Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding pension fund liquidation and buyout rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Labor Court's judgment regarding the liquidation of collective pension funds. The court held that the plaintiff, who had opted out of new collective schemes, retained an independent right to claim the agreed buyout value from the insurer upon the termination of his original contracts. Consequently, the lower court correctly applied the relevant pension legislation to confirm the insurance company's obligation to pay the accrued funds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7, 29, 33, 410, 411 of Law 2496/1997; The termination of collective pension management contracts triggers the insured's independent right to claim the agreed buyout value from the insurer, regardless of their participation in new schemes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 830 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 830/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …. και εκπροσωπήθηκε νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Δημήτριο Γεωργόπουλο και Νικόλαο Δούναβη, που κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Μ. του Φ., κατοίκου ..., 2)ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." που διαδέχθηκε με συγχώνευση την εταιρία "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3)σωματείου Υπαλλήλων ... …. ..., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μυλωνά, που κατέθεσε προτάσεις, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στυλιανή Μαχαίρα, που κατέθεσε προτάσεις και το 3ο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2004 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4327/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 1618/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 3200/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 12/7/2013 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 13/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 2485/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 18/10/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ. ΑΠ 142/2016, ΑΠ 152/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την …70 Γ/24.05.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης Ε. Χ. - Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και με κλήση για συζήτηση για την προαναφερόμενη δικάσιμο (27.11.2018) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο τρίτο αναιρεσίβλητο Σωματείο με την επωνυμία "Σωματείο Υπαλλήλων ......". Το τελευταίο δεν εμφανίσθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 328/2017, ΑΠ 1404/2017).
Με την από 11.01.2018 και με ειδ αριθ. καταθ. 40/11.01.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2485/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν έκδοσης της 13/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία είχε αναιρεθεί η υπ'αριθμό 3200/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος και ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1618/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε μετά την έκδοση της 13/2015 αναιρετικής απόφασης, απορρίφθηκε η από 3.7.2011 έφεση ως προς τους δεύτερη και τρίτο των εφεσιβλήτων (εναγομένων) και ήδη 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων και έγινε δεκτή ως προς την πρώτη εφεσίβλητη (εναγόμενη) και ήδη αναιρεσείουσα και ακολούθως αφού εξαφανίστηκε η 1618/2010 απόφαση ως προς την πρώτη εναγόμενη έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο 92.042,72 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ως προς τους 2η και 3ο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ήσαν ομόδικοι της αναιρεσείουσας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ'εκείνων που ήσαν αντίδικοι του αναιρεσείοντος ως προς τον 1ο όμως αναιρεσίβλητο η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198 /1955 και 1 της υπ` αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχα δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιαλείπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεώς τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε.
Ετσι, στην περίπτωση ομαδικής ασφαλίσεως του προσωπικού μιας επιχειρήσεως από τον εργοδότη, ο οποίος συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών εργασιακής συμβάσεως, έχει το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συμβάσεως ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού.
Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με τη συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής, απ` αυτόν που υποσχέθηκε (ασφαλιστή) και να αξιώσει αποζημίωση.
Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως ή εκείνης κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη - εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 338 και 336 ΑΚ.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή ή αποζημίωση σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως απευθείας από τον υποσχεθέντα. (ΑΠ 13/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του ν. 2496/1997, που έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33§4 και 34 του ίδιου νόμου και επί ασφαλιστικών συμβάσεων, που προϋπήρχαν αυτού και είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, που αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου.
Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν.2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).
Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της σύμβασης (άρθρ. 201επ ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο- δέκτη της υπόσχεσης), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πλήρωσης των όρων της σύμβασης.
Πρόκειται περί γνήσιας ομαδικής ασφάλισης, η οποία λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρ. 411 Α.Κ.), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (ΑΠ 162/2017, ΑΠ 11/2006, ΑΠ 1895/2008).
Τέλος, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσης εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφάλισης με την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2 α ΝΔ 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμήθειας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων.
Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλος του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννιέται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπό του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης και ύστερα να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 162/2017).
Κατά το άρθρο 7 παρ.7 του Ν. 2496/1997 "Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σε καταβολή του ποσού για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση. "Ως ασφαλιστική περίπτωση θεωρείται και η εξαγορά των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής, που έχουν και επενδυτικό χαρακτήρα και τα οποία σχηματίζουν αξίες εξαγοράς, κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου.
Στην περίπτωση αυτή, ο ασφαλιστής οφείλει να καταβάλει το ποσό των αξιών εξαγοράς και το τυχόν προϊόν Υπεραπόδοσης του Μαθηματικού Αποθέματος, που προβλέπεται στις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α), εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης από τον δικαιούχο. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, ο Υπουργός Ανάπτυξης επιβάλλει πρόστιμο στον ασφαλιστή από τρεις χιλιάδες (3.000) μέχρι εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ.
Το πρόστιμο που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο αποτελεί δημόσιο έσοδο και καταχωρείται στον κωδικό αριθμό εσόδου (Κ.Α.Ε.) 3739.". Επίσης, κατά το άρθρο 29 παρ.4 του ως άνω Ασφαλιστικού Νόμου, "4. Ο ασφαλιστής αποδίδει στον λήπτη της ασφάλισης την αξία της εξαγοράς που συμφωνήθηκε. Ως βάση υπολογισμού της αξίας εξαγοράς λαμβάνονται υπόψη τα έξοδα του ασφαλιστή που βαρύνουν τη συγκεκριμένη σύμβαση και τα καταβληθέντα ασφάλιστρα αποταμίευσης.
Την ίδια υποχρέωση έχει ο ασφαλιστής και σε κάθε περίπτωση λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης". Εξάλλου κατά το άρθρο 33 παρ.1 και 4 του Ν. 2496/1997 "1. Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται, κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών"..4. " 4.
Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από τον παρόντα νόμο" Σε περίπτωση καταγγελίας ομαδικής ασφάλισης σύμβασης προσωπικού Επιχείρησης αν τροποποιηθεί η ασφαλιστική παροχή και αντικατασταθεί με νέα με διαφορετικά ασφαλιστικά προγράμματα, η νέα ασφαλιστική σύμβαση δεσμεύει και ισχύει έναντι όλων των εργαζομένων που υπέγραψαν τη δήλωση αποδοχής της γενόμενης τροποποίησης των ομαδικών ασφαλιστηρίων.
Όποιοι όμως από τους εργαζόμενους δεν αποδέχτηκαν εγγράφως τη συμμετοχή στη νέα ομαδική ασφάλιση διότι διαφωνούν με τα νέα δεδομένα θεωρείται ότι δεν συνδέονται με καμία σχέση με τον αυτοσυμβαλλόμενο του ασφαλιστή, δεν ισχύει η νέα ασφαλιστική κάλυψη υπέρ των συγκεκριμένων προσώπων. Όμως οι εργαζόμενοι ως δικαιούχοι του ασφαλίσματος που τους αναλογεί μέχρι τη λύση της αρχικής συμβάσεως με καταγγελία έχουν το δικαίωμα να το ζητήσουν ως ποσό της εξαγοράς που τους οφείλεται σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ.4 του Ν. 2496/1997.
Στην περίπτωση αυτή η ασφαλιστική αποζημίωση ζητείται, λόγω πρόωρης λύσης της αρχικής ασφαλιστικής σύμβασης, πριν την ασφαλιστική περίπτωση, κατά τα άρθρα 382 επ ΑΚ (βλ.ΑΠ 13/2015) και πρέπει να αντισταθμίζεται με το ποσό της παροχής που δικαιούνται να λάβουν μέχρι τη λύση της συμβάσεως ως ποσό εξαγοράς.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Ο δε από το αρ. 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση, κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1 και 19) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578, ΟλΑΠ 2/2013), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς δηλαδή η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Η παράθεση των αναγκαίων παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την απ` αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη και συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης του καθένα στα δικαστήρια (ΑΠ 435/2008, ΑΠ 618/2007). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι λογικώς η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού λόγου της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 225/2005).
Συνεπώς, για το ορισμένο του λόγου τούτου αναίρεσης, σύμφωνα και με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, πρέπει, για την εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου, να αναφέρονται σ' αυτόν, πλην άλλων, όλες οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, καθώς και ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους. Τέλος, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15/06/2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 88123/5196/22-06-2004 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι τόσο η δεύτερη εναγομένη - εργοδότριά του εταιρεία, όσο και το τρίτο εναγόμενο συνδικαλιστικό σωματείο κατάρτισαν με την πρώτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία υπέρ των εργαζομένων της πρώτης εναγομένης, τα με αριθμούς 74/01-04-1977 και 1037/11-11-1986 αντίστοιχα, συμβόλαια ομαδικής ασφάλισης, δυνάμει των οποίων η πρώτη εναγομένη ανάλαβε την υποχρέωση, εκτός των άλλων, για καταβολή εφάπαξ παροχής (κεφάλαιο πρόνοιας) σε κάθε εργαζόμενο κατά την αποχώρησή του, ανάλογη προς τη διάρκεια της παροχής εξαρτημένης εργασίας του και των μηνιαίων μισθών του κατά τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους.
Ότι τα ανωτέρω συμβόλαια λειτούργησαν κανονικά έως τον Ιούνιο του 2001, οπότε τέθηκε από την πρώτη εναγομένη ζήτημα ελλείμματος του απαιτούμενου κεφαλαίου για τη λειτουργία του. Ότι οι εναγόμενοι προσέφυγαν στο Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο με την από 28-06-2001 απόφασή του έκρινε ότι οι παροχές προνοίας συνιστούν χρηματοοικονομικές συμβάσεις διαχείρισης κεφαλαίων και όρισε ότι η πρώτη εναγομένη πρέπει να έχει επιπλέον απόθεμα ποσού 1.200.000.000 δραχμών.
Ότι οι εναγόμενοι έλυσαν τις προαναφερόμενες συμβάσεις ομαδικής ασφάλισης και τις αντικατέστησαν με νέες και ειδικότερα τις με αριθμό …28/2001 και …32/2001 συμβάσεις ομαδικής ασφάλισης, οι οποίες αντικατέστησαν τα με αριθμούς …4/01-04-1977 και ….37/11-11-1986 συμβόλαια ομαδικής ασφάλισης, αντίστοιχα, με δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους όρους και με το χαρακτηρισμό των κεφαλαίων πρόνοιας, ως κεφαλαίων διαχείρισης, τα οποία δεν ήταν εγγυημένα, όπως ήταν με τα αρχικά ομαδικά ασφαλιστήρια.
Ότι οι ανωτέρω λύσεις και αντικαταστάσεις των αρχικών ασφαλιστικών συμβάσεων με δυσμενέστερες συμβάσεις έλαβαν χώρα με αδιαφανή και συνοπτικό τρόπο, σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, τον Ιούλιο του έτους 2001 και κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών, με πρόθεση των εναγομένων να αποφύγουν την αντίδραση των εργαζομένων.
Ότι δεν συναίνεσε στη μεταβολή των αρχικών συμβάσεων ομαδικής ασφάλισης και αρνήθηκε να υπογράψει τη σχετική υπεύθυνη δήλωση υπαγωγής του στις νέες συμβάσεις, οπότε η πρώτη εναγομένη δεν του αντικατέστησε τις αρχικές ασφαλιστικές συμβάσεις με τις μεταγενέστερες ασφαλιστικές συμβάσεις και δεν τον συμπεριέλαβε στις τελευταίες αυτές συμβάσεις.
Ότι λόγω της λήξης των αρχικών με αριθμούς ….4/01-04-1977 και ….37/11-11-1986 συμβάσεων και της μη αντικατάστασής τους ως προς το πρόσωπό του, η πρώτη εναγομένη του οφείλει το χρηματικό ποσό των 93.948,03 ευρώ από το με αριθμό ….4/01-04-1977 συμβόλαιο και των 92.042,72 ευρώ από το με αριθμό ….37/11-11-1986, ως κεφάλαια πρόνοιας και συνολικά το χρηματικό ποσό των 185.990.75 ευρώ.
Ότι περαιτερω εξ αιτίας της παράνομης, αντίθετης στα χρηστά ήθη, καθώς και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγόμενων ως προς τη λύση και αντικατάσταση των αρχικών συμβολαίων, ζημιώθηκε με το χρηματικό ποσό των 185.990,75 ευρώ και υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το χρηματικό ποσό των 195.990.75 (185.990,75 + 10.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4327/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι είναι αναρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκασή της και παρέπεμψε την αγωγή αυτή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, για να τη δικάσει κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Μετά από τη συζήτηση της αγωγής αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την με αριθμό 1618/2010 οριστική του απόφαση, με την οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής τη στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, έκρινε την αγωγή κατά τα λοιπά, ορισμένη και νόμιμη και απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της πρωτόδικης αυτής με αριθμό 1618/2010 οριστικής αποφάσεως ο ενάγων, που ηττήθηκε στην πρωτόδικη δίκη, άσκησε την από 03-07-2011 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 8248/24-11-2011 έφεσή του. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3200/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς τη δεύτερη και τον τριτο των εφεσιβλήτων και εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη οριστική απόφαση, ως προς την πρώτη εφεσίβλητη, στη συνέχεια δε, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ένδικης από 15-06-2004 αγωγής, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 92.042,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Κατά της ανωτέρω με αριθμό 3200/2013 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου η πρώτη εναγομένη - πρώτη εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 12-07-2013 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 13/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης και αναιρέθηκε η ανωτέρω προσβαλλομένη 3200/2013 απόφαση, γιατί το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην απόφαση αυτή.
Στη συνέχεια η υπόθεση εισήχθη για συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με την από 21.07.2015 κλήση του ενάγοντος και το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (2485/2017), με την οποία, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, απορρίφθηκε η από 3.7.2011 έφεση ως προς τους δεύτερη και τρίτο των εφεσιβλήτων (εναγομένων) και έγινε δεκτή ως προς την πρώτη εφεσίβλητη (εναγόμενη) και ακολούθως, αφού εξαφανίστηκε η 1618/2010 απόφαση ως προς την πρώτη εναγόμενη, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο 92.042,72 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε κατ'ανέλεκτη κρίση τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσλήφθηκε και εργαζόταν από τις 16-11-1972 στη δεύτερη εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" (…), [στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως η εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία νόμιμα συνεχίζει την παρούσα δίκη], στη ...
του νομού …, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αποτελούσε τακτικό προσωπικό της, έως τις 07-02-2005, οπότε λύθηκε η εργασιακή του σχέση λόγω συνταξιοδότησης. Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία [η οποία μετά την απορρόφηση λόγω συγχωνεύσεως της εταιρείας με την επωνυμία "..." και την αλλαγή της επωνυμίας της, φέρει ήδη την επωνυμία "..." και νόμιμα συνεχίζει την παρούσα δίκη], κατά το έτος 1977 κατάρτισε με τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία και εργοδότρια του ενάγοντος, το με αριθμό …74/1-4-1977 συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης με ασφαλιστή την πρώτη εναγομένη και ασφαλιζόμενους το προσωπικό της δεύτερης εναγομένης και στη συνέχεια ακολούθησαν οι ….39/11-3-1981 και …40/17-5-1984 πρόσθετες πράξεις ασφάλισης, οι οποίες υπογράφηκαν από τους αυτούς ως άνω συμβαλλομένους και οι οποίες αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου κλάδου ομαδικών ασφαλίσεων, με τις οποίες (πρόσθετες πράξεις) ειδικότερα αναπροσαρμόστηκε το καταβαλλόμενο ασφάλιστρο.
Αντικείμενο του συμβολαίου αυτού ήταν τόσο η καταβολή εφάπαξ αποζημίωσης (κεφαλαίου πρόνοιας) σε περίπτωση αποχώρησης, θανάτου, διαρκούς μερικής ή ολικής ανικανότητας, όσο και η νοσοκομειακή περίθαλψη, και το ασφάλιστρο, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ως άνω συμβολαίου, καθορίστηκε σε ορισμένο ποσοστό επί του μηνιαίου μισθού του συνόλου των ασφαλιζομένων - εργαζομένων, που παρακρατούνταν από το μηνιαίο μισθό τους, και ήταν καταβλητέο σε μηνιαίες δόσεις από τη δεύτερη εναγομένη - εργοδότρια στην πρώτη εναγομένη - ασφαλίστρια.
Από την 1-1-1980 τέθηκε σε ισχύ, κατόπιν καταθέσεως, με αριθμό 39/02-10-1979, και δημοσιεύσεως στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ο Οργανισμός Καταστάσεως Προσωπικού της δεύτερης εναγομένης, ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 10-09-1979 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ της δεύτερης εναγομένης εταιρείας και του τρίτου εναγόμενου επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "... ...
ΑΕ" και ο οποίος ισχύει μέχρι σήμερα. Στο άρθρο 31 του εν λόγω Οργανισμού Καταστάσεως Προσωπικού της δεύτερης εναγόμενης ορίζεται ότι "Το προσωπικό της Εταιρείας ασφαλίζεται σε ένα κύριο ασφαλιστικό φορέα (ΙΚΑ, ΤΣΑ, ΤΣΜΕΔΕ κ.λ.π.) κατά τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας. Η Εταιρεία υποχρεώνεται να έχει ασφαλισμένο το προσωπικό της και σε άλλο ασφαλιστικό φορέα, καθορίζοντας συγχρόνως και τους κινδύνους, οι οποίοι καλύπτονται από την ασφάλιση αυτή και της οποίας οι όροι δεν μπορεί να είναι δυσμενέστεροι από την υπάρχουσα σήμερα ασφάλιση (Συμβόλαιο Ομαδικής Ασφάλισης υπ' αριθμ.
….74/1-4-1977 Α.Ε.Ε.Γ.Α. "...")". Η εν λόγω σχέση εργασίας του ενάγοντος με τη δεύτερη εναγομένη διέπεται από την ατομική σύμβαση εργασίας του και τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, μετά δε την κατάρτιση και τη θέση σε ισχύ του ανωτέρω Οργανισμού Καταστάσεως Προσωπικού της δεύτερης εναγομένης, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος διεπόταν έκτοτε και από τις διατάξεις του Οργανισμού αυτού της δεύτερης εναγομένης, οι όροι του οποίου αποτέλεσαν από τότε περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του, μεταξύ δε των όρων αυτών ήταν και ο προαναφερόμενος όρος, του ως άνω άρθρου 31, που κατέστη υποχρεωτικό περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και κατά τον οποίο η δεύτερη εναγομένη εταιρεία υποχρεώνεται να έχει ασφαλισμένο το προσωπικό της, μεταξύ του οποίου και ο ενάγων, και σε άλλο ασφαλιστικό φορέα, εκτός από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα (ΙΚΑ κλπ), καθορίζοντας συγχρόνως και τους κινδύνους που καλύπτονται από την ασφάλιση αυτή και της οποίας οι όροι δεν μπορεί να είναι δυσμενέστεροι από την υπάρχουσα ήδη ασφάλιση με το ως άνω ….74/1-4-1977 συμβόλαιο Ομαδικής Ασφάλισης.
Έτσι, από την κατάρτιση του ως άνω με αριθμό …..74/1-4-1977 συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης, η δεύτερη εναγομένη χορηγούσε οικειοθελώς, σταθερά και αδιάλειπτα στους εργαζόμενους της επιχείρησής της, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ως πρόσθετη παροχή και την εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη προγράμματος ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της, το οποίο είχε συνάψει με την πρώτη εναγομένη.
Ο ενάγων μετείχε στο ως άνω ιδιωτικό πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης του με αριθμό ….74/1-4-1977 συμβολαίου και ήταν ασφαλισμένος σε αυτό από την έναρξή του, ως εργαζόμενος της δεύτερης εναγομένης. Μέχρι την 1-1-1980 [που τέθηκε σε ισχύ ο Οργανισμός Καταστάσεως Προσωπικού της δεύτερης εναγομένης], η ανωτέρω ιδιωτική ομαδική ασφαλιστική κάλυψη, προσφερόταν οικειοθελώς από την εργοδότρια - δεύτερη εναγομένη, δηλαδή χορηγείτο με αποκλειστική πρωτοβουλία της εναγόμενης αυτής, χωρίς να υπάρχει δέσμευση ούτε από το νόμο, ούτε από την ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ούτε από συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις.
Στη συνέχεια όμως, από την 1-1-1980, που τέθηκε σε ισχύ ο Οργανισμός Καταστάσεως Προσωπικού της δεύτερης εναγόμενης, η τελευταία ήταν υποχρεωμένη πλέον να παρέχει πρόγραμμα ιδιωτικής ομαδικής ασφάλισης στους εργαζόμενους της, δυνάμει του ανωτέρω ρητού όρου, με αριθμό 31, που περιλαμβανόταν στην προαναφερομένη από 10- 09-1979 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και στον εν λόγω Οργανισμό Καταστάσεως Προσωπικού της.
Από τότε (1-1-1980), η υποχρέωση αυτή για ομαδική ιδιωτική ασφάλιση έπαυσε να αποτελεί οικειοθελή παροχή και κατέστη υποχρεωτική και δεσμευτική για την εργοδότρια - δεύτερη εναγομένη εταιρεία, ως πηγάζουσα από κανονιστική διάταξη της πιο πάνω Επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε. και του άρθρου 31 του εν λόγω Οργανισμού Καταστάσεως του Προσωπικού της, και ως περιέχουσα σε κάθε περίπτωση την πρόθεση και των δύο πλευρών (εργοδότριας και εργαζομένων) να αποτελεί αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, στην εργοδότρια εταιρεία, η οποία ουδέποτε και ουδόλως επιφύλαξε για τον εαυτό της δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης της εν λόγω παροχής - υποχρέωσής της για παροχή ομαδικού προγράμματος ιδιωτικής ασφάλισης, και ως εκ τούτου δεν είχε τη δυνατότητα να την ανακαλέσει και να παύσει τη χορήγησή της.
Έτσι ο ανωτέρω δεσμευτικός και μη ανακλητός όρος της ανωτέρω από 10-09-1979 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και του άνω Οργανισμού Καταστάσεως Προσωπικού της δεύτερης εναγομένης, για την παροχή των ανωτέρω προγραμμάτων ιδιωτικής ομαδικής ασφάλισης στους εργαζομένους της, κατέστη έκτοτε (και δη από την 1-1-1980, που τέθηκε σε ισχύ ο Οργανισμός Καταστάσεως του Προσωπικού της) περιεχόμενο και δεσμευτικός όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που διέπει τις σχέσεις εργοδότριας - δεύτερης εναγομένης και εργαζομένων της και συνεπώς κατέστη, σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, και δεσμευτικός όρος της ατομικής συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, που μετείχε ως ασφαλισμένος - εργαζόμενος στο ως άνω ιδιωτικό πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης του με αριθμό ….74/1-4-1977 συμβολαίου, συνακόλουθα δε η ασφάλιση αυτή, απέκτησε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που απέκτησε αυτός μέχρι την πλήρωση των προβλεπόμενων στη ως άνω σύμβαση ασφάλισης, προϋποθέσεων για την είσπραξη της υπολογιζόμενης παροχής.
Ακολούθως, το έτος 1986 καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και του τρίτου εναγομένου επαγγελματικού σωματείου, το με αριθμό ….37/11-11-1986 συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης, με ασφαλιστή την πρώτη εναγομένη και ασφαλιζόμενους το προσωπικό της δεύτερης εναγόμενης και μέλη του τρίτου εναγομένου.
Αντικείμενο της ασφάλισης ήταν η παροχή εφάπαξ αποζημίωσης (κεφαλαίου πρόνοιας) και νοσοκομειακού επιδόματος. Για το κεφάλαιο πρόνοιας της εφάπαξ παροχής που αναφέρεται στα παραπάνω συμβόλαια, για μεν το πρώτο το καταβλητέο μηνιαίο ασφάλιστρο ανερχόταν σε ποσοστό 5,5% επί των μηνιαίων αποδοχών, για δε το δεύτερο σε ποσοστό 1,5% επί των μηνιαίων αποδοχών, η δε παροχή προς κάθε ασφαλισμένο δεν ήταν σταθερή, αλλά εξαρτάται από το χρόνο εργασίας.
Οι παραπάνω ομαδικές ασφαλίσεις συνιστούν μικτές συμβάσεις, αφενός ως προς τους κινδύνους θανάτου, ανικανότητας και νοσοκομειακού επιδόματος, συνιστούν γνήσιες ασφαλιστικές συμβάσεις και αφετέρου ως προς το κεφάλαιο πρόνοιας, συνιστούν ανάληψη χρηματοοικονομικής δραστηριότητας με συλλογή ασφαλίστρων προς σύσταση διαχειρίσεως κεφαλαίου και όχι ανάληψη ασφαλιστικού κινδύνου.
Τούτο συνάγεται ιδιαίτερα: α) από το ότι οι εισφορές ήταν σταθερές με αποτέλεσμα να μη μπορεί να δοθεί ασφαλιστική εγγύηση ότι θα επαρκεί το κεφάλαιο, β) οι παροχές δεν είναι σταθερές και ενιαίες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά εξαρτώνται από το χρόνο εργασίας και γ) η παροχή δεν εξαρτάται από το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα επέλθει ο κίνδυνος, αλλά από τη λήξη της εργασιακής σχέσης του ασφαλισμένου, αιτία που πολλές φορές ανάγεται στην ίδια τη βούληση του ασφαλισμένου - εργαζομένου.
Άλλωστε στο ίδιο πόρισμα κατέληξε και το πιο κάτω αναφερόμενο Διαιτητικό Δικαστήριο, με την από 28-06-2001 απόφασή του. Περαιτέρω, το έτος 2001 η πρώτη εναγομένη δήλωσε στους αντισυμβαλλομένους, δεύτερη και τρίτο των εναγομένων, ότι μετά τις αποχωρήσεις ικανού αριθμού ασφαλιζομένων, οι οποίοι έλαβαν την κατά τη σύμβαση εφάπαξ παροχή, υφίσταται έλλειμμα στο κεφάλαιο πρόνοιας ανερχόμενο σε 4.500.000.000 δραχμές ως προς το συμβόλαιο με τη δεύτερη εναγομένη και 1.000.000.000 δραχμές ως προς το συμβόλαιο με το τρίτο εναγόμενο, ζήτησε δε να αναπληρωθεί το έλλειμμα από τους αντισυμβαλλομένους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων.
Η διαφορά μεταξύ της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων, τέθηκε υπό την κρίση Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο με την από 28-6-2001 απόφασή του έκρινε, μεταξύ άλλων : α) ότι το μέρος των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που αναφέρεται στο κεφάλαιο πρόνοιας δεν συνιστά ανάληψη ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά όπως προαναφέρθηκε, σύμβαση διαχειρίσεως κεφαλαίου, β) ότι η δεύτερη και ο τρίτος των εναγομένων εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και δεν ευθύνονται για το τυχόν έλλειμμα, γ) ότι η απόδοση του κεφαλαίου ετησίως, κατά τη γνώμη του εν λόγω Διαιτητικού Δικαστηρίου, στηριζόμενη στις γνώσεις από τα κρατούντα για τις καταθέσεις ταμιευτηρίου και επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα, έπρεπε να είναι πολύ μεγαλύτερη από το 5% που ισχυρίστηκε η πρώτη εναγομένη, και δη έπρεπε να είναι περίπου 20% κατά μέσο όρο ετησίως, δ) ότι θα έπρεπε από τη διαχείριση των κεφαλαίων να υπάρχει συνολικό απόθεμα 1.200.000.000 δραχμών, κατανεμόμενο σε 927.000.000 δραχμές για το συμβόλαιο με αριθμό ….74/1977 και σε 218.000.000 δραχμές για το συμβόλαιο με αριθμό ….37/1986, ε) ότι τα αμέσως ανωτέρω ποσά μπορούν και πρέπει να χρησιμοποιηθούν, μαζί με τις εισφορές των συμβαλλομένων για την καταβολή των παροχών κατά τη διάρκεια ενός εύλογου χρονικού διαστήματος (π.χ.
πενταετίας), κατά το οποίο και προκειμένου να δημιουργηθεί και νέο κεφάλαιο πρόνοιας, οι συμβάσεις δεν θα καταγγελθούν, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν τη σύναψη νέας ή νέων συμβάσεων, και τελικά, ενόψει των ανωτέρω, το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να έχει ποσό 1.200.000.000 δραχμών ως επιπλέον συνολικό απόθεμα, το οποίο μαζί με τις εισφορές, θα χρησιμοποιηθεί για την καταβολή των παροχών στο προσεχές εύλογο χρονικό διάστημα (π.χ.
πενταετία) και ειδικότερα κατά ποσό 927.000.000 δραχμών για το συμβόλαιο …..74/1977 και 218.000.000 δραχμών για το συμβόλαιο 1037/1986 [ενώ το υπόλοιπο ποσό, που απομένει από αυτό του 1.200.000.000 δραχμών (δηλ. 1.200.000.000 - 927.000.000- 218.000.000 = 55.000.000), ήτοι των 55.000.000 δραχμών, αφορούσε άλλο και δη το με αριθμό …..91/1977 συμβόλαιο που δεν ενδιαφέρει στην ένδικη περίπτωση].
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο αναπροσάρμοσε το κεφάλαιο πρόνοιας για τα επίμαχα με αριθμούς …..74/1977 και …37/1986 συμβόλαια, κατά 400%, κρίνοντας ότι η απόδοσή του ήταν τέσσερις φορές μεγαλύτερη (και δη 20%) από αυτή που ισχυριζόταν η πρώτη εναγομένη (ήτοι 5%) και έτσι αποφάνθηκε ότι η τελευταία έπρεπε να καλύψει τα κεφάλαια πρόνοιας, κατά τα ανωτέρω ποσά των 927.000.000 και 218.000.000 δραχμών για τα με αριθμούς ….74/1977 και …37/1986 συμβόλαια, αντίστοιχα.
Όμως, παρά το γεγονός ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η πρώτη εναγομένη όφειλε να καλύψει, κατά τα άνω χρηματικά ποσά αντίστοιχα, το απόθεμα του κεφαλαίου πρόνοιας των εν λόγω επίμαχων συμβολαίων, η συνέχιση των συμβολαίων αυτών κρίθηκε ανεδαφική από τους εναγομένους, ενόψει της ασάφειας που υπήρχε, ειδικά όσον αφορά τα κεφάλαια πρόνοιας, συνισταμένης στο μη σαφή χαρακτηρισμό τους και δη ότι επρόκειτο για συμβάσεις διαχειρίσεως κεφαλαίου και όχι για συμβάσεις ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου, και της έλλειψης συμβατικής πρόβλεψης, την οποία ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη, μετά και την έκδοση της άνω διαιτητικής απόφασης, για το πώς θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν οι περιπτώσεις δημιουργίας τυχόν ελλειμμάτων στα κεφάλαια πρόνοιας.
Κατόπιν αυτών τέθηκαν υπό επαναδιαπραγμάτευση τα ασφαλιστήρια συμβόλαια από τους εναγομένους και τελικά αποφασίστηκε η λήξη των άνω με αριθμούς …..74/1977 και ….37/1986 συμβολαίων και η κατάρτιση νέων συμβολαίων. Έτσι, καταρτίσθηκαν το με αριθμό …28/24-7-2001 συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης προς αντικατάσταση του με αριθμό …74/1977 συμβολαίου και το με αριθμό …32/24-7-2001 συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης προς αντικατάσταση του με αριθμό 1037/1986 συμβολαίου.
Ακολούθως, με το από 27-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγομένων, αυτοί αποδέχθηκαν την παραπάνω από 28-6-2001 Διαιτητική Απόφαση, καθώς επίσης και τους όρους των νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που εκδόθηκαν σε αντικατάσταση των παλαιών και η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει 150.000.000 δραχμές, επιπλέον του ποσού της ως άνω διαιτητικής αποφάσεως, προς ενίσχυση του κεφαλαίου του αποθεματικού.
Τα νέα συμβόλαια αποτελούν και αυτά, ως προς το κεφάλαιο πρόνοιας, συμβόλαια διαχείρισης κεφαλαίου και η πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ευθύνεται με βάση αυτά να καταβάλει αποζημιώσεις στους εργαζομένους μέχρι την εξάντληση του κεφαλαίου πρόνοιας και όχι παραπάνω ποσό, πράγμα που ίσχυε και για τις προηγούμενες συμβάσεις, αφού γίνεται δεκτό ότι και εκείνες, ως προς το κεφάλαιο πρόνοιας, ήταν συμβάσεις διαχείρισης κεφαλαίου.
Επίσης τα νέα ασφαλιστικά συμβόλαια ήταν επωφελή για τους εργαζόμενους, αφού καλύφθηκε σημαντικό τμήμα του αποθεματικού του κεφαλαίου πρόνοιας και δόθηκε η δυνατότητα, κατόπιν κοινής συμφωνίας, να συνεχιστεί το πρόγραμμα της ομαδικής ασφάλισης, χωρίς άλλη προσφυγή στα δικαστήρια, ενώ αυτά περιέχουν ξεκάθαρους όρους και όχι δυσμενέστερους σε σχέση με τα παλαιά συμβόλαια.
Οι εργαζόμενοι ενημερώθηκαν για τις αλλαγές και τροποποιήσεις και η πλειοψηφία αυτών δεν εναντιώθηκε στα νέα ασφαλιστικά συμβόλαια. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι παραπάνω ενέργειες των εναγομένων δεν συνιστούν αδικοπρακτική, παράνομη, υπαίτια και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντος, ούτε και βλαπτική μεταβολή από μέρους της δεύτερης εναγομένης, των όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι άνω αρχικές ασφαλιστικές συμβάσεις, ως προς τα κεφάλαια πρόνοιας, δεν συνιστούν ασφαλιστικές συμβάσεις ανάληψης κινδύνου, αλλά συμβάσεις διαχείρισης κεφαλαίων και ότι η αντικατάσταση των αρχικών ασφαλιστικών συμβάσεων με τις μεταγενέστερες, δεν συνιστά παράνομη και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη πράξη σε βάρος του ενάγοντος και των ασφαλισμένων, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με την υπό κρίση έφεσή του κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ήταν από τους λίγους, αν όχι ο μοναδικός εργαζόμενος, που ρητά και κατηγορηματικά δεν συναίνεσε, αλλά εναντιώθηκε με τη λήξη και την αντικατάσταση των άνω αρχικών συμβάσεων ασφάλισης και έκανε γνωστή τη βούλησή του αυτή στους εναγομένους, ενώ αρνήθηκε να υπογράψει τη σχετική υπεύθυνη δήλωση για να υπαχθεί στην ασφάλιση των νέων συμβολαίων, δηλώνοντας σαφώς ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει την ασφάλιση με τα ως άνω νέα συμβόλαια, εμμένοντας στην υπαγωγή του στις άνω αρχικές συμβάσεις ασφάλισης, με αριθμούς ….74/1977 και ….37/ 1986 και στις αξιώσεις του που πηγάζουν από αυτές.
Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του ενάγοντος ήταν να μη συμπεριληφθεί στα νέα ομαδικά ασφαλιστήρια, και δη ούτε στο με αριθμό …28/2001, ούτε στο με αριθμό ….32/2001. Το τρίτο και η δεύτερη των εναγομένων ενημέρωσαν την πρώτη εναγομένη ότι ο ενάγων αρνείται να συναινέσει στα νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια και κατόπιν αυτών η τελευταία (πρώτη εναγομένη) δεν συμπεριέλαβε τον ενάγοντα ως ασφαλισμένο στα νέα ασφαλιστικά συμβόλαια.
Επομένως, κατόπιν της παραπάνω συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων, ως προς τον ενάγοντα, δεν επήλθε αντικατάσταση των ασφαλιστικών συμβάσεων με τα με αριθμούς …28/2001 και ….32/2001 ασφαλιστικά συμβόλαια, αλλά ούτε και συνέχιση των παλαιών ασφαλιστικών συμβολαίων με αριθμούς …74/1977 και …37/1986. Κατά συνέπεια ως προς τον ενάγοντα, οι εναγόμενοι αφενός έλυσαν τα αρχικά αμέσως προαναφερόμενα ασφαλιστικά συμβόλαια και αφετέρου δεν τα αντικατέστησαν με τα νέα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες με αριθμούς ….74/1977 και …37/1986 ασφαλιστικές συμβάσεις αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, ούτε και ότι υπήρχε προφανής δυσαναλογία μεταξύ ασφαλίστρου και κεφαλαίου, τούτο δε προσεπιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη όταν προσέφυγε στο Διαιτητικό Δικαστήριο δεν επικαλέστηκε, όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προσκομισθέντα με επίκληση και προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αντίθεση των ως άνω επίμαχων συμβάσεων, στα άρθρα 178 και 179 του ΑΚ, ούτε και δυσαναλογία μεταξύ ασφαλίστρου και κεφαλαίου, αλλά επικαλέστηκε την ύπαρξη ελλείμματος με βάση αναλογιστικές μελέτες, το οποίο ζήτησε να καλυφθεί από τη δεύτερη και το τρίτο των εναγομένων, πράγμα που δεν έγινε δεκτό, όπως προαναφέρθηκε, από το άνω Διαιτητικό Δικαστήριο.
Επίσης, η πρώτη εναγομένη στις από 23-12- 1998 και 30-12-1998 επιστολές της, προς τη δεύτερη και το τρίτο των εναγομένων αντίστοιχα, που αναφέρονται στις εν λόγω συμβάσεις, προτείνει την επαναδιατύπωση των γενικών και ειδικών όρων αυτών με βάση τις ισχύουσες ασφαλιστικές και αναλογιστικές μεθόδους λειτουργίας των ασφαλιστηρίων και το διαχωρισμό του ομαδικού ασφαλιστηρίου ζωής από εκείνο του κεφαλαίου πρόνοιας, σε δύο ξεχωριστά ασφαλιστήρια, και ουδόλως διατυπώνει αιτιάσεις για αντίθεση των επίμαχων συμβάσεων στα άρθρα 178 και 179 του ΑΚ, ούτε και για δυσαναλογία μεταξύ ασφαλίστρου και κεφαλαίου.
Περαιτέρω ο ενάγων, ως ασφαλισμένος - εργαζόμενος της δεύτερης εναγομένης και μέλος του τρίτου εναγομένου, είχε δικαίωμα επί του ασφαλίσματος, όταν επερχόταν η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρου: που όριζαν οι άνω με αριθμούς ….74/1977 και ….37/1986 ασφαλιστικές συμβάσεις, το οποίο γεννιέται, απευθείας και αμέσως στο πρόσωπό του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης και ύστερα να μεταβιβασθεί από αυτόν, στον ενάγοντα ως τρίτο ασφαλισμένο....Εξάλλου ο ενάγων ως ασφαλισμένος τρίτος που είχε δικαίωμα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να απαιτήσει απευθείας την ασφαλιστική παροχή, δήλωσε προς την πρώτη εναγομένη ότι θα ασκήσει το δικαίωμά του αυτό, που απορρέει από τα ως άνω με αριθμούς ….74/1977 και ….37/1986 ασφαλιστήρια συμβόλαια.
Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, και λαμβανομένης υπόψη της διάταξης του άρθρου 33 παρ.1 του Ν.2496/1997 κατά την οποία "κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη", η πρώτη εναγομένη, λόγω της λύσης των συμβάσεων ασφάλισης με αριθμούς ….74/1977 και …37/1986, οφείλει στον ενάγοντα, κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.4 του ν. 2496/1997, τη συμφωνηθείσα αξία εξαγοράς, ήτοι τα κατά τη λήξη της συμβάσεως οφειλόμενα κεφάλαια πρόνοιας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.3 του με αριθμό …74/1977 ασφαλιστηρίου συμβολαίου χρόνος έναρξης της σύμβασης ως προς το κεφάλαιο πρόνοιας λογίζεται η 01-01-1973. Κατά τη λήξη των ασφαλιστικών συμβάσεων, που επήλθε στις 24-07- 2001, ο ενάγων είχε 2.474,27 ευρώ μηνιαίες αποδοχές και 29 έτη ασφάλισης, δεδομένου ότι, όπως ρητά συμφωνήθηκε, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών υπολογίζεται ως πλήρες έτος.
Δικαιούται συνεπώς ο ενάγων ως κεφάλαιο πρόνοιας από το με αριθμό ….74/1977 ασφαλιστήριο (σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.2) το ποσό των 88.380,92 ευρώ (2.474,27 X 35,72 = 88.380,92 ευρώ) και από το με αριθμό ….37/1986 ασφαλιστήριο (κατά το άρθρο 7 παρ.2) το ποσό των 106.056,97 ευρώ (2.472,27 X 20% = 2.966,72 X 35,72 = 105.971,23 ευρώ), το οποίο πρέπει να περιοριστεί στο αιτούμενο χρηματικό ποσό των 92.042,72 ευρώ.
Το κεφάλαιο πρόνοιας του με αριθμό ….37/1986 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 αυτού, μειώνεται κατά το κεφάλαιο πρόνοιας του με αριθμό …..74/1977 ασφαλιστηρίου, όρος που δεν είναι καταχρηστικός, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, και διότι στο ασφαλιστήριο αυτό περιέχονται και άλλες καλύψεις εκτός από το κεφάλαιο πρόνοιας.
Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται από την πρώτη εναγομένη το ποσό των 88.380,92 ευρώ από το με αριθμό ….74/1977 ασφαλιστήριο και το ποσό των 3.661,80 ευρώ (92.042,72 - 88.380,92= 3.661,80 ) από το αριθμό ….37/1986 ασφαλιστήριο, δηλαδή συνολικά το χρηματικό ποσό των 92.42,72 ευρώ. Ενόψει του ότι, ως προς το κεφάλαιο πρόνοιας, τα προαναφερόμενα με αριθμούς ….74/1977 και …37 Τ986 ασφαλιστήρια συμβόλαια συνιστούσαν συμβάσεις διαχείρισης κεφαλαίου, η καταβολή του ανωτέρω ποσού των 92.042,72 ευρώ στον ενάγοντα - δικαιούχο, προϋποθέτει, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, την ύπαρξη επαρκούς αντίστοιχου ύψους ενεργητικού στο λογαριασμό των ως άνω συμβολαίων.
Πράγματι κατά το χρόνο λύσεως των ως άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων (24-07-2001) υπήρχε επαρκές πραγματικό απόθεμα για την κάλυψη του ανωτέρω οφειλόμενου στον ενάγοντα ποσού και δεδομένου ότι το έλλειμμα που επικαλέστηκε η πρώτη εναγομένη όταν προσέφυγε στο Διαιτητικό Δικαστήριο ήταν αναλογιστικό και όχι πραγματικό.
Ειδικότερα, α) όσον αφορά το με αριθμό …74/1977 ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπήρχε, κατά τον ανωτέρω χρόνο λήξεώς του, διαθέσιμο κεφάλαιο πρόνοιας συνολικού ύψους 1.275.351.743 δραχμών, αποτελούμενο από το ποσό των 348.351.743 δραχμών που είχε απομείνει ως πραγματικό διαθέσιμο κεφάλαιο πρόνοιας στο εν λόγω με αριθμό ….74/1977 συμβόλαιο, καθώς και από το ποσό των 927.000.000 δραχμών που υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει με την ανωτέρω διαιτητική απόφαση την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποδέχθηκε και πράγματι το κατάβαλε, ως απόθεμα για το εν λόγω ….74/1977 συμβόλαιο, ήτοι συνολικά (348.351.743 + 927.000.000 =) 1.275.351.743 δραχμές και β) όσον αφορά το με αριθμό ….37/1986 ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπήρχε, κατά τον ανωτέρω χρόνο λήξεώς του, διαθέσιμο κεφάλαιο πρόνοιας συνολικού ύψους 270.599.283 δραχμών, αποτελούμενο από το ποσό των 52.599.283 δραχμών, που είχε απομείνει ως πραγματικό διαθέσιμο κεφάλαιο πρόνοιας στο εν λόγω με αριθμό ….37/1986 συμβόλαιο, καθώς και από το ποσό των 218.000.000 δραχμών, που υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει με την ανωτέρω διαιτητική απόφαση την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποδέχθηκε και πράγματι το κατάβαλε, ως απόθεμα για το εν λόγω …37/1986 συμβόλαιο, ήτοι συνολικά (52.599.283 + 218.000.000 =) 270.599.283 δραχμές.
Επισημαίνεται ότι με την προαναφερομένη από 28-06-2001 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποδέχθηκε η πρώτη εναγομένη, υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει ως "επιπλέον συνολικό απόθεμα" τα ποσά των 927.000.000 δραχμών και 218.000.000 δραχμών για αυτά τούτα τα επίμαχα συμβόλαια με αριθμούς …74/1977 και …37/1986 αντίστοιχα, από τα οποία πηγάζει η ανωτέρω αξίωση του ενάγοντος και όχι ως απόθεμα για τα μεταγενέστερα καταρτισθέντα με αριθμούς ….28/2001 και …32/2001 συμβόλαια.
Η αναφορά δε στην ως άνω απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ότι η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει τα προαναφερόμενα ποσά των 927.000.000 δραχμών και 218.000.000 δραχμών αντίστοιχα για τα με αριθμούς …74/1977 και ….37/1986 συμβόλαια, ως "επιπλέον συνολικό απόθεμα", καταδεικνύει ότι υπήρχαν πραγματικά διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό των κεφαλαίων πρόνοιας των εν λόγω συμβολαίων, η δε επίκληση του ελλείμματος από την πρώτη εναγομένη αφορούσε σε αναλογιστικό και όχι σε πραγματικό έλλειμμα.
Εξάλλου, η ύπαρξη των ανωτέρω πραγματικών διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον άνω χρόνο λήξεως των επίμαχων συμβολαίων, ποσού 1.275.351.743 δραχμών για το ….74/1977 συμβόλαιο [ήτοι 348.351.743 δραχμές που ήταν το εναπομείναν πραγματικό διαθέσιμο κεφαλαίο πρόνοιας + 927.000.000 δραχμές που κατέβαλε η πρώτη εναγομένη σε εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως] και ποσού 270.599.283 δραχμών για το …37/1986 συμβόλαιο [ήτοι 52.599.283 δραχμές που ήταν το εναπομείναν πραγματικό διαθέσιμο κεφαλαίο πρόνοιας +218.000.000 δραχμές που κατέβαλε η πρώτη εναγομένη σε εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως], αποδεικνύεται αναμφισβήτητα από τα μεταγενέστερα καταρτισθέντα με αριθμούς …..28/2001 και ….32/2001 συμβόλαια, στα οποία ρητά αναφέρεται ότι μεταφέρονται σε αυτά, τα ως άνω πραγματικά χρηματικά ποσά, ως απόθεμα που υπήρχε στα προηγούμενα με αριθμούς …74/1977 και ….37/1986 συμβόλαια.
Ειδικότερα, στο με αριθμό ….28/2001 συμβόλαιο ρητά αναφέρεται ότι μεταφέρεται σε αυτό το χρηματικό ποσό των 1.275.351.743 δραχμών, ως απόθεμα του συμβολαίου που υπήρχε από το προηγούμενο με αριθμό ….74/1977 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στο με αριθμό …32/2001 συμβόλαιο ρητά αναφέρεται ότι μεταφέρεται σε αυτό το χρηματικό ποσό των 270.599.283 δραχμών, ως απόθεμα του συμβολαίου που υπήρχε από το προηγούμενο με αριθμό ….37/1986 ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Με τα δεδομένα αυτά πλήρως αποδείχθηκε ότι υπήρχαν πραγματικά διαθέσιμα κεφάλαια πρόνοιας κατά το χρόνο λύσεως των εν λόγω με αριθμούς ….74/1977 και ….37/1986 συμβολαίων, τα οποία (κεφάλαια) αφορούσαν αυτά τούτα τα συμβόλαια από τα οποία η ως άνω αξίωση του ενάγοντος (και όχι τα μετεγενέστερα καταρτισθέντα στα οποία αυτός δεν μετείχε και τα οποία (κεφάλαια) υπερεπαρκούσαν για την κάλυψη της αξιώσεώς αυτής.
Επομένως το πρωτοβάθμιο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η πρώτη εναγομένη δεν ενέχεται στην καταβολή της συμφωνηθείσα αξίας εξαγοράς από τα ανωτέρω με αριθμούς ….74/1977 και ….37/1986 ασφαλιστήρια συμβόλαια στον ενάγοντα, έσφαλε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως του ενάγοντος ως και κατ' ουσίαν βάσιμος.
Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη προτείνει ένσταση παραγραφής των ένδικων απαιτήσεων του ενάγοντος σύμφωνα με όρο των ασφαλιστηρίων κατά τον οποίο "πάσα απαίτησις απορρέουσα εκ της παρούσης συμβάσεως παραγράφεται μετά τρία έτη από της γενέσεώς της". Η λήξη των ασφαλιστηρίων συμβολαίων επήλθε ως προς τον ενάγοντα, στις 24-07-2001, όπως προαναφέρθηκε.
Η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 25-06-2004 (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση …99/25-6-2004 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Κ.). Επομένως, η ένσταση αυτή παραγραφής της πρώτης εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται ότι η προαναφερομένη από 28-06-2001 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου αποτελεί δεδικασμένο, που δεσμεύει και το Δικαστήριο τούτο ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των επίμαχων με αριθμούς ..74/1977 και …37/1986 συμβάσεων ασφάλισης, όσον αφορά το κεφάλαιο πρόνοιας, ως συμβάσεων διαχείρισης κεφαλαίου και όχι ως συμβάσεων ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου, πλην όμως σε κάθε περίπτωση, στην ίδια αυτή κρίση και παραδοχή κατέληξε και το παρόν Δικαστήριο, ότι δηλαδή πρόκειται για συμβάσεις διαχείρισης κεφαλαίου.
Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά την αγωγή του δεν αποδείχθηκε βάσιμος, εκτός του ότι η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη δεν επαναφέρει παραδεκτά και με σαφήνεια ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τον ισχυρισμό της αυτό. Σύμφωνα με όλες τις προηγούμενες σκέψεις η υπό κρίση έφεση πρέπει:
α) να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τη δεύτερη και το τρίτο των εφεσίβλητων ............ και β) να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη εφεσίβλητη..." Η αναιρεσείουσα, με το πρώτο σκέλος του 1ου λόγου της αναίρεσης επικαλείται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ενώ δεχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις με αρ.
….74/1977 και ….37/1986 δεν συνιστούν ασφαλιστικές συμβάσεις κινδύνου αλλά συμβάσεις διαχείρισης κεφαλαίου εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.7 και 29 παρ.4 του Ν. 2496/1997 και ότι η προσβαλλόμενη στερείται νόμιμης βάσης αφού δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του.
Με το δεύτερο σκέλος του 1ου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως ασφαλισμένος τρίτος - δικαιούχος των κεφαλαίων πρόνοιας δυνάμει των υπ' αρ. ….74/1977 και …37/1986 ομαδικών ασφαλιστικών συμβάσεων, έχει άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να ζητήσει απευθείας από την αναιρεσείουσα - ασφαλίστρια τη συμφωνηθείσα με τις συμβάσεις αυτές αξία εξαγοράς, ήτοι τα οφειλόμενα κατά τη λήξη τους κεφάλαια πρόνοιας, λόγω της λύσης των εν λόγω συμβάσεων ως προς το πρόσωπό του, παραβίασε τα άρθρα 29 παρ. 4 και 7 παρ. 7 του ν. 2496/1997 ευθέως αλλά και εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών και ελλιπών αιτιολογιών.
Με τον δεύτερο (2°) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλειται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι συντρέχει επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης, κατά τους όρους των ένδικων ομαδικών ασφαλιστικών συμβάσεων με αρ. 074/1977 και 1037/1986 λόγω της επελθούσας ως προς το πρόσωπό του λύσης των συμβάσεων αυτών, εξαιτίας της μη αντικατάστασής τους ως προς αυτόν με νέες, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 410-411 ΑΚ ευθέως αλλά κι εκ πλαγίου, λόγω αντιφατικών, ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών.
Όπως προκύπτει από το αναιρετήριο σ' αυτό εκτίθενται: α) Η διαδικαστική πορεία της από 15.06.2004 αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου μέχρι και την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (2485/2017) β) Κατά τρόπο αποσπασματικό οι παραδοχές (πόρισμα) του Εφετείου σχετικά με την ανακύψασα διαφορά. γ) Οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που στηρίζουν, κατά τις απόψεις του, τις πιο πάνω πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δ) Το καταληκτικό πόρισμα του Εφετείου.
Περαιτέρω, όμως, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, όλες οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα της πιο πάνω αγωγής, αλλ' ούτε αναφέρονται με πληρότητα και σαφώς ποιες είναι ειδικότερα οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους.
Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης αυτής, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι. Σε κάθε δε περίπτωση όμως οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη είναι αβάσιμος γιατί στις διαχειριστικές- επενδυτικές ασφαλίσεις ζωής, όπως στην προκείμενη περίπτωση, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν.2496/1997 λόγω της ομοιότητάς τους με τις γνήσιες ασφαλίσεις.
Ενόψει συνεπώς εφαρμογής των άρθρων 7 παρ.7 και 29 παρ.4 του Ν. 2496/1997 σε περιπτώσεις ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων (ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα), οι τρίτοι- εργαζόμενοι (όπως ο πρώτος αναιρεσίβλητος), ως δικαιούχοι του ασφαλίσματος που τους αναλογεί μέχρι τη λύση της σύμβασης με καταγγελία έχουν δικαίωμα να το ζητήσουν ως ποσό εξαγοράς, το οποίο οφείλεται με την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 29 παρ.4 του Ν.2496/1997.
Σημειώνεται δε ο Ν.2496/1997 με το άρθρο 1 εντάσσει ρητά στην έννοια των ασφαλιστικών συμβάσεων τους λογαριασμούς διαχείρισης ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων, ενώ επιπλέον με το άρθρο 7 παρ.7 αυτού χαρακτηρίζει σαφώς ως ασφαλιστική περίπτωση την εξαγορά των διαχειριστικών - επενδυτικών ασφαλίσεων ζωής.
Επίσης αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης δεδομένου ότι αφού ο πρωτος αναιρεσίβλητος δεν εντάχθηκε με έγγραφη δήλωση του στα νέα ομαδικά ασφαλιστικά προγράμματα (αρνηθείς την υπαγωγή του σε αυτά) και εφόσον κατά συνέπεια επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση με τη λύση των αρχικών ομαδικών συμβολαίων (….74/1977 και …37/1986) ο ως άνω αναιρεσίβλητος, ως ασφαλισμένος τρίτος - δικαιούχος των κεφαλαίων πρόνοιας, δυνάμει των ως άνω ομαδικών ασφαλιστικών συμβάσεων, απέκτησε άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να ζητήσει απευθείας από την αναιρεσείουσα - ασφαλίστρια τη συμφωνηθείσα με τις συμβάσεις αυτές αξία εξαγοράς, ήτοι τα οφειλόμενα κατά τη λήξη τους κεφάλαια πρόνοιας, λόγω της λύσης των εν λόγω συμβάσεων ως προς το πρόσωπό του (ΑΠ 13/2015, ΑΠ 162/2017).
Κατ' ακολουθία αυτών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά έκρινε ότι : 1) οι αφορώσες τον πρώτο αναιρεσίβλητο αρχικές συμβάσεις (….74/1977 και …37/1986), μη όντας ασφαλιστικές συμβάσεις κινδύνου αλλά συμβάσεις διαχείρισης κεφαλαίου υπάγονται στις διατάξεις του Ν.2496/1997, 2) ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχει άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να ζητήσει απευθείας από την αναιρεσείουσα - ασφαλίστρια τη συμφωνηθείσα με τις συμβάσεις αυτές αξία εξαγοράς εφόσον η ένδικη ασφαλιστική παροχή αποτέλεσε όρο της ατομικής του σύμβασης εργασίας και το κεφάλαιο πρόνοιας δεν είχε εξα..ληθεί και 3) επήλθε ασφαλιστική περίπτωση, λόγω της επελθούσας ως προς το πρόσωπό του λύσης των συμβάσεων αυτών, εξαιτίας της μη αντικατάστασής τους ως προς αυτόν με τις νέες και ως εκ τούτου δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρων 7 παρ.7, 29 παρ.4, 33 παρ.1 και 4 του Ν.2496/1997, 410, 411 και επ ΑΚ, κατέληξε δε ακολούθως στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο κι συνεπώς οι από το άρθρο 559 αριθμό 1 και 19 ΚΠολΔ ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων πρώτου και δεύτερης εκ των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 193 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.10.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2485/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια ( 2.300) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ