Legislator Case Law & Legislation
69/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction notice, ruling it inadmissible as a legal ground for suspension.

Case Number 69/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a car rental company against the First Instance Court's decision to reject an eviction notice. The appellant argued that the contract should be rescinded due to disproportionate rent increases under civil code provisions, but the court held these rights cannot serve as grounds for suspending enforcement. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 933 et seq. of the Code of Civil Procedure; Articles 288 and 388 of the Civil Code: Rights under the Civil Code cannot constitute a legal ground for suspension of enforcement proceedings initiated under Article 933 et seq. of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
suspension of enforcement eviction notice inadmissible appeal disproportionate rent legal ground for suspension

Cited Legislation

AI generated
Articles 65, 67, 68, 70 of the Law 2190/1920
Article 18 paragraphs 1 and 2, Article 22 paragraphs 1 and 3 of Law 2190/1920
Articles 933 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 288 and 388 of the Civil Code
Article 493 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 69 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 69/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κοντούλα.

Της αναιρεσίβλητης :ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αγγελική Θλιβίτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2016 ανακοπή και τους από 20-10-2016 πρόσθετους λόγους της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4219/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-11 -2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4219/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, ως κατ' ουσίαν βάσιμη έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 322/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνάς με την οποίαν είχε γίνει δεκτή η από 21-7-2016 ανακοπή κατά της εκτέλεσης, εκ του άρθρου 933 επ. ΚΠολΔ, καθώς και οι από 20-10-2016 πρόσθετοι λόγοι αυτής που ασκήθηκαν εναντίον της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα, για ακύρωση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, της από 6-7-2016 επιταγής προς εκτέλεση (απόδοση μισθίων ακινήτων), μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους.

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68, 70 ΑΚ και 18 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1 και 3 του ν. 2190/1920 προκύπτει ότι την ανώνυμη εταιρία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής που ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην εκπλήρωση του σκοπού της. Η ως άνω οργανική εκπροσώπηση της εταιρίας μπορεί να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει σε ένα ή περισσότερα μέλη του Δ.Σ. ή και σε τρίτους, είτε απευθείας με διάταξη του καταστατικού είτε με απόφαση του Δ,Σ., σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη του καταστατικού. Και τα πρόσωπα αυτά (μέλη του Δ.Σ. ή τρίτοι) είναι όργανα της εταιρίας, με αντιπροσωπευτική εξουσία παράλληλη προς εκείνη του Δ.Σ. και ενεργούν ως υποκατάστατα τούτου.

Το Δ.Σ. και γενικά τα πρόσωπα που διοικούν την ανώνυμη εταιρία εκφράζουν τη βούληση αυτής, πράγμα που σημαίνει ότι η βούληση των εν λόγω προσώπων, όταν ενεργούν στο όνομα της εκπροσωπούμενης από αυτά ανώνυμης εταιρίας, ισχύει ως βούληση της εταιρίας ΑΠ 586/1983).

Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου, όταν αφορά την καταγγελία συμβάσεων, στις οποίες έχει συμβληθεί η εταιρεία, δεν απαιτείται από καμία νομική διάταξη να εκφράζεται πανηγυρικά, αλλά αρκεί να προκύπτει, ευθέως ή ερμηνευτικώς εκ της σχετικής με την υποκατάσταση πράξης του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και (ιδίως (αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα-αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία της με αριθ. …/…-3-2007 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης της Συμ/φου Αθηνών Βασιλικής Πλακογιάννη και των τροποποιητικών αυτής, εκ μέρους της καθής η ανακοπή-αναιρεσίβλητης είναι άκυρη λόγω έλλειψης εκπροσωπευτικής εξουσίας αυτής στο πρόσωπο των υπογραφόντων την καταγγελία, με αποτέλεσμα να τυγχάνει μη βεβαία και εκκαθαρισμένη η αξίωση της καθής για απόδοση του επίδικων ακινήτων . Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, απέρριψε το λόγο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού έκανε δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο το μοναδικό λόγο έφεσης της καθ'ης η ανακοπή -αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που, αντίθετα, είχε κάνει δεκτό το λόγο αυτό ανακοπής και είχε ακυρώσει την ανακοπτόμενη επιταγή, δεχόμενο τα ακόλουθα:

Στην με αριθμό …/…-3-2007 έγγραφη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτων, που καταρτίστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πλακογιάννη μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία " ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας ως εκμισθώτριας και της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης ως μισθώτριας, η πρώτη παραχώρησε στη δεύτερη έναντι μισθώματος, την κατοχή και χρήση :

α) της με στοιχεία Γ2 οριζόντιας διηρημένης ιδιοκτησίας του τμήματος "Γ" που αποτελείται από τρία υποτμήματα, ήτοι τα υπό στοιχεία ΥΠ3-Γ,ΥΠ2-Γα και ΥΠ1-Γα, β) την με στοιχεία ΥΠ2Βε οριζόντια ιδιοκτησία στο τρίτο υπόγειο του τμήματος "Β" ενός κτιριακού συγκροτήματος κτισμένου επί οικοπέδου που βρίσκεται στην Αθήνα στο οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς ...,..., ...

και ... και γ) την με στοιχεία " Σταθμός Αυτοκινήτων Α'" οριζόντια ιδιοκτησία, που αποτελείται από τέσσερα τμήματα που βρίσκονται στο ισόγειο, πρώτο υπόγειο, δεύτερο και τρίτο υπόγειο μιας πολυώροφης οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου που βρίσκεται στην Αθήνα στη θέση " ..." … επί της οδού ... , τα οποίο η μισθώτρια είχε προηγουμένως μεταβιβάσει κατά κυριότητα στην εκμισθώτρια με το … /…-3-2007 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα αντί τιμήματος 7.000000 ευρώ.

Ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης ορίστηκε για είκοσι έτη, με έναρξη την 15-3-2007 και λήξη την 30-3-2027, η αξία κτήσης των μισθίων ορίστηκε στο ποσό των 7.130.689,91 ευρώ, η καταβολή του οποίου συμφωνήθηκε σε 240 μηνιαία μισθώματα καταβλητέα την 30η ημέρα εκάστου μηνός με ημερομηνία καταβολής του πρώτου μισθώματος την 30-4-2007, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο άρθρο 5 της ρηθείσας σύμβασης.

Υπέρ της μισθώτριας εγγυήθηκε με την ίδια σύμβαση, παραιτούμενος των ενστάσεων ο Χ. Ρ. του Χ.. Η μισθώτρια παρέλαβε την κατοχή των μισθίων ακινήτων και έκτοτε έκανε χρήση αυτών ανενόχλητα λειτουργώντας σε αυτά επιχείρηση στάθμευσης αυτοκινήτων. Ακολούθως με αίτημα της μισθώτριας και με την …/…-2-2009 σύμβαση της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, τροποποιήθηκε η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι τα ήδη καταβληθέντα μισθώματα ανέρχονται σε 22 και μένει να καταβληθούν ακόμη μέχρι τη λήξη της σύμβασης 218 μισθώματα, καθώς και ότι δεν θα καταβληθούν μισθώματα για τους μήνες Φεβρουάριο του 2009 έως τον Μάιο του ίδιου έτους, λόγω αδυναμίας της μισθώτριας να προβεί στην αποπληρωμή τους, ενώ καθορίστηκε ότι το ύψος εκάστου μισθώματος για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο του έτους 2009 έως Μάϊο του 2010 θα ανέρχεται περιοριστικά σε 34.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην εν λόγω τροποποιητική σύμβαση.

Στη συνέχεια με την με αριθμό …/…-11-2010 σύμβαση της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου τροποποιήθηκε η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ως προς την διάρκεια της μίσθωσης, η οποία παρατάθηκε για δύο έτη με ημερομηνία λήξης την 30-3- 2029 και ως προς την καταβολή και το ύψος του μισθώματος κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην εν λόγω τροποποιητική σύμβαση.

Τέλος, με την με αριθμό …/…-10- 2012 σύμβαση τροποποίησης της ίδιας συμβολαιογράφου, επήλθε εκ νέου τροποποίηση στο ύψος του μισθώματος Ωστόσο, και παρά τις ανωτέρω τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης που απέβλεπαν στην διευκόλυνση της μισθώτριας για την τήρηση των οικονομικών της υποχρεώσεων, η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις για την προσήκουσα καταβολή των συμφωνηθέντων μηνιαίοον μισθωμάτων με συνέπεια να οφείλει μισθώματα πλέον των δύο ετών.

Για το λόγο αυτό, η εκμισθώτρια κατήγγειλε την σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με την από 23-5-2016 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-καταγγελία της, η οποία επιδόθηκε στην ανακόπτουσα - μισθώτρια στις 27-5-2016, σύμφωνα με την με αριθμό 9524ΣΤ/27-5- 2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Σ., και στον εγγυητή αυτής, Χ.

Ρ. στις 8-7-2016 σύμφωνα με την 9646ΣΤ/8-6-2016 έκθεση του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή και την κάλεσε να της καταβάλλει τα σε αυτή αναφερόμενα ως οφειλόμενα ποσά από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης τα οποία κατά τον χρόνο της καταγγελίας ανέρχονταν σε 2.057.999,76 ευρώ και σε διαφορετική περίπτωση να της παραδώσει το μίσθιο ακίνητο.

Η εν λόγω από 23-5-2016 εξώδικη δήλωση- καταγγελία της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης της καθ’ ης υπογράφτηκε από τους Ι. Π. του Μ. και Ε. Κ. του Ε.( οι οποίοι έδωσαν και την έγγραφη παραγγελία για την επίδοση αυτής στην ανακόπτουσα κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω. Από την με αριθμό πρωτ. …/…-3-2016 ανακοίνωση καταχώρισης στοιχείων της καθ'ης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), προκύπτει ότι στις 11-3-2016 καταχωρίσθηκαν στο ΓΕΜΗ με κωδικό καταχώρισης …, το από 12-6-2015 πρακτικό της ΓΣ και το από 12-6- 2015 πρακτικό ΔΣ της καθ’ ης ανώνυμης εταιρείας, από το οποίο προκύπτει η συγκρότηση σε σώμα του ΔΣ από τα αναφερόμενα στην ανακοίνωση αυτή πρόσωπα, ενώ ως προς το ζήτημα της εκπροσώπησης της εταιρείας από τρίτους και την προς αυτούς παροχή εξουσιοδοτήσεων ορίστηκαν τα ακόλουθα: " Το ΔΣ σύμφωνα με το Ν. 2190/1920 ως ισχύει και το άρθρο 20 παρ.2 του καταστατικού της εταιρείας, ως το μόνο αρμόδιο όργανο να αποφασίζει και να εγκρίνει απεριόριστα για κάθε θέμα που αφορά την εταιρεία, αποφασίζει ομόφωνα την εκπροσώπηση και παροχή εξουσιοδοτήσεων ως εξής: 1.

Παρέχει στους Ι. Μ., Ι.-Π. Ε.,Α. Δ.,Α. Τ., Μ. Φ.Ι. Π. του Μ. Ε. Κ. του Ε....το δικαίωμα πρώτης (Α) υπογραφής. 2) Παρέχει στους Π. Κ. Μ. Α...το δικαίωμα της δεύτερης (Β) υπογραφής. Ειδικότερα καθορίζει ότι οποιοδήποτε δύο από τους παραπάνω έχοντες δικαίωμα υπογραφής, ενεργούντες και υπογράφοντες από κοινού για λογαριασμό της εταιρίας κάτω από την εταιρική επωνυμία, θα εκπροσωπούν την εταιρία έναντι τρίτων και θα δεσμεύουν αυτήν, ως ακολούθως:

Α) για συναλλαγές μέχρι των 500.000 ευρώ απαιτούνται δύο υπογραφές, εκ των οποίων η μία θα πρέπει να είναι η πρώτη υπογραφή Β) για συναλλαγές πέραν των 500.000 ευρώ απαιτούνται δύο πρώτες υπογραφές. Στην προαναφερόμενη παροχή εξουσιοδότησης περιλαμβάνονται ενδεικτικώς και όχι περιοριστικούς οι ακόλουθες εντολές:

Να εκπροσωπούν την εταιρεία σε όλες τις σχέσεις και συναλλαγές της με κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, το Ελληνικό Δημόσιο και κάθε Οργανισμό ή τράπεζα, ταμεία ή Πιστωτικό Γενικά Ίδρυμα, να συνάπτουν συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης κατά το Ν. 1655/1986 όπως ισχύει κάθε φορά και το καταστατικό της εταιρείας καθώς και αγορές και πωλήσεις ακινήτων και κινητών και υπογράφουν κάθε έγγραφο με το οποίο δεσμεύεται η αναλαμβάνει υποχρεώσεις από τις συμβάσεις αυτές.....Ειδικά για τη σύναψη εμπορικών μισθώσεων ανακτημένων ακινήτων, ανεξαρτήτως μισθώματος, απαιτούνται δύο υπογραφές, εκ των οποίων η μία θα πρέπει να είναι πρώτη υπογραφή..." Σύμφωνα με την με αριθμό πρωτ.

…/…-3-2016 ανακοίνωση στοιχείων της καθ'ης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), στις 16-3-2016 καταχωρίσθηκαν στο ΓΕΜΗ με κωδικό καταχώρησης …, το από 30-9-2015 πρακτικό ΔΣ της καθ’ ης ανώνυμης εταιρείας, από το οποίο προκύπτει η ανασυγκρότηση σε σώμα του ΔΣ από τα αναφερόμενα στην ανακοίνωση αυτή πρόσωπα και, σε σχέση με την εκπροσώπηση της εταιρείας, ότι παραμένει σε ισχύ η απόφαση που αναφέρεται ανωτέρω και ελήφθη από το ΔΣ της καθ’ ης στις 12-6-2015.

Ενόψει των ανωτέρω από το περιεχόμενο του από 12-6-2015 πρακτικού του ΔΣ της καθ’ ης η ανακοπή ανώνυμης εταιρείας προκύπτει ότι η εκπροσώπηση αυτής ανατέθηκε απεριόριστα στα αναφερόμενα πρόσωπα, στα οποία και παρασχέθηκε απεριόριστη εξουσιοδότηση να διαχειριστούν όλα τα θέματα που αφορούσαν την εταιρεία, με μόνη διάκριση το οικονομικό αντικείμενο της συναλλαγής, όπου αν είναι πέραν των 5000.000 ευρώ απαιτούνται δύο (2) πρώτες (Α) υπογραφές και σε περίπτωση διενέργειας πράξεων μη αποτιμητών σε χρήμα προβλέπεται η σύμπραξη δύο προσώπων εχόντων δικαίωμα πρώτης (Α) υπογραφής.

Επιπροσθέτως, όπως στο ίδιο το πρακτικό αναφέρεται ρητά, η απαρίθμηση των πράξεων που μεταβιβάζονται στους εκπροσώπους είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον παραπάνω λόγο ανακοπής, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης από τα αναφερόμενα πρόσωπα που υπέγραψαν αυτήν και εκπροσωπούσαν την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλέγχο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 943 παρ. 1 ΚΠολ.Δ. αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Κατά δε το άρθρο 916 του ίδιου Κώδικα αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει αν από τον εκτελεστό τίτλο δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, επί άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης προς παράδοση ή απόδοση ακινήτου, αποδοτέο ακίνητο είναι εκείνο που ορίζει κατά θέση, όρια και λοιπά χαρακτηριστικά το διατακτικό της υπό εκτέλεση απόφασης. Γι' αυτό ο εκτελεστός τίτλος, όπως και η επιταγή προς εκτέλεση, πρέπει να περιέχει τα από την ως άνω διάταξη του άρθρου 916 ΚΠολ.Δικ.

απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας του ακινήτου και ειδικότερα να περιγράφεται τούτο κατά τα όρια, θέση, έκταση, χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύονται και οι πλευρικές του διαστάσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, μπορεί να ακυρωθεί η επιταγή, κατόπιν προβολής σχετικού λόγου με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολ.Δικ. (ΑΠ 572/2010, ΑΠ 1403/1999).

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 924 παρ. I ΚΠολΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση. Στην περίπτωση του άρθρου 915 ΚΠολΔ απαιτείται η επίδοση και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο αυτό.

Ήτοι, η συγκοινοποίηση εγγράφου αποδεικτικού της πλήρωσης της αίρεσης ή προθεσμίας, απαιτείται μόνο στην περίπτωση απαίτησης που τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία (ΑΠ 1419/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ανακοπής η ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, κατ' εκτίμηση, ότι η επιταγή προς εκτέλεση είναι άκυρη, διότι τα εκδοθέντα από τη Συμ/φο τέσσερα (4) πρώτα εκτελεστά απόγραφα τόσο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης όσο και των τροποποιητικών, είναι άκυρα κατ' άρθρο 918 ΚΠολΔ, αφού εκδόθηκαν σαν να επρόκειτο για τέσσερεις απαιτήσεις, και όχι για μία, σε αυτήν δε (επιταγή) σωρεύονται τα τέσσερα απόγραφα επί των διαφορετικών συμβολαιογραφικών πράξεων, προκαλώντας έτσι αμφιβολία ως προς την ύπαρξη μιας ή περισσότερων απαιτήσεων, για τις οποίες επισπεύδεται η εκτέλεση, με αποτέλεσμα η απαίτηση να μην είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, κατ' άρθρο 924 ΚΠολΔ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, απέρριψε το λόγο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενα τα ακόλουθα:

"Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καθ’ ης στις 11-7-2016 επέδωσε στην ανακόπτουσα την προσβαλλόμενη από 6-7-2016 επιταγή προς απόδοση του μισθίου, κάτω από αντίγραφο των με αριθμό …,…,… και …/2016 πρώτων εκτελεστών απογράφων, αντιστοίχως, της με αριθμό …/…-3-2007 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πλακογιάννη, και των με αριθμούς …/…-2-2009, …./…-11-2010 και …/…-10-2012 τροποποιητικών αυτής. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η επισπευδόμενη με την προσβαλλόμενη επιταγή εκτέλεση αφορούσε την αποβολή της ανακόπτουσας από το ακίνητο και όχι την είσπραξη των απαιτήσεων . Εξάλλου, στην από 6-7-2016 επιταγή προς εκτέλεση που κοινοποιήθηκε νόμιμα, υπάρχει πλήρης περιγραφή του ακινήτου κατά θέση έκταση και όρια, αναφέρεται η υπερημερία της μισθώτριας ως αιτία της επισπευδόμενης εκτέλεσης, ενώ συγκοινοποιείται και η καταγγελία της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης Τέλος, εν προκειμένω, η εκτέλεση επισπεύδεται δυνάμει του πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αριθμό …/…-3-2007 έγγραφης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτων και των τροποποιητικών αυτής πράξεων, ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής. Μετά ταύτα η λόγος αυτός της ανακοπής είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον παραπάνω λόγο ανακοπής, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και, ιδίως, εκείνες των άρθρων 918 και 924 ΚΠολΔ, που αφορά ο αναιρετικός λόγος,, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως ουσιαστικού δικαίου (σχ. ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 1898/2011), ως προς το κρίσιμο ζήτημα του βέβαιου και εκκαθαρισμένου της απαίτησης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 918 και 924 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 Α.Κ., 116 και 933 Κ.Πολ.Δ., 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, συνάγεται, ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί, και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγω της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ, μπορεί να αποτελέσει και η πρόδηλη αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 Α.Κ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης (ΑΠ ΟλΑΠ 9/2009, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 939/2019 ).Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινοτικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε, αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.

ΑΠ 7/2002, 8/2001, ΑΠ 151/2016, ΑΠ 311/2020). Μόνο, δε, το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνον αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, o οποίος έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 333/2019, ΑΠ 311/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της ανακοπής της και τον πρώτο των προσθέτων λόγων της, η ανακόπτουσα αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, ότι η επισπευδόμενη από την καθ' ης, σε βάρος της, αναγκαστική εκτέλεση με την προσβαλλόμενη επιταγή, αντίκειται στις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω του ότι; ενώ η καθ' ης αρχικά και ως το 2012 , με την επανειλημμένη τροποποίηση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης είχε συναινέσει στην μη καταβολή για ορισμένο χρονικό διάστημα ή στην καταβολή "ενδεικτικού" μισθώματος και της έδωσε έτσι την ευκαιρία αποπληρωμής των μισθωμάτων και των ληξιπρόθεσμων οφειλών της;

εν τούτοις ακολούθως, μετέβαλε στάση και στις 7-3-2016 της υπέβαλε εγγράφως πρόταση ρύθμισης της μέχρι τότε οφειλής της από την πιο πάνω αιτία, χωρίς να λάβει υπόψη την λόγω της οικονομικής κρίσης σημαντικότατη μείωση του κύκλου εργασιών της ίδιας που την εμπόδιζε να ανταπεξέλθει στους οικονομικούς όρους της μεταξύ τους σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, οι οποίοι συμφωνήθηκαν υπό διαφορετικές οικονομικές συνθήκες, ενώ δεν αποδέχθηκε την έγγραφη αντιπρόταση αυτής (ανακόπτουσας) που συνεκτιμούσε τα ανωτέρω στοιχεία και καταδείκνυε την πρόθεσή της να καταβάλλει τα οφειλόμενα μισθώματα.

Έτσι ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας του ν. 4224/2013; με συνέπεια την οικονομική καταστροφή της ίδιας και την απώλεια των συμφωνηθέντων μισθωμάτων για την καθ'ης ( η οποία εν τούτοις εισέπραξε εγγυητικές επιστολές ύψους 745.000 ευρώ.

Με τέτοιο, όμως, περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος ήταν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μη νόμιμος, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν την επισπευδόμενη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης προφανώς αντίθετη στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον πιο πάνω λόγο ως μη νόμιμο, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται τ' αντίθετα. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς την απόρριψη ως μη νομίμου του άνω λόγου ανακοπής, είναι απαράδεκτος, καθόσον απαραίτητη προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ανακοπή, ανταγωγή ή ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 253/2019),όπως στην προκείμενη περίπτωση που ο λόγος ανακοπής, απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως αβάσιμο το δεύτερο λόγο ανακοπής περί ακυρότητας της επιταγής προς εκτέλεση, κυρίως, λόγω εξαιτίας της επίδοσης αυτής κατά παράβαση δικονομικής συμφωνίας" που είχε περιληφθεί στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, και ειδικότερα, διότι η επίδοση δεν έγινε λόγω απουσίας του Προέδρου και Δ/ντος Συμβούλου της εταιρίας στα κατανομαζόμενα πρόσοοπα, ούτε στο εγγυητή, και, επικουρικά, εξαιτίας της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθής ως προς την επίδοση, κατ' άρθρο 281 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός, ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος, ως απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή, δεν αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου που αποτελεί προϋπόθεση για την ίδρυσή του (ΑΠ 1200/2019), αλλά δικονομικού. Σε κάθε, δε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα, ούτε ποιο ειδικότερα είναι το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του επικαλούμενου άρθρου 281 ΑΚ.

ούτε οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης , που έκρινε κατ' ουσία , παρά μόνο αποσπασματικά (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 259/2019). Ο ίδιος λόγος, προς την αποδιδόμενη από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος ως απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή δεν αφορά, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που αποτελεί προϋπόθεση για την ίδρυσή του (ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 1703/2008), αλλά δικονομικού.

Σε κάθε, δε, περίπτωση είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), ούτε ποιες και επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ως προς την απόρριψη του λόγου ανακοπής, κατά το μέρος που αφορά την παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ ως προς την επίδοση (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 860/2018), ούτε οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης, που έκρινε κατ' ουσίαν, παρά μόνον, αποσπασματικά (Ολ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 860/2018).

Η γενική ρήτρα του άρθ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, πηγάζουσα από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή ευθέως από το νόμο, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπομένη ειδική προστασία και δη οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθ. 388 ΑΚ, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξαιτίας ειδικών συνθηκών, όπως είναι και οι νομισματικές εκπτώσεις, υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις του νομίσματος, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή τον δανειστή.

Στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται, κατ' εφαρμογή της ρήτρας του άρθ. 288 ΑΚ, η δυνατότητα στο δικαστήριο ν' αποκλίνει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή μειώνοντας, ανάλογα, το συμφωνημένο μέγεθος τους, ώστε αυτές ν' ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά τον χρόνο της εκπλήρωσής τους. (ΑΠ 1114/2003, ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 877/2013).

Κατά την έννοια δε του άρθρ. 388 ΑΚ, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και την λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον αυτή δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι (α) μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν την σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης (β) η μεταβολή να οφείλεται σε λόγους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, να είναι δηλ.

απρόβλεπτη και ανυπαίτια και (γ) από την μεταβολή αυτήν η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής (ΑΠ 1114/2013, ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 588/2016).

Περαιτέρω, το παρεχόμενο δικαίωμα από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ είναι διαπλαστική φύση, όπως διαπλαστική είναι και η εκδοθησόμενη απόφαση (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 558/2016, ΑΠ 1114/2013, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 463/2017) ώστε μπορεί να ασκηθεί με αγωγή ή ανταγωγή (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 2045/2016, ΑΠ 1035/2001), δηλαδή, με επιθετική πράξη, όχι όμως με αμυντική πράξη όπως είναι η ένσταση ή ο λόγος ανακοπής, που επιτρέπονται όχι, προς διάπλαση μιας έννομης κατάστασης, αλλά απλά προς μερικής ή ολική απόρριψη αγωγής ή της ανακοπής. (ΑΠ 1035/2001, ΑΠ 877/2013).

Έτσι, επί ανακοπής κατά της εκτέλεσης εκ των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ, με την οποία διώκεται η ακύρωση πράξεων της εκτέλεσης για λόγους που αφορούν, κατά το άρθρο αυτό, την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση και ο ανακόπτων επέχει θέση εναγομένου και όχι ενάγοντος, δηλαδή, εκτιθέμενου (ΑΠ 1255/1987), δεν μπορεί να αποτελέσουν νόμιμο λόγο ανακοπής τα από τα παραπάνω άρθρα 288 και 388 ΑΚ δικαιώματα.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο του πρόσθετου δικογράφου λόγο ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι εξαιτίας της απρόβλεπτης μεταβολής σε μεγάλο βαθμό των οικονομικών συνθηκών, προέκυψε εμφανής και υπέρμετρη δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, κατά τρόπο ώστε το μηνιαίο μίσθωμα όπως προσδιορίστηκε με την ανωτέρω σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και τις τροποποιητικές αυτής να καθίσταται δυσανάλογο και επαχθές και να υπάρχει η ανάγκη προσαρμογής του, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της περιοχής του μισθίου και το πρόγραμμα ρύθμισης που πρότεινε η ίδια στην καθ'ης εκμισθώτρια και με τις διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, ενώ εξ αυτού του λόγου λείπουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την καταγγελία της σύμβασης αυτής.

Ο λόγος αυτός, με το ανωτέρω περιεχόμενο ήταν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη μη νόμιμος, αφού δεν μπορεί να αποτελέσουν νόμιμο λόγο ανακοπής από τα παραπάνω άρθρα προβλεπόμενα δικαιώματα.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον πιο πάνω λόγο ως μη νόμιμο, ορθώς ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται τ' αντίθετα. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς την απόρριψη ως μη νομίμου του άνω λόγου, είναι απαράδεκτος, καθόσον απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδρυσή του, είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ανακοπή, ανταγωγή ή ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ ΑΠ 44/1990, ΑΠ 252/2019, όπως στην προκείμενη περίπτωση που ο λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/11/2018 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας "ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της 4219/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ