Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible ground not raised in lower court appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two unions against a second-instance judgment. The appellants argued that the lower court improperly considered their membership certificates without proper notice, but the court found this ground inadmissible. The court ruled that the appellants failed to raise this specific objection in their prior appeal to the Court of Appeal, rendering the current complaint procedurally invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(1) and 3, 104, 105 of the Code of Civil Procedure; The ground of inadmissibility must be raised in the lower court appeal unless an exception applies, and if not raised, the appellate court cannot examine it for the first time.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1248 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1248/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ενώσεως Προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, με την επωνυμία "ΥΠΑΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 33ου ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΔΕΓΜΕΝΟΥ ΣΚΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ" (Α.Α.Σ.Τ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ενώσεως Προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, με την επωνυμία "ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 33ου ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΔΕΓΜΕΝΟΥ ΣΚΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Καλλιντερίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Π. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αλεξόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2595/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2768/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8/7/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 1 και 3, 104 και 105 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στα πολιτικά δικαστήρια, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, προς τον οποίο η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Αν ο διάδικος εκπροσωπείται στη συζήτηση από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, θεωρείται δικονομικώς απών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, στην περίπτωση που ο φερόμενος ως ασκήσας την αίτηση αναίρεσης διάδικος δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα αυτήν (αίτηση αναίρεσης) δικηγόρο, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον, όμως, αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύσαντα τη συζήτηση, αντίδικο ή ομόδικό του (Ολ.Α.Π. 13/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 8-7-2019 (6332/625/10-7-2019) αίτηση των δύο (2) ενώσεων προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, που εδρεύουν στην Αθήνα και εκπροσωπούνται νόμιμα, με τις επωνυμίες 1) "ΥΠΑΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 33ου ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΔΕΓΜΕΝΟΥ ΣΚΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ" και 2) "ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 33ου ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΔΕΓΜΕΝΟΥ ΣΚΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ", για αναίρεση της 2768/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς τον πρώτο των εναγόντων - εφεσιβλήτων, Ρ.
Ν. Σ., λόγω του επισυμβάντος, μετά την άσκηση της έφεσης, θανάτου του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, κατά της 2595/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η 118373/4459/23-12-2015 αγωγή του αποβιώσαντος, Ρ.
Ν. Σ. και των ήδη αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωριστεί η ακυρότητα των σ' αυτήν αναφερόμενων αποφάσεων και πράξεων των αναιρεσειουσών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, με τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (21-9-2020), οι αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο Αθηνών Ευαγγελία Καλλιντερίδη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου.
Η ανωτέρω δικηγόρος προσκόμισε την …/…-9-2020 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μάρθας - Αικατερίνης Γασπαρινάτου συζ. Γεωργίου Βαρελτζίδη, με την οποία παρέχεται σ' αυτήν εντολή εκπροσώπησης κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης μόνον από την πρώτη των αναιρεσειουσών, όχι, όμως και από τη δεύτερη εξ αυτών, με αποτέλεσμα η τελευταία να μην εκπροσωπείται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως ορίζει ο νόμος και συνεπώς αυτή θεωρείται δικονομικώς απούσα.
Όπως προκύπτει από τις 5589ΣΤ/11-6-2020 και 5585ΣΤ/11-6-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Δ., που προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, Π. Τ., ακριβές αντίγραφο του δικογράφου αυτής, με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένη ημερομηνία συζήτησής της ενώπιον αυτού του τμήματος (Α1) του Αρείου Πάγου, στην ανωτέρω αναφερόμενη ημερομηνία (21-9-2020), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα τόσον στη δεύτερη των αναιρεσειουσών όσον και στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος, όμως, δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου.
Εξάλλου, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται και ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα είχε παράσχει πληρεξουσιότητα στον υπογράψαντα την αίτηση αναίρεσης δικηγόρο Αθηνών Αχιλλέα Τσάμη.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη των αναιρεσειουσών πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων πρέπει να δικαστεί ερήμην, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή και πρέπει, εντεύθεν, να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).
- Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναγνωριστική αγωγή ασκείται, όταν ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον, υλικής ή ηθικής φύσεως, για αναγνώριση της υπάρξεως ή μη έννομης σχέσης, από την οποία δημιουργείται βλάβη ή κίνδυνος βλάβης στην νομική ή πραγματική κατάσταση τούτου είτε ο κίνδυνος αυτός είναι άμεσος και επικείμενος είτε εξαρτάται και από τη συνδρομή άλλου μελλοντικού περιστατικού και προς αποτροπή του οποίου τείνει και είναι πρόσφορη η αιτούμενη αναγνώριση.
Η συνδρομή του άμεσου συμφέροντος επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της. Πρέπει, συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, να εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο το έννομο συμφέρον του ενάγοντος, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, αρκεί δε η επίκληση ότι τόσον ο ενάγων όσον και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, ασχέτως της αληθείας του ισχυρισμού αυτού.
Ως κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος είναι ο χρόνος συζητήσεως της αγωγής, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και, συνεπώς, αν κατά τη διάρκεια της δίκης αυτής και πριν από τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, εκλείψει το έννομο συμφέρον, η σχετική αγωγή ή η αίτηση παροχής έννομης προστασίας απορρίπτεται (Α.Π. 1877/2014, Α.Π. 1805/2012).
Η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση. Ενόψει δε του ότι το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.
Α.Π. 18/2005). Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ. 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί, σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία τη διαφορά, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσον η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσον και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ενόψει δε του ότι, με το λόγο αυτό, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και, υπό τα οποία, συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο (άρθρο 216 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος ή την απέρριψε ως αόριστη, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος (Ολ.Α.Π 8/2018, Ολ.Α.Π. 18/1998).
Για το ορισμένο και εντεύθεν το παραδεκτό αυτού του αναιρετικού λόγου, με τον οποίο προσάπτεται σε απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η μη αξιολόγηση ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (εναγομένου) περί νομικής αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμού, που δεν αφορά στη δημόσια τάξη, θα πρέπει αυτός (ισχυρισμός) να έχει υποβληθεί, παραδεκτά, ανεξάρτητα αν ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε, επίσης, παραδεκτά, με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τα ανωτέρω δε να αναφέρονται στο αναιρετήριο. (Α.Π. 40/2018, Α.Π. 201/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβιάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί με ανεπαρκή. Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.ΑΠ. 861/1984).
Πρέπει, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19, να δημιουργείται λόγος αναίρεσης και να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη εκκαλούσα είναι ένωση προσώπων που δεν έχει κερδοσκοπικό σκοπό με την επωνυμία "Μεγάλο Συμβούλιο του 33ου βαθμού δια την Ελλάδα του Αρχαίου και Αποδεδειγμένου Σκωτικού Τύπου", έχει οργανωθεί και λειτουργεί ως σωματείο, αλλά δεν έχει τυπικά την ιδιότητα του σωματείου, αφού δεν έχουν τηρηθεί οι απαραίτητες γι' αυτό διατυπώσεις.
Επομένως, οι σχέσεις που δημιουργούνται γύρω απ' αυτήν διέπονται κατά πρώτο λόγο από το καταστατικό της και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα σωματεία... Τα ανωτέρω ισχύουν και για την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εκκαλούσα ένωση προσώπων με την επωνυμία "Ύπατο Συμβούλιο του 33ου και τελευταίου βαθμού και δια την Ελλάδα του Αρχαίου και Αποδεδειγμένου Σκωτικού Τύπου", το οποίο αποτελείται από τους αξιωματούχους του Μεγάλου Συμβουλίου.
Ειδικότερα προέκυψε ότι ο ήδη αποβιώσας Ρ. Ν. Σ. είχε εκλεγεί ως Πρόεδρος - Ύπατος Μέγας Ταξιάρχης του Ύπατου Συμβουλίου το Νοέμβριο του έτους 2007 με τριετή θητεία, λήγουσα την 3-11-2010. Δυνάμει της από 5-11-2008 πρόσκλησης συγκλήθηκε, κατ' εντολή του, το Ύπατο Συμβούλιο για να συνεδριάσει την 10-11-2008 με θέματα ημερήσιας διάταξης...
Κατά τη συζήτηση του πρώτου θέματος της ημερήσιας διάταξης, ο Ανθύπατος Μεγάλος Ταξιάρχης Σ. Κ. δήλωσε ότι παραιτείται της εντολής για τη διοργάνωση και διεξαγωγή του συνεδρίου, λόγω αδυναμίας διεκπεραίωσής της. Κατόπιν τούτου, ο Μέγας Θησαυροφύλαξ Χ. Μ. δήλωσε ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τη διοργάνωση του παραπάνω συνεδρίου, επιπλέον δε ότι παραιτείται από το αξίωμα του Μεγάλου Θησαυροφύλακα για την προετοιμασία αυτού (συνεδρίου) λόγω φόρτου εργασίας.
Έτσι δημιουργήθηκε κενό στην παραπάνω θέση, που προκειμένου να καλυφθεί αποφασίστηκε από τα παρευρισκόμενα μέλη του Ύπατου Συμβουλίου, να αναλάβει ο Ρ. Ν. Σ. το αξίωμα του Μεγάλου Θησαυροφύλακα και το αξίωμα του τελευταίου, δηλαδή του Υπάτου Μεγάλου Ταξιάρχου, ο Χ. Μ.. Στην εξέλιξη αυτή ο Ρ. Ν. Σ. αντέδρασε έντονα, καθόσον ο ίδιος δεν είχε δηλώσει ποτέ ότι παραιτείται από το αξίωμά του, ούτε υπήρχε άλλο κώλυμα για την παραμονή του σε αυτό και για το λόγο αυτό μειοψήφησε στη γενόμενη ψηφοφορία.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την ίδια συνεδρίαση ακολούθησε η εκλογή νέων ενεργών μελών προς πλήρωση των θέσεων της πρώτης εκκαλούσας... και ακολούθως αποφασίστηκε όπως η υποδοχή και η επίσημη διαβεβαίωση των νεοεκλεγέντων λάβει χώρα την 12-11-2008... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την ως άνω ημερομηνία πράγματι έλαβε χώρα η τελετή απονομής καθώς και η επίσημη διαβεβαίωση του βαθμού στους νεοεκλεγέντες, στην οποία παραβρέθηκε και ο Ρ.
Ν. Σ.... αρνήθηκε να παραδώσει στον τελευταίο το γραφείο, τα τεκτονικά εργαλεία κ.λ.π. και αυτός να παραλάβει το θησαυροφυλάκιο. Τότε ο Ρ. Ν. Σ. κοινοποίησε με δικαστικό επιμελητή εξώδικες δηλώσεις και στη Μεγάλη Στοά της Ελλάδος ότι τα παραπάνω αποτελούν τεκτονικά πλημμελήματα... και έτσι ο Χ. Μ., με την ιδιότητα του Ύπατου Μεγάλου Ταξιάρχη κάλεσε...
τα μέλη του Ύπατου Συμβουλίου να προσέλθουν στις 26-11-2008... προκειμένου να εξεταστεί αν θα απορριφθεί η σε βάρος του Ρ. Ν. Σ. κατηγορία ή θα διεξαχθεί ανάκριση... Στη συνέχεια, αφού περατώθηκε η πειθαρχική διαδικασία, η πρώτη εκκαλούσα συνεδρίασε σε ολομέλεια την 15-12-2008 ως Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο και αφού εκδίκασε τις σε βάρος του Ρ.
Ν. Σ. κατηγορίες, του επέβαλε την ποινή της οριστικής διαγραφής... Ο Ρ. Ν. Σ. προσέβαλε τις ανωτέρω αποφάσεις... ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την με αριθμό 4875/2009 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου έγινε η αγωγή κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και ακυρώθηκαν οι από 10-11-2008 και 12-11-2008 αποφάσεις της πρώτης εκκαλούσας ...
καθώς και η από 15-12-2008 απόφαση της ολομέλειας της πρώτης εκκαλούσας για την οριστική διαγραφή του Ρ. Ν. Σ..... Κατά της ανωτέρω απόφασης οι νυν εκκαλούσες άσκησαν στο Εφετείο Αθηνών ... έφεση, η οποία απορρίφθηκε ουσιαστικά με την με αριθμό 5886/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας απόφασης οι νυν εκκαλούσες άσκησαν ...
αίτηση αναίρεσης και τους από 2-11-2014 πρόσθετους λόγους αυτής στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το οποίο με την με αριθμό 590/2015 απόφασή του απέρριψε την άνω αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής... Μετά την επίδοση της άνω απόφασης στις εκκαλούσες ο Σ. Κ. ενεργώντας ως Ανθύπατος Μεγάλος Ταξιάρχης του Ύπατου Συμβουλίου κάλεσε...
μεταξύ άλλων τον Ρ. Ν. Σ., ως φερόμενο Ύπατο Μέγα Ταξιάρχη του Ύπατου Συμβουλίου, να παραστεί στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου της 2-12-2009 και της 23-12-2009 προς συζήτηση των αναφερόμενων σ' αυτήν θεμάτων ημερήσιας διάταξης, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι θα ασκήσει όλα τα ένδικα μέσα κατά της άνω απόφασης, την οποία, ωστόσο, σέβεται και θα συμμορφωθεί από ηθικό τεκτονικό αξίωμα.
Παρά την τελευταία όμως δήλωση του Σ. Κ., ο ορισμός από τον ίδιο των ημερομηνιών συνεδρίασης του Συμβουλίου και των θεμάτων ημερήσιας διάταξής του... λόγω αναπλήρωσης στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του Ύπατου Μεγάλου Ταξιάρχου του κωλυομένου Ρ. Ν. Σ., δείχνει καθαρά την πρόθεσή του να μην εφαρμόσει έμπρακτα την άνω δικαστική απόφαση και να ασκήσει ο ίδιος αυθαίρετα τα καθήκοντα του Ύπατου Μεγάλου Ταξιάρχη, χωρίς να υπάρχει κώλυμα ή αδυναμία του Ρ.
Ν. Σ. για την άσκηση των καθηκόντων του. Μάλιστα ο ίδιος αντέδρασε και με την από 2-12-2009 εξώδικη δήλωση προς τον Σ. Κ., που του επιδόθηκε αυθημερόν, δήλωσε ότι δεν κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντα του Ύπατου Μεγάλου Ταξιάρχου και δεν υφίσταται θέμα αναπλήρωσής του, ενώ του κατέστησε γνωστό ότι δεν εγκρίνει τις ενέργειές του ως αναπληρωτή του και τελικά ζήτησε έγγραφη λογοδοσία με την παράδοση στον ίδιο όλων των σχετικών εγγράφων και παραστατικών.
Παρά ταύτα, ο Σ. Κ., αγνοώντας την ανωτέρω προειδοποίηση του Ρ. Ν. Σ. προήδευσε στις συνεδριάσεις του Ύπατου Συμβουλίου της 2-11-2009 και της 23-12-2009, κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 του Γ.Κ., λόγω απουσίας του Ρ. Ν. Σ., ο οποίος αρνήθηκε να συμπράξει με την παρουσία του στην εν λόγω αυθαιρεσία και λήφθηκαν αποφάσεις... Συνεχίζοντας την ίδια αυθαίρετη τακτική, ο Σ.
Κ. με την από 22-12-2009 πρόσκληση προς τον Ρ. Ν. Σ., που του επιδόθηκε στις 23-12-2009, τον κάλεσε να παραβρεθεί στις συνεδριάσεις του Ύπατου Συμβουλίου της 5-1-2010 και της 12-1-2010, οριοθετώντας εκ νέου αυθαίρετα τα θέματα της ημερήσιας διάταξής τους.... Την 13-1-2010 συνεδρίασε, με πρωτοβουλία του Σ. Κ., το Ύπατο Συμβούλιο και αποφάσισε...
ότι ο Ρ. Ν. Σ. θεωρείται παραιτηθείς και μετατέθηκε αυτοδίκαια στην τάξη των πάρεδρων μελών, λόγω μη υποβολής εκ μέρους του έγγραφης δικαιολογίας, που να έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά, για την απουσία του κατά τις ανωτέρω τέσσερις συνεδριάσεις του Ύπατου Συμβουλίου. Στην απόφαση αυτή ωστόσο προέβησαν τα μέλη του Συμβουλίου αγνοώντας την ύπαρξη της ανωτέρω έγγραφης δήλωσης του Ρ.
Ν. Σ., που δικαιολογούσε την απουσία του, την οποία δεν τους έθεσε υπόψη ο Σ. Κ. σκόπιμα, ώστε να πετύχει την εκδίωξη του Ρ. Ν. Σ. από τη θέση του Ύπατου Μεγάλου Ταξιάρχου. Ο ισχυρισμός των εκκαλουσών ότι ο αντίδικός τους δεν προσήλθε αυτόβουλα στις άνω συνεδριάσεις του Συμβουλίου διότι είχε συστήσει δικό του Ύπατο Συμβούλιο και συνεπώς παραιτήθηκε έμπρακτα από το άνω αξίωμα δεν ευσταθεί ως βάσιμος, δεδομένου του ανωτέρω σαφούς περιεχομένου της ρητής έγγραφης δήλωσής του για συνέχιση άσκησης των καθηκόντων του.
Στη συνέχεια, έλαβαν χώρα αρχαιρεσίες της πρώτης εκκαλούσας α) την 20-12-2010... και β) την 6-3-2013... Επίσης με την υπ' αριθμ. …/…-9-2014 απόφαση του Ύπατου Συμβουλίου, που συνεδρίασε ως Πειθαρχικό Συμβούλιο... αποφασίστηκε ο οριστικός αποκλεισμός του Ρ. Ν. Σ. από το Τάγμα του Αρχαίου και Αποδεδειγμένου Σκωτικού Τύπου λόγω τέλεσης απ' αυτόν πειθαρχικών παραπτωμάτων...
Οι τελευταίες τρεις αποφάσεις είναι απόλυτα άκυρες διότι λήφθηκαν από όργανα, τα οποία συγκλήθηκαν από αναρμόδιο πρόσωπο, ήτοι από τον Ανθύπατο Ταξιάρχη Σ. Κ., χωρίς να υπάρχει απουσία ή κώλυμα του νόμιμου Ύπατου Μεγάλου Ταξιάρχου Ρ. Ν. Σ.... αφού ο Ρ. Ν. Σ. με άκυρη απόφαση μετατάχθηκε στα πάρεδρα μέλη και δεν υπήρχε νόμιμος λόγος εκλογής του Χ.
Μ. στο ως άνω αξίωμα... Την αναγνώριση της απόλυτης ακυρότητας των επίμαχων αποφάσεων, που συνάπτονται άρρηκτα με την εύρυθμη λειτουργία του Ύπατου Συμβουλίου, έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν οι δεύτερος και τρίτος εφεσίβλητοι, που είναι τέκτονες, με απονομή του 32ου βαθμού και του 30ου βαθμού αντίστοιχα από το Ύπατο Συμβούλιο και απονεμήθηκαν στο δεύτερο εφεσίβλητο το υπ' αριθ.
…/…-5-2005 δίπλωμα και στον τρίτο εφεσίβλητο το υπ' αριθ…/…-5-2006......". Με βάση αυτές τις κρίσεις και παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, ενώ το δικόγραφο της από 1-12-2015 (118373/4459/23-12-2015) αναγνωριστικής αγωγής, που άσκησαν ο αποβιώσας (Ρ. Ν. Σ.) και οι αναιρεσίβλητοι, δεν περιέχει τα απαιτούμενα, κατά νόμο, στοιχεία, για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντος τούτων για την άσκησή της και παρότι τούτο αμφισβητήθηκε, πρωτοδίκως, από τις εναγόμενες και στη συνέχεια, με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, υποστήριξαν ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν περιλαμβάνονται στα μέλη της και ότι δεν εξέθεταν στο αγωγικό δικόγραφο περιστατικά που να καθορίζουν ποιο είναι το άμεσο έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της ως άνω αναγνωριστικής αγωγής, εν τούτοις, το Εφετείο, παρά το νόμο, αρκέστηκε σε λιγότερα πραγματικά γεγονότα από όσα απαιτεί ο νόμος και δέχθηκε ότι αυτοί έχουν έννομο συμφέρον προς άσκηση της αγωγής αυτής, απορρίπτοντας τον ως άνω λόγο έφεσης.
Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των από 31-7-2016 έγγραφων προτάσεων και των από 10-11-2016 συμπληρωματικών προτάσεων των εναγομένων στην πρωτοβάθμια δίκη προκύπτει ότι αυτές δεν υπέβαλαν ισχυρισμό περί νομικής αοριστίας της αγωγής ούτε αμφισβήτησαν την ιδιότητα των εναγόντων ως μελών τους.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της από 27-9-2017 (7540/6112/17-10-2017) έφεσης και συγκεκριμένα του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο πρώτου λόγου αυτής προκύπτει ότι οι τότε εκκαλούσες υποστήριξαν ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι όφειλαν να ασκήσουν αγωγή ακυρώσεως των προσβαλλόμενων αποφάσεων ενώπιον του καθ' ύλην αρμόδιου δικαστηρίου και όχι αναγνωριστική αγωγή, στερούμενοι, ως εκ τούτου, εννόμου συμφέροντος για την άσκηση αυτής, δικονομική προϋπόθεση, όμως, την οποία δεν ερεύνησε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι οι δεύτερος και τρίτος εξ αυτών - ήδη αναιρεσίβλητοι δεν ήταν μέλη τους.
Συνεπώς, ούτε στην κατ' έφεση δίκη οι τότε εκκαλούσες προέβαλαν τον ισχυρισμό περί νομικής αοριστίας της αναγνωριστικής αγωγής των αντιδίκων τους, δηλαδή, περί ανεπάρκειας των απαιτούμενων για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους προς άσκηση αυτής πραγματικών περιστατικών, τον οποίο, το πρώτον, προβάλλουν στην αναιρετική δίκη. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτος.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και δη στο πρώτο σκέλος αυτού, υπό την επίκληση της πλημμέλειας, που προβλέπεται από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπής και ανεπαρκής αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης έννομου συμφέροντος των δεύτερου και τρίτου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για το λόγο ότι δεν αποσαφηνίζεται σ' αυτήν από ποιο Ύπατο Συμβούλιο απονεμήθηκαν τα 1822/2005 και 3145/2006 διπλώματα, δηλαδή, αν απονεμήθηκαν από την αναιρεσείουσα ή από το παράτυπο Ύπατο Συμβούλιο, που συνέστησε και λειτουργούσε παρανόμως ο ήδη αποβιώσας Ρ.
Ν. Σ.. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προεκτίθενται, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την αναγνώριση της απόλυτης ακυρότητας των επίμαχων αποφάσεων, που συνάπτονται άρρηκτα με την εύρυθμη λειτουργία του Ύπατου Συμβουλίου, ως τέκτονες οι ίδιοι και κατέχοντες τον 32° και 30° βαθμό, αντίστοιχα, δυνάμει αντίστοιχων διπλωμάτων, παρέθεσε, δηλαδή, με συνοπτική και σαφή αιτιολογία, τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν και θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ανάλυση των αποδεικτικών μέσων ή των επιχειρημάτων των αναιρεσειουσών και συνεπώς δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (τέταρτου) λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, με ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της νόμιμης λήψεως των προσβαλλόμενων αποφάσεων, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία τους ισχυρισμούς των εκκαλουσών και δέχθηκε τους ισχυρισμούς των αντιδίκων τους και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, παρά την αποδεδειγμένη ίδρυση από το Ρ.
Ν. Σ. άλλου (παράτυπου) Υπάτου Συμβουλίου, υπό την προεδρία του, στο οποίο είχε αποκλειστικά αφοσιωθεί από το Νοέμβριο του 2008 μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2014, γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν, με ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, δέχθηκε την έγγραφη δήλωση τούτου ότι παραμένει Ύπατος Μέγας Ταξιάρχης του Συμβουλίου και δεν δέχεται αναπλήρωση, ενώ, συγχρόνως, ο ίδιος δεν ανταποκρίθηκε στις προσκλήσεις για συμμετοχή του στις κρίσιμες συνεδριάσεις.
Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, στο ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με συνοπτική, πλην σαφή, αιτιολογία ότι ο ήδη αποβιώσας πρώτος των εναγόντων - εφεσιβλήτων είχε δηλώσει ρητά, με έγγραφη δήλωσή του την πρόθεσή του να ασκεί τα καθήκοντά του Ύπατου Μεγάλου Ταξιάρχη, γεγονός, που δεν αμφισβητήθηκε, ανεξάρτητα από την όποια συμμετοχή του σε άλλο Ύπατο Συμβούλιο, χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η ανάλυση των, μη συνιστώντων αυτοτελείς ισχυρισμούς, περί του αντιθέτου επιχειρημάτων των εκκαλουσών.
Ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις αυτές, που περιέχονται στο δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 13/1995).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997), δηλαδή, οι ισχυρισμοί, που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π. 2/1989), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Δεν αποτελούν 'πράγματα', κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία ή τα πραγματικά επιχειρήματα και τα επιχειρήματα των διαδίκων, προς ενδυνάμωση των απόψεών τους ή αποδυνάμωση των απόψεων του αντιδίκου τους, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ή τα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 469/1984, Α.Π. 563/2020, Α.Π. 59/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, τον οποίο οι εναγόμενες - εκκαλούσες προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με λόγο έφεσης, ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με το διατακτικό της 4857/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί προηγούμενης αγωγής του Ρ.
Σ. κατ' αυτών, με την οποία ακυρώθηκαν οι σ' αυτήν αναφερόμενες πράξεις και αποφάσεις τους, παρά την άρνηση και την αντίθετη δραστηριότητα του Ρ. Σ. και, συνεπώς, όλες οι κρίσιμες (επίδικες) αποφάσεις τους είναι νόμιμες, έγκυρες και υποστατές. Με το περιεχόμενο αυτό, οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν 'πράγματα', κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και παράθεση επιχειρημάτων, προς απόκρουση αυτής και, συνεπώς, η εκ μέρους του Εφετείου μη λήψη υπόψη τούτων δεν ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο, όμως, μόνο σ' αυτά, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, αναφορικά με την βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει, κατά το άρθρο 335 του Κ.Πολ.Δ., να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π. 42/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, που τις προσκόμισαν, δηλαδή, δεν τις επικαλέστηκαν με τις προτάσεις, οι οποίες, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατατίθενται, έως την έναρξη της συζητήσεως.
Συνεπώς, μέχρι τότε, προσκομίζονται και τα επικαλούμενα με τις προτάσεις αποδεικτικά έγγραφα, ενώ, στη συνέχεια και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση, κατατίθεται η τυχόν προσθήκη των προτάσεων, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις (άρθρο 524 παρ.1 και 2β' του Κ.Πολ.Δ.).
Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευσή τους και προπάντων των εγγράφων. Κατά την έννοια αυτή, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 240 του Κ.Πολ.Δ.
Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται, βέβαια, ο τρόπος επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, για την ταυτότητα, όμως, του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου (βλ. την αιτιολογική έκθεση επί του ν.δ/τος 958/1971), έχει εφαρμογή και για την επίκληση της προσαγωγής των αποδεικτικών μέσων.
Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει, αυτεπαγγέλτως, αν έλαβε χώρα νόμιμη επίκληση των προσκομιζόμενων από το διάδικο αποδεικτικών μέσων, στις προτάσεις του. Η σχετική παράλειψή του και η λήψη, τελικώς, υπόψη αποδεικτικών μέσων, που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν, χωρίς νόμιμη επίκληση, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Για να είναι ορισμένος, όμως, ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. εξαιρετικές περιπτώσεις, οπότε, όμως, πρέπει να προσδιορίζεται σ' αυτό (αναιρετήριο) ο λόγος, για τον οποίο δεν μπορούσε να προταθεί (Α.Π. 1646/2018, Α.Π. 165/2016, Α.Π. 967/2012, Α.Π. 1058/2011, Α.Π. 839/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, που προβλέπεται από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο έλαβε, ανεπίτρεπτα, υπόψη, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, σχετικά με το ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι τέκτονες και μέλη του Ύπατου Συμβουλίου, τα υπ' αυτών προσκομισθέντα …/…-5-2005 και…/…-5-2006 διπλώματα απονομής από το Ύπατο Συμβούλιο του 32ου βαθμού στο δεύτερο και του 30ου βαθμού στον τρίτο εξ αυτών, έγγραφα, όμως, τα οποία αυτοί δεν επικαλέστηκαν με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά με την προσθήκη αυτών, παρότι η αμφισβήτηση της ως άνω ιδιότητάς τους και, εντεύθεν, του έννομου συμφέροντός τους, είχε προβληθεί με λόγο έφεσης.
Ο λόγος αυτός τυγχάνει, πρωτίστως, αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε στο Εφετείο ο ισχυρισμός της μη νόμιμης εκ μέρους των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων επίκλησης των υπ' αυτών προσκομισθέντων ως άνω αποδεικτικών εγγράφων ή, σε κάθε περίπτωση, ότι η επίκληση των εγγράφων αυτών έγινε απαραδέκτως, σε χρόνο, που δεν ήταν δυνατό να προβληθεί ο ισχυρισμός αυτός στην κατ' έφεση δίκη.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα. Πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν αυτές, κατ' ίσα μέρη ενεχόμενες, στα δικαστικά έξοδα του νομίμως παραστάντος στη δίκη αυτή δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, Παναγιώτη Τριανταφυλλίδη, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-7-2019 (6332/625/10-7-2019) αίτηση των ενώσεων προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, με τις επωνυμίες 1) "ΥΠΑΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ του 33ου ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΔΕΓΜΕΝΟΥ ΣΚΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ" και 2) "ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 33ου ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΔΕΓΜΕΝΟΥ ΣΚΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ" για αναίρεση της 2768/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες, κατ' ίσα μέρη ενεχόμενες, στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ