Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of inheritance claim due to vague property valuation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court's dismissal of an inheritance claim. The lower court rejected the plaintiff's request for recognition of her legal share and return of property because her claim regarding the furniture's value was too vague. The Supreme Court found this procedural error in the lower court's reasoning and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1825, 1839, 1840, 1843 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A claim for recognition of a legal share is inadmissible if it fails to specify the value of movable assets included in the inheritance, requiring separate identification and valuation of each item.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 5 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 5/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, - Εισηγήτρια, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Π. συζ. Ά. Σ., το γένος Α. Δ., 2.Α. Σ. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Παναγιώτη Γιαννόπουλο και Σπυρίδωνα Αλεξανδρή.
Της αναιρεσίβλητης:Μ. συζ. Χ. Θ., θετής θυγατέρας Π. χήρας Γ. Δ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ξενοφώντα ΝΙκολάου
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 691/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 308/2017 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1839, 1840 και 1843 ΑΚ με σαφήνεια προκύπτει ότι ο διαθέτης, με διάταξη τελευταίας βούλησης, μπορεί να στερήσει τον κατιόντα του από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας, για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ λόγους, που αναφέρονται στη διαθήκη και υπάρχουν κατά τη σύνταξη αυτής.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του παραπάνω άρθρου 1840 αριθ. 3 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα του και αν αυτός "έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν απαιτείται να έχει καταδικασθεί ο κατιών (όπως είναι και το θετό τέκνο του διαθέτη) από ποινικό δικαστήριο, πλην όμως το πολιτικό δικαστήριο, που ερευνά το λόγο της αποκλήρωσης, εξετάζει παρεμπιπτόντως αν συντρέχουν τα στοιχεία κακουργήματος ή πλημμελήματος με την έννοια που λαμβάνονται στο ποινικό δίκαιο.
Το δικαστήριο κρίνει εάν το πλημμέλημα είναι "σοβαρό", με βάση την εκάστοτε κρατούσα ηθική και κοινωνική αντίληψη, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Έτσι, "σοβαρό" πλημμέλημα από πρόθεση ικανό να θεμελιώσει τον πιο πάνω λόγο αποκλήρωσης είναι, μεταξύ άλλων, η σκαιά ύβρις, η χειροδικία, η απειλή χειροδικίας κ.α.
κατά του διαθέτη ή του συζύγου του (ΑΠ 1406/2012). Εξάλλου, για να είναι έγκυρη η αποκλήρωση με την στενή έννοια, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) να γίνει με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη) β) να υπάρχει βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία μπορεί να έχει διατυπωθεί ρητά (με τον όρο "αποκληρώνω" ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως π.
χ. "στερώ από τη νόμιμη μοίρα") ενδέχεται, όμως, και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης γ) να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς το διαθέτη και την οικογένεια του δ) να αναφέρεται ο λόγος αποκλήρωσης στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου,ως προς το ποιον από τους προβλεπόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης ε) να υφίσταται ο λόγος αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι το θάνατο του διαθέτη και στ) να μην έχει δοθεί συγγνώμη εκ μέρους του τελευταίου.
Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο ή όταν ο λόγος της αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός ή έγινε για λόγο, για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του μεριδούχου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Κατά συνέπεια, ο αποκληρωθείς λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, διότι κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης (ΑΠ 1349/2005).
Σε περίπτωση δε αποκλήρωσης, ο αποκληρωθείς μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της αβασιμότητας- αναλήθειας και ανυπαρξίας των αναφερομένων στη διαθήκη λόγων αποκλήρωσης και, επομένως, ακυρότητας της διάταξης περί αποκλήρωσης, με σκοπό την αναγνώριση περαιτέρω του κληρονομικού του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας (ΑΠ 766/2004).
Εφόσον αναγνωρισθεί τελεσιδίκως η ακυρότητα αυτή ο μεριδούχος λαμβάνει αυτοδικαίως το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του επί της κληρονομιάς του διαθέτη ή το ελλείπον και όχι την εξ αδιαθέτου μερίδα του, αφού σκοπός του διαθέτη με την αποκλήρωση είναι να στερήσει στο νόμιμο μεριδούχο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ( ΟλΑΠ 935/75, ΑΠ 129/91).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της αποκλήρωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης που έγινε με την ιδιόγραφη διαθήκη της θετής μητέρας της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 544/1970 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η εφεσίβλητη Μ.
Κ., συζ. Χ. Θ., κηρύχθηκε θετό τέκνο των Γ. Δ. του Δ. και Π. συζ. Γ. Δ., με τους οποίους μέχρι τότε συμβίωνε ως "ψυχοκόρη" σε ανώγεια οικία ιδιοκτησίας της θετής μητέρας της κείμενης στον .... Ένα χρόνο αργότερα η εφεσίβλητη τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Χ. Θ. και έκτοτε το νεόνυμφο ζεύγος εξακολούθησε να συμβιώνει με τους θετούς γονείς της εφεσίβλητης στην ίδια κατοικία μέχρι και το έτος 1975, οπότε μετοίκησε ...
λόγω της εργασίας του συζύγου της εφεσίβλητης. Παρά τη μετοίκησή τους αυτή οι σχέσεις της εφεσίβλητης με τους θετούς γονείς της παρέμειναν άριστες και οι επισκέψεις της ιδίας και της οικογένειας ... καθώς και των θετών γονέων της στην οικία της ... ήταν τακτικές, σχεδόν καθημερινές. Μετά την εκ νέου εγκατάσταση της εφεσίβλητης μαζί με το σύζυγο της και τα τέσσερα ανήλικα τότε τέκνα τους ...
σε ιδιόκτητη κατοικία τους, που απείχε 500 μέτρα περίπου από την οικία των θετών γονέων της, οι επισκέψεις της εφεσίβλητης στους θετούς γονείς της ήταν καθημερινές, καθότι τα τέκνα της μετά το σχολείο τους μετέβαιναν στην κατοικία των θετών γονέων της και τα παραλάμβανε από εκεί. Υπήρξε βέβαια μία μικρή χρονική περίοδος, κατά την οποία είχαν διαρραγεί οι σχέσεις των θετών γονέων της εφεσίβλητης με τον σύζυγο της, εξαιτίας της άρνησης της θετής μητέρας της να της συστήσει ως προίκα ένα ακίνητο στην περιοχή ....
Όμως το έτος 1973 άρθηκε η παρεξήγηση που είχε δημιουργηθεί και έκτοτε οι σχέσεις τους ήταν αρμονικές και αυτό ενισχύεται από το πραγματικά αποδεικνυόμενο γεγονός ότι στην πρώτη θυγατέρα της εφεσίβλητης δόθηκε το όνομα "Π." της θετής μητέρας της και ανάδοχοι αυτής ήταν οι θετοί γονείς της, καθώς και από το γεγονός ότι την παραγωγή του ελαιοκάρπου από τα ελαιόδενδρά τους οι θετοί γονείς της εφεσίβλητης, όλα αυτά τα χρόνια, μετέφεραν και μεταποιούσαν στο ελαιοτριβείο που διατηρούσε ο σύζυγος της εφεσίβλητης στις ..., πράγμα που βεβαίως δεν θα γινόταν, εάν δεν υπήρχαν αρμονικές σχέσεις με τους θετούς γονείς της.
Η θετή μητέρα της εφεσίβλητης, που απεβίωσε στις 25-2-1995, άφησε την από 8-11-1992 ιδιόγραφη διαθήκη της, που κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο ... Ε. Γ. - Π., συνταχθείσης της 6274/15-3- 1993 πράξης της, η οποία δημοσιεύθηκε με τα 191/1995 πρακτικά δημοσιεύσεως διαθηκών του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ενώ δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε άλλη διαθήκη της (βλ.
το 610/2012 πιστοποιητικό). Στην ως άνω διαθήκη της η θετή μητέρα της εφεσίβλητης αναφέρει, μεταξύ άλλων, αυτολεξεί τα εξής: "Αποκληρονόνο την θετή μου κόρη Μ. δηότη έδηξε αχαριστία σε μένα και στον άνδρα μου. Ενώ την πήρα στο σπίτι μου πτωχή και ξηπόλιτη, την βοήθησα να μάθη μοδίστρα, την άφησα να εργάζετε για λογαριασμό της, την επάντρεψα αφού την υιοθέτησα προηγουμένως, αυτή έδηξε αχαριστία.
Έφτασε μέχρι συμίου να με βρήζη, να βάζη τον άνδρα της να δημιουργή επισόδια εναντίον του άνδρα μου, έφτασε στο σημείο και επετέθη χωρίς λόγο να βαρέσει τον μακαρίτη τον άνδρα μου και εμένα προσωπικά, η θετή μου κόρη με έστελνε στο διάβολο. Όλα αυτά έχουν συμβή πριν 20 χρόνια. Εσηκόθηκε και έφηγε όταν εμείς είμαστε στο ...
μας εγκατέλιψε χωρίς να μας ειπή τίποτα. Παρόλα που εμής την προικήσαμε μας πήγε στο δικαστήριο, για να πάρη τη νόμιμη μύρα, όπως και την επήρε, γιαυτό δημιουργούσε επησόδια, αγνώισε το θείο της και εμένα, οι οποίοι ήμαστε δύο άρρωστοι άνθρωποι, ο δε άνδρας της είπε στον μακαρίτη τον άνδρα μου αν έρθη η γυναίκα μου ή τα παιδιά μου στο σπίτι σας θα τους κόψο τα πόδια.
Παρώλα αυτά δια χρηστιανικούς λόγους της αφήνω στο μέρος ...ερίπου ένα στρέμμα και στις 8 ρίζες ελαιόδενδρα τη μια ρίζα την έχουμε κόψη, την δε άλλη την έχει πάρη με το έτση θέλη ο Α. Α.. Ότι άλλο βρεθή κινητό και ακήνιτο, καθώς και τον τάφο στο νεκροταφήο ... τα αφήνω στην ανεψιά μου Π. Σ., στην οποία έχω πολλές υποχρεώσης, γιατί περιποιήθηκε και τον μακαρίτη τον άνδρα μου καθώς και μένα...".
Από τη λεκτική διατύπωση της άνω διαθήκης προκύπτει ανενδοίαστα, ότι η βούληση της ανωτέρω διαθέτιδας ήταν να περιορίσει τη θετή θυγατέρα της (εφεσίβλητη) στο ως άνω καταληφθέν σ' αυτήν με την άνω διαθήκη δήλο ακίνητο, αποκληρώνοντάς την κατά τα λοιπά. Από τα παραπάνω όμως αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκαν τα διαλαμβανόμενα στη διαθήκη περί εξυβρίσεων της διαθέτιδας από την εφεσίβλητη και περί χειροδικίας αυτής εναντίον του θετού πατέρα της.
Ας σημειωθεί ότι ακόμη και η μάρτυρας ανταπόδειξης Θ. Π. καταθέτοντας τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αναφέρθηκε γενικόλογα και αόριστα σε παράπονα της διαθέτιδας από τη συμπεριφορά της εφεσίβλητης και απέφυγε επιμελώς να επιβεβαιώσει από προσωπική της αντίληψη οποιοδήποτε περιστατικό εξύβρισης ή χειροδικίας (βλ.
χαρακτηριστικά το ακόλουθο χωρίο της κατάθεσης της "... Δεν έχω όμως άμεση αντίληψη, γιατί δεν ήμουν εκεί όταν γινόντουσαν αυτά, για να ξέρω αν αληθεύουν. Άκουσα που το λέγανε; που συζητούσαν ότι "με έβρισε" αλλά εγώ αυτά είναι αυτά που άκουγα"). Ακόμα οι Σ. συζ. Χ. Π. και Δ. Β. που εξετάστηκαν, με επιμέλεια των εκκαλούντων, ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Α. Σ., αναφέρθηκαν γενικά και αόριστα σε παράπονα της διαθέτιδας αναφορικά με τη συμπεριφορά της εφεσίβλητης, όσα δε καταθέτουν περί εξυβρίσεων της διαθέτιδας από την εφεσίβλητη και περί χειροδικιών της εφεσίβλητης εναντίον της διαθέτιδας και του συζύγου της τα γνωρίζουν από διηγήσεις της διαθέτιδας και όχι από προσωπική τους αντίληψη.
Η ύπαρξη, ωστόσο, της προαναφερθείσας περιουσιακής διαφοράς μεταξύ του συζύγου της εφεσίβλητης και των θετών γονέων της με αφορμή την προίκα που έλαβε η εφεσίβλητη, και η μετοίκηση της εφεσίβλητης το έτος 1975 ... δεν αποτελεί από μόνη της, λόγο αποκλήρωσης (ήτοι αποκλεισμού της εφεσίβλητης και από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της), καθώς δεν εμπίπτει, χωρίς την ύπαρξη άλλων συνοδών περιστάσεων (π.χ.
χειροδικίας σε βάρος της διαθέτιδας, τέλεσης σε βάρος της κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος), η συνδρομή των οποίων δεν αποδεικνύεται στην προκείμενη περίπτωση, στην περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 1840 ΑΚ. Επομένως, είναι άκυρη η γενόμενη με την ως άνω διαθήκη της θετής μητέρας της αποκλήρωση της εφεσίβλητης από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της και ως εκ τούτου είναι αβάσιμη κατ'ουσίαν και απορριπτέα για το λόγο αυτό η ένσταση των εκκαλούντων περί αποκλήρωσης της εφεσίβλητης για το λόγο ότι αυτή είχε τελέσει τα σοβαρά πλημμελήματα της εξύβρισης και της σωματικής βλάβης με πρόθεση σε βάρος της διαθέτιδας και του συζύγου της.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση αποκλήρωσης της εφεσίβλητης από την διαθέτιδα, που παραδεκτά προέβαλαν οι εκκαλούντες πρωτοδίκως και επαναφέρουν στο Δικαστήριο τούτο, ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ'ουσίαν ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της εφέσεως".
Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας της γενόμενης με τη διαθήκη της θετής μητέρας της αποκλήρωσης της αναιρεσίβλητης, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1840 περ.3 ΑΚ, τον οποίο (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην παραπάνω απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ της διαθέτιδος και της αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, ενώ, κατά τους αναιρεσείοντες, η παραδοχή αυτή έρχεται σε αντίφαση με άλλες συναφείς παραδοχές της απόφασης, οι οποίες εντοπίζονται στα ακόλουθα σημεία : "(α)προεχόντως στο γεγονός η εικόνα περί "αποκατάστασης των σχέσεων" ουδόλως συνάδει με το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη δέχεται ανελέγκτως ότι η υπερήλικας διαθέτιδα προχώρησε σε πλήθος δικαιοπραξιών και συναλλαγών με συγγενείς της το 1992 ώστε να αποτρέψει με κάθε μέσο την ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας της αναιρεσίβλητης. (β) το γεγονός ότι στην επίμαχη διαθήκη της η ίδια η (περιορισμένων γραμματικών γνώσεων) διαθέτιδα εκθέτει γλαφυρά και εναργώς τα περιστατικά που αφορούν το λόγο αποκλήρωσης, όπερ ουδόλως συμβιβάζεται με την εκδοχή της αποκατάστασης των σχέσεων τους που προκρίνει ανωτέρω η απόφαση, (γ)ότι εν πάσει περιπτώσει μεταξύ της διαθέτιδας και της αναιρεσίβλητης υφίστατο όντως περιουσιακή διαφορά σχετιζόμενη και με τη μετοίκηση της αντιδίκου από το 1975 ... (δηλαδή σε χρόνο αναγόμενο μετά την υποτιθέμενη αποκατάσταση των σχέσεων τους), (δ)ότι η διαθέτιδα αισθάνθηκε υποχρεωμένη να προβεί στις επίδικες πωλήσεις και προσύμφωνα πωλήσεων επειδή είχε μόνη της μετά τη διάρρηξη των σχέσεων της με την αντίδικο και το θάνατο του συζύγου της προσβλέποντας στη συνδρομή μας για την αντιμετώπιση των αναγκών του γήρατος της,(ε) το γεγονός ότι, στη διαθήκη αναγνωρίζεται (και στην προσβαλλόμενη ανελέγκτως γίνεται δεκτό) ότι προς την α' εξ ημών είχε πολλές υποχρεώσεις η διαθέτιδα, (στ) ότι τις παραπάνω συναλλαγές μαζί μας τις κατήρτισε η διαθέτιδα αποβλέποντας κατ' ουσίαν στην περίθαλψη της εκ μέρους μας, κρίση που έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τα αλλαχού γεννόμενα δεκτά περί πλήρους αποκατάτασης των μεταξύ τους σχέσεων (καθώς αν τέτοια αποκατάσταση είχε ποτέ λάβει χώρα ουδένα λόγο θα είχε να αναμένει από εμάς η διαθέτιδα να την περιθάλψουμε) (ζ)το γεγονός ότι με την μια από τις προσβαλλόμενης δικαιοπραξίες (το προσύμφωνο του έτους 1992) είχε συμφωνηθεί η "συνοίκηση" της α' εξ ημών με την διαθέτιδα, κρίση που δηλώνει ευθέως και αναγνωρίζεται ανελέγκτως από την προσβαλλόμενη ότι η διαθέτιδα διαμέτρησε τα τρία τελευταία έτη του βίου της συνοικώντας- συζώντας με την α' εξ ημών η οποία προφανώς την περιέθαλψε" O λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η τυχόν έλλειψη αρμονικών σχέσεων μεταξύ της διαθέτιδος και της αναιρεσίβλητης δεν αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, λόγο αποκλήρωσης κατιόντα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 1840 ΑΚ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Η αοριστία της αγωγής που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος ή, αν αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/2012).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710,1820 και 1825 ΑΚ δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, που συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, ο μεριδούχος συντρέχει αυτοδικαίως εκ του νόμου, ως κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομιάς και έχει εμπράγματο δικαίωμα, κατά το ανωτέρω ποσοστό, εφ' όλων των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή, εκτός αν με παροχές στη ζωή έχει καλυφθεί το ως άνω ποσοστό της νόμιμης μοίρας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827 και 1829 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά (μεριδούχος) δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα, η οποία (διαθήκη) κατά το μέρος αυτό είναι άκυρη.
Ο μεριδούχος μπορεί να αντιτάξει το δικό του εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του εκ διαθήκης κληρονόμου, του οποίου η εγκατάσταση περιορίζεται, κατόπιν αυτού, στο μέρος που δεν προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 1825,1827,1831 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν 1329/1983, συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή, συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και της απογραφής της κληρονομιάς.
Ακολούθως, προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και, επίσης, οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομιά, σύμφωνα με το άρθρο 1831ΑΚ, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Οι δωρεές προστίθενται, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί ο τύπος της δωρεάς. Έτσι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας μεριδούχου (κατιόντων και γονέων του κληρονομουμένου, καθώς και του επιζώντος συζύγου):
α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Εξεύρεση της αξίας της κληρονομιάς "με εκτίμηση" σημαίνει ότι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομιάς δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση, η οποία, σε ομαλές οικονομικές συνθήκες, συμπίπτει, κατά κανόνα, με την αγοραία αξία.
Ειδικότερα δε, εφόσον πρόκειται να υπολογιστεί η αξία της οικοσκευής του κληρονομουμένου, που αποτελείται από διάφορα αντικείμενα (π.χ. έπιπλα, αντίκες, διακοσμητικά αντικείμενα, σερβίτσια, ασημικά, κοσμήματα κ.λ.π.) πρέπει να προσδιορίζεται η αξία καθ' ενός αντικειμένου χωριστά β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίστηκε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) αν προκύπτει ότι τίποτε δεν έχει καταλειφθεί σ' αυτόν, σχηματίζεται ένα κλάσμα, με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας του.
Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός, που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει, έτσι, τη νόμιμη μοίρα του. Κατά το ποσοστό αυτό, ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος σε όλα τα κληρονομιαία πράγματα (ΑΠ 1231/2009, ΑΠ 207/2008).
Τέλος, κατά το άρθρο 1833 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 1329/1983 και έχει εφαρμογή μερικώς στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 88 του ιδίου νόμου, καταλογίζεται στη νόμιμη μοίρα, με την αξία που είχε όταν έγινε, η προίκα (για τη σύσταση της οποίας απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου) και οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε εν ζωή στο μεριδούχο με τον όρο να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα (ΑΠ 463/1985).
Εξάλλου, επί διεκδικητικής αλλά και αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής που αφορά ακίνητο (1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) και στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και, ειδικότερα, σε κληρονομική διαδοχή που επήλθε υπό την ισχύ του ΑΚ, είτε εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης, απαιτείται κατ' αρχάς, για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ, η επίκληση από τον ενάγοντα των απαιτούμενων από τα άρθρα 1710 § 1, 1846,1193,1195,1198, 1199 ΑΚ για την κτήση κυριότητας περιστατικών, δηλαδή, η αναφορά των περιστατικών που συγκροτούν την κληρονομική διαδοχή, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο κληρονομιαία στοιχεία που ανήκουν κατά κυριότητα στον κληρονομούμενο κατά το χρόνο του θανάτου του και ότι ο ενάγων έχει αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα (ΑΠ 1187/2010, ΑΠ 604/2007).
Έτσι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094, 1871, 1882 ΑΚ προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορούν να σωρευτούν στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική και η περί κλήρου αγωγή, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτό τα απαραίτητα για τη θεμελίωση καθεμιάς των ανωτέρω αγωγών περιστατικά.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 983, 1710, 1813 επ., 1846 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την κατ' άρθρο 1871 του ΑΚ αγωγή περί κλήρου, στην οποία εναγόμενος μπορεί να είναι μόνο εκείνος που κατακρατεί ως κληρονόμος (pro herede) αντικείμενο της κληρονομιάς (νομέας της κληρονομιάς), σε περίπτωση αδικαιολόγητης κατοχής κληρονομιαίου ακινήτου χωρίς αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος ή με βάση ειδικό τίτλο αμφισβητουμένου κύρους ή ακόμη και σε περίπτωση απλής αμφισβήτησης από κάποιον του κληρονομικού δικαιώματος του κληρονόμου σε κληρονομιαίο ακίνητο, μπορεί ν' ασκηθεί από τον κληρονόμο κατ' αυτού αναγνωριστική για το κληρονομικό δικαίωμα στο συγκεκριμένο ακίνητο αγωγή.
Για την ευδοκίμηση της αγωγής αυτής, αρκεί ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει το θάνατο του κληρονομουμένου, τη συγγενική του σχέση προς αυτόν, εφόσον το κληρονομικό του δικαίωμα το στηρίζει στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο ακίνητο, το οποίο μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε κυριότητα, αλλά και σε νομή του κληρονομουμένου στο ακίνητο κατά το χρόνο του θανάτου του, η οποία περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, καθώς και την εκ μέρους του εναγομένου αδικαιολόγητη κατοχή του ακινήτου ή και απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 729/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των σωρευόμενων στο ίδιο δικόγραφο (με την αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας της αποκλήρωσης) αναγνωριστικής αγωγής του κληρονομικού δικαιώματος (νόμιμης μοίρας) της αναιρεσίβλητης και διεκδικητικής αγωγής ακινήτου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι εκτίθενται τα εξής: "Η ενάγουσα είναι θετό τέκνο της Π.
Δ., κατοίκου όσο ζούσε ..., η οποία απεβίωσε την 25η Φεβρουαρίου 1995, χωρίς να αφήσει στη ζωή άλλα - πλην της ενάγουσας - τέκνα, ενώ ο σύζυγος της είχε προαποβιώσει αυτής. Ότι κατά τον χρόνο θανάτου της η ως άνω θετή μητέρα της είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της μία οικία, αξίας είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών, μετά της εντός αυτής ευρισκόμενης οικοσκευής, αξίας τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000. 000) δραχμών και ένα αγροτεμάχιο, αξίας πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών, όπως αυτά επακριβώς περιγράφονται στην κρινόμενη αγωγή, ήτοι περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (24.500.000) δραχμών, καθώς και ότι την τελευταία δεκαετία προ του θανάτου της η θετή μητέρα της προέβη στις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή της εικονικές πωλήσεις ακινήτων, που υπέκρυπταν συμβάσεις δωρεάς, και συνακόλουθες μεταβιβάσεις ακινήτων προς απώτερους συγγενείς της (ανίψια), συνολικής αξίας κατά τον χρόνο μεν της συντέλεσης των παροχών σαράντα εκατομμυρίων εξακοσίων εξήντα τριών χιλιάδων (40.663.000) δραχμών, με αναγωγή δε της αξίας τους στον χρόνο του θανάτου της θετής μητέρας της, όπως επιβάλλει η αρχή της καλής πίστης λόγω της επελθούσας στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ουσιώδους υποτίμησης του εθνικού νομίσματος, πενήντα τεσσάρων εκατομμυρίων εκατόν δώδεκα χιλιάδων επτακοσίων εξήντα επτά (54.112.767) δραχμών και ότι το έτος 1973 η θετή μητέρα της είχε συστήσει υπέρ αυτής (ενάγουσας) τη λεπτομερώς περιγραφόμενη στην αγωγή της προίκα, συνολικής αξίας κατά τον χρόνο μεν της παροχής οχτακοσίων ογδόντα χιλιάδων (880.000) δραχμών, με αναγωγή δε, κατά τα προεκτεθέντα, στον χρόνο θανάτου της μητέρας της τεσσάρων εκατομμυρίων εκατόν ενενήντα εννέα χιλιάδων εκατόν δεκαπέντε (4.199.115) δραχμών.
Ότι η άνω θανούσα κατέλειπε την από 8η Νοεμβρίου 1992 ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία ανέφερε ότι αποκληρώνει την ενάγουσα, επειδή η τελευταία επέδειξε αχαριστία προς την ίδια (διαθέτιδα) και τον σύζυγο της, υβρίζοντάς τους και χειροδικώντας εναντίον τους, και κατέλειπε στην ενάγουσα μόνο το ως άνω αναφερόμενο αγροτεμάχιο, ενώ εγκατέστησε κληρονόμο στο σύνολο της υπόλοιπης περιουσίας της την πρώτη εναγομένη.
Ότι για το τελευταίο ακίνητο (την οικία) είχε καταρτισθεί μεταξύ της ως άνω διαθέτιδας και των εναγομένων συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησής του από τη διαθέτιδα κατά ποσοστό ένα δεύτερο (1/2) αδιαίρετα σε καθέναν των εναγομένων, το οποίο (προσύμφωνο), ωστόσο, ήταν εικονικό και υπέκρυπτε προσύμβαση δωρεάς.
Με βάση το ιστορικό αυτό και διατεινόμενη ότι η ως άνω γενόμενη αποκλήρωσή της είναι άκυρη, επειδή ο επικαλούμενος από τη διαθέτιδα λόγος είναι αβάσιμος, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι παροχές που έγιναν από τη διαθέτιδα προς αυτήν, συμποσούμενες σε (4.199.115 δρχ. η αξία της προίκα της κατά τον χρόνο θανάτου της μητέρας της + 500.000 δρχ.
η αξία του ως άνω αγροτεμαχίου κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο = 4.699.115 δρχ.) τέσσερα εκατομμύρια εξακόσιες ενενήντα εννέα χιλιάδες εκατόν δεκαπέντε δραχμές, δεν εξαντλούν την νόμιμη μοίρα της επί της κληρονομιάς της θετής μητέρας της, την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. …/28.08.2009 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου ...
Ε. Ρ., νόμιμα μεταγεγραμμένης. Ότι η αξία της νόμιμης μοίρας της ανέρχεται στο ποσό των [1/2 * (24.500.000 δρχ. + 54.112.767 δρχ. + 4.199.115 δρχ.) = 1/2 * 82.811.882 δρχ. = 41.405.941 δρχ.] σαράντα ενός εκατομμυρίων τετρακοσίων πέντε χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ενός δραχμών και ότι υπολείπεται για τη συμπλήρωσή της το ποσό των (41.405.941 δρχ. - 4.699.115 δρχ. = 36.706.826) τριάντα έξι εκατομμυρίων επτακοσίων έξι χιλιάδων οχτακοσίων είκοσι έξι δραχμών, με συνέπεια αφενός μεν να είναι άκυρη ως προσβάλλουσα τη νόμιμη μοίρα της η εγκατάσταση της πρώτης εναγομένης ως κληρονόμου επί της ανωτέρω οικίας, αφετέρου δε αυτή (η ενάγουσα) να μην υποχρεούται σε εκτέλεση του προαναφερθέντος προσυμφώνου δωρεάς.
Ότι μετά τον θάνατο της θετής μητέρας της οι εναγόμενοι έσπευσαν με αυτοσύμβαση (όπως είχαν δικαίωμα από το προρρηθέν προσύμφωνο), για την οποία συντάχθηκε το με αριθμό 29.491/25.10.1996 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... Β. Α., νόμιμα μεταγεγραμμένο, να μεταβιβάσουν οριστικά λόγω πώλησης στους εαυτούς τους το ανωτέρω ακίνητο, το οποίο έκτοτε νέμονται, αρνούμενοι την απόδοσή του στην ενάγουσα, ενώ με το υπ' αριθμ.
…/29.10.1996 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένο, παραχώρησαν εδαφική λωρίδα του ανωτέρω ακινήτου στην κοινή χρήση. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε : (Α) να αναγνωρισθεί (α) η ακυρότητα της ως άνω γενόμενης αποκλήρωσής της, κατά το μέρος που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα της, (β) η ακυρότητα της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης της θετής μητέρας της, κατά το μέρος που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα της, (γ) το δικό της κληρονομικό δικαίωμα ως νόμιμης μεριδούχου σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100 %) επί του ανωτέρω ακινήτου, (δ) η κυριότητά της επί της προαναφερόμενης οικίας, (ε) ότι δεν αναπτύσσουν κανένα έννομο αποτέλεσμα τα συμβόλαια που κατάρτισαν, κατά τα προεκτεθέντα, οι εναγόμενοι (Β) να διαταχθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν στην ενάγουσα το παραπάνω ακίνητο.
Με τέτοιο περιεχόμενο η σωρευόμενη αγωγή για την αναγνώριση της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο είναι αόριστη και, συνεπώς, απαράδεκτη, κατά το μέρος που αναφέρεται στη συνολική αξία της εντός του εν λόγω ακινήτου ευρισκόμενης οικοσκευής (συνολικού ποσού 4.000.000 δρχ.) κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης, η οποία (οικοσκευή) θα έπρεπε να προσδιορίζεται κατ' είδος και κατ' αξία κάθε αντικειμένου χωριστά, ώστε να συνυπολογιστεί στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς (μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία αυτής), προκειμένου, στη συνέχεια, να καταστεί εφικτός ο υπολογισμός από το δικαστήριο της νόμιμης μοίρας της αναιρεσίβλητης στο παραπάνω ακίνητο.
Επομένως, είναι βάσιμος ο συναφής τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή, εξαιτίας της μη αναφοράς σ' αυτή των απαιτούμενων στοιχείων που προεκτέθηκαν, ισχυρισμό που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες και με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο του κεφαλαίου τούτου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και, συνακόλουθα, του κεφαλαίου της επίσης σωρευόμενης διεκδικητικής αγωγής, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων που διατυπώνονται με την κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο ...
που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα αυτών, κατά το νόμιμο αίτημά τους, σε βάρος του αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 308/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων σε βάρος της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ