Legislator Case Law & Legislation
128/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and attacks on uncontrollable fact-finding assessments.

Case Number 128/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Athens regarding a service contract dispute. The appellant argued that the appellate court accepted unproven facts without evidence, specifically concerning the termination of services. The court ruled that the appellate court's assessment of evidence was within its discretionary power and not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it vaguely attacks the court's evaluation of evidence or factual findings, which are legally uncontrollable on appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds fact-finding assessment evidence evaluation uncontrollable judgment vague appeal service contract dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 561(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 128 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 128/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών και "ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" (ΕΚΕΦΕ "Δ"), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Καλλιρόης Λυμπερίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1490/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4628/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-2-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 19/2020).

2.Στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση αναιρέσεως του εναγομένου προσβάλλεται η 4628/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση αυτού (εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος) κατά της 1490/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 30-5-2014 αγωγή της ενάγουσας, α)αναγνωρίστηκε ότι η τελευταία συνδέεται με το εναγόμενο νπδδ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και η ακυρότητα της από 21-8-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου και β) υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, και να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 8.400 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας, για το από τον ανωτέρω χρόνο της καταγγελίας μέχρι τις 21-3-2014 χρονικό διάστημα, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και ότι από την αρχική πρόσληψη, την 1.2.2000, είχε προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια υπό την επίκληση ότι το Εφετείο, αποφαινόμενο ότι η ενάγουσα που είχε καταρτίσει την από 22.2.2000 σύμβαση ανάθεσης έργου, την από 20-2-2001 νέα σύμβαση ανάθεσης έργου μετά τη λήξη της αρχικής και ....αλλεπάλληλες έγγραφες συμβάσεις ορισμένου χρόνου..ως σύμβαση ανάθεσης έργου και ακολούθως ως σύμβαση μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, δήθεν συνδέονταν με το αναιρεσείον με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1), είναι αόριστος καθόσον στο αναιρετήριο εκτίθεται μόνο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, χωρίς να καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τί συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, ούτε αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, (πλην ελαχίστων κατ` επιλογή αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης) ήτοι οι ουσιώδεις παραδοχές που είναι αναγκαίες, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση τις σ' αυτό εκτιθέμενες παραδοχές, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, με συνέπεια να αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Επομένως ο πρώτος από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης ,ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται η ίδια από τον αρ.1 του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια χωρίς επίκληση παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, της διάταξης που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και του αποδιδόμενου σφάλματος είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας.

3. Στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι η αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007), ενώ δεν αποτελούν πράγματα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, οι ισχυρισμοί, που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1202/2000).

Συνακόλουθα τούτων, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 7/2019, ΑΠ 865/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με τους λόγους της αίτησης, δεύτερο και τρίτο, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα για το ουσιώδες ζήτημα της καταγγελίας δέχτηκε ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη παρείχε τις υπηρεσίες της αμειβόμενη με εφάπαξ αμοιβές μέχρι τις 21/8/2013 οπότε το εναγόμενο κατήγγειλε σιωπηρώς τη μεταξύ τους σύμβαση αρνούμενο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της διαλαμβάνοντας επί λέξει "...οπότε και το εναγόμενο αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της..." χωρίς απόδειξη..

Όμως, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανόμενη σε αυτήν ρητή βεβαίωση "από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα....στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν.... ",η ειδική αξιολόγηση των οποίων δεν ήταν αναγκαία.

Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως δεύτερος και τρίτος, από τον αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενιαίως κρινόμενοι είναι αβάσιμοι. Άλλωστε, υπό την επίφαση επίκλησης των ανωτέρω πλημμελειών, πλήττεται η αναφερόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δικαστική κρίση, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

4.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος δεν επιβάλλονται ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-2-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 4628/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ