Supreme Court dismisses appeal for group insurance as wages due to vague grounds and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by employees against a group insurance contract ruling. The court found the second ground of appeal vague and contradictory to the first, failing to specify the exact legal error regarding the nature of the insurance. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 1 of the International Labour Convention on Wages; Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground must be concise and specific regarding the legal error; vague or contradictory grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1265 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1265/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη – Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ... Αττικής,
2) Α. Γ. του Μ., κατοίκου ... Αττικής,
3) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής,
4) Μ. Ι. του Μ., κατοίκου ... Αττικής,
5) Μ. Γ. του Δ., κατοίκου … Αττικής,
6) Τ. Φ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής,
7) Τ. Α. του Φ., κατοίκου … Αττικής,
8) Τ. Δ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής,
9α) Β. Γ. του Δ., ατομικά και για την ανήλικη κόρη της Ρ. Π. του Γ., και β) Ρ. Ν. του Γ., όλων νόμιμων και αποκλειστικών κληρονόμων του Ρ. Γ. του Ν., κατοίκων ... Αττικής,
10) Κ. Γ. του Μ., κατοίκου ...,
11) Κ. Η. του Γ., κατοίκου ... Αττικής,
12) Μ. Ι. του Η., κατοίκου ... Αττικής,
13α) Θ. Ν. του Π., β) Θ. Π. του Ν., γ) Θ. Α. του Δ., όλων νόμιμων και αποκλειστικών κληρονόμων του Θ. Δ. του Π., κατοίκων ... Δήμου ... Αχαΐας,
οι οποίοι εκπροσώπησαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κλαουδάτο, ο οποίος ανακέλεσε την από 13.01.2021 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (ΕΑΣ Α.Ε.) και το διακριτικό τίτλο «ΕΒΟ – ΠΥΡΚΑΛ», η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δήμητρα Παπαϊωάννου και Γεώργιο Θεοδόση, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.06.2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2257/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1356/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12.04.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 3 § 2 Ν. 2112/1920, 5 § 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ’ αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 830/2019).
Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος ωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού.
Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΚ 410, 411), μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση.
Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως, ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336 και 338 ΑΚ.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή ή αποζημίωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως, απευθείας από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή), στρεφόμενος κατ’ αυτού με αγωγή κατ’ άρθρο 411 ΑΚ (ΑΠ 74/2016, ΑΠ 13/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
[II] Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία:
Με την από 20.06.2012 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες [σημειωτέον ότι με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, από τους ενάγοντες κληρονόμους του θανόντος Δ. Θ. του Π. (16οι αναιρεσείοντες) παρίσταται μόνο Ν. Θ. ως μοναδικός κληρονόμος των λοιπών οι οποίοι απεβίωσαν], ισχυρίστηκαν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθησαν κατά τα έτη 1977-1983, καθένας εξ αυτών αντίστοιχα, (και ως προς τους υπ’ αριθμ. 10 και 16 ενάγοντες - αναιρεσείοντες, οι κληρονομηθέντες από αυτούς εργαζόμενοι), προσλήφθηκαν από την δικαιοπάροχο της πρώτης εναγόμενης ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ (ΠΥΡΚΑΛ Α.Ε.) για να απασχοληθούν σ' αυτή, με τις ειδικότητες που ειδικότερα αναφέρουν και ότι συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τις ίδιες άνω ειδικότητες, από το έτος 2003, οπότε η άνω εργοδότριά τους συγχωνεύθηκε μαζί με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ Α.Ε. (ΕΒΟ Α.Ε.), στην καθολική διάδοχο της αρχικής εργοδότριας τους πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΑΣ Α.Ε.), ως νέα ανώνυμη εταιρία, που συστάθηκε λόγω της συγχώνευσης.
Περαιτέρω, εκθέτουν ότι κατά τα έτη 2010-2011 οι υπ’ αριθμ. 1-15ος ενάγοντες αποχώρησαν από την εργασία τους, λόγω συνταξιοδότησης, ενώ απεβίωσε το 2011 ο κληρονομηθείς από τους υπ’ αριθμ. 16 ενάγοντες εργαζόμενος.
Ότι, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους στην αρχική τους εργοδότρια ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ, η τελευταία, το έτος 1983 αποφάσισε, ως πρόσθετη παροχή στο προσωπικό της, τη σύναψη συμβάσεων ομαδικής ασφάλισης υπέρ αυτού, αρχικά με τη «Λαϊκή Ασφαλιστική» και στη συνέχεια με τη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α. (μη διάδικο ενώπιον του Αρείου Πάγου), με την οποία κατάρτισε το .../…/22.06.1983 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο του συνόλου των εργαζομένων της, με βάση το οποίο θα καταβαλλόταν σε κάθε εργαζόμενο, κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, πέρα από την προβλεπόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, ένα εφάπαξ ποσό, που θα ήταν ίσο με τους μέσους μηνιαίους μισθούς του τελευταίου πριν την αποχώρησή του 12μήνου, πολλαπλασιαζόμενο επί τα έτη υπηρεσίας του, με πλαφόν της εφάπαξ καταβολής του ασφαλίσματός τους 35 μισθούς, ενώ καθοριζόταν όχι μόνο το ασφάλισμα, αλλά και το ασφάλιστρο, που θα κατέβαλε η πρώτη εναγομένη ως εργοδότρια.
Ότι με την από 31.12.2004 ΕΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων σ’ αυτή (Σωματείο Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων Υμηττού Α.Β.Ε.Ε.), μέλη του οποίου ήταν οι ενάγοντες, η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, όπως είχε τροποποιηθεί με πρόσθετες πράξεις, επεκτάθηκε σε όλο το ενεργό και σε πλήρη υπηρεσία προσωπικό της πρώτης εναγομένης και έτσι, αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του κάθε ενάγοντος.
Ότι με πρόσθετες πράξεις διευκρινίστηκε ότι η συνταξιοδότηση, ως προϋπόθεση καταβολής του ασφαλίσματος, νοείται από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης και από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία και ορίστηκε ως δήλη ημέρα καταβολής του ασφαλίσματος η πρώτη ημέρα του μήνα, που έπεται της συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης σε κάθε εργαζόμενο ασφαλισμένο, ο οποίος, κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, δεν έπρεπε να έχει υπερβεί το 70° έτος της ηλικίας του.
Ότι οι ίδιοι (ενάγοντες), εκ των οποίων, κατά τις προαναφερόμενες χρονολογίες ουδείς είχε συμπληρώσει το 70° έτος της ηλικίας του, μολονότι είχαν δικαίωμα προσδοκίας στην εφάπαξ αποζημίωση, κατά την αποχώρηση τους λόγω συνταξιοδότησης (και κατά τον θάνατο του εργαζόμενου ασφαλισμένου οι υπ’ αριθμ. 16 ενάγοντες κληρονόμοι του), οπότε πληρώθηκε η ασφαλιστική περίπτωση, αφού οι πιο πάνω συμφωνίες δεν είχαν καταγγελθεί και αποτελούσαν όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας του καθενός εξ αυτών, εν τούτοις δεν έλαβαν το εφάπαξ ποσό, που σύμφωνα με τους υπολογισμούς, που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, ανέρχονταν, όπως παραδεκτά διορθώθηκαν με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους, στα προσδιοριζόμενα εκεί ποσά.
Ότι, στην καταβολή των ποσών αυτών ενέχονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον αμφότερες οι εναγόμενες, η μεν πρώτη, ως εργοδότρια, που υποχρεούται ευθέως με βάση τη σύμβαση εργασίας του κάθε ενάγοντος, στην καταβολή του αιτούμενου ποσού ως μισθολογικής παροχής, επειδή η ομαδική ασφάλιση με όλες τις τροποποιήσεις της αποτέλεσε μέρος της ατομικής σύμβασης του καθενός εργαζόμενου ενάγοντος και επιπλέον, διαμορφώθηκε για περισσότερα από 25 χρόνια ως επιχειρησιακή συνήθεια, η δε δεύτερη εναγομένη, ως ασφαλιστική επιχείρηση που υποχρεούται ευθέως έναντι κάθε ενάγοντος – δικαιούχου, με βάση τη σύμβαση ασφαλίσεως, στην καταβολή του ποσού ως ασφαλίσματος, έναντι του οποίου (ασφαλίσματος) η τελευταία κατέβαλε μόνο από 2.000 ευρώ και μόνο σε ορισμένους από τους ενάγοντες.
Ζήτησαν δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί, με κύρια βάση τη σύμβαση εργασίας για την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη και τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης για τη δεύτερη εναγόμενη και με επικουρικές βάσεις για αμφότερες τις εναγόμενες, τις διατάξεις από την αδικοπραξία και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ότι οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εκάστη εις ολόκληρον, οφείλουν στους ενάγοντες, αντίστοιχα, το υπόλοιπο από τα πιο πάνω ποσά, όπως το προσδιορίζουν για τον καθένα.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διέταξε το χωρισμό της δίκης, παρέπεμψε την αγωγή καθό μέρος απευθύνεται κατά της δεύτερης εναγομένης (ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ) για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία και κράτησε και δίκασε αυτήν καθό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία απέρριψε ως αόριστη.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ενάγοντες την από 22.06.2016 έφεση επί της οποίας έκρινε το Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, τα εξής:
«| Στην προκειμένη περίπτωση, οι ήδη συνταξιούχοι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή, την οποία στρέφουν κατά της πρώτης εναγομένης πρώην εργοδότριάς τους, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΑΣ Α.Ε. – ήδη αναιρεσίβλητη) ότι, κατά τους χρόνους αποχώρησης του καθενός, ήτοι στις 23.09.2011, για τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο ενάγοντες, στις 22.09.2011 για τον τρίτο, στις 16.09.2011 για τον πέμπτο, στις 18.10.2011 για τους έκτο, έβδομο και ένατο ενάγοντες, στις 30.09.2011 για τον όγδοο, στις 10.12.2010 για τον δωδέκατο, στις 31.12.2011 για τον δέκατο τρίτο, στις 31.03.2012 για τον δέκατο τέταρτο, στις 30.04.2010 για τον δέκατο πέμπτο, στις 30.06.2011 για τον μεταποβιώσαντα στις 10.07.2011 και κληρονομηθέντα από τους υπ’ αριθμ. 10 ενάγοντες, ως και κατά τον χρόνο θανάτου στις 07.07.2011 του κληρονομηθέντος από τους υπ' αριθμ. 16 ενάγοντες εργαζόμενου ασφαλισμένου, οπότε, πριν τη συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας του καθενός, επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε το δικαίωμα προσδοκίας τους και γεννήθηκαν οι ένδικες αξιώσεις τους να εισπράξουν το επίμαχο εφάπαξ ποσό (ασφάλισμα), δυνάμει της ένδικης ομαδικής ασφαλιστικής σύμβασης, η τελευταία εξακολουθούσε να ισχύει, αφού δεν ιστορείται ότι είχε λήξει η ισχύς της με γραπτή καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας, για οποιοδήποτε λόγο και κυρίως, δεν εκτίθεται ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση είχε λυθεί με καταγγελία της ασφαλιστικής επιχείρησης, για το λόγο ότι η εναγομένη (εργοδότρια τους), ως αντισυμβαλλομένη της, δεν εκπλήρωνε απέναντί της την υποχρέωσή της να καταβάλει τα συμφωνημένα ασφάλιστρα στον Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων.
Συνεπώς, οι ενάγοντες, ως ασφαλισμένοι (τρίτοι), έχουν άμεσο, ίδιο δικαίωμα στρεφόμενοι ευθέως έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας, να εισπράξουν το ασφάλισμα και η τελευταία έχει ευθεία υποχρέωση απέναντί τους, αφού δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να τους το καταβάλει, εφόσον δεν ιστορείται ότι είχε λυθεί με καταγγελία η ασφαλιστική σύμβαση και η υποχρέωσή της αυτή υφίσταται ακόμη και αν δεν είχε καταβάλει τα ασφάλιστρα στον Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων η εναγομένη εργοδότριά τους, περίπτωση, η οποία, άλλωστε, ουδόλως εκτίθεται στην αγωγή.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι επί αμφοτεροβαρούς συμβάσεως σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας παροχής ή και σε περίπτωση υπερημερίας, τεκμαίρεται η υπαιτιότητα του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 336 και 342 ΑΚ, αφορά μόνο την αντιστροφή του βάρους της απόδειξης, αφού ο τελευταίος (οφειλέτης) και όχι ο δανειστής του είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι η αδυναμία ή η υπερημερία του οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο αυτός δεν υπέχει ευθύνη και να απαλλαγεί.
Το τεκμήριο, όμως, αυτό δεν απαλλάσσει τον δανειστή ενάγοντα, για τη θεμελίωση του δικαιώματός του να ζητήσει αποζημίωση λόγω υπαίτιας αδυναμίας παροχής ή υπερημερίας του οφειλέτη του, από την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί και να αποδείξει στη συνέχεια, τα περιστατικά της αδυναμίας ή της υπερημερίας του τελευταίου, τα οποία δεν μπορούν να αναπληρωθούν από την τυχόν ομολογία του εναγομένου οφειλέτη, από τις αποδείξεις ή από άλλα έγγραφα εκτός της αγωγής κείμενα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, στην αγωγή όχι μόνο δεν εκτίθενται τέτοια περιστατικά υπαίτιας αδυναμίας παροχής ή υπερημερίας της εναγομένης εργοδότριας, σχετικά με την καταβολή των ασφαλίστρων στον Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων που διαχειρίζεται η ασφαλιστική επιχείρηση και εκ του λόγου τούτου, λήξης με γραπτή καταγγελία της ομαδικής ασφαλιστικής συμβάσεως και συνεπώς, ματαίωσης του δικαιώματος προσδοκίας των εναγόντων να εισπράξουν το ασφάλισμα, από υπαιτιότητα της εναγομένης εργοδότριας, αλλά αντιθέτως, εκτίθεται ισχυρά και ενεργός ασφαλιστική σύμβαση ομαδικής ασφάλισης.
Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με το ίδιο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής οι ενάγοντες στράφηκαν ευθέως και εναντίον της ασφαλιστικής εταιρίας και επικαλούμενοι την ισχύ της ασφαλιστικής σύμβασης και την υπερημερία της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας περί την καταβολή του ασφαλίσματος, ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία με βάση την ενεργό και ισχυρά σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, να καταβάλει στον καθένα τους, το αντίστοιχο εφάπαξ ποσό του ασφαλίσματος, που ως ασφαλισμένος (τρίτος) δικαιούται [...].
Με βάση τα προαναφερόμενα, τα οποία εκτίθενται στην αγωγή, οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα να ζητούν από την εναγομένη εργοδότρια ΕΑΣ Α.Ε. τα αιτούμενα ποσά, ούτε εκ της συμβάσεως εργασίας τους ως μισθολογική παροχή, με τη μορφή της δευτερογενούς υποχρέωσής της προς αποζημίωση (κύρια αγωγική βάση), ούτε με βάση τις διατάξεις για την αδικοπραξία ή εκείνες για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (επικουρικές αγωγικές βάσεις).
Αντιθέτως, εφόσον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, οπότε επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση με την συνταξιοδότηση των εναγόντων (και τον θάνατο του κληρονομηθέντος από τους υπ’ αριθμ. 16 ενάγοντες), δεν ιστορείται περαιτέρω ότι είχε λήξει η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης με έγγραφη καταγγελία της ασφαλιστικής επιχείρησης, λόγω αθέτησης της υποχρέωσης της εναγομένης εργοδότριας να καταβάλει τα ασφάλιστρα στον Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων που διαχειρίζεται η ασφαλιστική εταιρία και εντεύθεν, υπαίτια εκ μέρους της εναγομένης ματαίωση του δικαιώματος προσδοκίας των εναγόντων να εισπράξουν το ασφάλισμα, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δεν έχει γεννηθεί, κατά τα άρθρα 382, 335, 336, 338 και 648 ΑΚ, η δευτερογενής υποχρέωση της εργοδότριας ΕΑΣ Α.Ε. (και το αντίστοιχο δικαίωμα των εναγόντων) να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά, ως αποζημίωση (θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως), ανεξαρτήτως αν αυτή κατέβαλε ή υπαιτίως δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα, αλλά η ασφαλιστική επιχείρηση εξακολουθεί να ευθύνεται από τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης έναντι των εναγόντων, ως δικαιούχων του ασφαλίσματος (τρίτων) και να υποχρεούται, αφού επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση κατά το χρόνο που ήταν ισχυρή η σύμβαση ασφάλισης, να καταβάλει ευθέως στον καθένα τους το αντίστοιχο ασφάλισμα.
Επομένως, η αγωγή καθό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης εργοδότριας ΕΑΣ Α.Ε. (και ήδη αναιρεσίβλητης), υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή, ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια από τη σύμβαση εργασίας και επικουρικές, από την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω εναγομένη εργοδότρια δεν έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη από τη μη καταβολή του ασφαλίσματος στους ενάγοντες|».
Και με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, εφαρμόζοντας και το άρθρο 536 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, όπως προειπώθηκε, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει την αγωγή καθ’ ό μέρος στρεφόταν κατά της πρώτης εναγομένης (και ήδη αναιρεσίβλητης) ως αόριστη, απέρριψε την έφεση κατ’ ουσίαν.
[III] Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, σύμφωνα με την οποία η αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης είναι μη νόμιμη, διότι οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους επικαλούνται την ύπαρξη έγκυρης και ισχυρής σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, χωρίς την επίκληση περιστατικών υπαίτιας αδυναμίας παροχής ή υπερημερίας του εργοδότη (αναιρεσίβλητης) σχετικά με την καταβολή των ασφαλίστρων στον Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων που διαχειρίζεται η υποσχεθείσα ασφαλιστική επιχείρηση (ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ) και εξ αυτού του λόγου λήξης με καταγγελία της ομαδικής ασφαλιστικής σύμβασης και συνεπώς, ματαίωσης του δικαιώματος προσδοκίας των αναιρεσειόντων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 410, 411, 648, 649, 653 ΑΚ, 3 § 2 Ν. 2112/1920, 5 § 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ’ αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, υπάγοντας τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά σ’ αυτές και δεν έσφαλε.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, εφόσον αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών εργασιακής σύμβασης, έχει το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συμβάσεως ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού.
Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος (μισθωτός) κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης (εργοδότη), όταν ο τελευταίος με τη συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής, απ' αυτόν που υποσχέθηκε (ασφαλιστή) και να αξιώσει αποζημίωση.
Τέτοια περίπτωση είναι αυτή της λύσεως της ασφαλιστικής σύμβασης με καταγγελία της ασφαλιστικής επιχείρησης για το λόγο ότι ο αντισυμβαλλόμενος εργοδότης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει τα συμφωνημένα ασφάλιστρα στο λογαριασμό κατάθεσης ασφαλίστρων.
Δηλαδή, στην υπό κρίση περίπτωση, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 410-411 ΑΚ περί σύμβασης υπέρ τρίτου, βάσει των οποίων ο δέκτης της υπόσχεσης εργοδότης έχει δευτερογενή υποχρέωση για καταβολή αποζημιωτικώς της παροχής μόνον σε περίπτωση που ματαίωσε υπαίτια την εκπλήρωση της παροχής του υποσχεθέντα ασφαλιστή.
Άλλως, σε περίπτωση που η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης είναι ενεργός και λειτουργούσα και δεν έχει ματαιώσει ο εργοδότης καθ’ οιονδήποτε τρόπο την παροχή, αποκλειστικά υπεύθυνος έναντι του μισθωτού είναι ο ασφαλιστής. Και εν προκειμένω, στην αγωγή εκτίθεται σαφώς ότι η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση είναι ισχυρά και ενεργός και δεν ιστορείται ότι έχει λυθεί με καταγγελία της ασφαλιστικής επιχείρησης, για το λόγο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν εκπλήρωνε απέναντί της την υποχρέωσή της να καταβάλει τα συμφωνημένα ασφάλιστρα, ώστε να γεννάται υποχρέωση αυτής (αναιρεσίβλητης) έναντι των αναιρεσειόντων.
Άλλωστε αυτό προκύπτει σαφώς και από την έννοια του όρου ομαδική ασφάλιση, κατά την οποία ο εργοδότης αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός το ασφάλιστρο και ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλιστικού κινδύνου το ασφάλισμα στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο) και όχι ο εργοδότης να καλύπτει, άνευ ετέρου, και το ασφάλιστρο και το ασφάλισμα, οπότε θα ήταν περιττή η σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρία.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το επίδικο ομαδικό ασφαλιστήριο έχει το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής και ως εκ τούτου υφίστατο, δήθεν, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη της αναιρεσίβλητης με την ασφαλιστική εταιρία για να το καταβάλουν, αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος.
[IV] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει με σαφήνεια και πληρότητα να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε (ορισμένα άρθρα ορισμένου νόμου) και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 609/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμοί 1, 8 & 19 ΚΠολΔ, διότι δεν έκρινε τι φύσεως είναι το επίδικο ομαδικό ασφαλιστήριο, ήτοι, εάν είναι σύμβαση ομαδικής ασφάλισης ή διαχειριστική σύμβαση, υπό την έννοια της ανάληψης κινδύνου. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, πέραν της αντιφατικότητάς του με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι πρόκειται για σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, πώς επιδρά ουσιωδώς στην έκβαση της δίκης, η φερόμενη ως ελλιπής αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
[V] Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.04.2019 και με αριθμό καταθέσεως 3914/338/18-4-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1356/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ