Legislator Case Law & Legislation
91/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal on lost income and medical fees, dismissing contradiction argument regarding expert report.

Case Number 91/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a final judgment regarding damages from a car accident. While the court rejected the argument that the lower court contradicted the expert report, it found the appellate court erred in dismissing claims for lost income and medical expenses. Consequently, the judgment was remanded for further proceedings on the specific heads of claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 593 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for further examination when the appellate court fails to properly assess specific damages claims, even if no contradiction exists in the expert report.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure lost income damages medical expense claims expert report contradiction remand for further examination car accident liability Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 931 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 91 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 91/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τ. (C.) Μ. (M.) του Μ. (M.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-11-2008 και 30-11-2009 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 26-6-2008 αγωγή του ν.π.δ.δ. "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2440/2011 μη οριστική και 24/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3049/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 6-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1ου, 2ου υπό στοιχείο α’ και β’ , 3ου υπό στοιχείο α’ και 5ου λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3049/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18-7-2015 (αρ. κατ. .../2015) αίτηση αναίρεσης της υπ’ αρ. 3049/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 αρ. 3, 566 αρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Το σύντομο διαδικαστικό της υπόθεσης έχει ως εξής: Με την από 29-11-2008 (αρ. κατ. 10742/2008) αγωγή και χάριν συντομίας Α’ αγωγή, ο ενάγων - παθών και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 699.075 ευρώ, ως αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα, αμοιβή θεραπενίδος και πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, για τον τραυματισμό που υπέστη στο τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 21-11-2004, από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ασφάλιζε η 2η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητοι.

Επίσης, με την από 30-11-2009 (αρ. κατ. 10393/2009) αγωγή και χάριν συντομίας Β’ αγωγή, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 16.514,64 ευρώ ως αποζημίωση για τη δαπάνη νοσηλείων χειρουργικής επέμβασης για ολική ρήξη πρόσθιου χιαστού ΑΡ ποδός, για φυσικοθεραπείες και για δαπάνη νοσηλείων μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων για ρήξη τένοντος μεγάλου δακτύλου αρ.

ποδός. Οι Α’ και Β’ αγωγές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η εν μέρει οριστική υπ’ αρ. 2440/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε ορισμένη την Α’ αγωγή, αλλά διέταξε επανάληψη συζήτησης, για να διενεργηθεί ιατρική δικαστική πραγματογνωμοσύνη, ενώ επίσης έκρινε ορισμένη την Β’ αγωγή, πλην του κονδυλίου των μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων ρήξης δακτύλου, που απέρριψε ως αόριστο, ανέστειλε τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς το κονδύλιο της χειρουργικής επέμβασης για ρήξη πρόσθιου χιαστού ΑΡ ποδός, για να προσκομιστεί βεβαίωση του ασφαλιστικού Φορέα του ενάγοντα-ΙΚΑ και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο των φυσικοθεραπειών.

Με κλήση του ενάγοντα η υπόθεση επανήλθε για οριστική εκδίκαση και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 24/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία, αφού ανακάλεσε την εν μέρει οριστική απόφαση (άρθρ. 309 παρ. β’ ΚΠολΔ), απέρριψε ως αόριστη την Α’ αγωγή και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το κονδύλιο της χειρουργικής επέμβασης του πρόσθιου χιαστού της Β’ αγωγής.

Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης την από 13-1-2014 (αρ. κατ. 362/2014) έφεση, με τον 1ο λόγο της οποίας έπληττε το κονδύλιο της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρ. 931 ΑΚ, με τον 2ο και 3ο λόγο της έφεσης έπληττε τα κονδύλια των διαφυγόντων εισοδημάτων και αμοιβής θεραπενίδος (που αφορούσαν την Α’ αγωγή) και με τον 4ο λόγο έπληττε το κονδύλιο των μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων ρήξης τένοντος αρ.

δακτύλου και το κονδύλιο των φυσικοθεραπειών (που αφορούσαν την Β’ αγωγή).

Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 3049/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία ως προς την Α’ αγωγή επικύρωσε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση κρίνοντας ότι ήταν αόριστη ως προς όλα τα κονδύλια αυτής και ως προς την Β’ αγωγή επικύρωσε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, ως προς το κονδύλιο των μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων ρήξης τένοντος αρ. δακτύλου, το οποίο έκρινε επίσης, ως αόριστο.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά, εκτός άλλων, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ’ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 72/2012, ΑΠ 1710/2010, ΑΠ 158/2016).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το πρώτο σκέλος του 2ου λόγου της αίτησης αναίρεσης (όπως ορθά εκτιμάται) ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 931 ΑΚ και απέρριψε την Α’ αγωγή του ως αόριστη (νομική αοριστία της Α’ αγωγής), αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία του νόμου από όσα απαιτεί η ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη.

Επίσης με τον παρεμφερή 2ο λόγο αναίρεσης, στοιχείο β’ αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (δικονομική ακυρότητα), διότι το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο απορρίπτοντας την Α’ αγωγή ως αόριστη ως προς το ανωτέρω κονδύλιο της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης του άρθρ. 931 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του δικογράφου της Α’ αγωγής του αναιρεσείοντα και από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση προκύπτουν τα εξής: με την Α’ αγωγή και μετά τη σύντομη ανάλυση του ιστορικού του ατυχήματος, το οποίο προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου αναιρεσιβλήτου -ασφαλισμένου οδηγού στην 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, κατά το οποίο ο αναιρεσείων υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες (επιπλεγμένα συντριπτικά κατάγματα αριστερού ποδός διάφυσης μηριαίου και κνήμης, επιπλεγμένο κάταγμα αρ.

επιγονατίδας και κάταγμα ωλένης), γεγονός, που δεν αμφισβητήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, ο αναιρεσείων ως Α’ ενάγων αναφορικά με την αξίωση αποζημίωσης λόγω μόνιμης αναπηρίας ανέφερε τα εξής, κατ’ ακριβή αντιγραφή του κειμένου της Α’ αγωγής: Στην προκειμένη περίπτωση λόγω του τραυματισμού μου εισήλθα στο περιθώριο της ζωής, δεδομένου ότι απώλεσα την εργασία μου και την δυνατότητα να αποκτήσω οικογένεια.

Επίσης απώλεσα τις χαρές της ζωής αφού δεν θα δύναμαι πλέον να κυκλοφορώ μόνος μου στους δρόμους χωρίς την συνοδεία κάποιου ανθρώπου. Τέλος έχασα την ψυχική μου ισορροπία με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζω σοβαρά ψυχικά προβλήματα που καθιστούν αδύνατη την δημιουργία ή έστω διατήρησης των κοινωνικών μου σχέσεων, την σύναψη μίας ερωτικής σχέσης αφού όπως αντιλαμβάνομαι έχω γίνει απωθητικός στις γυναίκες.

Επίσης θα υστερώ κατά τα ανωτέρω από τους συνομηλίκους μου που είναι απόλυτα υγιείς, θα έχω μειωμένες σε σχέση με αυτούς δυνατότητες ατομικής και επαγγελματικής εξέλιξης και προόδου, διότι δεν θα μπορώ αφενός μεν να επιδοθώ στις ίδιες με αυτούς δραστηριότητες, άλλες δεν θα μπορώ να τις εκτελέσω το ίδιο αποτελεσματικά, ενώ μερικές από αυτές καθόλου.

Οι περιορισμοί αυτοί καταρχήν επιδρούν στην οικονομική μου εξέλιξη. Ωστόσο, η επιβάρυνσή μου με αναπηρία όχι μόνο με καθιστά ανίκανο να αναπτύξω στο μέλλον ξανά την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα και μέσω αυτής να βελτιώσω την οικονομική, οικογενειακή και κοινωνική μου ζωή, αλλά καταργεί τις προοπτικές της ατομικής προόδου μου, διότι από τους συνανθρώπους μου αντιμετωπίζομαι πλέον ως προβληματικός άνθρωπος και εμπνέω συμπάθεια και οίκτο.

Έχω απωλέσει οριστικά τη δυνατότητα να επιδιώκω την προαγωγή του επιπέδου της ζωής μου, αφού στερούμαι πια την ευχέρεια της φυσικής και ακώλυτης κίνησης, έχω την ανάγκη τρίτου προσώπου, είμαι επιφυλακτικός πλέον στις μετακινήσεις μου και γι’ αυτό το λόγο τις έχω περιορίσει, με αποτέλεσμα η ζωή μου να έχει ανατραπεί και να εκτυλίσσεται μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου.

Σημειωτέον ότι στα πλαίσια του έντονου ανταγωνισμού και της οικονομικής κρίσης σε συνδυασμό με την ανικανότητά μου κινδυνεύω να τεθώ στο περιθώριο της ζωής γιατί δεν θα μπορέσω να ανταγωνιστώ τους υγιείς συναδέλφους μου. Κατά συνέπεια δικαιούμαι χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της αναπηρίας μου και η οποία αποδεδειγμένα επηρεάζει το μέλλον μου, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των ευρώ 100.000.-, από το οποίο ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των ευρώ 12.777,12.- που ζήτησα για την ίδια αιτία με την προηγούμενη από 31-07-2007 ασκηθείσα αγωγή μου και έτσι απομένει υπόλοιπο το οποίο ζητώ με την παρούσα αγωγή μου εξ ευρώ 87.222.- (100.000 - 12.777,12).

Η προσβαλλόμενη Εφετειακή απόφαση για το ανωτέρω κονδύλιο έκρινε ανελέγκτως τα εξής: "...Συνεπεία του ανωτέρω ατυχήματος, ο ενάγων, Τ. Μ., υπέστη σωματικές βλάβες και συγκεκριμένα ανοικτό 2ου βαθμού συντριπτικό κάταγμα διάφυσης αριστερού μηριαίου, ανοικτό 3ου βαθμού συντριπτικό κάταγμα αριστερής κνήμης, συντριπτικό κάταγμα διάφυσης ωλένης, ανοικτό 2ου βαθμού κάταγμα επιγονατίδος αριστερά και πνευμονικές θλάσεις άμφω.

Αφού υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση εξωτερικής οστεοσύνθεσης μηριαίου και κνήμης και εσωτερικής οστεοσύνθεσης ωλένης και επιγονατίδας, στις 24-2-2005 υπεβλήθη σε επανεγχείριση του κατάγματος λόγω ψευδάρθρωσης του αριστερού μηριαίου (αφαίρεση εξωτερικής οστεοσύνθεσης και στατική ενδομυελική ήλωση).

Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο ενάγων έχει υποστεί ρήξη του τένοντος του μακρού εκτείνοντα τον μεγάλο δάκτυλο του ποδός αριστερά λόγω ρακοποίησης κατά το ατύχημα, άλγος στην επιγονατιδομηριαία αριστερή άρθρωση, έντονος τριγμός στις κινήσεις και δυσχέρεια στην ανάβαση και κατάβαση σκάλας λόγω προοδευτικής φθοράς του χόνδρου, δυσκαμψία αδυναμία έκτασης του μεγάλου δακτύλου του (Αρ) ποδός και δυσκολία άρσης βαρών από το (Αρ) χέρι.

Στις 17-8-2006 ο ενάγων υπεβλήθη σε αφαίρεση του ενδομυελικού ήλου (Αρ) μηριαίου. Με την .../6-7-2007 απόφαση του Διευθυντή του Τοπικού Υποκ/τος Κορωπίου του ΙΚΑ, που εκδόθηκε με βάση την …/6-10-2006 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Υ.Ε.) του άνω Υποκ/τος του ΙΚΑ, ο ενάγων, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 80% για το χρονικό διάστημα από 23-11-2004 έως 22-3-2006 και σε ποσοστό 50%, για το χρονικό διάστημα από 23-3-2006 έως 31-3-2007 και στη συνέχεια, κρίθηκε ότι δικαιούται σύνταξης βαριάς αναπηρίας από εκτός εργασίας ατύχημα, από 23-11-2004 μέχρι 31-3-2006 με ποσό ίσο με το 100% του ποσού της πλήρους σύνταξης και σύνταξη μερικής αναπηρίας από 1-4-2006 έως 31-3-2007 με ποσό ίσο με το 50% του ποσού της πλήρους σύνταξης.

Περαιτέρω από την 331/2011 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού πραγματογνώμονα Α. Α. και την προηγούμενη από 19-11-2011 Ιατρική έκθεση του Τεχνικού Συμβούλου Κ. Δ. ορθοπεδικού χειρουργού προκύπτει ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντα σήμερα ανέρχεται στο 43%, σε περίπτωση δε που ο ενάγων υποβληθεί επί χειρουργικής επεμβάσεως αποκατάστασης της ρήξης του μακρού εκτείνοντα του μεγάλου δάκτυλου του αριστερού ποδιού και στην αφαίρεση του οστεόφυτου από το μείζονα τροχαντήρα στο αρ.

ισχύο με παράλληλο εντατικό πρόγραμμα μυϊκής ενδυνάμωσης του αριστερού τετρακέφαλου το μόνιμο ποσοστό αναπηρίας θα πέσει στο 25% ενώ ο τεχνικός σύμβουλος Κ. Δ. σε ποσοστό 20%. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο ενάγων, ζήτησε με την πρώτη επαναφερόμενη σε συζήτηση αγωγή, να του επιδικασθεί πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ 87.222 ευρώ, πλην όμως δεν προσδιόρισε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει, η εις το μέλλον τυχόν επίδραση της αναπηρίας του.

Με την πλήρως αόριστη αυτή διατύπωση, ο ενάγων παρέλειψε να προσδιορίσει ποιά συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία θα υποστεί και ποιά θα είναι η έκτασή της ενώ παράλληλα δεν ανέφερε στην αγωγή του εκείνα τα ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 ΑΚ για απώλεια εισοδημάτων και 932 ΑΚ, τα οποία συνθέτουν κατά την πιο πάνω έννοια επίδραση στο μέλλον του της τυχόν αναπηρίας που προξενήθηκε σε αυτόν, από τα οποία ειδικά περιστατικά να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι, εξ αιτίας των οποίων γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής του ζωής.

Αντίθετα, αναφέρθηκε στην αγωγή σε πιθανές δυσμενείς συνέπειες στην οικογενειακή του ζωή, επιχείρημα το οποίο δεν θεμελιώνει αυτοτελή αξίωση αποζημιώσεώς του με το ποσόν των 87.222 ευρώ, κατ’ άρθρ. 931 ΑΚ και δεν στοιχειοθετεί ούτε κατά πιθανολόγηση, δυσμενή επίδραση στην μελλοντική οικονομική του ζωή. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί η κατεύθυνση που δίνει στο θέμα αυτό η υπ’ αριθ. 18/2008 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε με την ΑΠ 1489/2007 και με την οποία κρίθηκε ότι η αυτοτελής αξίωση κατ’ άρθρ. 931 ΑΚ έχει περιουσιακό χαρακτήρα, καθόσον αφορά στον καθορισμό αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Συνεπώς, η αξίωση του άρθρου 931 Α.Κ., δεν είναι μία ακόμη (πλέον της ΑΚ 932) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αλλά πρόκειται για μία αυτοτελή, περιουσιακού χαρακτήρα αξίωση. Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική ανέλιξη του ατόμου. Ο ενάγων μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε εργασία και να αποκομίσει εισόδημα από την εργασία του αυτή, εφόσον με την κρινόμενη αγωγή του δεν ισχυρίστηκε κάτι διαφορετικό, έχει ήδη ενταχθεί ισότιμα στο κοινωνικό σύνολο, χωρίς να καθορίζεται στην αγωγή του ο πιθανολογούμενος τρόπος που η αναφερόμενη αναπηρία του θα επιδράσει κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων στο μέλλον του (τρίτη προϋπόθεση επιδίκασης της χρηματικής παροχής 931 ΑΚ).

Όφειλε δε ο ενάγων να αναφέρει στην αγωγή του για τη θεμελίωση της αξίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, ότι η δυσμενής επίδραση στο μέλλον είναι άμεση συνέπεια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης και όχι αποτέλεσμα της ανικανότητας προς εργασία, καθώς η αποκατάσταση της ζημίας εκ της ανικανότητας προς εργασία επιδιώκεται μέσω της αξίωσης της ΑΚ 929.

Κατά συνέπεια το ως άνω αγωγικό κονδύλιο έπρεπε να είχε απορριφθεί ως αόριστο με την ως άνω, υπ’ αριθ. 2440/ 2011 εν μέρει οριστική απόφαση του δικάζοντος δικαστηρίου... Κατά συνέπεια, όπως προαναφέρθηκε, η ως άνω, εν μέρει οριστική απόφαση, εσφαλμένα δεν απέρριψε τα εν λόγω αγωγικά κεφάλαια και τα αντίστοιχα κονδύλια ως αόριστα, πρέπει δε αυτή να ανακληθεί κατά το κεφάλαιό της που έκρινε ορισμένη την ως άνω αγωγή, ως προς τα κονδύλια αυτά, δεκτών γενόμενων εν προκειμένω ως ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών ενστάσεων των εναγόμενων της αγωγής, τις οποίες αυτοί επανέφεραν νόμιμα κατά την παρούσα, μετ’ απόδειξη συζήτηση.

Επειδή δε αυτά τα τρία προαναφερθέντα κονδύλια συνθέτουν το σύνολο της αγώγιμης αξίωσης που εισάγεται προς διεκδίκηση από τον ενάγοντα με την πρώτη συνεκδικαζόμενη αγωγή, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως αόριστη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Συνεπώς ορθά έκρινε όμοια η εκκαλουμένη 24/2014 απόφαση και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον σχετικό λόγο της έφεσής του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 931 ΑΚ, διότι για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αξίωσης για ιδιαίτερη χρηματική αποζημίωση συνεπεία της μόνιμης αναπηρίας του ο αναιρεσείων με την Α’ αγωγή ανέφερε με πληρότητα τα ιδιάζοντα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 931 ΑΚ, τα οποία είναι πέραν εκείνων που θεμελιώνουν αξιώσεις, που στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ και τα οποία συνθέτουν την επίδραση στο μέλλον του (επαγγελματική-οικονομική, προσωπική και κοινωνική εξέλιξη), καθόσον η αναπηρία του σε ποσοστό 43%, άλλως 25% όπως δέχθηκε το Εφετείο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πρόκληση στον αναιρεσείοντα περιουσιακής ζημίας, είναι όμως βέβαιο, ότι θα έχει δυσμενή επίδραση στο μέλλον του και επομένως, δεν δικαιολογείται η εμμονή της προσβαλλόμενης απόφασης στον προσδιορισμό του ειδικού τρόπου επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό-οικονομικό μέλλον του αναιρεσείοντα.

Άλλωστε, ο αναιρεσείων αναλυτικά περιέγραψε τις δυσμενείς συνέπειες εξαιτίας της αναπηρίας του στην προσωπική, οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του. Το αν αποδειχθεί η βασιμότητα αυτών είναι θέμα έρευνας της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως ο 1ος και ο 2ος κατά το α’ σκέλος του αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (νομική αοριστία της Α’ αγωγής) πρέπει να γίνουν ουσιαστικά δεκτοί ως βάσιμοι.

Δεκτός πρέπει να γίνει ως ουσιαστικά βάσιμος και ο 2ος αναιρετικός λόγος κατά το β’ σκέλος αυτού, που αφορά την πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 14, καθόσον το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι η αγωγή δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της δικονομικής διάταξης του άρθρ. 216 ΚΠολΔ και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο απορρίπτοντας την Α’ αγωγή ως αόριστη, καθόσον αυτή περιείχε σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 101/2005, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 121/2014, ΑΠ140/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το τρίτο σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 (έλλειψη νόμιμης βάσης) με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη και ειδικότερα, ότι, ενώ δέχθηκε ότι η αναπηρία του αναιρεσείοντα ανέρχεται σε ποσοστό 43%, όλως αντιφατικά κρίνει ότι αυτός δύναται να ασκήσει οποιαδήποτε εργασία και ότι έχει ενταχθεί ισότιμα στο κοινωνικό σύνολο, εφόσον δεν αναφέρεται κάτι αντίθετο στην Α’ αγωγή του.

Σύμφωνα όμως με την προηγούμενη μείζονα σκέψη ο παραπάνω αναιρετικός λόγος (2ος στοιχ. γ’ ) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο απέρριψε την Α’ αγωγή ως προς την αξίωση της διάταξης του άρθρ. 931 ΑΚ ως αόριστη και συνεπώς, εφόσον δεν ερευνήθηκε η ουσιαστική βασιμότητά της, ελλείπει η βασική προϋπόθεση για την θεμελίωση του αναιρετικού λόγου εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ’ αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 538/2012).

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.

Δεν απαιτείται γι’ αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.

Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.

Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 122/2006, 2076/2006, 377/2009).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 556 παρ. 1, 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 224/2015, ΑΠ 2096/2009).

Με τον 3° λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, αποδίδεται, όπως ορθά εκτιμάται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ (δικονομικό απαράδεκτο), με την αιτίαση ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της δικονομικής διάταξης του άρθρ. 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 2064/2014, ΑΠ 901/2013) και απέρριψε την Α’ αγωγή του ως αόριστη ως προς τα κονδύλια της απώλειας εισοδήματος από την εργασία του και τη δαπάνη θεραπενίδος-οικιακής βοηθού.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του δικογράφου της Α’ αγωγής και από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων Α’ ενάγων ως προς τα ερευνώμενα ως άνω κονδύλια απώλειας εισοδημάτων (ενεστώσα και μέλλουσα ζημία) και δαπάνη αμοιβής θεραπενίδος-οικιακής βοηθού εκθέτει τα εξής:

Α.- Προ του ατυχήματος εργαζόμουν ως υδραυλικός στην εταιρεία "... Ο.Ε." και ελάμβανα 800 ευρώ μηνιαίως. Μετά το ατύχημα και την επελθούσα από αυτή μόνιμη ανικανότητά μου είναι βέβαιο ότι για ολόκληρη την ζωή μου δεν θα μπορέσω να ασκήσω το επάγγελμα του υδραυλικού ή άλλο παρεμφερές επάγγελμα. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι γεννήθηκα το 1982 και διάγω σήμερα το 26ο έτος της ηλικίας μου αν δεν είχε συμβεί σε βάρος μου το υπό κρίση ατύχημα θα εργαζόμουν μέχρι την ηλικία των 65 ετών καθώς ήμουν απολύτως αρτιμελής, υγιής και ασκούσα το επάγγελμα του υδραυλικού με επιμέλεια και ζήλο και θα ασκούσα μέχρι της συνταξιοδότησής μου που θα επήρχετο το 2047.

Δηλαδή απώλεσα εισοδήματα 39 ετών τα οποία θα πραγματοποιούσα αν ασκούσα την εργασία του υδραυλικού που ήταν το επάγγελμά μου. Ειδικότερα τα ετήσια εισοδήματά μου με βάση την προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας μου θα ανήρχοντο στο ποσό των ευρώ 9.600.- (800 ευρώ μηνιαίως επί 12 μήνες). Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των ευρώ 5.911,44.- (492,62 επί 12), που λαμβάνω ως σύνταξη από το ΙΚΑ, οπότε απομένει υπόλοιπο εξ ευρώ 3.688,56.- που αποτελεί την ετήσια ζημία μου.

Κατά συνέπεια για όλο αυτό το χρονικό διάστημα των 39 ετών από 28-11-2007 έως 28-11-2047 θα απωλέσω το ποσό των ευρώ 143.853.- (39 χρόνια επί 3.688,56). Β.- Λόγω της αδυναμίας μου να αυτοεξυπηρετηθώ, συνεπεία του υπό κρίση ατυχήματος είναι βέβαιο ότι θα εξακολουθώ να χρησιμοποιώ την ήδη προσληφθείσα νοσοκόμα Σ. Τ. στην οποία καταβάλλω μηνιαίως το ποσό των 1.000 ευρώ, καθόσον με φροντίζει καθημερινώς από 9.00 μέχρι 15.00 και από 18.00 έως 20.00.

Κατά συνέπεια ζημιώνομαι και θα εξακολουθώ να ζημιώνομαι με το ποσό των ευρώ 12.000.- ετησίως και για όλο το χρονικό διάστημα των 39 ετών, που είναι και το προσδόκιμο ζωής μου με την συνήθη πορεία των πραγμάτων λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας μου, με το ποσό των ευρώ 468.000.- (12.000.- επί 39 χρόνια).

Το Εφετείο δέχθηκε για τα κεφάλαια αυτά τα εξής: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων ζήτησε με την ως άνω επαναφερόμενη σε συζήτηση αγωγή να του επιδικασθεί αποζημίωση λόγω μελλοντικής απώλειας εισοδήματος και πραγματοποίησης μελλοντικής δαπάνης για υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας, το κύριο μέρος των οποίων αφορά χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της ως άνω αγωγής, συνολικού ύψους 611.853 ευρώ και μάλιστα εφάπαξ.

Το αγωγικό αυτό αίτημα, το οποίο περιλαμβάνει και χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής που έλαβε χώρα όπως προκύπτει από το προσκομισθέν από τους εναγομένους αντίγραφο της επιδοθείσης σε αυτούς αγωγής στις 04/12/2008, είναι πρόωρο για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να είχε απορριφθεί με την εκδοθείσα με αριθμό 2440/2011 εν μέρει οριστική απόφαση του δικάζοντος δικαστηρίου, δεδομένου ότι από κανένα νόμιμο αποδεικτικό στοιχείο δεν μπορεί να προκύψει από τον παρόντα χρόνο ότι ο ενάγων δεν θα μπορέσει να εκτελέσει καμία εργασία μέχρι το έτος 2047, η οποία να του αποδίδει έστω ένα μέσο εισόδημα.

Επιπλέον, αποτελεί αστάθμητο παράγοντα και πρέπει να ληφθεί υπόψη για το προώρως ασκούμενο αίτημά του το γεγονός ότι ο ενάγων μπορεί να κριθεί από το ΙΚΑ ισοβίως ανίκανος προς εργασία και να του χορηγηθεί αναπηρική σύνταξη, το ποσόν της οποίας πρέπει να συνυπολογισθεί και αφαιρεθεί από το αιτούμενο από τον ίδιο ποσόν μηνιαίας αποζημίωσής του λόγω ανικανότητας προς εργασία.

Και το κεφάλαιο της αγωγής όμως που διαλαμβάνει το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης για τις παραπάνω αιτίες (απώλεια εισοδήματος από εργασία και δαπάνη νοσοκόμας) κατά το χρονικό διάστημα από 28/11/2007 μέχρι 04/12/2008, οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, πάσχει από αοριστία. Ειδικότερα για το πρώτο από τα δύο κονδύλια ο ενάγων δεν διέλαβε στο αγωγικό δικόγραφο συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του ότι αφενός θα εξακολουθούσε κατά το χρονικό αυτό διάστημα να λαμβάνει τον ίδιο μισθό αν συνέχιζε να ασκεί στην ίδια εργοδότρια εταιρία (την οποία προσδιόρισε στην αγωγή) την εργασία που ασκούσε μέχρι το ατύχημα, επικαλούμενος επί παραδείγματι στο αγωγικό δικόγραφο ως μέτρο και μέσο σύγκρισης, το ύψος του μισθού άλλου μισθωτού, ομοειδούς προς τη δική του απασχόλησης, της ίδιας εταιρίας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

Επίσης, δεν ανέφερε στην αγωγή ότι η εργοδότριά του, μέχρι την ημέρα του ένδικου ατυχήματος, εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", εξακολουθούσε να υφίσταται και να τελεί σε λειτουργία μέχρι την άσκηση της αγωγής του, ώστε να τεκμαίρεται βάσιμα ότι εάν δεν είχε υποστεί τον επίδικο τραυματισμό, θα εξακολουθούσε να εργάζεται σε αυτή και να έχει αξίωση για τη λήψη του συγκεκριμένου μισθού μηνιαίως.

Ακόμη, δεν προσδιόρισε στην αγωγή για ποιούς συγκεκριμένα λόγους έχει αδυναμία να αυτοεξυπηρετηθεί και για το λόγο αυτό χρειάζεται τη συνδρομή της συγκεκριμένης νοσοκόμας που επικαλείται στην αγωγή ότι απασχολεί, καθώς και ποιές είναι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες που αυτή του προσφέρει και θα εξακολουθήσει να του προσφέρει, ώστε να καταστεί δυνατή για το δικάζον δικαστήριο και τους αντιδίκους του, η αξιολόγηση της βασιμότητας του σχετικού του ισχυρισμού και η αντίκρουσή του.

Εξάλλου, μελλοντική ζημία αποκαθίσταται μόνο εφόσον η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί από τώρα να προσδιορισθεί και όχι όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική, όπως εν προκειμένω... Κατά συνέπεια, όπως προαναφέρθηκε, η ως άνω, εν μέρει οριστική απόφαση, εσφαλμένα δεν απέρριψε τα εν λόγω αγωγικά κεφάλαια και τα αντίστοιχα κονδύλια ως αόριστα, πρέπει δε αυτή να ανακληθεί κατά το κεφάλαιό της που έκρινε ορισμένη την ως άνω αγωγή, ως προς τα κονδύλια αυτά, δεκτών γενόμενων εν προκειμένω ως ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών ενστάσεων των εναγόμενων της αγωγής, τις οποίες αυτοί επανέφεραν νόμιμα κατά την παρούσα, μετ’ απόδειξη συζήτηση.

Επειδή δε αυτά τα τρία προαναφερθέντα κονδύλια συνθέτουν το σύνολο της αγώγιμης αξίωσης που εισάγεται προς διεκδίκηση από τον ενάγοντα με την πρώτη συνεκδικαζόμενη αγωγή, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως αόριστη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Συνεπώς ορθά έκρινε όμοια η εκκαλουμένη 24/2014 απόφαση και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον σχετικό λόγο της έφεσής του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο απορρίπτοντας την Α’ αγωγή ως αόριστη ως προς τα κονδύλια απώλειας εισοδημάτων και δαπάνη θεραπενίδος για το μέχρι την άσκηση της αγωγής διάστημα (ενεστώσα ζημία) και εσφαλμένα έκρινε ως ανεπαρκή τα εκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα για την εξειδίκευση των ανωτέρω αξιώσεων (ΑΠ 1097/2013), καθόσον αυτά ήταν αρκούντως ορισμένα, ως προς την επελθούσα ενεστώσα ζημία.

Ως προς την μέλλουσα να επέλθει ζημία, ορθά απέρριψε το σχετικό κονδύλιο ως προώρως ασκηθέν, όπως από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας του σχετικού κεφαλαίου προκύπτει, αφού η επέλευσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες (χορήγηση αναπηρικής σύνταξης στο μέλλον κ.λπ.). Ειδικότερα, για την θεμελίωση της αξίωσης διαφυγόντων εισοδημάτων ο αναιρεσείων εκθέτει στην Α’ αγωγή το είδος της εργασίας, που ασκούσε (υδραυλικός) και τα εισοδήματα που αποκόμιζε πριν τον τραυματισμό του και τα οποία θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και στο μέλλον.

Δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται το πρόσωπο του εργοδότη στον οποίο θα εργαζόταν ή εάν ο εργοδότης του εξακολουθεί να δραστηριοποιείται κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας (ΑΠ 743/2003). Εάν από τις αποδείξεις προκύψει ότι η ζημία είναι απλώς ενδεχόμενη, τούτο αφορά την ουσία της υπόθεσης, οπότε αν τούτο αποδειχθεί (δηλ.

το ενδεχόμενο) η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 1582/2001). Περαιτέρω, ως προς την αξίωση δαπάνης θεραπενίδος - οικιακής βοηθού δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της αξίωσης να εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες υπηρεσίες της θεραπενίδος, διότι τούτο θα προκύψει από τις αποδείξεις, ενώ ο αναιρεσείων-ενάγων με πληρότητα προσδιόριζε α) τον λόγο για την ανάγκη πρόσληψης θεραπενίδος, διότι, όπως εκθέτει στην Α’ αγωγή εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού του, τον οποίο ανέλυε διεξοδικά, αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και β) ότι και στο μέλλον λόγω της αναπηρίας του θα αδυνατεί να αυτοεξυπηρετείται, διότι έχει ανάγκη συνοδού ατόμου, γ) την αμοιβή της θεραπενίδος και δ) το ημερήσιο ωράριο απασχόλησης αυτής, ενώ ως εκ περισσού αναφέρει το όνομα της θεραπενίδος.

Συνακόλουθα, εφόσον τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια (απώλεια εισοδήματος και δαπάνη θεραπενίδος μέχρι την άσκηση της αγωγής) ήταν επαρκώς ορισμένα και το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την Α’ αγωγή ως αόριστη κατ’ άρθρ. 216 ΚΠολΔ, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο 3ος λόγος αναίρεσης κατά το α’ σκέλος αυτού πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Εξάλλου, ο 3ος αναιρετικός λόγος κατά το β’ σκέλος αυτού και κατά το μέρος αυτού με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (έλλειψη νόμιμης βάσης), διότι με ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ερμήνευσε εσφαλμένα την διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει αμφιβολίες για την παραβίαση ή όχι ορισμένου ουσιαστικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 610/2012, 1488/2010) και όχι δικονομικού, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 2064/2014, ΑΠ 901/2013).

Επιπρόσθετα η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ έχει ως προϋπόθεση το Δικαστήριο να έχει ερευνήσει την ουσία της υπόθεσης όπως προαναφέρθηκε (ΑΠ 140/2010). Σε κάθε περίπτωση πρέπει για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου να εξειδικεύεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε (ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 2096/2009, ΑΠ 140/2010), στοιχεία, που δεν υφίστανται στον κρινόμενο αναιρετικό λόγο, κατά το β’ σκέλος αυτού.

Τονίζεται επίσης, ότι ο αναιρεσείων με τον 3ο αναιρετικό λόγο και κατά το μέρος του οποίου επιδιώκει να προσδώσει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (νομική αοριστία), που όμως δεν ιδρύεται, διότι προϋποθέτει την παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ενώ όπως προεκτέθηκε η 216 ΚΠολΔ είναι δικονομικής φύσης, πρέπει να απορριφθεί.

Σε κάθε περίπτωση η αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 1 είναι αόριστη, διότι δεν εξειδικεύονται οι ουσιαστικού κανόνες δικαίου, που παραβιάστηκαν (Ολ.ΑΠ 18/2005, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 163/2000).

Επίσης, όσα ο αναιρεσείων αναφέρει με τον τρίτο (3ο) αναιρετικό λόγο ως αιτιάσεις από τον αρ. 1 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας σε σχέση με τα κονδύλια απώλειας εισοδήματος και δαπάνη θεραπενίδος, τα οποία το Εφετείο απέρριψε ως αόριστα, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως αόριστα, διότι δεν εξειδικεύονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, αλλά και ως απαράδεκτα, διότι ο 3ος αναιρετικός λόγος πλήττει το δικονομικό απαράδεκτο, ενώ η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει να αφορά ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 1488/2010, ΑΠ 1288/1994). Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που καθορίζουν την απασχόληση της οικιακής βοηθού, πλήττουν την ουσία της υπόθεσης, που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ, εκ του περιεχομένου του 3ου αναιρετικού λόγου δεν συντρέχει καμιά από τις εξαιρετικές περιπτώσεις εκ του αριθμού 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 756/2014, ΑΠ 466/2013). Επομένως, κατόπιν όλων αυτών ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός κατά το α’ σκέλος του (δικονομική ακυρότητα) και να απορριφθεί κατά το β’ σκέλος του (νομική αοριστία και έλλειψη νόμιμης βάσης).

Με τον 4° λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το α’ σκέλος αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, που αφορούσε την αξίωσή του για μελλοντική δαπάνη χειρουργικών επεμβάσεων για την αντιμετώπιση της ρήξης τένοντος του μεγάλου δακτύλου του αριστερού ποδός, την οποία απέρριψε ως αόριστη αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη (νομική αοριστία της αγωγής) και αφετέρου β) την πλημμέλεια εκ του αρ. 14 του ίδιου άρθρου (δικονομικό απαράδεκτο) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, ως προς το ανωτέρω κονδύλιο, που αξίωνε με την Β’ αγωγή του.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του δικογράφου της υπό στοιχείο Β’ αγωγής του αναιρεσείοντα και από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση προκύπτουν τα εξής: ο αναιρεσείων Β ενάγων, ως προς το κονδύλιο της μελλοντικής ως άνω δαπάνης, εκθέτει στην Β’ αγωγή τα εξής: ...πέραν αυτού θα απαιτηθεί στο μέλλον να υποβληθώ σε νέες χειρουργικές επεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ρήξης του τένοντος του μεγάλου δακτύλου για τις οποίες θα απαιτηθούν πάνω από 10000 ευρώ και ειδικότερα για εγχείριστρα 6000 ευρώ, για φάρμακα 2000 ευρώ και για ιατρικές αμοιβές 2000 ευρώ.

Το Εφετείο για το κονδύλιο αυτό δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Περαιτέρω, το αγωγικό κονδύλιο στην από 30-11-2009 αγωγή ποσού 10.000 ευρώ για τη διενέργεια μελλοντικής χειρουργικής επεμβάσεως για την αντιμετώπιση της ρήξης του τένοντα του μεγάλου δακτύλου του ενάγοντα (εκ των οποίων 6.000 ευρώ για εγχείριστρα, 2.000 ευρώ για φάρμακα και 2.000 ευρώ για αμοιβές) είναι αόριστο και απορριπτέο ως απαράδεκτο, γενομένου εν μέρει δεκτού του ισχυρισμού των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής, καθόσον δεν αναφέρεται το είδος, ο αριθμός και η έκταση των επεμβάσεων, ούτε ο χρόνος διενέργειας αυτών, ούτε το νοσοκομειακό ίδρυμα στο οποίο θα πραγματοποιηθούν, καθώς επίσης δεν εξειδικεύεται όπως θα έπρεπε 1) το είδος και η έκταση των εγχειρίστρων που θα καταβληθούν, η αξία εκάστου και με ποια μελλοντική επέμβαση συνδέονται, 2) το είδος, η αξία εκάστου φαρμάκου και με ποια μελλοντική επέμβαση συνδέονται και 3) το είδος και η αξία εκάστης ιατρικής αμοιβής και με ποια μελλοντική δαπάνη συνδέονται.

Συνεπώς ορθά έκρινε όμοια η συνεκκαλουμένη 2440/2011 απόφαση και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών με το σχετικό λόγο της έφεσής του, πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι το κονδύλι της μελλοντικής θετικής ζημίας (δαπάνη μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων ρήξης τένοντος μεγάλου δακτύλου αριστερού ποδός) δεν ήταν ορισμένο, εφόσον ο Β’ ενάγων δεν προσδιόριζε, όπως θα έπρεπε, κατ’ είδος, έκταση και ποσό τις επί μέρους δαπάνες και ειδικότερα, την αμοιβή του χειρουργού και του αναισθησιολόγου, τη διάρκεια παραμονής σε νοσηλευτικό ίδρυμα και σε ποιο, τα δικαιώματα των νοσοκομείων ή κλινικών, τον αριθμό των χειρουργικών επεμβάσεων, διότι αναφέρεται σε πλέον της μιας χειρουργικές επεμβάσεις και τον πιθανό χρόνο διενέργειας αυτών (ΑΠ 1645/2006).

Επίσης το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο δικονομικό απαράδεκτο και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την δικονομική διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ για το ανωτέρω κονδύλιο, καθόσον η Β’ αγωγή δεν περιείχε τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για να είναι ορισμένη. Επομένως, ο 4ος αναιρετικός λόγος και κατά το α’ σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδονται οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Επίσης, ο ίδιος 4ος αναιρετικός λόγος και κατά το β’ σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (έλλειψη νόμιμης βάσης με την εκ πλαγίου παραβίαση της 929 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με την Β’ αγωγή το ανωτέρω κονδύλιο απορρίφθηκε ως αόριστο και συνεπώς, δεν ερευνήθηκε κατ’ ουσίαν, στοιχείο που αποτελεί προϋπόθεση για να ιδρυθεί η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως έχει ήδη εκτεθεί σε προηγούμενο αναιρετικό λόγο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014, ΑΠ 2024/2009, ΑΠ 703/2011, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 845/2009, ΑΠ40/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον 4ο με στοιχείο β’ λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντα - εκκαλούντα, με τον οποίο παραπονείται για την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του κονδυλίου φυσικοθεραπειών, ποσού 3.360 ευρώ.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος στηρίζει την πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι ως αίτηση αδίκαστη κατά τον αριθμό 9 δεν είναι οι λόγοι έφεσης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον λόγο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 567/2009, ΑΠ 845/2009). Περαιτέρω από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του δικογράφου της από 13-1-2014 έφεσης του αναιρεσείοντα και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής:

ο εκκαλών-αναιρεσείων, με τον 4ο λόγο της έφεσής του, η οποία απευθυνόταν κατά της οριστικής υπ’ αρ. 24/2014 απόφασης και της εν μέρει οριστικής υπ’ αρ. 2440/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ ανέφερε τα εξής: Επίσης οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έσφαλλαν απορρίπτοντάς μου το κονδύλιο των φυσιοθεραπειών εξ ευρώ 3.360.- Στην αρνητική αυτή κρίση προέβησαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις παρά το ότι εγώ εξετάστηκα στις 24-5-2005 από την Α’ βάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ, η οποία γνωμάτευσε ότι λόγω της σοβαρής κατάσταση της υγείας μου χρειάζεται επειγόντως να υποβληθώ σε υπερήχους, LASER και να συνεχίσω τις κινησιομεταλλάξεις, όπως αποδεικνύεται από την από 24-5-2005 γνωμάτευση του ΙΚΑ υπογεγραμμένη από τον ιατρό Χ.

Α. που προσκόμισα και πρωτοδίκως. Πράγματι μετέβην από τα μέσα του Μαρτίου 2005 στο κέντρο φυσικοθεραπείας και αποκατάστασης της Ε. Ι. Κ. που λειτουργεί στο ..., επί της ..., ..., όπως προκύπτει από την από 7-7-2005 φυσικοθεραπευτική αξιολόγηση της παραπάνω φυσικοθεραπεύτριας, η οποία διαπίστωσε δυσκαμψία της κατ’ ισχύον άρθρωσης, βαρύτατη δυσκαμψία της κατά γόνυ άρθρωσης, καθώς και κατάργησης της ραχιαίας έκτασης λόγω αποκοπής του τένοντος του μεγάλου δακτύλου γεγονός που μου προκαλεί σοβαρότατο πρόβλημα στην βάδιση που γίνεται με την χρήση πατερίτσας ώμου.

Παρά ταύτα οι προσβαλλόμενες αποφάσεις μου απέρριψαν το σχετικό κονδύλιο και θα πρέπει να εξαφανιστούν. Ας σημειωθεί, ότι το ανωτέρω κονδύλιο ποσού 3360 ευρώ για αμοιβή φυσικοθεραπευτή είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο - αναπόδεικτο με την εν μέρει οριστική 2440/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που επικυρώθηκε με την οριστική υπ’ αρ. 24/2014 απόφασή του.

Περαιτέρω η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, αν και ο αναιρεσείων -εκκαλών, με ειδικό παράπονο-λόγο έφεσης πλήττει την ανωτέρω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ζητεί την εξαφάνιση και της συμπροσβαλλόμενης εν μέρει οριστικής απόφασης (ΜΠΑ 2440/2011), ώστε να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το κονδύλι φυσικοθεραπειών, παρέλειψε να ερευνήσει τον ανωτέρω λόγο έφεσης και συνεπώς, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν (4ος β’ λόγος έφεσης) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνακόλουθα το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός 5ος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και να δημιουργεί τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο, για το ορισμένο δε και παραδεκτό του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις που κατά τον αναιρεσείοντα εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει την μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, είναι δυνατόν να θεμελιωθεί ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 140/2010, ΑΠ 553/2008).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου.

Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 42/2014).

Με τον 6° λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 17 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με αντιφατικές «αιτιάσεις» έκρινε ότι ο αναιρεσείων δύναται να εργαστεί ασκώντας το επάγγελμα του υδραυλικού, ότι έχει ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο κανονικά μετά την αναπηρία του, ποσοστού 43,25% που έχει υποστεί, σύμφωνα με την από 15-12-2011 ιατρική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού - χειρουργού Α. Α., που διορίστηκε ως δικαστικός πραγματογνώμονας με την εν μέρει οριστική υπ’ αρ. 2440/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ότι, αν και το Εφετείο υιοθέτησε την άποψη του δικαστικού πραγματογνώμονα, ως προς το ποσοστό αναπηρίας του, εντελώς αντιφατικά έκρινε ότι οι αγωγικές του αξιώσεις για αυτοτελή αποζημίωση του άρθρ. 931 ΑΚ και αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος είναι αόριστες, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο έγγραφο της πραγματογνωμοσύνης.

Ο άνω αναιρετικός λόγος όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ως προς την αιτίαση εκ του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αντιφάσεις πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της απόφασης, ενώ σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων οι αντιφάσεις - αιτιάσεις, όπως τις χαρακτηρίζει, αφορούν όχι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά το αιτιολογικό της.

Επίσης, απαράδεκτος είναι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος και κατά την αιτίαση εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός (παραμόρφωση εγγράφου) είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και από το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή της, αλλά, αφού την ανέγνωσε σωστά, την συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, το οποίο όμως, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη.

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαια (άρθρ. 931ΑΚ, διαφυγόντα εισοδήματα για το διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής, αμοιβή θεραπενίδος, επίσης για το διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής και φυσικοθεραπείες) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αρ. 3049/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Διατάσσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ