Supreme Court dismisses appeal by Samos Municipality for lack of legal interest in appeal against favorable first-instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Samos's appeal against a final judgment from the Peace Court of Samos. The municipality argued the court violated procedural rules regarding provisional execution, but the court found the first-instance decision was substantively favorable to the municipality. Consequently, the municipality lacked the legal interest required to file an appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal by a party who won the first instance is inadmissible if the first-instance judgment was substantively favorable to them, as they lack legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1271 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1271/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΑΜΟΥ" που εδρεύει στην Σάμο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Φλέσσα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Λ.. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλτάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου.
Εκδόθηκε η 101/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/11/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α' , 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης. Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα.
Συνεπώς η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης (ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής η διετής - καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, κατά την παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ), είτε διότι κατά τα ήδη προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.
Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1990, ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση.
Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης, που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 318/2017).
Υπό τα δεδομένα αυτά, η ασκηθείσα από 13-11-2017 και με αριθ. κατάθ. 3/2017 από το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Σάμου" ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 101/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σάμου, με την οποία έγινε δεκτή η από 21-12-2015 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος για καταβολή του ποσού των 16.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αφού από το νομίμως προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον απόσπασμα του πρακτικού 32η/7-12-2018 συνεδρίασης της Οικονομικής Επιτροπής αυτού και το υπ' αριθ. .../18-1-2019 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Σάμου Θεμιστοκλή Κ.
Δημόπουλου, προκύπτει ότι το αναιρεσείον εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτη Γ. Φλέσσα να παραστεί κατά τη εκδίκαση της αίτησης ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενέκρινε και όλες τις προηγούμενες πράξεις και συνεπώς και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα αυτού για άσκηση έφεσης κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σάμου.
Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την, εκ του δικαιώματος άσκησης έφεσης κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης, παραίτηση του αναιρεσείοντος από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση.
Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 2 και 564 παρ.3 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.
Η σύμβαση δε είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 12, 11/2013, 3/2012, 42, 28/2011).
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ. 1/2016, 29/2011). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου.
Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση), ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ( Α.Ε.Δ. 1/2016, 12, 11/2013, 3/2012, 18/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 21-12-2015 αγωγή του ιστορούσε, ότι δυνάμει των ειδικά αναφερόμενων δύο συμβάσεων έργου, που καταρτίστηκαν προφορικά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούλιο έως το μήνα Νοέμβριο του έτους 2010, μεταξύ αυτού και του Δημάρχου και νόμιμου εκπρόσωπου του τότε Δήμου Μαραθοκάμπου Σάμου, ανέλαβε να εκτελέσει τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή έργα, ήτοι με το πρώτο την αλλαγή δύο αντλιών λημμάτων στο δεύτερο αντλιοστάσιο στη θέση Όρμος Μαραθοκάμπου - Κεντούρη με εγκατάσταση νέων αντλιών συγκεκριμένων χαρακτηριστικών και με το δεύτερο την τοποθέτηση της προσδιοριζόμενης κατά τα χαρακτηριστικά της αντλίας στη γεώτρηση στη θέση Άγιος Δημήτριος Μαραθοκάμπου, αντί της συμφωνηθείσας αμοιβής συνολικού ποσού 16.000 ευρώ, ότι εκτέλεσε και παρέδωσε τα συμφωνηθέντα έργα κατά τους συμφωνηθέντες χρόνους, πλην όμως, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, ο εναγόμενος Δήμος Σάμου, ευθυνόμενος για την καταβολή της αμοιβής ως καθολικός διάδοχος του Δήμου Μαραθοκάμπου, κατά τις διατάξεις του νόμου 3852/2010, αρνείται να του καταβάλει τη συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή, με αποτέλεσμα, να έχει καταστεί εν τέλει με τον τρόπο αυτό αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος του.
Ζήτησε δε, ενόψει της ακυρότητας των ως άνω συμβάσεων έργου, ανάμεσα στον ίδιο και στο εναγόμενο, η οποία δεν περιβλήθηκε το συστατικό τύπο του εγγράφου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει το ποσό των 16.000 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Ακολούθως το Ειρηνοδικείο, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων επί της άνω αγωγής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε την προβληθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Σάμου", ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, με την παραδοχή ότι πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, που αναφύεται από σύμβαση συναφθείσα μεταξύ Δήμου και ιδιώτη με απευθείας ανάθεση και αφορά εκτέλεση έργου, η οποία σύμβαση, εφόσον δεν υπάγεται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς, ανήκει από τη φύση της στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζεται από αυτό, λαμβανομένου υπόψη ιδιαιτέρως του προφορικού χαρακτήρα αυτής.
Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι εισάγεται διαφορά από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, διότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος σωρευτικά για να χαρακτηρισθεί μία σύμβαση διοικητική και να υπάγεται κατά συνέπεια στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, και ειδικότερα, λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπόψη του προφορικού χαρακτήρα της, δεν προκύπτει η συνδρομή της ύπαρξης κανονιστικού καθεστώτος, ή η διαπίστωση της προβλέψεως ή μη σε αυτή ρητρών που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, που περιάγουν το αναιρεσείον σε υπερέχουσα θέση έναντι του αναιρεσίβλητου, ανεξαρτήτως του σκοπού στον οποίο αυτή απέβλεπε.
Κατ' ακολουθίαν, η ένδικη σύμβαση είναι σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική και, συνεπώς, η υπό κρίση, εξ αυτής, διαφορά εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 560 αρ. 3 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης συνεπεία έλλειψης ή ανεπαρκών αιτιολογιών της απόφασης, πρέπει η παράβαση αυτή να αφορά κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει εφαρμογή όταν η ανεπάρκεια των αιτιολογιών αφορά κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι κανόνες που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 1186/2012).
Τέτοιος κανόνας είναι και εκείνος της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, σχετικά με το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής, λόγω της μη επαρκούς έκθεσης στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη συγκεκριμενοποίηση της ασκούμενης αξίωσης και του προβαλλόμενου αιτήματος (ΑΠ 308/2015, ΑΠ 619/2014), παράβαση ελεγχόμενη με βάση τον από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση ότι το Δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον έκρινε ορισμένη την ένδικη κατ' αυτού αγωγή και παρέλειψε να κηρύξει άκυρο το δικόγραφο αυτής, κατά παράβαση του άρθρου 216 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας με ανεπαρκή αιτιολογία την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση αοριστίας της κρινόμενης αγωγής, η οποία συνίσταται στην ποσοτική αοριστία αυτής καθόσον στο δικόγραφο δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της, είναι απαράδεκτος, καθόσον η παραβιασθείσα διάταξη είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δικονομικού δικαίου και δεν ιδρύει την επικαλούμενη πλημμέλεια.
Ο λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων που προβλέπεται στο άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι αντίστοιχος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα. Ο λόγος αυτός, που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 28/1997, ΑΠ 1042/2017).
Εξάλλου, το ουσιώδες στοιχείο του, εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, κρίνονται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, όπως διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου και με βάση τα οποία τούτο, ως αναγκαία, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των αντίστοιχων λόγων αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ιδρύεται, δε, ο από τις ανωτέρω διατάξεις αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος Σάμου με το δεύτερο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, απέρριψε την προβληθείσα από αυτόν ένσταση περί παραγραφής της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης, παραβιάζοντας τις παρατιθέμενες και αναλυόμενες στο δικόγραφο περί παραγραφής ουσιαστικές διατάξεις των αναφερόμενων νόμων.
Ειδικότερα, στον αναιρετικό λόγο εκτίθεται ότι, ενώ ο ενάγων ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι τα επίδικα έργα εκτέλεσε το χρονικό διάστημα από τις 10 έως τις 20 Ιουλίου 2010, την δε αγωγή του κατέθεσε στο Δικαστήριο την 21-12-2015 και επέδωσε αυτήν σε μεταγενέστερο χρόνο και, συνεπώς, μετά την παρέλευση πενταετίας με αποτέλεσμα να έχει παραγραφεί η αξίωση, χωρίς αιτιολογία ή με ανεπαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η υποβληθείσα από αυτόν ένσταση περί παραγραφής.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση που αναιρεσιβάλλεται, προκύπτει ότι σχετικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταρτίσει προφορικά με το Δήμαρχο Μαραθοκάμπου Σάμου, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο αναιρεσείων Δήμος Σάμου, δύο συμβάσεις έργου, η πρώτη με αντικείμενο την αλλαγή δύο αντλιών λημμάτων στο δεύτερο αντλιοστάσιο στη θέση Όρμος Μαραθοκάμπου-Κεντούρη, αντί αμοιβής 4.000 ευρώ για κάθε αντλία, έργο που εκτελέστηκε το χρονικό διάστημα από 10 έως 20 Ιουλίου 2010 και παραδόθηκε στις 20-7-2010, η δεύτερη με αντικείμενο την τοποθέτηση ανοξείδωτης αντλίας στη γεώτρηση στη θέση Άγιος Δημήτριος Μαραθοκάμπου Σάμου, αντί αμοιβής ποσού 8.000 ευρώ, έργο το οποίο εκτέλεσε το χρονικό διάστημα από 1 έως 8 Νοεμβρίου 2010 και παρέδωσε στις 8-11-2010, ότι οι συμβάσεις αυτές ήταν άκυρες ως καταρτισθείσες κατά παράβαση των διατάξεων της κείμενης περί εκτέλεσης έργων στους ΟΤΑ νομοθεσίας και ο Δήμος Μαραθοκάμπου κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία κατά τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά τα οποία θα κατέβαλε σε οποιοδήποτε εργολάβο που με βάση έγκυρες συμβάσεις θα αναλάμβανε την εκτέλεση αυτών των έργων.
Ειδικότερα, δε, αναφορικά με την υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα Δήμο Σάμου ένσταση παραγραφής της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης καταβολής του ποσού αυτού του πλουτισμού, δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ένδικη αξίωση δεν έχει υποπέσει στην κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση πενταετή παραγραφή, όπως ισχυρίζεται κατ' ένσταση ο εναγόμενος, η οποία όμως λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, αφού από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι ένδικες απαιτήσεις και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη, ήτοι την 1-1-2011, οπότε αρχίζει η άνω βραχυχρόνια πενταετής παραγραφή, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής με την επίδοσή της στις 24-12-2015 (βλ.
την υπ' αριθμ. 529/24-12-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σάμου, Β. Α.), δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών>>. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το εξεταζόμενο οικείο μέρος του, αναφορικά με την αιτίαση της απόρριψης της περί παραγραφής της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης ένστασης, χωρίς καμιά αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, είναι προεχόντως αβάσιμος.
Τούτο διότι, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες, και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων, όπως είναι και η αγωγή, ελέγχεται η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια, το Δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, αναφερόμενες στο είδος της ένδικης αξίωσης, τη χρονική παραγραφή στην οποία υπόκειται, την ημερομηνία αφετηρίας αυτής, το χρόνο επίδοσης της ένδικης αγωγής, καθώς και τα στοιχεία με βάση τα οποία προκύπτει ότι οι ένδικες απαιτήσεις του αναιρεσίβλητου εμπίπτουν μέσα στην τελευταία πριν από την άσκηση της αγωγής πενταετία, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με την εφαρμογή των περί παραγραφής ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 247, 251, 253, 261 ΑΚ και των άρθρων 3 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεις ετέρων τινών θεμάτων", 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού" και ήδη 140 παρ. 1 του ν. 4270/2014, 304 του π.δ. 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας" και ήδη 276 παρ. 1 εδ. 2, και 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", σύμφωνα με τις οποίες ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ ορίζεται σε πέντε χρόνια, και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ακόμη και αν πηγάζει από αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Επομένως, το Ειρηνοδικείο Σάμου δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη με τον ανωτέρω λόγο πλημμέλεια εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι, η αγωγή, επί της οποίας έκρινε, σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998).
Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 231/2004).
Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου καθώς και η ύπαρξη νόμιμης βάσης ή η αντίστοιχη έλλειψή της, περί της οποίας γίνεται αναφορά ανωτέρω κατά την έρευνα του οικείου μέρους του δεύτερου λόγου αναίρεσης, πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των εκ των αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχων, λόγων αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η ύπαρξη νόμιμης βάσης, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, όπως διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου και με βάση τα οποία τούτο, ως αναγκαία, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Γι' αυτό, αν προβάλλονται αιτιάσεις από τους ως άνω αναιρετικούς λόγους, στο αναιρετήριο πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017).
Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η νομική πλημμέλεια και η ύπαρξη ή μη νόμιμης βάσης, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1376/2011). Ενόψει τούτων, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 887/2019, ΑΠ 1238/2018, ΑΠ 148/2008), αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο, δε, συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η έκθεση στο αναιρετήριο των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα της αγωγής ή των ισχυρισμών, και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς, δηλαδή, η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 1376/2011).
Η αοριστία του αναιρετικού λόγου, εξαιτίας μη αναφοράς των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1990), ούτε να συμπληρωθεί το αναιρετήριο με την παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1938/2017).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένοι οι από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός των κατά τα ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, για μεν την πλημμέλεια από τον αρ. 1, ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και να εξειδικεύεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου, για δε την πλημμέλεια από τον αρ. 6, της έλλειψης νόμιμης βάσης, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, με βάση τα στοιχεία της οποίας προσδιορίζεται το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης της απόφασης, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 116/2012), ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, καθώς και η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή για ανεπαρκή αιτιολογία, στην τελευταία δε περίπτωση να εκτίθεται και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν (ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων Δήμος Σάμου, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη του, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφεται το Ειρηνοδικείο διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του, <<απορρίπτοντας την άρνησή μας του νόμου και ουσία βασίμου της παρούσας αγωγής...προέβη σε παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να χρησιμοποιεί αιτιολογία ή χρησιμοποιώντας ανεπαρκή αιτιολογία>>.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους. Τούτο διότι, ο αναιρεσείων, αν και το Ειρηνοδικείο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο, ερεύνησε την ουσία της διαφοράς, προβάλει δε αυτός αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεν εκθέτει τις κρίσιμες, σχετικά με τα αποτελούντα τη βάση της αγωγής ουσιώδη ζητήματα, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, και με βάση τα οποία έκρινε τη βασιμότητα των περιεχόμενων στην αγωγή ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου, αλλά αρκείται στη γενική αναφορά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την προβληθείσα από αυτόν άρνηση της βασιμότητας της αγωγής.
Επίσης, ως προς μεν την αιτίαση από τον αρ. 1, ο λόγος είναι αόριστος διότι δεν εκτίθενται οι διατάξεις συγκεκριμένου ουσιαστικού κανόνα που παραβιάστηκαν και δεν εξειδικεύεται το νομικό σφάλμα της απόφασης, ως προς δε την αιτίαση από τον αρ. 6, διότι δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται να παραβιάστηκε επειδή δεν περιέχει το αναγκαίο με τα στοιχεία αυτής περιεχόμενο στην ελάσσονα πρόταση της απόφασης, ο ισχυρισμός για τον οποίο συντρέχει η ανυπαρξία ή ανεπάρκεια αιτιολογίας, καθώς και ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποιες επιπλέον έπρεπε να περιέχει η απόφαση.
Χωρίς, όμως, την παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και την αναφορά των διατάξεων τις οποίες αφορά η παραβίαση, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος των αποδιδόμενων πλημμελειών, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης και κατά συνέπεια του συναπτώμενου αιτιωδώς με τις παραδοχές, διατακτικού της απόφασης, από την ορθότητα του οποίου εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, που συνίσταται στην ανάγκη έννομης προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί κύρια θετική ουσιαστική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, το οποίο πρέπει να συντρέχει και για κάθε λόγο αυτής (ΑΠ 855/2017, ΑΠ 1663/2010), θεμελιώνεται κυρίως στη βλάβη που υπέστη ο διάδικος του ηττήθηκε, και επιδιώκει τον έλεγχο αυτής, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας (ΑΠ 589/2009).
Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014).
Το έννομο συμφέρον πρέπει γα κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον, δε, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 342/2009, ΑΠ 226/2014, ΑΠ 674/2013). Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης δεν έχει ο αναιρεσείων όταν η κατ' αυτού αίτηση του αντιδίκου του απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ενώ κατά τους ισχυρισμούς του έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη ή αόριστη.
Τούτο διότι η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή κατ' ουσίαν είναι ευμενέστερη γι' αυτόν (ΑΠ 533/2017). Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης (ΑΠ 1268/2017, ΑΠ 855/2017). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον ίδιο ως άνω τρίτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 909 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι δεν μπορεί να κηρυχθεί προσωρινή εκτέλεση κατά των δήμων και κοινοτήτων και έκρινε ως νόμιμο το σχετικό αίτημα της αγωγής.
Πλην όμως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο έκρινε νόμιμο το σχετικό αίτημα και στη συνέχεια το απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, το αναιρεσείον δεν υπέστη βλάβη και ο αναιρεσείων, νικήσας διάδικος, δεν έχει έννομο συμφέρον για την αναίρεση της ευμενέστερης γι' αυτόν απόφασης.
Συνακόλουθα, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, ο ως άνω εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος Σάμου, που ηττήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατ` άρθρο 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με άρθρο 285 ν. 3852/2010 και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-11-2017 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ., ΟΤΑ Α' βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Σάμου", για αναίρεση της 101/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σάμου . Επιβάλλει στο αναιρεσείον την πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου , τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ