Legislator Case Law & Legislation
1264/2024 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling on Ottoman land ownership, remanding case for retrial due to legal error.

Case Number 1264/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding the ownership of a specific plot of land in the Dodecanese. The lower court had incorrectly declared the property public domain despite evidence it was private 'gaia mulk' land, violating specific Ottoman and Greek statutes. Consequently, the Court found a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure and remanded the case for a new trial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78, 103 of the Ottoman Law on Lands of 7th Ramazan 1274 (1856); Articles 1, 2, 3, 4 of the Cadastral Regulations; Article 4 of AN 1539/1938; Article 1 of Paris Treaty Annex XIV; Article 559(1a) of the Code of Civil Procedure: A lower court ruling declaring private 'gaia mulk' land as public domain violates substantive law and constitutes a procedural error requiring annulment and remand.

Keywords

AI generated
Ottoman land ownership public domain declaration gaia mulk status procedural error annulment remand for retrial cadastral regulations Dodecanese property law

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78, 103 of the Ottoman Law on Lands of 7th Ramazan 1274 (1856)
Articles 1, 2, 3, 4 of the Cadastral Regulations
Article 4 of AN 1539/1938
Article 1 of Paris Treaty Annex XIV
Article 559(1a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
Decision 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1264 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1264/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χήρας Χ. Κ., το γένος Θ. Α., κατοίκου ..., 2) Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 3) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Σ. χήρας Δ. Κ. το γένος Σ. Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. χήρας Δ. Π., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., 6) Α.-Χ. συζ. Π. Π., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., 7) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Κ. συζ. Γ. Τ. το γένος Δ. Κ., κατοίκου .... Η 4η και η 5η των αναιρεσιβλήτων, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παραπονιάρη, που ανακάλεσε την από 30-11-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι: α) η Σ. χήρα Δ. Κ., το γένος Σ. και Κ. Γ. (4η των αναιρεσιβλήτων), η οποία απεβίωσε στη Λέρο Δωδεκανήσου στις 22-1-2015 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 10/1/2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Λέρου Δωδεκανήσου, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομείται ούτω από τους εγγύτερους αυτής συγγενείς, ήτοι: i) Κ. Κ. του Δ. και της Σ., ii) Α. Χ. Κ. του Δ. και της Σ., καθώς και τα τέκνα της μεταποβιωσάσης (περί ης ο λόγος κατωτέρω) Μ. Π. του Δ. και της Σ., δηλαδή iii) Κ. Α. Π. του Δ. και της Μ. και iv) Σ. Π. του Δ. και της Μ., β) η Μ. χήρα Δ. Π., το γένος Δ. και Σ. Κ. (5η των αναιρεσιβλήτων), απεβίωσε στη Λέρο Δωδεκανήσου στις 12-1-2018 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 1/2/2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Λέρου Δωδεκανήσου, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομείται ούτω από τους εγγύτερους αυτής συγγενείς, ήτοι: i) Κ. Α. Π. του Δ. και της Μ. και ii) Σ. Π. του Δ. και της Μ. και ότι ως προς τις ανωτέρω θανούσες αρχικές διαδίκους, η δίκη συνεχίζεται επ' ονόματι των ως άνω νομίμων κληρονόμων, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Το Δικαστήριο εκείνο με την 57/2015 απόφασή του κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 550/2017 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 5/2019 του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ.1περ.β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος άσκησης της τελευταίας με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001).

Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση από αυτόν ή από τον αντίδικο του αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους.

Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών άσκησης της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 1554/2014, ΑΠ 265/2012), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.

Ειδικότερα, η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην και διαμένει στην Ελλάδα είναι δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της (ερήμην) απόφασης (άρθρ. 503παρ.1 ΚΠολΔ) ενώ η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της παραπάνω απόφασης (η οποία τρέχει διαδοχικά, μετά την πάροδο των προθεσμιών της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης).

Περαιτέρω ναι μεν η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το γεγονός ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, διάδικος που δικάσθηκε ερήμην, άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, ειδικώς όμως περί του Δημοσίου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων πρέπει να εκδηλωθεί σαφώς και με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 6 του Ν.3086/2002 "περί οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", όπως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αναίρεσης (11.10.2019), με το οποίο ορίζεται ότι για την παραίτηση του Δημοσίου από την άσκηση ενδίκων μέσων απαιτείται γνωμοδότηση της αρμόδιας τριμελούς επιτροπής του Ν.Σ.Κ.

η οποία στη συνέχεια κατ' άρθρο 7 παρ.5 του ίδιου νόμου, εγκρίνεται αρμοδίως. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσον.

Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 και 524 παρ. 3, 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ` ουσίαν και όχι τυπικά και επομένως στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσον της αναίρεσης είναι μόνον η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.

Έτσι τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, που προβάλλονται παραδεκτώς. Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αρ. 5/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική 'Εδρα Κω), η οποία απέρριψε κατ` ουσίαν, λόγω ερημοδικίας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την έφεσή του κατά της εκκληθείσας υπ' αρ. 550/2017 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία δέχθηκε κατ` ουσίαν την αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης ερήμην απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επιδόθηκε με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων στον αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στις 11/09/2019 (βλ.

την προσκομιζόμενη αρ. .../2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Π.), η κρινόμενη δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 11-10-2019. Υπό τα δεδομένα αυτά και του γεγονότος ότι οι προθεσμίες που τρέχουν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου για την άσκηση ενδίκων μέσων αναστέλλονται για το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου (άρθρο 11 του ΝΔ 26-6/1944), η προθεσμία για την άσκηση από το Ελληνικό Δημόσιο του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας άρχισε στις 16-9-2019 και έληξε στις 16-10-2019, διότι για το Δημόσιο προθεσμία τυχόν μικρότερη των 30 ημερών ισχύει ως μηνιαία προθεσμία (άρθρ. 28 ΝΔ 24.4/16-5-1926 και 10 α' ΝΔ της 26.6/10-7-1944).

Ακολούθως, σύμφωνα με την αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 11/1998), η προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση αναίρεσης άρχισε στις 17.10.2019 και έληξε στις 15.11.2019. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στις 11-10-2019, ήτοι εντός της οριζόμενης προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας προθεσμίας των 30 ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως.

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, επικαλείται παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης της ανακοπής ερημοδικίας και ως εκ τούτου τελεσιδικία της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης και προσκομίζει αντίγραφο του αρ. 3543/3.10.2019 πρακτικού συνεδρίασης της Τριμελούς Επιτροπής του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρ. 6 του ν.3086/2002) με την κάτωθι του κειμένου αυτής έγκριση από τον Πρόεδρο του ΝΣΚ.

Μετά την τήρηση των διατυπώσεων αυτών που ρητά ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του Ν. 3086/2002 (Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) η παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από του δικαιώματος ασκήσεως του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης είναι νομότυπη, επομένως θεωρείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης έχει καταστεί τελεσίδικη και ως εκ τούτου η αναίρεση ασκείται παραδεκτά (άρθρ. 495 παρ.1 και 3β' ΚΠολΔ, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571 και 577 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α`, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρ. 573 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται με τον θάνατο κάποιου διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως (ΟλΑΠ 22/2000).

Δίχως την επίσημη γνωστοποίηση του θανάτου του διαδίκου, η δίκη συνεχίζεται εγκύρως. Εξάλλου, από το άρθρο 101 του ΚΠολΔ. συνάγεται, ότι η πληρεξουσιότητα που δόθηκε κατά το άρθρο 96 του ιδίου Κώδικα, η οποία περιλαμβάνει την εκ μέρους του πληρεξουσίου άσκηση του δικαιώματος του άρθρου 97, εξακολουθεί να υπάρχει παρά τον θάνατο εκείνου που την έδωσε, παύει δε μόνο αφότου επέλθει διακοπή της δίκης με κάποιον από τους λόγους που την επιφέρει και, επομένως, στο ενδιάμεσο διάστημα παράγονται όλες οι συνέπειες που συνεπάγονται οι ενέργειες του πληρεξουσίου (Α.Π. 2/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από τις προσκομιζόμενες με αριθμ.πρωτ. ...-2022 και ...-2022 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, που συνέταξε ο Ληξίαρχος του Δήμου Λέρου Δωδεκανήσου, στις ...-2015 και ...-2018, αντίστοιχα, απεβίωσαν στην Λέρο, χωρίς να αφήσουν διαθήκη, η τέταρτη αναιρεσίβλητη Σ. Κ. και η πέμπτη αναιρεσίβλητη Μ. Π., οι οποίες, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα με αρ. πρωτ. ...-2022 και ...-2018 πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Λέρου, κληρονομήθηκαν, αντίστοιχα, από τα εν ζωή τέκνα τους, που είναι οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους. Ήτοι η Σ. Κ. από την Κ. Κ., Α. - Χ. Κ. και Ν. Κ. (ήδη αρχικό διάδικο) καθώς και από τα τέκνα της προαποβιωσάσης θυγατέρας της Μ. Π. ήτοι τα εγγόνια της Κ. - Α. Π. και Σ. Π. Αντιστοίχως η Μ. Π. κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Κ. - Α. Π. και Σ. Π. Επομένως, οι τελευταίοι, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των αποβιωσάντων (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ), εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παραπονιάρη, νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, την λόγω του θανάτου εκείνων βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 572/2020).

Με το άρθρο 15 της από 23-6-1923 Συνθήκης της Λωζάνης, επικυρωθείσα με το Βασιλικό Διάταγμα 423/1947, ορίστηκε ότι η η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστι της Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψών, Σύμης και Κω, των κατεχομένων νυν υπό της Ιταλίας και των εξ αυτών εξαρτομένων, ως και της νήσου Καστελόριζου.

Κατά το άρθρο 60 της ίδιας Συνθήκης ορίστηκε ότι τα κράτη υπέρ ων απεσπάσθη ή αποσπάται έδαφος εκ της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε συνεπεία των Βαλκανικών πολέμων, είτε δυνάμει της παρούσης Συνθήκης, θα αποκτήσωσι άνευ ανταλλάγματος, πάσαν ιδιοκτησίαν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κείμενη εν των εδάφει τούτο.

Επίσης, με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 10.02.1947 παραπάνω συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, ορίστηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού κράτους στη Δωδεκάνησο. Περαιτέρω, με το άρθρ. 2 §1 στοιχείο α' του ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945.

Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο, το οποίο ίσχυε, καθ' ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα. Η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932, με το υπ' αριθμ. 200/31-10-1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη.

Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ίδιου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε: α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ), οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.

Στην κατηγορία των δημοσίων-γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 227/2017). Στην κατηγορία "μουλκ", ανήκουν εξ αντιδιαστολής, μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, ως άνω, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, αυλές, κήποι, οικίες και, γενικότερα, οικοδομήματα, εργαστήρια, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 222/2017).

Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπίου) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση, όμως, του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητος (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξούσιαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση "ταπίου" στο όνομα του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ".

Προϋπόθεση, όμως, για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Επομένως, δεν είναι δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, χορτολιβαδικών εκτάσεων, βοσκοτόπων, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1927 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε ν' αποκτηθεί μόνο δια ταπίου (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, και εκείνης της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και, μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μουλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το με αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30-12-1947 ισχύοντος νόμου 510/1947, διατηρείται κατ' αρχήν η διάκριση των γαιών, όπως οριζόταν από το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο οθωμανικό δίκαιο (άρθρο 1 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 91- 102 και 103-105) (ΑΠ 693/2018, ΑΠ 822/2013).

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 ορίζεται ότι του Κτηματολογικού Κανονισμού ορίζεται ότι "τα ακίνητα εν τη Κτήσει διακρίνονται εις δημόσιας (μιρί εραζί εμιριέ μετρουκέ μεβάτ) ελευθέρας κυριότητος (μούλκ) βακουφικά", στο άρθρο 2 αυτού προβλέπεται ότι: Τα δημόσια κτήματα ανήκουσιν εις την Κυβέρνησιν της Κτήσεως και υποδιαιρούνται εις κτήματα κοινής χρήσεως και εις κτήματα περιουσιακά (ιδιόκτητα του Δημοσίου).

Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και, επομένως, και στη νήσο των Λειψών, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1814/2012).

Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ' αυτήν του ΙταλΑΚ/1865, με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη, δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).

Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το αρθρ. 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865. Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν εφαρμόζεται στη νήσο Σύμη (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογίου Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε εκεί κτηματολόγιο (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 693/2018, ΑΠ 477/2016).

Ακόμη, ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21.4.1942 με το με αριθ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ/1942, από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στη φυσική εξουσία του από τον νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ' αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ' αυτού κυριότητας.

Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α' ν. 510/1947), εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος διανοία κυρίου (νομή) και έχει ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή, με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.

Ενόψει, όμως, του ότι το Οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο. Επομένως, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή απ' αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ 1942 και Ελληνικού ΑΚ, διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στη Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουάριου 1949 β.δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στη νομή του πράγματος.

Είναι, όμως, δυνατή η απ' αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ' όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι την 10-01-1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει, επίσης, εφαρμογής το άρθρ. 4 παρ 2 αν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης.

Περαιτέρω, με το άρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α' ν. 2100/1952 που ισχύει από 26-04-1952, ορίστηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβέννυται, και οι έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως, δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι καλλιεργούντες δημοσίας γαίας στις νήσους Λειψοί, Πάτμος, Κάρπαθος κλπ (εκτός της περιφέρειας Κτηματολογίου Ρόδου και Κω) για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10-01-1949, έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς, με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών, με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ.

α' του ν.2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (ΑΠ 1410/2023, ΑΠ 1954/2022, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016).

Εξάλλου, οι γαίες τις οποίες κατείχαν, εξουσίαζαν και ενέμοντο οι κάτοικοι των νήσων της Δωδεκανήσου, οι οποίες δεν ήσαν δορυάλωτες, δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με όπλα από τον Τούρκο Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή (1522 μχ) (πλην της Ρόδου και της Κω) ανήκαν στις ιδιοκτησίες τους, ως γαίες "μουλκ", αφού ο παραπάνω Σουλτάνος όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στις ιδιοκτησίες τους.

Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές και ανήκαν στην παραπάνω κατηγορία των μουλκίων, ήτοι των ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, τα οποία εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους τους και μάλιστα κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο βέβαια της καταβολής εγγείου φόρου.

Τούτο, όμως, δεν αφορούσε αδιακρίτως όλες τις γαίες μιας περιοχής ή μιας νήσου αλλά μόνον εκείνες που οι κάτοικοί τους είχαν τη δυνατότητα να τις κατέχουν, νέμονται και να τις εξουσιάζουν. Επομένως, δεν επρόκειτο για εκτάσεις που αφορούσαν σε δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα και εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, οι οποίες παρέμειναν προσδιορισμένες υπό την απόλυτη εξουσία του Οθωμανικού Κράτους, περιήλθαν δε μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου με τη Συνθήκη της Λωζάνης στο Ιταλικό Κράτος και στη συνέχεια στο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων.

Έτσι, και τα ακίνητα της νήσου των Λειψών δεν ήσαν όλα ανεξαιρέτως καθαράς ιδιοκτησίας (μούλκια) με τις πιο πάνω αναφερόμενες συνέπειες, αλλά μόνο αυτά που κατά το χρόνο της ως άνω περιέλευσής τους στο Οθωμανικό Κράτος κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν οι κάτοικοί τους, ενώ τα λοιπά ως άνω ακίνητα και της νήσου αυτής (δάση, αιγιαλοί, κοινόχρηστα, και εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν) δεν αποτελούν κτήματα καθαράς ιδιοκτησίας και έχει εφαρμογή επ' αυτών ο περί γαιών νόμος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν αυτά να θεωρηθούν ως δημόσιες γαίες και, συνεπώς, να περιέλθουν, κατά τα ως άνω τελικά, στο Ελληνικό Δημόσιο.

Άλλωστε στην ύπαρξη δημόσιων γαιών και στα μη δορυάλωτα νησιά της Δωδεκανήσου συνηγορεί και η διάταξη του άρθρου 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (κ.δ. 132/1929), που αναφέρεται στα δημόσια κτήματα ως ανήκοντα στην "Κυβέρνησιν της Κτήσεως" και στις διακρίσεις αυτών, καθώς και του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 2100/1952, με το οποίο σκοπήθηκε η μετατροπή του αποκτηθέντος επί δημοσίων γαιών δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, αλλά και τα άρθρα 5 παρ. 1 και 3 του ν. 719/1977 και 17 παρ. 1 του ν. 2443/1996 δια των οποίων ρυθμίζονται θέματα περιέλευσης της κυριότητας δημοσίων γαιών στα μη δορυάλωτα νησιά της Δωδεκανήσου Αγαθονήσιο, Αρκιοί, Μαράνθη, Μεγίστη, Ψέριμο και Σαρία σε κατοικούντες (αυθαιρέτους κατόχους) σε αυτές, υπό τις προβλεπόμενες στους ως άνω νόμους προϋποθέσεις (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 1954/2022).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2022, ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 941/2023).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 941/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο, στην απόφαση του οποίου ενσωματώνεται λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος στην κατ' έφεση δίκη, η πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "Γάτης", εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της νήσου Λειψών, έχει έκταση 340.998,38 τ.μ., αποτυπώνεται στο από Αυγούστου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του δασολόγου - περιβαλλοντολόγου Κ. Π. ως υπό στοιχείο ΙΙΙ, εμφαινόμενο περιμετρικά με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-Ι0-

ΙΙ-Ι2-Ι3-Ι4-15-Ι6-Ι7-Ι8-Ι9-2Ο-2Ι-22-23-24-25-Ξ-Β'-Α'-Ω-Ψ (αφαιρουμένου από την άνω έκταση τμήματος εμφαινομένου στο άνω τοπογραφικό υπό στοιχείο Ι και περιμετρικά με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-3-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Α) και συνορεύει βόρεια και βορειοδυτικά με βραχώδη και χορτολιβαδική έκταση, ανατολικά, νότια και νοτιοδυτικά με θάλασσα.

Το επίδικο, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, εκτάσεως 348.500 τ.μ., το οποίο περιήλθε α) στους πρώτους τρείς των εναγόντων, κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστά 45/300 ή 180/1200 στην πρώτη αυτών και κατά 27,5/300 ή 110/1200 στον δεύτερο και τρίτη, με την υπ' αριθμ. ...-2007 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάτμου (στον τόμο 135 και με αριθμό 9706), με την οποία οι ανωτέρω ενάγοντες αποδέχθηκαν την εκ διαθήκης κληρονομία του αποβιώσαντος στις ...-2006 Χ.

Κ. του Χ., o οποίος κατείχε το 1/3 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου και β) στους λοιπούς των εναγόντων, στην τέταρτη αυτών κατά 4/48 ή 100/1200 εξ αδιαιρέτου μερίδια και στους. πέμπτη, έκτη, έβδομο και όγδοη κατά 3/48 ή 75/1200 εξ αδιαιρέτου μερίδια σε έκαστο αυτών, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2006 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Λέρου Φ.

Τ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα ίδια άνω βιβλία μεταγραφών (στον τόμο 133 και με αριθμό 9624), με την οποία οι άνω ενάγοντες αποδέχτηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος στις ...-1987 Δ. Κ. του Γ., κατόχου του 1/3 εξ αδιαιρέτου του άνω μείζονος ακινήτου, εμφαίνεται δε αυτό (μείζον ακίνητο) στο προσαρτόμενο στις προαναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις από 23 Αυγούστου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε.

Π. με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-Κ16-Κ15-Κ14-Κ13-Κ12-Κ11-Κ10-Κ9-Κ8-Κ7-Κ6-Κ5-Κ4-Κ3-Κ2-Κ1-Κ0-11-14-1 και συνορεύει, σύμφωνα μ' αυτό, βόρεια με ιδιοκτησίες Β. Κ., Μ. Π. και Χ. Π., νότια με θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησίες Θ. Γ. και Ε. Λ. και δυτικά με θάλασσα. Στον δικαιοπάροχο των τριών πρώτων εναγόντων (Χ. Κ. του Χ.) το άνω ενιαίο ακίνητο είχε περιέλθει κατά το ανωτέρω ποσοστό του (1/3 ή 4/12 εξ αδιαιρέτου), κατά τα μεν 3/12 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του αποβιώσαντος στις 299-1943 πατρός του Χ.

ή Χ. Κ. του Γ. και κατά το 1/12 εξ αδιαιρέτου με γονική παροχή από την μητέρα του Κ. συζ. Π. Δ., πρώην χήρα Χ. Κ., το γένος Ν. Α., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1999 συμβολαίου, γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πάτμου (στον τόμο 98, με αριθμό 7882).

Στην τελευταία το ως άνω εξ αδιαιρέτου μερίδιό της (1/12 εξ αδιαιρέτου) είχε περιέλθει από κληρονομία εξ αδιαθέτου του άνω πρώην συζύγου . της Χ. ή Χ. Κ. του Γ., ο οποίος με την σειρά του είχε αποκτήσει το άνω 1/3 εξ αδιαιρέτου μερίδιο του με άτυπη και χαριστική παραχώρηση το έτος 1940 από τον πατέρα του Γ. Κ. του Β.

Στον τελευταίο δε είχε περιέλθει το άνω μερίδιο ομοίως με χαριστική και άτυπη παραχώρηση το έτος 1900 από τον δικό του πατέρα Β. Κ., ο οποίος κατείχε και νεμόταν ολόκληρο το άνω ακίνητο δυνάμει του τίτλου ιδιοκτησίας του Οθωμανικού Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου της 97-1884 (15 Ραμαζάν [1] 301 [9-7-1884]. Ο δε δικαιοπάροχος (Δ.

Κ. του Γ.) των τέταρτης, πέμπτη, έκτης, έβδομου και όγδοης των εναγόντων, είχε αποκτήσει το εν λόγω 1/3 εξ αδιαιρέτου μερίδιό του επί του μείζονος ακινήτου, ομοίως, με άτυπη και χαριστική παραχώρηση το έτος 1940 από τον πατέρα του Γ. Κ. του Β., στον οποίο είχε περιέλθει επίσης με χαριστική και άτυπη παραχώρηση το έτος 1900 από τον παραπάνω πατέρα του Β.

Κ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κατείχε και νεμόταν ολόκληρο το άνω ακίνητο δυνάμει του προαναφερομένου οθωμανικού τίτλου ιδιοκτησίας. Σημειωτέον ότι ο προαναφερθείς Γ. Κ. του Β. εκτός των ανωτέρω δύο υιών του (Χ. ή Χ. και Δ.) είχε και τρίτο τέκνο τον Β., οι κληρονόμοι του οποίου συμπληρώνουν τα υπόλοιπα εξ αδιαιρέτου μερίδια (400/1200 ή 1/3) επί του ακινήτου, χωρίς, όμως, αυτοί να είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ολόκληρο το άνω ενιαίο ακίνητο, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο τμήμα, νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από το έτος 1900 ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ. Κ. του Β., χρησιμοποιώντας τμήμα αυτού δεκαπέντε στρεμμάτων, που είχε παραχωρηθεί στο δικό του πατέρα Β.

Κ. δυνάμει του άνω οθωμανικού τίτλου για καλλιέργεια, το δε υπόλοιπο τμήμα χρησιμοποιούσε ως βοσκότοπο (λόγω του ότι το έδαφός του ήταν βραχώδες, με πολύ μεγάλες κλίσεις και δεν προσφερόταν για άλλη χρήση, πλην ενός πολύ μικρού τμήματος που εφάπτεται της θάλασσας), έχοντας οριοθετήσει μέρος του βορείου τμήματος του εν λόγω ακινήτου με μανδρότοιχο, προς διαχωρισμό από τις όμορες ιδιοκτησίες, σημείο στο οποίο (βόρειο άκρο) είχε κατασκευάσει τυροκομείο, ενώ σε άλλο σημείο του ακινήτου είχε εγκαταστήσει κεραμοποιείο για την κατασκευή πήλινων σκευών οικιακής χρήσεως.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί της χρήσεως από τον άνω δικαιοπάροχο των εναγόντων ολόκληρης της άνω εκτάσεως και όχι μόνο των παραχωρηθέντων με τον προαναφερόμενο αυτοκρατορικό τίτλο δεκαπέντε μόνο στρεμμάτων στο Β. Κ., εξηγείται από το γεγονός ότι, κατά το οθωμανικό κτηματολογικό δίκαιο, στους άνω παραχωρηθέντες σε ιδιώτες τίτλους γινόταν αναφορά μόνο στο καλλιεργήσιμο τμήμα του ακινήτου, και όχι και στα λοιπά τμήματα αυτού, που δεν προορίζονταν για την παραπάνω χρήση, όπως καταθέτουν περί τούτου όλοι οι μάρτυρες των εναγόντων.

Την δε νομή στο άνω ενιαίο ακίνητο συνέχισαν να ασκούν με διάνοια κυρίου και οι μεταγενέστεροι του προαναφερθέντος δικαιοπάροχοι των εναγόντων Χ. και Δ. Κ. του Γ., και μετά τον θάνατο του πρώτου αυτών το έτος 1943 ο δικαιοπάροχος του Χ. Κ. του Χ., χρησιμοποιώντας αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτη 1943 και 1940 που περιήλθε στην κατοχή τους, μέχρι τον χρόνο του θανάτου τους (τα έτη 2006 και 1987 αντίστοιχα) ως βοσκότοπο, παραχωρώντας το σε ποιμένες για χρήση χορτονομής για την σίτιση των αιγοπροβάτων τους, τις ίδιες δε πράξεις νομής, μετά τον θάνατο των ανωτέρω, ασκούν ως συγκύριοι, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά τους, οι ενάγοντες, εκμιθώνοντάς το σε βοσκούς, με μικρό αντάλλαγμα σε είδος (συνήθως αρνιά και γάλα), και επιπλέον επισκεπτόμενοι τακτικά την άνω ιδιοκτησία τους, επιμετρώντας την, φροντίζοντας για την συντήρηση του παλιού μανδρότοιχου, όπως καταθέτουν με σαφήνεια περί των ανωτέρω πράξεων νομής οι μάρτυρες των εναγόντων Μ.

Γ., Δ. Β. και Ε. Κ., οι οποίοι σημειωτέον, λόγω του ότι έχουν γεννηθεί και κατοικούν μόνιμα στη νήσο, των Λειψών, γνωρίζουν τόσο από προσωπική γνώση, όσο από την πληροφόρηση των παλαιοτέρων κατοίκων το ιδιοκτησιακό καθεστώς του άνω ακινήτου. Ενόψει των προεκτεθέντων, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του άνω μείζονος ακινήτου, και κατά συνέπεια και του επιδίκου, κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου μερίδια τους, με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), σε κάθε δε περίπτωση με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι, κατά το έτος 2006 που περιήλθε το επίδικο ακίνητο στους ενάγοντες, είχαν ήδη καταστεί κύριοι του μεταβιβασθέντος ακινήτου, αφού το νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαταράκτως, κατά τα προαναφερθέντα, για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας.

Είναι βέβαια γεγονός ότι μέσα στο επίδικο υφίστανται φρύγανα χινοποδιού, αστοιβής, θρούμπι, λαδανιές καθώς και αραιά άτομα σχοίνου και πουρναριού, για το λόγο δε αυτό, με την ...-2009 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Δωδεκανήσου, το συγκεκριμένο ακίνητο χαρακτηρίστηκε "ως βραχώδης και χορτολιβαδική έκταση" (άρθρο 3 παρ. 6β και γ ν.998/1979), που ανήκει κατά τεκμήριο στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 7 το Ιδίου νόμου.

Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι γαίες φύσης "εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί", δηλαδή δημόσιες γαίες, όπως και το δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ) από της εποχής του τούρκου κατακτητή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μ.Χ.) μέχρι την ισχύ του ν. 2100/1952 (26.4.1952) δεν υπήρξαν ποτέ στα Δωδεκάνησα εκτός της Ρόδου και της Κω, που ο τούρκος κατακτητής τις είχε κυριεύσει με τη "σπάθη και το δόρυ", ενώ στα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου, όπως είναι και οι Λειψοί, που δεν ήταν "δορυάλωτα", δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, ο τούρκος κατακτητής Σουλεϊμάν o Μεγαλοπρεπής, όχι μόνο δεν δήμευσε γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα, που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών, να ανήκουν στις ιδιοκτησίες τους (γαίες μουλκ, βλ, Αχιλ.

Κωνσταντινίδη "Αρζί-μιρί και Ιστορία" Δωδ.Νομ.Επιθ, Τόμος 6ος, σελ. 1 επόμ., Γ. Παντελίδη "Η απόσβεση της ψιλής κυριότητας του Δημοσίου επί των παραχωρημένων δημοσίων γαιών" ό.π. τόμος 5ος, σελ. 79 επ., Αλεξ. Καρανικόλα "Τα Συμιακά" τόμος Δ, σελ. 2, ΕφΔωδ. 84/2013, 13/2007, 188/2005, 103/1999, 220/1997), όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση που οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν το επίδικο, κατά τα αναλυτικά πιο πάνω εκτεθέντα, ως ανήκον στην ιδιοκτησία τους.".

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, έκανε δεκτή την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και απέρριψε τους ισχυρισμούς του εναγομένου-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κρίνοντας ειδικότερα ότι το επίδικο δεν αποτελούσε δημόσια γαία αλλά καθαρή ιδιοκτησία ("γαία μούλκ"), ανήκουσα, κατά κυριότητα, σε ιδιώτες, και, επομένως, δεν απετέλεσε αντικείμενο διαδοχής από το Οθωμανικό Δημόσιο στο Ιταλικό και από το τελευταίο στο Ελληνικό Δημόσιο.

Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι στη νήσο των Λειψών όπως και στις λοιπές νήσους των Δωδεκανήσων, πλην της Ρόδου και της Κω, ως μη δορυάλωτη, δεν υπήρξαν γαίες "εραζί- εμιριέ ή αρζί μιρί", δηλαδή δημόσιες γαίες ούτε και το δικαίωμα εξουσιάσεως επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ), από της εποχής του τούρκου κατακτητή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μ.χ) μέχρι την ισχύ του Ν. 2100/1952, παρά μόνο γαίες "μουλκ".

Με το να αποφανθεί, όμως, έτσι το Δικαστήριο της ουσίας, στηρίζοντας την απορριπτική του κρίση ότι το επίδικο στο σύνολό του και όχι μόνο κατά την έκταση των δεκαπέντε στρεμμάτων για τα οποία, κατά τις παραδοχές της υπάρχει αυτοκρατορικός τίτλος ιδιοκτησίας, δεν είναι δημόσιο κτήμα, διότι αποτελούσε καθαρά ιδιοκτησία "γαία μουλκ" και επομένως δεν απετέλεσε αντικείμενο διαδοχής από το Οθωμανικό Δημόσιο στο Ιταλικό και από το τελευταίο στο Ελληνικό, χωρίς περαιτέρω να διαλαμβάνει παραδοχές για τις συγκεκριμένες πράξεις νομής, κατοχής και εξουσίασης στο επίδικο ακίνητο από την Βυζαντινή εποχή λόγω και της φύσης, της μορφής και του χαρακτήρα αυτού, ως βραχώδης και χορτολιβαδική έκταση, ώστε να δικαιολογούνται οι πράξεις αυτές, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78, 103 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3 και 4 εδ.α' και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού, των διατάξεων του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του ΑΝ 1539/1938, των διατάξεων του άρθρου 1 του Παραρτήματος XIV της Συνθήκης των Παρισίων της 10ης Φεβρουάριου 1947, όπως κυρώθηκε με το Ν.Δ 423/1947.

Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τα στην νομική σκέψη διαλαμβανόμενα, και στη νήσο των Λειψών καθώς και στα λοιπά μη δορυάλωτα νησιά της Δωδεκανήσου, υπήρχαν και δημόσιες γαίες, όπως τα δάση, οι αιγιαλοί, τα κοινόχρηστα και οι εκτάσεις, που, λόγω της μορφής τους, δεν εξουσιάζονταν από κανένα και απετέλεσαν αντικείμενο διαδοχής από το Οθωμανικό Δημόσιο στο Ιταλικό και από το τελευταίο στο Ελληνικό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, που προβάλλεται από το αναιρεσείον με τους σχετικούς δεκατρείς πρώτους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, αιτία για την οποία παρέλκει και η έρευνα του τελευταίου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η από 09-10-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, μετά από σχετικό αίτημά του που υπέβαλε με την αίτηση αναιρέσεως και τις προτάσεις του (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 5/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω).

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος των αναιρεσειβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτου αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης