Legislator Case Law & Legislation
1273/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of legal basis and insufficient reasoning.

Case Number 1273/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the husband and wife against the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellants argued the lower court lacked legal grounds and provided insufficient reasoning regarding the validity of a public will, specifically challenging the notarized certificate as false. The court rejected these claims, stating the appeal was inadmissible due to vagueness and failure to cite specific violated laws, while also noting the appellants improperly attacked the final court's substantive evaluation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging lack of legal basis is inadmissible if it fails to cite specific violated laws and improperly attacks the final court's substantive evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility lack of legal basis insufficient reasoning substantive evaluation notarized certificate public will validity costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 421 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1273 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός1273 /2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) N. (Ν.) X. (Τ.) του S. (Σ.), 2) A. (A.) X. (Τ.) του N. (Ν.), συζύγου N. (Ν.) X. (Τ.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Κερμανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χαλαμπάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Φ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14721/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 779/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και σε καταφατική περίπτωση το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί ( ΑΠ 181/2013, ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ο 2ος Φ. Κ. του Ν. και ο 3ος Μ. Κ. από τους αναιρεσιβλήτους δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει δε από τις υπ' αριθμ. 2674Γ'/18-10-2021 και 2675Γ'/19-10-2021 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών, στο Εφετείο Θράκης Α.

Α., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες , με επιμέλεια των οποίων επισπεύδεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νομοτύπως και εμπροθέσμως επιδόθηκε, στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους.

Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες , παρά την απουσία των άνω αναιρεσιβλήτων.

Με την κρινόμενη από 25/06/2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 779/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων ,κατά την τακτική διαδικασία. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

A. Aπό τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 45/2019, ΑΠ2345/2009).

Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ1662/2012, 2195/2009).

Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ609/2020, ΑΠ103/2013, ΑΠ1270/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ,από τον αριθμό 1 εδ. β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ,πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 ΑΚ, περί ανικανότητας της διαθέτιδας για σύνταξη διαθήκης και να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στον κανόνα αυτό, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία αφενός εσφαλμένα χρησιμοποίησε και αφετέρου παρέλειψε να χρησιμοποιήσει .Ειδικότερα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο δέχεται ότι η άρνηση της διαθέτιδας να συναινέσει σε ιατρική πράξη, να υποβληθεί, δηλαδή, σε δύσκολη, για την ηλικία της, χειρουργική επέμβαση αντιμετώπισης του κατάγματος ΔΕ μηριαίου ,που είχε υποστεί, είναι δηλωτικό γεγονός της ολιγοφρένειάς της και απόδειξη των ψυχικών και νοητικών της παθήσεων, παραδοχή που παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον η άρνησή της αυτή δεν καταδεικνύει απουσία αντίληψης της πραγματικότητας αλλά απόδειξη χρήσης του λογικού, διότι σύμφωνα με αυτά (διδάγματα της κοινής πείρας), μια χειρουργική επέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε αιφνίδιο θάνατο, και και ότι ο συνειδητά επιλεγείς από τη διαθέτιδα κλινοστατισμός της, ενόψει του ότι οι ψυχικές παθήσεις της βρίσκονταν σε αποδρομή, αντιμετωπιζόμενες με φαρμακευτική αγωγή, δεν είχε ως συνέπεια, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να στερηθεί τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς.

Ο ανωτέρω λόγος , είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με αυτόν αιτιάσεις δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας ,υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπέρασμα των αναιρεσειόντων για τη στήριξη των απόψεών τους ότι η διαθέτιδα ήταν ικανή για τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, αφορούν, δηλαδή, στην εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561παρ.1ΚΠολΔ) (ΑΠ536/2021, ΑΠ538/2021, ΑΠ1662/2012).

Β. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ224/2020).

Τέλος, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου, απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1002/2015). Κατά την έννοια του άρθρου τούτου, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 432 έως 465 ΚΠολΔ, ως έγγραφο δε νοείται και η διενεργηθείσα στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ232/2017, ΑΠ846/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο αναιρετικό λόγο προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αποδίδουν στην προσβαλλομένη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 11/04/2019 έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης της νευρολόγου - ψυχιάτρου Θ.

Χ., που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της ποινικής προκαταρκτικής διαδικασίας. Ο ανωτέρω λόγος, προεχόντως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αλλά το συνεκτίμησε με άλλα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, με την επισήμανση, σε κάθε περίπτωση , ότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, ώστε να διαπιστωθεί η βασιμότητα του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Γ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΑΠ.Ολ. 32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου 559 ΚΠολΔ για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019,ΑΠ 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 563/2019) .

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017, 674/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση ,με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ,υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες , ως προς το ζήτημα της ικανότητας της διαθέτιδας Θ.

Μ. για τη σύνταξη της επίμαχης δημόσιας διαθήκης. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και ,μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, έτσι, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του, εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ,λόγου αναίρεσης,η δε φερόμενη ως παραβιασθείσα , εκ πλαγίου,διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου των ένορκων βεβαιώσεων, είναι κανόνας δικονομικού δικαίου, η τυχόν παραβίαση του οποίου δεν ελέγχεται από τον αριθμό19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ667/2020,ΑΠ1716/2009).

Επί πλέον δεν διαλαμβάνονται στο λόγο αυτό, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση της ακυρότητας της ενδικης δημόσιας διαθήκης, παρά μόνο, μία, μεμονωμένη και κατ'επιλογή αποσπασματική παραδοχή αυτής (30 σειρών, επί συνόλου της αποφάσεως 13 σελίδων), που δεν αρκεί.

Σε κάθε περίπτωση η διαλαμβανόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση , συνισταμένη στο ότι << η υπ'αριθμ. .../30-01-2018 ένορκη βεβαίωση, της συμβολαιογράφου Αναστασίας Σμυρλή , που συνέταξε την ένδικη διαθήκη, κρίθηκε με ''αυθαίρετη'' παραδοχή ως αναληθής και αναξιόπιστη>>, είναι απαράδεκτη, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτού (αποδεικτικού μέσου), που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος, Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους Φ. Κ. του Μ., που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του, (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/06/2021 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 779/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ