίδικου ακινήτου στις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον, από τα διηγηματικώς αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, προκύπτει ότι αυτή (ενάγουσα) άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 136/2009 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, με την οποία αυτό (ακίνητο) της επιδικάστηκε καθ' ολοκληρίαν, αφού με την υπ' αριθμ. 1695/1976 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα της χήρας του ως άνω διαθέτη, Ν.
Κ. κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού, ποσοστό, το οποίο ακολούθως περιήλθε στον εκ διαθήκης κληρονόμο της, Ν. Π. (με τον οποίο η ενάγουσα ήταν συγκύρια του επίδικου ακινήτου μέχρι και την έκδοση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Λαμίας), και συνεπώς δεν έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (12-03-2010) η εκ της διατάξεως του άρθρου 1045 ΑΚ εικοσαετής νομή. >Επί της απόφασης αυτής κατόπιν εφέσεως της αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η 79/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την έφεση .
Με το πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559αρ 8β, 16και 9γ ΚΠοΛΔ .Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι αν και πρόβαλλε με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της κατά της 40/2017 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση δεδικασμένου που απορρέει από τις 111/2014 και 79/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, αντίστοιχα, με τις οποίες απορρίφθηκε η βάση της αγωγής σύμφωνα με την οποία η αναιρεσίβλητη ισχυριζόταν ότι κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία , με τις οποίες (αποφάσεις ) έγιναν δεκτά τα όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη , οπότε έπρεπε να απορρίψει την αγωγή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τη βάση της αγωγής περί έκτακτης χρησικτησίας προεχόντως ως απαράδεκτη και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη , εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση α) άφησε αδίκαστη την άνω ένστασή της που πρόβαλε με τον δεύτερο λόγο έφεσής της περί δεδικασμένου και δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι βάσιμη όχι μόνο με παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο ήτοι, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία δεχόμενη ότι η αναιρεσίβλητη κατείχε το επίδικο ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1943, ενώ δυνάμει των άνω αποφάσεων είχε απορριφθεί αμετακλήτως η βάση αυτή της όμοιας προγενέστερης αγωγής της καιβ) ότι δεν έλαβε υπόψη της την ένσταση αυτή περί δεδικασμένου που είχε ουσιώδη επίδραση στη δίκη .
Ο λόγος αυτός, ως προς την αιτίαση, από τον αριθμό 9γ του άρθρου 559ΚΠοΛΔ είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, αφού οι λόγοι έφεσης δεν συνιστούν αίτηση κατά την έννοια του άρθρου αυτού. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος ως προς τις αιτιάσεις από τους αριθ 8β και 16 ΚΠοΛΔ του άρθρου 559ΚΠοΔ είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αγωγή μόνον ως προς την κύρια (περί παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας) βάση της και, συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος ν' ασχοληθεί με την επικαλούμενη ένσταση της αναιρεσείουσας περί δεδικασμένου ως προς την επικουρική βάση της αγωγής περί χρήσηκτησίας, με την οποία (ένταση) και δεν ασχολήθηκε,.
7. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση από το άρθρο 559αρ 8βΚΠοΛΔ.Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι αν και με την έφεσή της και δη με τον πρώτο λόγο της έφεσής της πρόβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας δηλαδή τον ισχυρισμό ότι κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία διότι τόσον αυτή η ίδια από το έτος 2003 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2015 όσον και ο δικαιοπάροχος πατέρας της Π.
Π. ήδη από το έτος 1976 και κατά δήλωσή του στο …./20… συμβόλαιο γονικής παροχής του επίδικου ακινήτου προς αυτήν τουλάχιστον από το έτος 1980 μέχρι τη σύνταξη του άνω συμβολάιου (…/20..) οπότε της το μεταβίβασε, νεμόταν το επίδικο ασκώντας τις αναφερόμενες στην έφεση και τις προτάσεις της πράξεις νομής και συνεπώς συνυπολογιζόμενου του δικού της χρόνου χρησικτησίας και εκείνου του δικαιοπαρόχου της η νομή της υπερέβαινε την εικοσαετία, χωρίς ποτέ να οχληθούν από κάποιον μέχρι την κοινοποίηση της προγενέστερης από 3-3-2010 όμοιας αγωγής της αναιρεσίβλητης, εντούτοις το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση αυτή, ενώ αντίθετα δέχθηκε την κυριότητα της αναιρεσίβλητης αν και τελεσίδικα με τις 111/2014 και 79/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας αντίστοιχα με ισχύ δεδικασμένου έγινε δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη μέχρι το έτος 2009 δεν νεμόταν το επίδικο ακίνητο.
Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος που αναφέρεται στην απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητα είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων (αρθ 561 παρ 1 ΚΠοΛΔ), ενώ κατά το σκέλος που αναφέρεται στην κτήση κυριότητας της αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία είναι αλυσιτελής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη.
8. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11γΚΠολΔ, διότι κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και από τα οποία, κατά τους ερευνώμενους λόγους, αποδεικνυόταν η κυριότητά της επί του επιδίκου, ήτοι:1.α)Αντίγραφο της 40/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας β) την από 14-9-2015αγωγή της αντιδίκου της και γ) την από 3-3-2010 αγωγή της ίδιας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. 2.Την από 4-5-2017 έφεση της και το ………..
παράβολο δημοσίου.3.Την από 1-8-2017 κλήση επίσπευσης της συζήτησης της έφεσης και τις από 22-11-2017 και 27-11-2017 βεβαιώσεις των Δικ Επιμελητών Ν Α. και Σ. Ε. Αθηνών και Λαμίας αντίστοιχα.4.Την111/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και την …../../20… έκθεση επίδοσης αυτής του Δικ. Επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Ι.
Α., την 79/2015 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και την …./…./20… έκθεση επίδοσης του ίδιου Δικ Επιμελητή, με την ομολογία της αντιδίκου στην από 14-9-2015 αγωγή. 5.Το …./…/20.. συμβόλαιο γονικής παροχής της συμ/φου Θερμοπυλών Παρασκευής Διαμαντή νόμιμα μεταγραμμένο σε τόμο …αρ…. του βιβλίο Μεταγραφών του Υποθ/κείου Θερμοπυλών. 6.
Τη δήλωση Ε9 του δικαιοπαρόχου της Π. Π. του έτους 1997.7.Το από …/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης. 8. Τη δήλωση φόρου εισοδήματος της αναιρεσείουσας του οικονομικού έτους 2009 για τη χρήση 2008 και αυτή του οικονομικού έτους 2010 (χρήση2009). 9. Το από 15-9-2004 αντίγραφο Πρακτικού Επιτόπιου Ελέγχου Εκμετάλλευσης της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ….. (Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης, κατόπιν της με αρ πρωτ …./20… αίτησης του δικαιοπαρόχου της και το από 13-1-2005 αντίγραφο Πρακτικού Ελέγχου Εκμετάλλευσης του ΟΠΕΚΕΠΕ καθώς και το πρακτικό ελέγχου της Β βάθμιας επιτροπής ελεγκτών. 10.
Τις υπ' αριθ. 222 και 833 μερίδες του δικαιοπαρόχου πατρός της, Π. Π. στο το Υποθηκοφυλακείο ……… (νομίμως μεταγεγραμμένο στον τόμο … με αριθμό …). 11. Τις από 20-9-2016 προτάσεις της αντιδίκου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, σχετικά με την με αρ …./…./2002 βεβαίωση του τότε Δημάρχου …….., την από 18-4-2011 βεβαίωση του Δήμου ………..που φέρει το ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ αριθμό πρωτοκόλλου …../…./20… τα οποία είχαν προσκομιστεί πρωτοδίκως από την αντίδικο με αριθμούς σχετικών 17-17", όπως επίσης και την 9η σελίδα των από 20-9-2016 προτάσεών της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, την από25-1-2018 αίτησή της στον Δήμαρχο ……… και την απάντηση του Δήμου …….
στην άνω αίτηση της με υπ'αρίθμ. πρωτ. …../…/2018 με συνημμένη την από 5-9-2002 αίτηση του δικαιοπαρόχου της 12. Τις από 22/10/2010 και 30/12/2010 αποδείξεις παροχής Υπηρεσιών παραγωγής ελαιόλαδου του Ελαιουργείου του Γ. Π. Γ., ποσού 8,06 ευρώ και 13,93 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες εξεδόθησαν στο όνομα του δικαιοπαρόχου της, Π. Π., ως μισθωτή του επίδικου αγροτεμαχίου και την από 17/6/2002 απόδειξη είσπραξης ποσού 23 ευρώ του Αγροτικού Συνεταιρισμού Αγ.
Σεραφείμ Φθιώτιδος. 13.Την κατάσταση του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε) προσωρινών ατομικών δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης (ετών 1999-2002) τού δικαιοπαρόχου της, Π. Π., ποσού 760,44 ευρώ, επί του συνόλου των αγροτεμαχίων του, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου για καθεστώς καλλιέργειας ελαιολάδου, σιτηρών/ξηρικών και σκληρού σίτου.14.
Την από 7-3-2018 κλήση - γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων κοινοποιηθείσα στην αντίδικό, την 7-3-2018,ως προκύπτει εκ της προσαγομένης και επικαλουμένης υπ' αριθμ. …./ …/2018 εκθέσεως επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή εις το Εφετείο Πειραιώς, Δ. Γ. Μ. με την οποία κάλεσε την αντίδικό της εγγράφως, όπως παραστεί κατά την διαδικασία της εξέτασης των μαρτύρων της :
α) Α. Π. του Ε.και της Β., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαμίας την 12-3-2018, και την υπ'αρίθμ. …/20… ένορκη βεβαίωση του ως άνω μάρτυρός της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαμίας, κατά την ως άνω ημερομηνία β)Α. συζ Ι. Κ. το γένος Β. Π. ενώπιον του Ειρηνοδικίου Λαμίας την 12-3-2018 και την υπ αριθ 99/2018 ένορκη βεβαίωση αυτής ενώπιον του Ειρηνοδικέιου Λαμίας κατά την άνω ημερομηνία 15.
Νομολογία-αποφάσεις 16. Απόσπασμα της …../…/20.. της μάρτυρος της αντιδίκου και την από 8-3-2018 κλήση, η οποία επιδόθηκε στην πληρεξουσία δικηγόρο της. 17. Την από 5-3-2018 εξουσιοδότηση προς την πληρεξουσία δικηγόρο της, την ……/20… δήλωση ΕΝΦΙΑ και την από 6-11-2009 εξώδικη δήλωση του τελευταίου προς τον παραπάνω πραγματογνώμονα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του <την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου (βλ. πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης), τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες, με αριθμ.
… και …./…./20…ένορκες βεβαιώσεις των Α. Κ. και Α. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Λαμίας, που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη,..., κλήτευση της αντιδίκου της πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες..., την αριθμ. …../…./20… ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ., ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Κωνσταντινίδου, που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας μετά τη συζήτηση, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη, ..., κλήτευση της πληρεξούσιας δικηγόρου της εναγόμενης ως...
αντικλήτου της ... και η οποία (ένορκη βεβαίωση) παραδεκτά προσκομίζεται από την ενάγουσα εντός της προθεσμίας του άρθρου 238 εδαφ. γ' ΚΠολΔ, προς αντίκρουση των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων της αντιδίκου της και του ουσιώδους ισχυρισμού που για πρώτη φορά προέβαλε η (ερημοδικασθείσα πρωτόδικα) εκκαλούσα περί ιδίας κυριότητας...
και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ..., για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..., έστω και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου..., όπως μερικά απ' αυτά αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς.και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, πλην της νομολογίας, η οποία δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο. 9.
Κατά το άρθρο 281ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που συνεπάγεται και τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, επειδή αντιτίθεται στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες μ` αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται για την απόκρουση του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ` αυτού, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρύ χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της εν λόγω κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του.
Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016).Έξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 19ΚΠολΔλόγο αναίρεσης, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟΛΑΠ3/1997, ΑΠ9/2019).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011).
Με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559αρ 1,19και 8βΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι, αν και η αναιρεσίβλητη έχει μεγάλη εμπειρία από δικαστήρια και διατείνεται ότι δήθεν η αναιρεσείουσα κατέχει παράνομα το επίδικο ακίνητο δεν απέστειλε ούτε σ'αυτήν ούτε στον δικαιοπάροχό της κάποιο εξώδικο μέχρι την επίδοση της αγωγής και ότι ως εκ τούτου άσκησε αυτή (αγωγή), κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από τριακονταπενταετή κυριότητα, νομή και κατοχή αυτής (αναιρεσείουσας) και του δικαιοπαρόχου της με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου ασκώντας, εμφανώς και αδιαλείπτως, όλες τις πράξεις νομής που προσιαδιάζουν στο ακίνητο αδιατάρακτα και με διαρκή και απεριόριστη εξουσία αποκλειστικά για τον εαυτό τους, χωρίς ποτέ να οχληθούν από κανένα ούτε από την αναιρεσίβλητη μέχρι την άσκηση της αγωγής. Απορρίπτοντας δε την άνω ένστασή της το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν έλαβε υπόψη της πράγμα με ουσιώδη επίδραση στη δίκη .
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση, ως μη νόμιμη, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία και, ειδικότερα, ο ισχυρισμός της ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής είναι καταχρηστική, διότι εξαιτίας της άνω συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης της δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι η τελευταία δεν θα ασκούσε το δικαίωμά της, είναι μη νόμιμος, καθόσον από μόνη της η αδράνεια του δικαιούχου για άσκηση του δικαιώματός του, δεν αρκεί, χωρίς την επίκληση και άλλων περιστατικών, με τα οποία να εκδηλώνεται η βούλησή του να μην το ασκήσει που πρέπει να συνοδεύονται από ειδικές περιστάσεις, οι οποίες συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του, και ότι ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει παγιωθεί, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται δυσμενείς για τα συμφέροντα του εναγόμενου συνέπειες.
Εξάλλου, απαράδεκτος είναι ο λόγος εκ του άρθρου 559αρ 19ΚΠοΛΔ, γιατί προϋπόθεση εφαρμογής του είναι το δικαστήριο της ουσίας να ερεύνησε κατ' ουσία την διαφορά κάτι που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, αφού η άνω ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Τέλος, αβάσιμος είναι και ο εκ του αριθμού 8β του ίδιου άρθρου λόγος, αφού ως η ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει, ότι ο ισχυρισμός της εκ του άρθρου 281ΑΚ απορρίφθηκε, δηλαδή, το δικαστήριο τον έλαβε υπόψη του και τον απέρριψε ως μη νόμιμο.
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495παρ 3ΚΠοΛΔ)και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (αρθ 176, 183,191παρ 2 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από23-5-2019 αίτηση αναίρεσης της Κ. Λ. κατά της 21/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ