Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failing to cite EU law as a factual matter.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific European Court of Justice ruling, but the court held that such citations constitute legal arguments rather than factual matters. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 648 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider a cited EU judgment is inadmissible if the judgment serves only as a legal argument rather than a factual matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1246 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1246/20
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ.-Ε. Τ. του Μ., κατοίκου … Αττικής, που παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ξαρχάκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ (Ε.Λ.Σ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Καραζάνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 84/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 568/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-04-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-04-2019 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 3814/326/2019) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 568/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία την από 19-01-2015 (399/550/19-12015) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 84/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 20-10-2011 (υπ'αριθμ 5334/2001) αγωγή της αναιρεσείουσας, κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 05-04-2019, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επί αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή Πέτρου Ανδρόνικου, η δε κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου κατά της απόφασης αυτής έλαβε χώρα στις 16-04-2019 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 598/2019, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον.
Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν.2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1664/2007).
Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006).
Επακολούθησε, όμως, ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ.2).
Στη συνέχεια, στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Επιπλέον, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 06-04-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-04-2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς τη τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 1221/2019, ΑΠ 549/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ.3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της EE, συνάγεται ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης, στο οποίο απευθύνονται, καθ' όσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται, κατ' ανάγκη, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος, που είναι αποδέκτης της Οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της, όμως, εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι, δηλαδή, κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998). Στις 10-07-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 286-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν την 18/3/1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 107-20011 με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-07-2002, της οποίας η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της Οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, αλλά και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, υπό ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ειδικότερα, η Οδηγία ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να αξιολογεί τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και, ειδικότερα, καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης, τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5), Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον Εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Ο εθνικός νομοθέτης έχει ήδη εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (02-04-2003 και 19-07-2004). Στο άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής:
"1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ’ όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. [...]
4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου".
Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004 η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφ' όσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Εν όψει, όμως, του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την προβλεπόμενη προστασία από 10-07-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία μέχρι την έναρξη ισχύος του διατάγματος. Προστέθηκαν λοιπόν ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, που ορίζουν τα εξής:
"Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφ' όσον συντρέχουν, αθροιστικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση,
β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ. α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση,
γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός,
δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Η με το Π.Δ. 164/2004 επιλογή από την ελληνική πολιτεία των ως άνω μέτρων για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-06-1999 έγινε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξ'ου και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προαναφέρθηκαν.
Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C-378 έως 0-380),ενώ η μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017). Επομένως, εφ' όσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει.
Ενόψει λοιπόν, αφ' ενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφ' ετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς τη ρηθείσα Οδηγία, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-07-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά ούτε βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος αυτού (ΟλΑΠ 20/2007, ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 1257/2019, 1221/2019).
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 2273/1994 ΦΕΚ 233/27.12.1994) καταργήθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Εθνική Λυρική Σκηνή (Ε.Λ.Σ.)», ενώ με το άρθρο 10 του ιδίου νόμου προβλέφθηκε η ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την ίδια επωνυμία, που εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού, δεν υπάγεται στις διατάξεις για το δημόσιο λογιστικό, τις διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο και ειδικότερα από τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου (παρ.1) και που έχει ως σκοπό την ανάπτυξη, προαγωγή, προβολή και διάδοση της μελοδραματικής τέχνης και της τέχνης του χορού (παρ.2). Με το άρθρο 11 παρ. 13 περ. ε του άνω νόμου (2273/1994) ορίζεται ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής στο πλαίσιο του προϋπολογισμού προσλαμβάνει με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή καταρτίζει συμβάσεις με το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκα ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 20-10-2011 (υπ' αριθ. κατάθ. 178269/5334/2011) αγωγή, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα σχετικού αναιρετικού λόγου (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ιστορούσε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παρείχε την εργασία της ως διοικητική υπάλληλος στο ανήκον στο ευρύτερο δημόσιο τομέα εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ., κατά τα χρονικά διαστήματα από 15-10-2004 έως 14-10-2007, από 15-10-2007 έως 14-10-2008, από 15-10-2008 έως 14-10-2009, από 15-10-2009 έως 31-7-2011.
Ότι το αντικείμενο της εργασίας της συνίστατο στην παροχή υπηρεσιών καθαρισμού των γραφείων της γραμματείας και του μηχανουργείου, στη γραμματειακή-διοικητική υποστήριξη, ήτοι τη διεκπεραίωση της εισερχόμενης -εξερχόμενης αλληλογραφίας, τη διακίνηση των εγγράφων, τη σύνταξη των πάσης φύσεως εγγράφων της γραμματείας, την ταξινόμηση των φακέλων και την τήρηση του ηλεκτρονικού αρχείου του εναγομένου.
Ότι τις υπηρεσίες της αυτές παρείχε υπό τις οδηγίες, τις εντολές και τον έλεγχο του εναγομένου, που καθόριζε τον τόπο, χρόνο, είδος και τρόπο παροχής της εργασίας της για την εξυπηρέτηση μόνιμων και διαρκών λειτουργικών αναγκών αυτού στο πλαίσιο της επιδίωξης του σκοπού του, που είναι η παροχή υπηρεσιών για την ανάπτυξη, προαγωγή, προβολή και διάδοση της τέχνης του χορού, με συνέπεια οι συμβάσεις αυτές κατ' επίφαση να έχουν ονομασθεί συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού δεν εξυπηρετούσαν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες του εναγομένου, και συνακόλουθα να φέρουν τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό.
Ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών ως ορισμένου χρόνου έλαβε χώρα προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της και εκμετάλλευσή της. Ότι μετά τη λήξη της τελευταίας από τις πιο πάνω συμβάσεις, το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. αρνήθηκε από 31-07-2011 να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες της, με τον ισχυρισμό ότι η τελευταία σύμβαση είχε λήξει και δεν επρόκειτο να ανανεωθεί, με συνέπεια να καταγγείλει σιωπηρά τη σύμβαση αυτή, που φέρει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, της υπ' αριθμ. 1999/70 Οδηγίας, του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος και του υπ' αριθμ. 164/2004 Π.Δ/τος για τη φύση της σχέσης αυτής με το εναγόμενο, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε με την ένδικη αγωγή της:
α) να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που τη συνέδεε με το εναγόμενο αποτελεί μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί ότι η προαναφερόμενη καταγγελία της σύμβασης της είναι άκυρη και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αντιστοιχούσες στην υπηρεσιακή της ένταξη αποδοχές, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών της προσόντων, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του με την απόφαση που θα εκδοθεί.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 84/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως νομικά και κατ' ουσίαν βάσιμη.
Κατά της ως άνω απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. άσκησε την από 19-01-2015 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 399/19-1-2015) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 568/2019 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Αιτιολογώντας την κρίση του αυτή το εφετείο διέλαβε ότι οι ένδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν: α) μετά την ισχύ των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-04-2001 και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο νομιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και β) μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004, στο άρθρο 11 του οποίου περιλήφθησαν ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την προσαρμογή στην Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, και συνεπώς αυτές (συμβάσεις) δε μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και αν η ενάγουσα με την εργασία της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού, έστω και αν αυτό συνέβαινε, το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ., ως νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, δεν έχει την ευχέρεια για τη σύναψη έγκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με την ενάγουσα, μη εφαρμοζόμενης, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθώς και 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως μη έχουσας άμεση ισχύ στην ημεδαπή έννομη τάξη, ούτε είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων της ενάγουσας, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως ως ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ., βάσει των ως άνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια για τη σύναψη τέτοιας συμβάσεως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, ουδόλως παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 8 του ν. 2112/1920, 21 του ν.2190/1994, 11 του ΠΔ164/2004 και των ρητρών 5 και 8 της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 1999, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε, καθόσον με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας είχαν συναφθεί με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μετά τη συνταγματική μεταρρύθμιση του έτους 2001, οπότε, ακόμη και με την εκδοχή ότι απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση όχι εκτάκτων ή απρόβλεπτων, αλλά παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, δεν ήταν δυνατό να μετατραπούν και να συνεχίσουν να εκτελούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε γενικώς κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' εξαίρεση των διατάξεων του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, τις προϋποθέσεις των οποίων δεν πληρούσε, αφού καταρτίσθηκαν μετά από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος (19-07-2004).
Επομένως, οι πρώτος (κατά το πρώτο σκέλος του) και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 9/2019, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο (κατά το δεύτερο σκέλος) και δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στο σκεπτικό της διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την απορριπτική της κρίση ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Εφόσον όμως με την προσβαλλομένη απόφαση η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολο της ως νομικά αβάσιμη, χωρίς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, οι επικαλούμενες ανεπάρκειες και αντιφάσεις δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Επομένως, οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντίθετα δεν αποτελούν "πράγματα" οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 102/2020, ΑΠ 85/2020 ΑΠ 59/2020), ούτε η επίκληση της νομολογίας που προσκομίστηκε για την υποστήριξη των νομικών επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος (ΑΠ 576/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αυτή υπόμνηση/απόφαση ECLI:EU:C:2018:859 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία, μετά το ερώτημα που υποβλήθηκε από το Εφετείο της Ρώμης (Corte d'appelo di Roma) σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης για την υπόθεση της χορεύτριας Martina Sciotto που απασχολήθηκε στο μπαλέτο, Fondazione Teatro dell Opera di Roma, βάσει περισσοτέρων της μιας συμβάσεων ορισμένου χρόνου (από το έτος 2007 έως το 2011), αποφάνθηκε ότι η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου αντιτίθεται σε μια τέτοια εθνική ρύθμιση, όταν το κράτος μέλος δεν προβλέπει κανένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο για την πάταξη των καταχρηστικών πρακτικών που διαπιστώνονται στην κλάδο αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις του δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά νομικά επιχειρήματα προς υποστήριξη των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας και ειδικότερα σχετικά με το χαρακτηρισμό των ένδικων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ., το οποίο κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-4-2019 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 3814/326/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 568/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ., τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ