Legislator Case Law & Legislation
576/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding labor law regime changes affecting employee claims.

Case Number 576/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court erred in applying the 1981 collective agreement instead of the 1988 one for claims filed between 1999 and 2001, claiming the previous decisions did not create res judicata. The court held that because the legal regime governing the employment relationship changed after the initial claims were filed, the principle of res judicata did not apply to those specific later claims, validating the lower court's application of the new law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not apply to subsequent claims arising from a continuous employment relationship if the legal regime governing the relationship has changed between the time of the initial judgment and the time of the new claim, thereby lacking the required identity of legal cause.

Keywords

AI generated
res judicata employment law collective agreement legal regime change labor claims continuous relationship identity of cause

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8, item b of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 6, paragraph 1 of the Law 53/74
Article 1 of the First Additional Protocol to the Law 53/74

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 248/2010
Supreme Court Case 775/2010
Supreme Court Case 1696/2006
European Court of Human Rights Case Ichtigiaroglou v. Greece
European Court of Human Rights Case Zoumboulidis v. Greece

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 576 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 576/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/6/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1947/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5041/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/12/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 15/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή ΔΑ, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη, Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε ή Δ.Α, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ.3 Ν. 1876/1999), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη, Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Περαιτέρω με την 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 17663/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της ΕΓΣΣΕ.

Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν. η οποία καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ 1198/1972 και με την ΑΥΕ 17853/1989 κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας επεκτάθηκαν, στους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ΝΔ 2592/1953, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988 (άρθρο3 παρ.1 της Ε.Σ.Σ.Ε.).

Με το άρθρο 9 της ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Αυτό έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος. (Ολ.Α.Π. 3/2003, 10/2002 ΑΠ 775/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε με την από 19-6-2002 αγωγή του ότι προσελήφθη στις 24-4-1983 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής (ΝΠΔΔ)με σύμβαση εργασίας εξαρτημένης ορισμένου χρόνου ως φύλακας ασφαλείας η οποία στις 18-9-1984 έγινε αορίστου χρόνου, και ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001, με βάση την προϋπηρεσία του και την ιδιότητά του ως εγγάμου με ένα ανήλικο τέκνο, έπρεπε να του καταβάλει τις αναφερόμενες στην αγωγή του μισθολογικές διαφορές κατά 26274,12 ευρώ: 1) λόγω μη υπολογισμού του βασικού του μισθού, επί του προβλεπομένου από την 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και των από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε κατωτάτου ημερομισθίου-ασφαλείας-εργατοτεχνίτου, επί του οποίου έπρεπε να υπολογιστούν, τα εις την αγωγή αναφερόμενα επιδόματα. 2) λόγω μη υπολογισμού των τακτικώς και μονίμως αποδοχών του, για την προσφερθείσα εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρεσίμους αργίες επί των επιδομάτων εορτών και αδείας και 3)για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ο αναιρεσείων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπαγόταν στις εκάστοτε ισχύουσες Ε.Σ.Σ.Ε της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν. και όχι στο προϊσχύσαν μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και 74/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών. Περαιτέρω το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι "με την 225/2001 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί προηγούμενης συναφούς αγωγής του, για επιδίκαση σ' αυτόν μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1999, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι η σχέση εργασίας του με το εναγόμενο δεν διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της ανωτέρω από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά από εκείνο της 42/1981 του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς".

Και τούτο διότι, το απορρέον από την απόφαση αυτή δεδικασμένο περιορίζεται για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος που αυτές αναφέρονται και δεν εκτείνεται και σε μεταγενέστερες αξιώσεις και εν προκειμένω στις επίδικες αξιώσεις, αφού οι νέες αυτές αξιώσεις θεμελιώνονται σε νέο νομικό καθεστώς.

Με τους πρώτο και δεύτερο (κατά τα οικεία μέρη) λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1,8 και 16 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι "κατά παράβαση των άρθρων 106, 110, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ, άμα δε και κατ' εσφαλμένην ερμηνείαν κι' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.1α και 2,7 παρ.1 και 2, 8 παρ.1 και 10 παρ.1 του Ν. 1876/1990, εν συνδυασμώ προς τις διατάξεις των παραγράφων 25 της 42/1981 του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και 12 και 13 της 74/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και των άρθρων 361 και 680 ΑΚ, 9 της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν και 1,2,3 και 11 της από 18-5-1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των δικογράφων από 17-8-2007 εφέσεως και από 10-4-1998 αγωγής, της 225/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της 1696/2006 αποφάσεως του ΑΠ" και χωρίς να λάβει υπόψη του τα προταθέντα ενώπιον του Εφετείου από τον αναιρεσείοντα σχετικώς με την ύπαρξη δεδικασμένου εκ των αναφερομένων στην αίτησή του αποφάσεων και επί των μνημονευομένων σε αυτή θεμάτων, δεν δέχτηκε ότι οι αποφάσεις αυτές παράγουν δεδικασμένο και για το ότι η ένδικη σχέση εργασίας διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και για το μεταγενέστερο κρίσιμο χρονικό διάστημα και όχι από εκείνο της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν.

Το Εφετείο, όμως, που δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, όπως ήδη προεκτέθηκε, έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το νόμο που δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω αποφάσεις, για τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος που αφορούν το μεταγενέστερο από 1-1-1999 έως 31-12-2001 χρονικό διάστημα, ενώ δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες, κατά περίπτωση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως (κατά τα οικεία μέρη τους)από του αριθμ. 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: 1) Την 24/29-6-1996 απόφαση του Δ.Σ του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αποκλείστηκε η εφαρμογή του μισθολογικού καθεστώτος των Ν. 1505/1984 και 1810/1988, βάσει της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και 2) Τις αποφάσεις ΕΔΔΑ επί των υποθέσεων Ιχτιγιάρογλου κατά Ελλάδος και Ζουμπουλίδη κατά Ελλάδος. Οι λόγοι αυτοί, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις τους δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αλλά επιχειρήματα προς υποστήριξη των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσείοντος.

Απορριπτέοι, επίσης, ως αβάσιμοι είναι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως (κατά τα σχετικά τους μέρη) από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1 της δια του ΝΔ 53/74 κυρωθείσης Ε.Σ.Δ.Α και 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της, διότι η κρίση του δικαστηρίου ότι μία αγωγή με την οποία προβάλλονται ορισμένες εργατικές ή άλλες αξιώσεις είναι μη νόμιμη δεν συνιστά από μόνη της παραβίαση των εν λόγω διατάξεων με τις οποίες προστατεύονται τα περιουσιακά δικαιώματα (ΑΠ 248/2010, ΑΠ 775/2010).

Κατόπιν όλων των ανωτέρω η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-12-2010 αίτηση του Α. Θ. για αναίρεση της 504/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ