Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on collective dismissals and promotion disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court of Athens judgment regarding labor disputes. The appellant challenged the dismissal of collective termination claims and the denial of a promotion, arguing violations of substantive law and procedural grounds. The court ruled that the dismissals were based on mutual agreement rather than statutory termination, and the employer had no legal obligation to convene personnel councils for promotions, rendering the appeal arguments baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 1, 5, 6 of Law 1387/1983; Art. 281 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law regarding mutual agreement dismissals and the discretionary nature of personnel council convenations for promotions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 57 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 57/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΕRICAN AXPRESS BANKING CORP. (ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ ΜΠΑΝΓΚΙΝΓΚ ΚΟΡΠ), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1723/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5209/2013 του Μον/λούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-12-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης ανέγνωσε την από 5-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 5/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον..
νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 3/97 και 13/95).
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 669 του ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκεια της είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της σύμβασης, από τη διάταξη δε του άρθρου 672 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεως της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ) ΑΠ 62/2009 δημ.
στη ΝΟΜΟΣ). Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν, από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του μισθωτού από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας, οπότε η σύμβαση μπορεί να λυθεί πριν από το χρόνο αυτό μόνο για σπουδαίο λόγο με την καταγγελία των μερών (ΑΠ 1601/2011 δημ.
στη ΝΟΜΟΣ). Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 673 και 674 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, οφείλει να καταβάλει στον εκμισθωτή εργασίας πλήρη αποζημίωση και, αν η καταγγελία οφείλεται σε μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων του εργοδότη, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση στον εργαζόμενο (ΑΠ 359/2010 δημ.
στη ΝΟΜΟΣ). Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα - ακόμη και μεμονωμένα - τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσης τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης.
Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν (ΑΠ 359/2010, ΑΠ 62/2009 ο.π). Περαιτέρω κατά το άρθρο 10 της από 27-7-1976 ΣΣΕ, που τιτλοφορείται "Περί Οργανισμού Προσωπικού Τραπέζης Αμέρικαν Εξπρές", που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση Υπ.
Εργασίας 39327/7832/14-9-76 (ΦΕΚ Β1135/1976) και επέχει ως εκ τούτου ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως προεκτέθηκε, η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται: "1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2)δια της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, κατόπιν εισηγήσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου, 3)αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του άρρενος και του 60ού έτους της ηλικίας του θήλεος προσωπικού.
Δηλαδή η σύμβαση εργασίας μεταξύ της ως άνω εταιρίας και των υπαλλήλων της, ως ορισμένου χρόνου, εφόσον προβλέπεται όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της, μπορεί να λυθεί και πριν από το χρόνο αυτό, αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο, με την καταγγελία των μερών. (ΑΠ 1429/2004 ΕΕργΔ 2005.459). Περαιτέρω, όμως, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως κάθε διαρκής ενοχική σύμβαση, μπορεί να λυθεί, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 651 και 669 ΑΚ κατά πάσα περίπτωση, ανεξάρτητα δηλ.
από τους προβλεπόμενους σύμφωνα με την συγκεκριμένη μορφή της ειδικούς τρόπους λύσης της, και με αντίθετη συμφωνία, που αποτελεί κοινό τρόπο λύσης των διαρκών ενοχικών συμβάσεων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 185, 189, 192 και 195 ΑΚ για την κατάρτιση σύμβασης κατ' αρθρ.361 ΑΚ απαιτείται πρόταση (που δεσμεύει τον προτείνοντα όλο το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να την αποδεχθεί εκείνος στον οποίο έγινε η πρόταση), αποδοχή αυτής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, με πλήρη σύμπτωση των εκατέρωθεν δηλώσεων, και περιέλευση της αποδοχής στον προτείνοντα μέσα στην προθεσμία που είχε τάξει και αν δεν είχε τάξει, έως την στιγμή που κατά τις περιστάσεις ήταν υποχρεωμένος να την περιμένει, από την οποία και συντελείται η σύμβαση (ΑΠ 1085/2010 δημ.
στη ΝΟΜΟΣ). Ομοίως δε η λύση της σύμβασης ορισμένου χρόνου, προ της συμπληρώσεως του καθοριζομένου ορίου ηλικίας, μπορεί να επέλθει και με κατάρτιση αντίθετης συμφωνίας των μερών (ΑΠ 1665/2002 δημ. στη ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Ν.1387/1983 "Περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων και άλλων διατάξεων" ομαδικές απολύσεις θεωρούνται, όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζομένους, για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επομένης παραγράφου 2α ήτοι τέσσερις (4) εργαζόμενοι για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν (20) έως διακόσια (200) άτομα, Β)Ποσοστό 2-3% του προσωπικού και μέχρι τριάντα (30) άτομα για επιχειρήσεις η εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από πενήντα εργαζόμενους.
Το ποσοστό αυτό καθορίζεται, για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3. Για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου όλοι οι τρόποι λήξης της σύμβασης εργασίας που γίνονται με πρωτοβουλία του εργοδότη, για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, εξομοιώνονται με απολύσεις υπό τον όρο ότι, οι απολύσεις είναι τουλάχιστον πέντε.
Κατά το άρθρο 5 του ιδίου, ως άνω νόμου αριθμ. 2 εάν υπάρξει συμφωνία των μερών οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και ισχύουν αφού περάσουν δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού πρακτικού αριθμ.3. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία των μερών, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του παραπάνω πρακτικού και αφού λάβει τα στοιχεία του φακέλου και συνεκτιμήσει τις συνθήκες αγοράς εργασίας....
μπορεί, είτε να παρατείνει.... τις διαβουλεύσεις είτε να μην εγκρίνει την πραγματοποίηση του συνόλου ή μέρους των σχεδιαζομένων απολύσεων. Πριν από την έκδοση της παραπάνω απόφασης, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, μπορούν να ζητούν τη γνώμη της Επιτροπής Εργασίας ή του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας. Τέλος, κατά το άρθρο 6 αριθμ.1 του άνω νόμου, Ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού, είναι άκυρες.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 6 του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού Υπηρεσίας της AMERICAN EXPRESS BANKING CORP που δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθμ. 39327/7832/8-9-1976 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 1135/14-9-1976 τεύχος β' που διέπει το προσωπικό της εναγομένης και καθορίζει τα ζητήματα της προσλήψεως, υπηρεσιακής και μισθολογικής εξελίξεως, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των εργαζομένων, ορίζονται α) οι βαθμοί του προσωπικού σε Δόκιμο Λογιστή, Υπολογιστή Β, Υπολογιστή Α Λογιστή Β Λογιστή Α Υποτμηματάρχης Τμηματάρχης Β Τμηματάρχης Α Υποδιευθυντής Β Υποδιευθυντής Α και Διευθυντής, β) ότι οι οργανικές θέσεις μέχρι και του βαθμού Τμηματάρχου Β είναι ενιαίες ενώ από του βαθμού Τμηματάρχου Α και άνω είναι οργανικές, και ο αριθμός τους ορίζεται με αναλογία 6 οργανικών θέσεων κυρίου προσωπικού προς μία οργανική θέση εκάστου των βαθμών Διευθυντού, Υποδιευθυντή Α Υποδιευθυντή Β και Τμηματάρχη Α, ενώ κατά την ίδια αναλογία θα μεταβάλλονται εκάστοτε οι οργανικές θέσεις εκάστου των ανωτέρω.
Οι προαγωγές διενεργούνται μια φορά το χρόνο και κατά μήνα Δεκέμβριο τίθενται δε εν ισχύ τον Ιανουάριο του επόμενου έτους από το οποίο έρχονται οικονομικά ωφελήματα και η βαλερ του βαθμού. Οι προαγωγές διακρίνονται σε κατ αρχαιότητα και κατ εκλογή. Από το βαθμό του Τμηματάρχη Β και άνω, πλην του βαθμού του Διευθυντή, οι προαγωγές διενεργούνται μόνο κατ' εκλογή και επί τη βάσει των ιδιαζόντων προσόντων, επαγγελματικής και υπηρεσιακής ικανότητας γενικότερης μορφώσεως ειδικής εμπειρίας, δικαίωμα κρίσεως προς προαγωγή θα έχουν οι συμπληρώσαντες 3ετία τουλάχιστον.
Όλες οι κατ' εκλογήν προαγωγές οποιουδήποτε βαθμού ενεργούνται αποκλειστικά υπό του Γενικού Διευθυντή κατόπιν εισηγήσεως του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως προσωπικού ή σε περίπτωση ενστάσεως του ενδιαφερόμενου κατά της εισηγήσεως του Πρωτοβάθμιου Συμβουλίου κρίσεως προσωπικού του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου κρίσεως προσωπικού.
Κατά το μήνα Σεπτέμβριο κάθε έτους υποβάλλεται έκθεση ποιότητας κάθε υπαλλήλου με κρίσεις για τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας του ήθους εν γένει ως και της συμπεριφοράς προς τους συναδέλφους του και το κοινό. Γ) Το πρωτοβάθμιο συμβούλιο κρίσεως προσωπικού λειτουργούντος ως Συμβουλίου προαγωγών συγκαλείται τακτικά κατά μήνα Δεκέμβριο κάθε έτους και συνέρχεται σε συνεχείς συνεδριάσεις μέχρι το τέλος του έργου του.
Μετά το πέρας των Συνεδριάσεων το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση με την μορφή ονομαστικού καταλόγου στον οποίο αναφέρονται κατ' απόλυτη σειρά αξιολογήσεως και του βαθμού ταύτης, άπαντες οι έχοντες δικαίωμα κρίσεως για κατ' εκλογήν προαγωγή υπάλληλοι. Η έτσι συνταχθείσα και εκδοθείσα απόφαση δεόντως υπογεγραμμένη υπό απάντων των μελών του Συμβουλίου υποβάλλεται στον Γενικό Διευθυντή της τράπεζας ο οποίος υποχρεούται να εγκρίνει το 15% εκ των δικαιούμενων κρίσεως δια κατ εκλογήν προαγωγή υπαλλήλων τηρώντας απαραιτήτως την αξιολογική σειρά των προτεινόμενων στην υποβληθείσα απόφαση.
Ο αριθμός δε των υπαλλήλων του ποσοστού αυτού δεν δύναται να υπερβαίνει τον αριθμό των υπαλλήλων των αντιστοιχούντων σε ποσοστό 6% του συνολικού αριθμού του εντεταγμένου κυρίου προσωπικού. Δ) Στη Τράπεζα λειτουργούν δύο Συμβούλια προσωπικού ένα Πρωτοβάθμιο και ένα Δευτεροβάθμιο Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεων είναι τριμελές και αποτελείται από δυο υπαλλήλους που έχουν τουλάχιστον το βαθμό του Τμηματάρχη Α οριζομένων κατά μήνα Μάρτιο υπό του Γενικού Διευθυντού, ομού μετά των αναπληρωτών αυτών και εξ' ενός υπαλλήλου της Τραπέζης έχοντος 10 ετη τουλάχιστον υπηρεσία σ' αυτήν οριζόμενου από τη Διοίκηση του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τραπέζης ομού μετά του αναπληρωτού του.
Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεως προσωπικού απαρτίζεται εκ δύο των ανωτέρω υπαλλήλων της Τραπέζης ομού μετά των αναπληρωτών του οριζομένων υπό του Γενικού Διευθυντή. Εξάλλου, σε κανονισμό με ισχύ νόμου ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να πληρώσει τον αριθμό των κενών θέσεων σε κάθε βαθμό με προαγωγικές κρίσεις.
Η κάλυψη των κενών θέσεων με προαγωγή υπαλλήλων, αποτελεί εκδήλωση και περιεχόμενο του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη που ασκείται από το αρμόδιο όργανο του μετ' εκτίμηση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση των υπηρεσιακών αναγκών των οικονομικών επιπτώσεων που συνεπάγονται οι προαγωγές για την επιχείρηση και των εν γένει συνθηκών που επιβάλλουν η όχι μια τέτοια ενέργεια για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.
Και είναι αληθές ότι η άσκηση και υπ' αυτή τη μορφή του άνω διευθυντικού δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 281 στοιχεία και ως εκ τούτου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, αν η άσκηση του άνω δικαιώματος είναι καταχρηστική, η παράλειψη όμως ενασκήσεως του άνω δικαιώματος δεν εμπίπτει στους περιορισμούς του εν λόγω άρθρου και δεν ελέγχεται δικαστικά (ΑΠ 993/2013, ΑΠ 1322/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερα από την άσκηση έφεσης, εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επί αγωγής του τελευταίου κατά της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AMERICAN EXPRESS BANKING CORP", με την προσβαλλομένη 5209/2013 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους:
Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε δυνάμει συμβάσεως εργασίας στις 31-3-1965 από την Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία AMERICAN EXPRESS BANKING CORP, που εδρεύει στις Η.Π.Α. και έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα, ως υπάλληλος, ανήκοντας στο κύριο προσωπικό της. Η σύμβαση εργασίας του διέπετο από τον Οργανισμό της ως άνω εργοδότριας που περιέχεται στην από 28-7-1976 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τιτλοφορείται "Περί Οργανισμού Προσωπικού Τραπέζης Αμέρικαν Εξπρές", ο οποίος δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ΦΕΚ 1135/Β/1976 με την υπ' αριθμ. 39327/7832/14-9-1976 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ως εκ τούτου επέχει θέση ουσιαστικού νόμου, ο δε ενάγων τυγχάνει μέλος του.
Η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας μεταξύ της εναγομένης και των υπαλλήλων της είναι ορισμένου χρόνου, διότι κατά το άρθρο 10 της από 27-7-1976 ΣΣΕ λύεται: "1)δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2)δια της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας 3)αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του άρρενος προσωπικού.
Επομένως, σύμφωνα με τον παραπάνω Οργανισμό Προσωπικού, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος που γεννήθηκε στις 12-8-1949 έληγε αυτοδικαίως στις 12-8-1914 ή μπορούσε να λυθεί με καταγγελία των μερών για σπουδαίο λόγο, κατόπιν εισήγησης του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η οποία όμως εισήγηση αποτελεί απλή γνωμοδότηση, μη υποχρεωτική μάλιστα για την εργοδότρια τράπεζα (ΟλΑΠ 8/2007 δημ.
στη ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εργοδότρια του ενάγοντος τραπεζική εταιρεία "American Express Bank Ldt" αποτελεί μέλος του ομίλου "American Express Company". To έτος 2008 ο όμιλος "American Express Company", μεταβίβασε την τραπεζική εταιρεία στην τράπεζα με την επωνυμία "Standart Chartered", η οποία αρνήθηκε να αποκτήσει τα Υποκαταστήματα της πρώτης στην Ελλάδα, καθόσον ήδη από το έτος 2003 εξήλθε από την ελληνική αγορά.
Προκειμένου να αποφευχθεί η αιφνίδια διακοπή λειτουργίας των καταστημάτων της "American Express Bank Ldt" και οι δυσμενείς επιπτώσεις της, η ως άνω τραπεζική εταιρεία (αρχική εργοδότρια του ενάγοντος) με την από 28.2.2008 "Σύμβαση Αγοραπωλησίας επιχείρησης", που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη μεταξύ της και της εναγομένης, μεταβίβασε λόγω πώλησης στην τελευταία όλο το ενεργητικό και το παθητικό της και αυτή (εναγομένη), υπεισήλθε σε όλες τις υποχρεώσεις της καθώς και στις συμβάσεις εργασίας μεταξύ των οποίων και αυτή του ενάγοντος (βλ.
σχ. το ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ 565/24.1.2008, 3097/22.5.2008). Η εναγομένη προσπάθησε να εξεύρει αγοράστρια τράπεζα στην Ελλάδα με ανάληψη υποχρέωσης εξακολούθησης απασχόλησης του προσωπικού του Υποκαταστήματος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Με την από 4/4/2008 ανακοίνωση της πρότεινε οικονομικά κίνητρα για εθελούσια έξοδο έως τις 18/4/2008, μετά δε την συμμετοχή κάποιων εργαζομένων της, διέκοψε τη λειτουργία των καταστημάτων της οδού Ακαδημίας και του Πειραιά.
Στη συνέχεια αφού και νέα προσπάθεια της για την εξεύρεση αγοράστριας τράπεζας, δεν καρποφόρησε, αποφάσισε την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των 68 εργαζομένων σ' αυτήν, λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης. Στις 13/3/2009 ανακοίνωσε την απόφασή της στους εργαζομένους και προσήλθε σε διαβουλεύσεις με αυτούς, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι δυσμενείς συνέπειες στο προσωπικό (άρθρο 3 του ν. 1387/1983), κοινοποιώντας αντίγραφα των απαιτουμένων εγγράφων στο Νομάρχη, στην Επιθεώρηση Εργασίας και στον αρμόδιο Υπουργό.
Η διαδικασία διαβούλευσης σε τρεις συναντήσεις (26.3.2009, 30.3.2009 και 13.4.2009, δεν κατέληξε σε συμφωνία, Η εναγομένη ζήτησε και έλαβε από την Υπουργό Εργασίας και Απασχόλησης παράταση των διαβουλεύσεων και στις 18.5.2009 έλαβε χώρα η τελευταία συνάντηση των εμπλεκομένων μερών, χωρίς αποτέλεσμα και υποβλήθηκε το συνταχθέν προς τούτο πρακτικό στο Νομάρχη Αττικής.
Μετά ταύτα με την από 20.5.2009 απόφαση - εισήγηση του το Πειθαρχικό Συμβούλιο, πρότεινε την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας όλων των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων. Στο μεταξύ ο νομάρχης Αθηνών με τη με αριθμ. 6173/28-5-2009 απόφαση του, δεν ενέκρινε το αίτημα της εναγομένης για την πραγματοποίηση της σχεδιαζόμενης ομαδικής απολύσεως 68 εργαζομένων.
Εν συνεχεία κλήθηκαν από το αρμόδιο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας η εναγομένη, ο σύλλογος υπαλλήλων της εναγομένης και η ομοσπονδία τραπεζοϋπαλληλικών οργανώσεων Ελλάδας (ΟΤΟΕ), στις 12/6/2009 σε συμφιλιωτική συνάντηση, κατά την οποία υποβλήθηκαν εκατέρωθεν προτάσεις, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, ακολούθησε άλλη συνάντηση όλων των πλευρών στις 15.7.2009 και εν συνεχεία νέα συνάντηση στις 17.6.2009, οπότε η εναγομένη υπέβαλε την τελική πρόταση της, που προέβλεπε την καταβολή αποζημιώσεων έως το ποσό των 300.000 ευρώ για κάθε υπάλληλο ανάλογα με τις συνθήκες (χρόνια προϋπηρεσίας, ηλικία, προσωπική κατάσταση, δυνατότητα συνταξιοδότησης).
Παράλληλα κάλεσε τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου, να εισηγηθούν σύμφωνα με την περ.2 του άρθρου 10 του Οργανισμού περί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας όλων των υπαλλήλων της (68) κατά τμηματικό τρόπο, και συγκεκριμένα τέσσερις (4) κατά ημερολογιακό μήνα, αρχής γενομένης από τον Ιούλιο του 2009 και το Πειθαρχικό Συμβούλιο στις 22-6-2009, αποφάσισε την απόλυση όλων των εργαζομένων σε αυτήν, ανά τέσσερις κατά μήνα, προκειμένου να μην προσκρούουν αυτές (απολύσεις) στην απαγορευτική απόφαση του Νομάρχη.
Επειδή οι διαβουλεύσεις και οι συμφιλιωτικές συναντήσεις, δεν επέφεραν ουσιαστικό αποτέλεσμα, η εναγομένη στις 17-6-2009 απέστειλε σε κάθε εργαζόμενο της και στον ενάγοντα, επιστολή με την οποία υπέβαλε πρόταση για λύση της εργασιακής σύμβασης και την καταβολή αποζημιώσεως και τη συμβιβαστική επίλυση των τυχόν αξιώσεων με αμοιβαίες υποχωρήσεις, αρχίζοντας με αυτούς απευθείας διαπραγματεύσεις, χωρίς τη συμμετοχή του συνδικαλιστικού τους οργάνου, το οποίο θεώρησε υπεύθυνο για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων.
Στα πλαίσια αυτών των ατομικών διαπραγματεύσεων, η εναγομένη πρότεινε στον ενάγοντα ως αποζημίωση για την από 30.6.2009 λύση της συμβάσεως του, το ποσό των 228.789 ευρώ, θέτοντας προθεσμία προς αποδοχή της πρότασης και απάντηση έως τις 23-6-2009 ημέρα Τρίτη και ώρα 14.30. Ο ενάγων σταθμίζοντας τις περιστάσεις, όπως και άλλοι συνάδελφοι του, αποδέχτηκε ανεπιφύλακτα την ως άνω πρόταση της εναγομένης και στις 23-6-2009 υπέγραψε, τη με ίδια ημερομηνία λύση της εργασιακής του σύμβασης, τα αποτελέσματα της οποίας θα επέρχοντο στις 30.6.2009, έως τότε δε αυτός θα εργαζόταν κανονικά.
Εν συνεχεία υπέγραψε και την από 30-6-2009 τροποποιητική συμφωνία, ως προς το ύψος της καταβαλλομένης αποζημιώσεως, που ανήλθε τελικά στο ποσό των 234.789 ευρώ, εισέπραξε δε αυτός στις 30-6-2009, αφαιρουμένων των νομίμων κρατήσεων και των πάσης φύσεως φόρων, που βάρυναν αυτόν, το καθαρό ποσό των 191.831,20 ευρώ. Συγχρόνως την ίδια ημέρα και στα πλαίσια της συμβιβαστικής επίλυσης των αξιώσεων του κατά της εναγομένης υπέγραψε δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 1-4-2009 ασκηθείσας κατ' αυτής αγωγής του, με περιεχόμενο αξιώσεις από μισθολογικές διαφορές δεδουλευμένων.
Η ένδικη εργασιακή σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους, ως διαρκής ενοχική σχέση μπορούσε να λυθεί, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, εκτός από τους ειδικά προβλεπόμενους στην ΣΣΕ ....... τρόπους λύσης και με αντίθετη συμφωνία που αποτελεί κοινό τρόπο λύσης των διαρκών ενοχικών συμβάσεων.
Και ειδικότερα με πρόταση που δεσμεύει τον προτείνοντα όλο το χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο μπορεί να την αποδεχθεί εκείνος προς τον οποίο έγινε η πρόταση, αποδοχή αυτής από εκείνον, προς τον οποίο απευθύνεται, με πλήρη σύμπτωση των εκατέρωθεν δηλώσεων και περιέλευση της αποδοχής στον προτείνοντα, μέσα στην προθεσμία που αυτός είχε τάξει, από την οποία και συντελείται η σύμβαση.
Εν προκειμένω υπήρξε πρόταση από την εναγομένη στον ενάγοντα για λύση της σύμβασης με οικονομικά κίνητρα και αυτός την αποδέχτηκε και υπέγραψε την κοινή συμφωνία εντός του ταχθέντος προς τούτο χρόνου ήτοι στις 23-6-2009, συνεπώς η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος λύθηκε με νόμιμη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και επέφερε τα αποτελέσματα της την ορισθείσα ημεροχρονολογία ήτοι στις 30-6-2009, οπότε καταβλήθηκε και η συμφωνηθείσα αποζημίωση. Ο ενάγων δεν αμφισβητεί την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας, ούτε την προσβάλει ως προϊόν εξαπάτησης ή απειλής (βλ. σχ. Ζερδελή Το Δίκαιο της Καταγγελίας 1995 παρ. 1083 σελ 616). Άλλωστε αυτός στις 30-6-2009 υπέγραψε ως προεκτέθηκε και νέα τροποποιητική συμφωνία, με την οποία αυξήθηκε το ποσό της αποζημίωσης, αλλά και την παραίτηση από το δικόγραφο και δικαίωμα αγωγής που είχε ασκήσει σε βάρος της εναγομένης. Την ίδια ημέρα (30-6-2009), η εναγομένη προέβη και σε καταγγελία της ήδη λυθείσας με κοινή συμφωνία σύμβασης εργασίας, στην οποία αναφέρεται ως αποζημίωση απόλυσης το ήδη καταβληθέν στην ενάγουσα προαναφερόμενο ποσό. Η ως άνω καταγγελία όμως της ίδιας σύμβασης του έγινε μετά την προηγηθείσα καταργητική συμφωνία των διαδίκων, στερείται σημασίας, αφού η καταγγελία προϋποθέτει κατά νομική και λογική αναγκαιότητα υφισταμένη κατά το χρόνο αυτής σύμβαση.
Συνεπώς, εφόσον η ένδικη σύμβαση λύθηκε με νόμιμη κοινή συμφωνία των διαδίκων και όχι με καταγγελία, οι αγωγικοί ισχυρισμοί για λύση της σύμβασης με καταγγελία εκ μέρους εναγομένης, η οποία έπασχε ακυρότητα, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι και ο ενάγων δεν δικαιούται το αιτούμενο ποσό για μισθούς υπερημερίας, ούτε επικουρικά ως αποζημίωση απόλυσης. Δεν συντρέχει δε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων περί ομαδικών απολύσεων, οι οποίες προστατεύουν τον εργαζόμενο από την μονομερώς εκ μέρους του εργοδότη λύση της εργασιακής σύμβασης και δεν αφορούν τη λύση αυτής (σύμβασης) που επέρχεται με κοινή συμφωνία των μερών.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση εκ μέρους του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η εργασιακή σύμβαση του αναιρεσείοντος λύθηκε με αντίθετη συμφωνία αυτού (αναιρεσείοντος) και της αναιρεσίβλητης εταιρείας και εκ τούτου κλονίσθηκε η πληρότητα και η σαφήνεια του αποδεικτικού πορίσματος και ότι η πλημμέλεια αυτή αφορά κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν η εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας, λύθηκε κατά τα ανωτέρω, με κοινή συμφωνία η με καταγγελία, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή δέχθηκε, σαφώς, ότι η ένδικη εργασιακή σύμβαση της αναιρεσείουσας λύθηκε με νόμιμη συμφωνία των διαδίκων, προ της λήξεως της ορισμένου χρόνου διάρκειάς της, στα πλαίσια των ατομικών διαπραγματεύσεων και ειδικότερα, στις 23-6-2009, ο αναιρεσείων αποδέχθηκε την πρόταση της αναιρεσίβλητης και υπέγραψε το με ιδία ημερομηνία, συμφωνητικό λύσης της εργασιακής του σύμβασης τα αποτελέσματα της οποίας θα επήρχοντο στις 30-6-2009, οπότε και καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα και η συμφωνηθείσα αποζημίωση.
Στις 30-6-2009 η αναιρεσίβλητη προέβη σε καταγγελία της ήδη, λυθείσης σύμβασης που έγινε μετά προηγουμένη καταργητική συμφωνία των διαδίκων η οποία στερείται σημασίας αφού η καταγγελία προϋποθέτει κατά νομική και λογική αναγκαιότητα υφιστάμενη, κατά το χρόνο αυτής, σύμβαση. Τέλος, καταλήγοντας το Εφετείο, δέχθηκε, ότι εφόσον η ένδικη εργασιακή σύμβαση του αναιρεσείοντος, λύθηκε με κοινή συμφωνία και όχι με καταγγελία οι αγωγικοί ισχυρισμοί, για λύση της σύμβασης με καταγγελία, εκ μέρους της εναγομένης που έπασχε ακυρότητα είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι και η ενάγουσα δεν δικαιούται το αιτούμενο ποσό για μισθούς υπερημερίας ούτε επικουρικά ως αποζημίωση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε νόμιμης βάσης την απόφασή του, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, για λύση της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος με κοινή συμφωνία των διαδίκων και όχι με καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και ο από το άρθρο 559 αριθμ.19, ως άνω, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθ'όλες της επιμέρους αιτιάσεις.
Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με το να μη δεχθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος, για ακυρότητα της καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας αυτού και για επιδίκαση σ'αυτόν (αναιρεσείοντα) μισθών υπερημερίας άλλως αποζημιώσεως, δεν παραβίασε τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 672 ΑΚ και 10 της από 27-7-1976 ΣΣΕ υπό τον τίτλο "Περί Οργανισμού Προσωπικού Τραπέζης Αμέρικαν Εξπρές" που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 39327/7832/14-9-1976 (ΦΕΚ Β/1135/1976 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, διότι υπο τις προαναφερθείσες παραδοχές η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας λύθηκε με κοινή συμφωνία των διαδίκων και όχι με καταγγελία, αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση για την εξέταση και παραδοχή η μη των παραπάνω αγωγικών αιτημάτων και εντεύθεν εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
Συνεπώς απορριπτέος, ελέγχεται, ως αβάσιμος από το άρθρο 559 αριθμ.1, λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να μη δεχθεί το προαναφερόμενο αγωγικό αίτημα, δεν παραβίασε τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 1 (ιδίως 1 παρ.3) 5 και 6 του Ν.1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων. Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι απολύσεις του προσωπικού της αναιρεσίβλητης δεν υπερέβαιναν τις τέσσερις κατά μήνα και δεν αφορούν τη λύση της εργασιακής σύμβασης, που επέρχεται με κοινή συμφωνία των μερών, με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Συνεπώς απορριπτέος, ως αβάσιμος, ελέγχεται, ο από το άρθρο 559 αριθμ.1 τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.
Τέλος, με το να δεχθεί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αναιρεσίβλητη - εναγομένη Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να συγκαλέσει τα συμβούλια κρίσεως προσωπικού της, για τις κατ' εκλογή προαγωγές, με συνέπεια να μη προαχθεί ο αναιρεσείων - ενάγων στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α, από 1-1-2000 και στο βαθμό του Διευθυντή από 1-1-2003 και απορρίπτονται εντεύθεν ως νόμω αβάσιμο, το σχετικό αίτημα του ενάγοντος, καθώς και τα συναφή με αυτό αιτήματα για μισθολογικές διαφορές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης δεν παραβίασε, τις σχετικές ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις σχετικές με τις προαγωγές υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού αυτής (των άρθρων 3, 6 και 16), ούτε και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ.
Και τούτο διότι δεν μπορεί να υποχρεωθεί δικαστικώς η αναιρεσίβλητη να συγκαλέσει τα αρμόδια συμβούλια κρίσεως του προσωπικού της για προαγωγικές κρίσεις αφού αυτό ανάγεται στο διευθυντικό της δικαίωμα, όπως ήδη, αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσης, και η παράλειψη ενασκήσεως του, δεν εμπίπτει στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
Πράγματι, το άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο απαγορεύει, υπό ορισμένες, προϋποθέσεις την άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος, που παρέχεται στον δικαιούχο, δεν είναι επιδεικτικό αναλογικής εφαρμογής, στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος παραλείπει την ενάσκηση του δικαιώματος του (ΑΠ 993/2013).
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ τέταρτος (τελευταίος), λόγος της αναίρεσης με τον οποίο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, δεν πρέπει να περιληφθεί στην παρούσα, διάταξη, επιβολής, σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος δικαστικών εξόδων, ελλείψει σχετικού προς τούτο αιτήματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 191 αριθμ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-12-2003 αίτηση του Γ. Δ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5209/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ