Legislator Case Law & Legislation
1284/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of representation and procedural defects regarding insurance companies.

Case Number 1284/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision on car accident damages, ruling the proceedings inadmissible for two insurance companies. The appellants argued the lower court rejected their claims without reasoning, but the Court found the appeal procedurally flawed because the two insurance companies failed to appear or be represented. Consequently, the Court separated the case, declaring the appeal inadmissible for the absent insurers while rejecting the appeal entirely for the other parties who did not participate.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the respondent insurance companies fail to appear or be represented, and the appeal is rejected in its entirety for parties who did not participate in the proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of representation insurance companies procedural defect separation of case Code of Civil Procedure car accident damages

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 191(1) of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Articles 681A and 666 et seq. of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1284/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Α. του Δ. και 2) Α. Α. του Δ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στρατή Κουλουρούδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ζ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AIGAION ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 2ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 03-03-2020 δήλωση, καθώς και στις από 04-03-2020 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε ότι η "AIGAION ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" τελεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, ενώ οι 1ος και 3η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-02-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 764/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1022/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 07-01-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 2ος και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-12-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1022/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, των άρθρων 681Α, 666 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργηση τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 30-05-2016 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 764/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ένδικη, από 25-02-2015 και με αριθμό καταθ. 2056/37290/30.3.2015, αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση ζημίας και ηθικής τους βλάβης για τις σωματικές βλάβες που υπέστησαν σε αυτοκινητικό ατύχημα (τραυματισμός επιβαινόντων σε ΔΧΕ αυτοκίνητο), έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν ως προς τους δεύτερο και τέταρτη των εναγομένων Ζ. Σ. και την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "AIGAION ΑΑΕ", ενώ απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους εξ αυτών πρώτο και τρίτη εναγομένους Ι. Α. και την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ".

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς 1231/23.12.2019 και 1228/23.12.2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίας Αλεξ.Πετροπούλου προκύπτει ότι μετά από γραπτή παραγγελία του Στρατή Ιωαν.

Κολορούδη, Δικηγόρου Αθηνών, ως δικαστικού πληρεξουσίου των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, αντίγραφο της από 07-01-2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1022/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή, από 07-03-2019 πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (06-03-2020) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους σαν να ήταν και αυτοί παρόντες άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 235 Ν. 4364/2016: «1. Η Εποπτική Αρχή είναι η μόνη αρμόδια να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 220 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην απόφαση 2. [...] 3. Στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, και επί ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται από τον Πτωχευτικό Κώδικα, οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ΚΠολΔ. Παράβαση των διατάξεων αυτών επιφέρει τις ίδιες κυρώσεις και πρόστιμα στο πρόσωπο του ασφαλιστικού εκκαθαριστή όπως στην περίπτωση του Διοικητικού Συμβουλίου».

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 239 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης».

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3788/2007) ορίζεται ότι «1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες».

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης (με απόφαση της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής), ακολουθεί, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση, το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, συνιστά συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την Εποπτική Αρχή (και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών), οδηγεί δε στη ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης με σκοπό την ικανοποίηση, αποκλειστικά με αυτήν των πιστωτών, ανάλογα με το ύψος των κατά της τελευταίας υφισταμένων απαιτήσεών τους. Πρέπει επίσης να γίνει δεκτό, ότι η κατά τα ανωτέρω απαγόρευση άσκησης και εκδίκασης ενδίκων μέσων επί αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθάρισης, αφορά τόσο αυτά που στρέφονται κατά της επιχείρησης, όσο και αυτά που στρέφονται σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση (εννοείται για τις αξιώσεις των ζημιωθέντων τρίτων), έτσι ώστε να προστατεύονται και οι δύο από τις αξιώσεις τρίτων.

Υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς του άρθρου 12α παρ. 5 του ν.δ/τος 400/1970 το οποίο καταργήθηκε αναφορικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητο γινόταν δεκτό, ότι επί ασφαλιστικής εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης από την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της εταιρίας εξαιρούνταν οι τρίτοι ζημιωθέντες σε τροχαίο ατύχημα που είχαν ευθέως εκ του νόμου δικαίωμα να στραφούν κατά αυτής, λόγω ασφάλισης από την τελευταία της αστικής ευθύνης του ζημιογόνου οχήματος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, οπότε οι σχετικές δίκες διεξάγονταν κανονικά και κατά τον χρόνο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.

Τούτο, γιατί η σχετική διάταξη όριζε ότι "κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος (και όχι των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση) κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης". Μετά την κατάργηση όμως του ν.δ/τος 400/1970 (άρθρο 278 του ν. 4364/2016), η αντίστοιχη διάταξη για την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας του άρθρου 12α παρ. 5 του προισχύσαντος ν.δ/τος είναι εκείνη του άρθρου 239 παρ. 3 του ν. 4364/2016 που ορίζει ότι "κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης".

Κατά τη διάταξη αυτή ως "Απαίτηση από ασφάλιση" για τις ανάγκες των διαδικασιών εκκαθάρισης, θεωρείται κάθε ποσό που οφείλει η ασφαλιστική επιχείρηση σε ασφαλισμένους, κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων, δικαιούχους, ή σε κάθε ζημιωθέντα, οι οποίοι έχουν δικαίωμα άσκησης ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης που απορρέει από την ασφαλιστική σύμβαση, περιλαμβανομένων των ποσών που αποθεματοποιούνται για τα προαναφερόμενα πρόσωπα, όταν δεν έχουν ακόμη καταστεί γνωστά ορισμένα στοιχεία της οφειλής.

Τα ασφάλιστρα που οφείλονται από ασφαλιστική επιχείρηση λόγω μη κατάρτισης ή ακύρωσης ασφαλιστικών συμβάσεων θεωρούνται επίσης απαιτήσεις από ασφάλιση για τις ανάγκες των " διαδικασιών εκκαθάρισης". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η έννοια της "απαίτησης από ασφάλιση" είναι ευρύτερη από την έννοια του "ασφαλίσματος", καθόσον περιλαμβάνει όλα τα είδη των απαιτήσεων από ασφάλιση, είτε έχει επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος (οπότε γίνεται λόγος για απαίτηση ασφαλίσματος), είτε όχι.

Επομένως υπό το καθεστώς του νέου νόμου 4364/2016, για εκκαθαρίσεις που έλαβαν χώρα από 01-01-2016 και μετά, όταν μία ασφαλιστική εταιρία τίθεται υπό ασφαλιστική εκκαθάριση και για όσο διάστημα διαρκεί αυτή, αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις κατά της εταιρίας όλων όσων έχουν απαίτηση από ασφάλιση κατά αυτής, δηλαδή και των τρίτων ζημιωθέντων από τροχαίο ατύχημα, που έχουν ευθεία εκ του νόμου αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, επειδή αυτή ασφάλιζε κατά τον χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα για την προς τρίτους αστική του ευθύνη.

Η αναστολή των ατομικών διώξεων περιλαμβάνει και την άσκηση ενδίκων μέσων κατά οριστικών αποφάσεων για τις παραπάνω διαφορές, είτε από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, είτε από τον τρίτο ζημιωθέντα. Με την παραπάνω διαδικασία, που ομοιάζει με την πτωχευτική διαδικασία, κατά το χρόνο της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, προστατεύεται και η ασφαλιστική εταιρία από τη διατήρηση των ενεργητικών στοιχείων της περιουσίας της, αλλά και οι ασφαλισμένοι από τις ατομικές διώξεις των ζημιωθέντων τρίτων, εφόσον η ασφαλιστική τους εταιρία προέκυψε αφερέγγυα, όλα δε αυτά ισχύουν για τις νέες ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις που άρχισαν μετά την 01-01-2016 (ΑΠ 1254/2019, ΑΠ 672/2019).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 261/23.02.2018 (Φ.Ε.Κ. 165/23.02.2018,) αποφάσεως της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε οριστικώς η άδεια της 4ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής επιχειρήσεως η οποία τέθηκε υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 109, 110, 114, 220, 221 και 235 ν. 4364/2016, και διορίσθηκε ασφαλιστικός εκκαθαριστής. Σύμφωνα συνεπώς με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, την οποία άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της υπ' αριθ. 1022/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής των αναιρεσειόντων με αντικείμενο την καταψήφιση ασφαλιστικού ποσού λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου - πρέπει κατά το μέρος που αφορά την 4η των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "AIGAION ΑΑΕ" να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της όπως αυτή παρίσταται νόμιμα, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι το ζήτημα αυτό ερευνάται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο τούτο. Για τους ίδιους επίσης ως άνω λόγους η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και ως προς τον ασφαλισμένο αυτής, δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ζ. Σ. , οδηγό και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου.

Περαιτέρω, εφόσον μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, οδηγών των ζημιογόνων αυτοκινήτων και των ασφαλιστικών εταιριών που καλύπτουν την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται από το κάθε όχημα αντίστοιχα, που ήταν συνεπαγόμενοι στον πρώτο βαθμό ως υπόχρεοι αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, υφίσταται σχέση απλής κατ’ αρθρο 75 ΚΠολΔ ομοδικίας (ΑΠ 85/2019, ΑΠ 147/2007), πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μεταξύ των λοιπών διαδίκων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η έννοια της αμέλειας είναι έννοια νομική.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του ισχύοντος κατά το χρόνο του ατυχήματος Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1106/2019 ).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως αναφορικά με τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών τα ακόλουθα: "Στις 03-05-2010 και περί ώραν 23.20', οι ενάγοντες Χ. Α. και Α.

Α. επέβαιναν στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος Ι. Α., το οποίο κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Το πιο πάνω όχημα εκινείτο με ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, επί της Λεωφόρου Κύπρου στην Αργυρούπολη Αττικής, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση, και δη με κατεύθυνση από Ελληνικό προς Αθήνα.

Την ίδια ώρα, ο δεύτερος εναγόμενος Ζ. Σ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο- για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "AIGAION ΑΑΕ", κινείτο επί της οδού Αργυρουπόλεως, η οποία οδός διασταυρώνεται με την παραπάνω ζωφόρο.

Στην διασταύρωση και των δύο παραπάνω οδών υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που ρυθμίζουν την κυκλοφορία, οι οποίοι κατά τον πιο πάνω χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, επιπρόσθετα δε στην οδό Αργυρουπόλεως υπάρχει και πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας, με την ένδειξη STOP (Ρ-2). Όταν ο Ζ. Σ., έφτασε στην εν λόγω διασταύρωση της παραπάνω οδού Αργυρουπόλεως με την Λεωφόρο Κύπρου, δεν ακινητοποίησε το όχημά του στον επί της πορείας του φωτεινό σηματοδότη, που έδειχνε ερυθρό φως κυκλικής μορφής, προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στην Λεωφόρο Κύπρου, οι φωτεινοί σηματοδότες επί της οποίας έδειχναν πράσινο φως κυκλικής μορφής, αλλά συνέχισε χωρίς κανέναν έλεγχο την πορεία του, και διέσχισε ανεπίτρεπτα, κάθετα, την παραπάνω Λεωφόρο Κύπρου, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την κατά προτεραιότητα πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και στο οποίο επέβαιναν οι ενάγοντες και να προκαλέσει την σύγκρουση αυτών.

Σύμφωνα με τα ως άνω περιστατικά, η σύγκρουση των δύο οχημάτων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος από έλλειψη προσοχής και σύνεσης, την οποία όφειλε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, κατά την οδήγηση του οχήματος του, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, με αποτέλεσμα να παραβιάσει τον ερυθρό σηματοδότη (παραβίαση άρθρου 6 του ΚΟΚ), γεγονός άλλωστε που συνομολόγησαν οι δεύτερος και τέταρτη των εναγομένων, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα 764/16-11-2015 Πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρο 352 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 591 παράγραφος 1 του ίδιου κώδικα).

Αντίθετα στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Ι. Α. δεν προέκυψαν, αφού ο τελευταίος κινείτο έχοντας πράσινο φώς κυκλικής μορφής στο φωτεινό σηματοδότη της πορείας του. Τα ίδια συνεπώς αφού δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή ως προς τους πρώτο και και τρίτη των εναγομένων, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, ό,τι δε αντίθετο υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο" Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις παραπάνω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη ως άνω αγωγή κατά των (μεταξύ άλλων) πρώτου και τρίτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων (οδηγό του με αρ.κυκλ....

ΔΧΕ αυτοκινήτου Ι. Α. και ασφαλιστική αυτού εταιρία αντίστοιχα), ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του ΑΚ και 20 παρ.1 του Ν.2696/1999 ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το μεν ότι η πρόκληση της σύγκρουσης των οχημάτων κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων οφείλεται αποκλειστικά στην, κατά τα ως άνω πλημμελή οδηγική συμπεριφορά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Ζ.

Σ., το αυτοκίνητο του οποίου παρενεβλήθη στην πορεία του ΔΧΕ αυτοκινήτου (ταξί) διότι παραβίασε την υφιστάμενη στην πορεία του, προ της συμβολής της Λεωφόρου Κύπρου και της οδού Αργυρουπόλεως, ένδειξη του ερυθρού φωτός του σηματοδότη, το δε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ι. Α., εφόσον αυτός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, οδηγώντας το ως άνω το όχημά του, κινείτο επί της Λ.

Κύπρου κανονικά στο προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας, έχοντας στην πορεία του πράσινη ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το επιβαλλόμενο στην περιοχή ανώτατο όριο των 50χλμ την ώρα, δικαιολογούν την απόρριψη της μεταξύ άλλων στρεφομένης, κατ' αυτού και της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι τελευταίοι με τον δεύτερο κατά ένα μέρος, λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Παράλληλα η αναιρεσιβαλλομένη, σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας υπαίτιας συμπεριφοράς στην πρόκληση της σύγκρουσης του πρώτου εφεσιβλήτου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού, του ασφαλισμένου στην τρίτη εφεσίβλητη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με αριθμό κυκλ ...

ΔΧΕ αυτοκινήτου (ταξί), διέλαβε συνοπτικές μεν, αλλά επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, τη συμπεριφορά ενός εκάστου των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των περί υπαιτιότητας (αμέλειας) διατάξεων και επομένως δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφαση του νόμιμης βάσης.

Συγκεκριμένα, παράθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την αμελή οδηγική συμπεριφορά την οποία επέδειξε ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα του επικαλούμενου στην ένδικη αγωγή τραυματισμού των επιβαινόντων στο ταξί αναιρεσειόντων και δη, ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του και κινούμενος με αυτό επί της οδού Αργυρουπόλεως, όταν έφθασε στο σημείο στο οποίο αυτή συμβάλλεται καθέτως με την λεωφόρο Κύπρου, δεν ακινητοποίησε τούτο, όπως είχε υποχρέωση να πράξει προ των ευρισκόμενων στην πορεία του ρυθμιστικών της κυκλοφορίας επισημάνσεων υποχρεωτικής διακοπής πορείας:

α) πινακίδας με την ένδειξη STOP (Ρ-2) και β) της, προς την κατεύθυνσή του, ένδειξης ερυθρού φωτός του ευρισκόμενου σε λειτουργία φωτεινού σηματοδότη, αλλά συνέχισε την πορεία του κινούμενος επί της διασταυρώσεως, οπότε το όχημά του παρενεβλήθη στην πορεία του, επί της λεωφόρου Κύπρου, με κατεύθυνση από Ελληνικό προς Αθήνα, κινουμένου με κανονική ταχύτητα ως άνω ΔΧΕ αυτοκίνητου (ταξί), με το οποίο συγκρούστηκε.

Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ΔΧΕ αυτοκίνητου (ταξί), στο οποίο επέβαιναν οι αναιρεσείοντες, διέλαβε ότι αυτό κινείτο κανονικά επί της Λεωφόρου Κύπρου με κατεύθυνση προς Αθήνα, και, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο στην περιοχή όριο ταχύτητας των 50 χλμ την ώρα, πλησίασε στη συμβολή των ως άνω οδών έχοντας στην πορεία του ένδειξη πράσινου φωτός που έδινε στο όχημά του προτεραιότητα διέλευσης έναντι του, επί της οδού Αργυρουπόλεως κινούμενου οχήματος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες με το πρώτο και πέμπτο (υπό στοιχ.α’ και ε’) σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, δεν παρατίθενται αναλυτικά τα στοιχεία από τα οποία, κατ' αντιστοιχία με τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, προέκυψαν οι από μέρους του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου παραβιάσεις του ΚΟΚ, η μη υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό του ως άνω ΔΧΕ αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαιναν οι αναιρεσείοντες, αλλά και αν, ο τελευταίος, πλησιάζοντας με το όχημά του στη συμβολή των ως άνω οδών, τήρησε τους προς τούτο επιβαλλόμενους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, διότι, πέραν του ότι δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με τις οποίες υπό την επίκληση της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου, και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Οι περαιτέρω, συνδυαστικά με τον πρώτο (υπό στοιχ.α’ και υποσημ.2) και το πέμπτο (υπό στοιχ ε’) σκέλος του πρώτου λόγου αλλά και τμήμα του δευτέρου λόγου της αναίρεσης αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επειδή:

(α) εσφαλμένα εκτίμησε τα από τους αναιρεσείοντες προσαχθέντα ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία, αντίθετα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι η ταχύτητα του ΔΧΕ αυτοκινήτου (ταξί) στο οποίο επέβαιναν οι αναιρεσείοντες υπερέβαινε τα 80 με 90 χλμ την ώρα,

(β) δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο των εγγράφων που οι ίδιοι επικαλέσθηκαν ήτοι την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα τροχαίας, τις προανακριτικές και τις ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου καταθέσεις των αναιρεσειόντων, το περιεχόμενο της ποινικής απόφασης με την οποία αμφότεροι οι οδηγοί καταδικάστηκαν για τις σωματικές τους βλάβες,

(γ) ότι δεν αιτιολογεί, αν η ομολογία του δευτέρου αναιρεσιβλήτου σχετικά με την αποκλειστική αυτού υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος ανταποκρίνεται στις συνθήκες που επικρατούσαν τη στιγμή της σύγκρουσης και

(δ) ότι δεν διαλαμβάνει παραδοχές που συνδέουν την ταχύτητα του ΔΧΕ αυτοκινήτου με τα ίχνη πλαγιολίσθησης που ανευρέθηκαν στο οδόστρωμα, την έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης, τα σημεία που επλήγησαν τα συγκρουσθέντα οχήματα και την έκταση των ζημιών που αυτά υπέστησαν, είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται τόσον η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο για την απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού της υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.). Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά τα παραπάνω τμήματά τους είναι προεχόντως απαράδεκτοι και σε κάθε περίπτωση ο δεύτερος αναιρετικός λόγος ως προς το πρώτο τμήμα του (ευθεία παραβίαση νόμου) είναι αβάσιμος, και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά την πιο πάνω διάταξη και αν προβληθεί τέτοιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. (ΑΠ 553/2016, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 818/2008). Τέτοιες είναι οι καθαρώς δικονομικές διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3, 529 παρ. 2 αλλά και οι 339 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ, οι οποίες καθορίζουν τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική δύναμη της δικαστικής ομολογίας. (ΑΠ 381/2020 ΑΠ 1716/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο κατ' εκτίμηση την από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των δικονομικού χαρακτήρα διατάξεων των άρθρων:

i) 527 παρ. 3, 529 παρ. 2 ΚΠολΔ με τμήμα του τρίτου και τέταρτου (υπό στοιχ. γ’ και δ’) σκέλους από τον πρώτο λόγο,

ii) 352 παρ. 1 ΚΠολΔ με τμήμα του πρώτου σκέλους (υπό στοιχ.α- υποσημείωση 1-2 στη σελ. 5 της αίτησης) από τον πρώτο αναιρετικό λόγο και το πρώτο τμήμα του τρίτου αναιρετικού λόγου,

iii) 339 ΚΠολΔ με τμήμα του τέταρτου σκέλους (υπό στοιχ.δ) από τον πρώτο αναιρετικό λόγο, και

iv) 339 και 340 ΚΠολΔ με τμήμα του δεύτερου και τέταρτου λόγου.

Ειδικότερα αιτιώνται ότι η προσβαλλομένη κατά παράβαση των άρθρων 527 και 529 ΚΠολΔ δεν συμπεριέλαβε στα αποδεικτικά μέσα τη με αριθμό 86346/23.9.2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν με επίκληση για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι κατ' εσφαλμενη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ θεώρησε πλήρως αποδεδειγμένη την έλλειψη αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση της σύγκρουσης, και, τέλος, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 339 και 340 ΚΠολΔ διότι κατέληξε σε απορριπτική κρίση για την υπαιτιότητα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο πράγματα χωρίς απόδειξη. Οι ως άνω όμως προβληθέντες λόγοι σε σχέση με τις παραπάνω αιτιάσεις τους είναι απαράδεκτοι, και πρέπει να απορριφθούν διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι πιο πάνω διατάξεις δεν περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασής του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και όταν, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα. Ειδικώς, όταν πρόκειται για απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει, χωρίς να επιβάλλεται να κάνει ειδική αναφορά σ' αυτή (ΑΠ 240/ 2011, ΑΠ 704/2008). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, στο πλαίσιο της αξιολόγησης των αποδείξεων διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 1179/2019, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το τρίτο και το αντίστοιχο τμήμα από το πρώτο (υπό στοιχ.α και υποσημ.2), τρίτο (υπό στοιχ.γ), και τέταρτο (υπό στοιχ. δ) σκέλος του πρώτου λόγου και τμήμα από τους δεύτερο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (υπό την επίκληση ταυτόσημων κατά περιεχόμενο αιτιάσεων), η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συγκλίνουσας υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων στην πρόκληση του ατυχήματος, τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, και, την ενώπιον του το πρώτον, κατ' άρθρο 527ΚΠολΔ, προσκομισθείσα με επίκληση με αριθμό. 86346/23.9.2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία πρωτοδίκως ο πρώτος αναιρεσίβλητος κρίθηκε ένοχος και του επεβλήθη συνολική ποινή 18 μηνών για το αδίκημα της πρόκλησης από το ένδικο τροχαίο ατύχημα σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή σε βάρος των επιβαινόντων (μεταξύ αυτών και στους αναιρεσείοντες), στα δυο συγκρουσθέντα οχήματα.

Ωστόσο, το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, όπως ρητώς βεβαιώνει σ' αυτήν σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους ισχυρισμών "Απ'όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, καθώς και εκείνα της ποινικής δικογραφίας που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων χωρίς να εξαιρέσει κάποιο απ'αυτά.

Από την παραπάνω ρητή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις ως άνω επακριβώς εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων και συνεκτίμησε τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας (αυτοψία, σχεδιάγραμμα της Τροχαίας προανακριτικές καταθέσεις) αλλά και την ως άνω προσκομισθείσα πρωτόδικη απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου, η οποία εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός εξ αυτών.

Ειδικότερα οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης:

α) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του με αριθμό κυκλ ... ΔΧΕ ασφαλισμένου στην τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία αυτοκινήτου, επέδειξε σύννομη, εν σχέσει με τις επικρατούσες τη στιγμή εκείνη στην περιοχή κυκλοφοριακές συνθήκες, οδηγική συμπεριφορά, εφόσον κινείτο κανονικά με το όχημά του χωρίς να υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο στο σημείο εκείνο όριο ταχύτητας των 50χλμ στην λωρίδα του, προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας της λεωφόρου Κύπρου, επιπλέον δε και ότι, κατά τη στιγμή της προσέγγισής του αυτοκινήτου του στη συμβολή της ως άνω λεωφόρου με την οδό Αργυρουπόλεως, είχε στην πορεία του πράσινη φωτεινή ένδειξη του σηματοδότη, και

β) ότι η επί του σημείου αυτού των οδών σύγκρουση των δυο οχημάτων συνέβη όταν το ασφαλισμένο στην τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με αριθμό κυκλ.... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, εισήλθε στη διασταύρωση παραβιάζοντας το προς την πορεία του ερυθρό φως του σηματοδότη, αντιδιαστέλλονται σαφώς με την κρίση του ως άνω ποινικού δικαστηρίου κατά την οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού της, αναφέρεται, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός επέδειξε πλημμελή οδηγική συμπεριφορά, επειδή οδηγούσε χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ελέγχει το όχημά του χωρίς να κάνει λόγο για κίνηση με αυξημένη πέραν της επιτρεπόμενης ταχύτητας αιτιολογούν το αντίθετο προς την προαναφερόμενη ποινική απόφαση αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου σε σχέση με την έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του ΔΧΕ αυτοκινήτου ανεξαρτήτως του ότι σε κάθε περίπτωση δεν προέκυψε ότι η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και πολύ περισσότερο αμετάκλητη.

Επομένως, οι αναφερόμενοι στην ίδια πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ κατά ως άνω τμήματά τους πρώτος, δεύτερος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι είναι προεχόντως αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Για την θεμελίωση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, οδηγού του ΔΧΕ αυτοκινήτου, στην πρόκληση του ατυχήματος και ακολούθως του μη καταλογισμού σ'αυτόν από το Εφετείο υπαιτιότητας στον τραυματισμό των αναιρεσειόντων, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η ταχύτητα του ως άνω οχήματος κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν υπερέβαινε το καθορισμένο για την περιοχή ανώτατο όριο ταχύτητας των 50χλμ την ώρα, ενώ, από τα έγγραφα που νομίμως με επίκληση οι ίδιοι ως εκκαλούντες προσκόμισαν στο Δικαστήριο, μεταξύ δε αυτών τα πρακτικά και το σκεπτικό της με αριθμό 86346/2016 ως άνω, μη τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αποδείχτηκε ότι αυτό έβαινε με ταχύτητα περίπου 80 με 90 χλμ την ώρα και ότι ο οδηγός του οδηγούσε το ως άνω όχημα χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ελέγχει τούτο επαρκώς.

Οι ως άνω προβαλλόμενες με το δεύτερο (υπό στοιχ.β) και κατά ένα τμήμα από το πρώτο (υπό στοιχ,α και υποσημ.2) και το τρίτο σκέλος, (υπό στοιχ γ) του πρώτου λόγου αλλά και τμήμα των δευτέρου και τέταρτου λόγων αναίρεσης, αιτιάσεις, αναφερόμενες στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος (561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν στοιχειοθετούν την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης κατά το αναφερόμενο στα ως άνω τμήματα μέρος τους, πρέπει ν'απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1428/2000) και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τη συνεκτίμηση των ως άνω ρητώς στην απόφαση αυτή αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1305/2013).

Η επικαλούμενη δε με το δεύτερο (υπό στοιχ.β') σκέλος του πρώτου λόγου αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αγωγή, την έφεση και τις προτάσεις των αναιρεσειόντων στον πρώτο και τον δεύτερο βαθμό τα οποία αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης και όχι αποδεικτικά έγγραφα (ΑΠ 933/2018) δεν ιδρύουν τους από τους αριθμούς 11, 8, 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους και επομένως είναι απαράδεκτες και πρέπει ν απορριφθούν.

Ως πράγματα κατά την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (OλΑΠ 25/2003, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996), Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013).

Με το τέταρτο σκέλος (υπο στοιχ.δ’) του πρώτου και τμήμα του δεύτερου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για μη λήψη υπόψη του αγωγικού ισχυρισμού τους για συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος, υποστηρίζοντας ότι κινείτο επί της λεωφόρου Κύπρου οδηγώντας το ασφαλισμένο στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων ΔΧΕ (ταξί), στο οποίο αυτοί επέβαιναν, με ταχύτητα τουλάχιστον 80χλμ την ώρα, υπερβαίνοντας το επιβαλλόμενο στην περιοχή ανώτατο όριο ταχύτητας των 50χλμ την ώρα.

Όπως όμως από τις παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει, το ως άνω θεμελιωτικό της αγωγής τους γεγονός σχετικά με την υπαιτιότητα που αποδίδουν στον πρώτο αναιρεσίβλητο για την πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο αποτελεί "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε αρνητικά από το δικαστήριο της ουσίας με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του, και, κατά συνέπεια, ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το ως άνω τμήμα του είναι αβάσιμος.

Οι λοιπές προβαλλόμενες με το ίδιο σκέλος (υπο στοιχ.δ’), αλλά και τμήμα από το πρώτο σκέλος του (υπό στοιχ. α'- υποσημ.2) του λόγου αυτού αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις από μέρους των αναιρεσειόντων προσκομιζόμενες με επίκληση για τη βασιμότητα του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού τους αποδείξεις, (ποινική δικογραφία, τις προανακριτικές αλλά και τις ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταθέσεις των αναιρεσειόντων), είναι απαράδεκτες διότι δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ.

Επομένως ο πρώτος κατά το τέταρτο σκέλος και τμήμα του πρώτου σκέλους του (υπο στοιχ.δ και α) και ο δεύτερος κατά ένα τμήμα του αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από το άρθρο 321 ΚΠολΔ που ορίζει ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται ότι, υπό το κράτος της ισχύος του ΚΠολΔ, οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.

Περαιτέρω, το δεδικασμένο από την παραδοχή ή την απόρριψη της πολιτικής αγωγής της ποινικής απόφασης αναφέρεται μόνο στο κύριο ζήτημα, που ήλθε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και δεν καταλαμβάνει την έννομη σχέση της αδικοπραξίας, παρότι αυτή ως παρεμπίπτον ζήτημα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, διότι το ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για την αδικοπραξία ως έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 331 ΚΠολΔ (ΑΠ 1652/2013, ΑΠ 1413/2013 ΑΠ 1777/2008).

Στη προκείμενη περίπτωση με το έκτο (υπό στοιχ.στ), σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16, (και όχι 15 όπως από παραδρομή στην αναίρεση αναφέρεται), του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το εφετείο παρά το νόμο δεν δέχτηκε το δεδικασμένο που προκύπτει από την 86346/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ι.

Α. κρίθηκε ένοχος για σωματική βλάβη μεταξύ άλλων και εις βάρος των αναιρεσειόντων, που προκλήθηκε στο ένδικο τροχαίο ατύχημα κατά την οδήγηση από αυτόν του υπ' αριθμ κυκλοφορίας ...ΔΧΕ αυτοκινήτου και επιδικάσθηκε υπέρ εκάστου τούτων χρηματική ικανοποίηση ποσού 44,00 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστησαν.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το δεδικασμένο από την παραδοχή της πολιτικής ως προς το αίτημα του πολιτικώς ενάγοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από το εις βάρος του διαπραχθέν αδίκημα δεν καταλαμβάνει και την κρινόμενη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων έννομη σχέση της αδικοπραξίας.

Κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 1 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ 789/2010).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1067/2013, ΑΠ 849/2007). Κατά συνέπεια, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος και κατά το τμήμα, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1β του άρθρου 559ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή η κρίση του για τη μέχρι του επιτρεπτού ορίου των 50χλμ την ώρα ταχύτητα που είχε το ΔΧΕ αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος, έρχεται σε αντίθεση με την καταγραφή στην αυτοψία της Τροχαίας α) του ίχνους πλαγιολίσθησης του ταξί μήκους 8,60μετρων, το οποίο αποτυπώνεται στο συννημένο με αυτήν σχεδιάγραμμα, β) την έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης αυτού και γ) τα σημεία σύγκρουσης και τις εκτεταμένες ζημίες στο αμάξωμα των δυο εμπλεκομένων οχημάτων, είναι απαράδεκτη, διότι τα παραπάνω δεν αφορούν την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, αλλά συνιστούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής για τις συνθήκες του ατυχήματος, και αιτιάσεις με τις οποίες υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Ομοίως πρέπει να απορριφθεί και τμήμα από το πρώτο σκέλος στην υποσημείωση 2 του πρώτου αναιρετικού λόγου με το οποίο υπό την επίκληση των ίδιων αιτιάσεων αποδίδεται αληθώς η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια Με τον ίδιο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη, εκτός των άλλων και την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του και του συνοδεύοντος αυτή σχεδιαγράμματος. Ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το αναφερόμενο στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω έγγραφα, που το περιεχόμενο τους, κατά τους αναιρεσείοντες, παραμορφώθηκε, δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως (ΑΠ 1304/2014, 860/2013 ΑΠ 5/2011 ΑΠ 1623/2010). Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση της πιο πάνω έκθεσης και του σχεδιαγράμματος αλλά, αφού την ανέγνωσε σωστά, την συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό. (ΟλΑΠ 2/2008).

Ο από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με τμήμα από το πρώτο σκέλος (υπο στοιχ.α και υποσημ 2) του πρώτου αναιρετικού λόγου, το δεύτερο τμήμα τρίτου αναιρετικού λόγου και τμήμα του τέταρτου αναιρετικού λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο αληθώς η από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ (όχι και η από τους αριθμούς 8 και 10) πλημμέλεια, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη αποδεικτικού μέσου, συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού του ΔΧΕ αυτοκινήτου στο ατύχημα, στηρίχθηκε στο αποδεικτικό μέσο της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και Εφετείου δικαστικής ομολογίας του δευτέρου εναγομένου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος ομολόγησε ότι η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων οφείλεται αποκλειστικά σε δική του αμέλεια.

Από σύνολο όμως των ως άνω παραδοχών της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο, όσον αφορά τον πρώτο και τρίτη εφεσίβλητους και αντίστοιχα αναιρεσιβλητους κατέληξε σε αρνητικό αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με τους αγωγικούς ισχυρισμούς των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, ύστερα από ελεύθερη εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν οι διάδικοι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να αποτελέσει η ομολογία του δεύτερου εναγομένου δεσμευτικό αποδεικτικό μέσο, για την απόδειξη της έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού του ΔΧΕ αυτοκινήτου, όπως σαφώς κατ' ακριβή διατύπωση αναφέρεται στο σκεπτικό της "Αντίθετα στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Ι.

Α. δεν αποδείχθηκαν", Επομένως οι ως άνω τρίτος αναιρετικός και πρώτος κατά το ως άνω τμήμα του αναιρετικοί λόγοι στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση είναι αβάσιμοι και πρέπει ν'απορριφθούν.

Από το άρθρο 415επ. ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στη δυνητική και κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται, ακόμη και αν υποβληθεί σχετική αίτηση του διαδίκου, να διατάξει για την ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς, την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο για διευκρινίσεις, ή την εξέταση των διαδίκων ή κάποιου απ' αυτούς, αν τα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχτηκαν καθόλου ή εντελώς από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Αυτό σημαίνει, ότι σε περίπτωση απόρριψης τέτοιας αίτησης διαδίκου από το δικαστήριο η κρίση του αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικά και μάλιστα με λόγο από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αφορά παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1897/2009). Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 9 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως αίτηση, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά της απόφασης πάνω σε κάθε είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.

Το ιδιώνυμο, επομένως, αποδεικτικό μέσο της εξέτασης των διαδίκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 415 παρ. 1 ΚΠολΔ, εξαιτίας της ατελούς απόδειξης των πραγματικών γεγονότων με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, καθώς και οι λόγοι έφεσης, τους οποίους δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, δεν συνιστούν ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και, συνακόλουθα, αίτηση, με την έννοια που προπαρατέθηκε (ΑΠ 33/2008).

Σύμφωνα με τις παραπάνω νομικές σκέψεις οι προβαλλόμενες με τον τέταρτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά, το αίτημα που υπέβαλαν τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι αναιρεσείοντες ως ενάγοντες για τη χωρίς όρκο εξέτασή τους στο ακροατήριο, επικαλούμενοι ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν επαρκούν για την αποσαφήνιση των συνθηκών του ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών και ιδιαίτερα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων σχετικά με τον τραυματισμό τους, δεν στοιχειοθετούν τις, αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη από το άρθρο 559 αριθ.1, 19 και 9 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.

Και τούτο διότι η κρίση του Δικαστηρίου ουσίας για την ορθή ή μη εφαρμογή, αλλά και την εκ πλαγίου παραβίαση της αμιγώς δικονομικής διάταξης του άρθρου 415 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ η σιωπηρή απόρριψη του πρωτοδίκως υποβληθέντος ως άνω αιτήματος τους, το οποίο επανέφεραν και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν συνιστά αυτοτελή παροχή έννομης προστασίας κατά την έννοια της από τον αριθμό 9 του άρθου 559ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας.

Ακολούθως με τμήμα του ίδιου λόγου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο απέρριψε χωρίς αιτιολογίες τους λόγους έφεσης, με τους οποίους αυτοί επανέφεραν ενώπιον του, τους πρωτοδίκως, απορριφθέντες ισχυρισμούς, σχετικά με τον τραυματισμό τους, την εξ αυτού ζημία και εν γένει κάθε ζημία που υπέστησαν από το ένδικο ατύχημα. Ο λόγος αυτός ως προς την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια είναι, καθόσον αφορά τους πρώτο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, αλυσιτελής, διότι η έρευνά του τελούσε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της παραδοχής των σχετικών με την συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου τούτων οδηγού του ΔΧΕ αυτοκινήτου, αναιρετικών λόγων οι οποίοι απερρίφθησαν. Τέλος ο ίδιος λόγος κατά το τμήμα που αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται αντίστοιχο νομικό σφάλμα ( ΑΠ 91/2017). Συνακόλουθα ο τέταρτος αναιρετικός λόγος πρέπει κατά τα παραπάνω τμήματά του να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ως προς τους πρώτο και τρίτη αναιρεσιβλήτους να απορριφθεί στο σύνολο της, χωρίς να ερευνηθούν προς το παρόν, οι πέμπτος και έκτος, καθόλα τμήματα αυτών, αναιρετικοί λόγοι που αφορούν την προσβολή της ως άνω εφετειακής απόφασης, κατά το μέρος που αφορά στους δεύτερο και τέταρτη των εφεσιβλήτων και ήδη (αντίστοιχα) αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους, η συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης, κατά τα όσα αναφέρθηκαν, κηρύχτηκε απαράδεκτη.

Περαιτέρω δεν πρέπει νε επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων υπέρ των αναιρεσιβλήτων, διότι, κατά το μέρος μεν της κήρυξης ως απαράδεκτης της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης ως προς τους δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, η απόφαση δεν είναι οριστική εφόσον δεν τέμνει ολοκληρωτικά τη διαφορά της, δίκης μεταξύ αυτών (άρθρο 191 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 4/2013) καθόσον δε αφορά στους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους απερρίφθη η αίτηση, διότι δεν παραστάθηκαν και συνεπώς δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα ούτε, άλλωστε, υπεβλήθη απ'αυτούς σχετικό αίτημα.

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον των δεύτερου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 60/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Σ. Ζ. και Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "AIGAION ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ"

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 07-01-2019 και με αριθμ. καταθ. 159/19/8.1.2019 αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 1022/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς αυτούς.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ίδια αίτηση ως προς τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Α. Ι. και την Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ".

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ