Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of admissible grounds and insufficient argumentation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the petition for cassation filed by two individuals against a final judgment of the Third-Instance Court of Thrace regarding a bank fraud case. The appellants argued procedural errors and improper evidence evaluation, but the court found their grounds inadmissible due to lack of specific facts and unsupported legal assertions. Consequently, the appeal was dismissed, costs were assigned to the appellants, and the original judgment remained in force.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 14, Art. 559 para. 10, Art. 559 para. 12 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague, unsupported by facts, or based on false premises regarding evidence evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1244 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1244/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Χ. του Κ. και 2) Π. Θ. του Μ., κατοίκων ….. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Ανθίμου.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λίζα Μικέλλη Γαλλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη τράπεζα άσκησε κατά των αναιρεσειόντων αγωγή διαρρήξεως που έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με την 11/2017 κατ' αντιμωλίαν εκδοθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Το Εφετείο Θράκης με την 63/2019 απόφασή του δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας κατά ένα μέρος της επίδικης απαίτησης της τράπεζας και ως νομικά αβάσιμη την περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ένσταση των εναγομένων, δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή κατ' ουσίαν και απήγγειλε τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.
Με την από 25-9-2019 αίτηση και τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους πλήττουν παραδεκτά (AΠ 1216/2010) οι εναγόμενοι -αναιρεσείοντες την ανωτέρω απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, γεγονός άλλωστε που συνομολογείται εμμέσως πλην σαφώς από την παριστάμενη αναιρεσίβλητη- ερήμην δικασθείσα ως εφεσίβλητη- ενάγουσα, η οποία προς επιβεβαίωση της τελεσιδικίας, επικαλείται και προσκομίζει τις με αριθμούς 3295Δ και 3294Δ/31-7-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Δράμας Α.
Τ., από τις οποίες προκύπτει ότι με την επιμέλειά της επιδόθηκε αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης στους εκκαλούντες -εναγόμενους ως ανωτέρω, η δε κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε στις 30-9-2019 (δηλαδή εμπροθέσμως).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαιώματος ή απαράδεκτο. Εξ' άλλου σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών.
Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος ως προς την αντέφεση. Ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ` αυτήν.
Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Η παράλειψη όμως των παρισταμένων εκκαλούντων να προσκομίσουν τα έγγραφα αυτά (προτάσεις του εφεσιβλήτου που υπέβαλε αυτός στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και πρακτικά της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον αυτού) κατά τη συζήτηση της υποθέσεως που επισπεύδουν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν μπορεί να θεμελιώσει υπέρ αυτών αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, αφού η σχετική παράλειψη οφείλεται στη δική τους συμπεριφορά και ως εκ τούτου προσκρούει στον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίον κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη, που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 1190/2014).
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια είναι απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1319/2017). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017).
Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, ΑΠ 1217/2014). Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 651/2008, ΑΠ 1001/2007) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 928/2014).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.
Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου (ΑΠ 1815/2012). Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 1079/2015).
Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1491/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Δυνάμει της με αριθμό …/…-4-2010 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό σε συνδυασμό με τις υπ' αριθμ. …/…/….4.2010, …./…/….6.2010 και …/…/….11.2010 πρόσθετες πράξεις τροποποίησης αυτής, που υπεγράφησαν μεταξύ της ενάγουσας και της ΓΕΤΗΛ Α.Ε., η ενάγουσα χορήγησε στην ως άνω πιστούχο πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 6.500.000 ευρώ.
Ο πρώτος εναγόμενος υπέγραψε την ίδια σύμβαση ως εγγυητής. Εγγυήθηκε την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης και την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου αυτής, μέχρι του ποσού των 2.000.000 ευρώ, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης και εις ολόκληρον υπόχρεος με την πιστούχο εταιρία, παραιτούμενος από το ευεργέτημα της διζήσεως, καθώς επίσης και από όλα τα δικαιώματα και τις ενστάσεις, που απορρέουν από τα άρθρα 853, 855, 856, 862, 863, 866, 867 και 868 του Αστικού Κώδικα... (Παρατίθενται λεπτομερώς οι όροι που διέπουν τις εν λόγω συμβάσεις και διαλαμβάνουν τις κατ' αυτούς υποχρεώσεις και δικαιώματα εκάστου των συμβληθέντων μερών).
Η ανωτέρω πιστούχος εταιρία, δια του νομίμου εκπροσώπου της με το από 9-7-2013 έγγραφο αναγνώρισης υπολοίπου, αναγνώρισε πως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που εξυπηρετούσε την ανωτέρω σύμβαση πιστώσεως ανερχόταν για τον με αριθμό "…" λογαριασμό παρακολούθησης στο ποσό των 524.374,54 ευρώ. Στις 10.01.2014 ασκώντας το σχετικό συμβατικό της δικαίωμα η ενάγουσα λόγω των κατά τα ανωτέρω οικονομικών προβλημάτων της πιστούχου και της μη συνεπούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκ μέρους της, κατήγγειλε τη σύμβαση και έκλεισε οριστικά τον ανωτέρω λογαριασμό με συνολικό οριστικό κατάλοιπο ύψους 289.999,71 ευρώ γεγονός το οποίο γνωστοποίησε στην πιστούχο και στον υπέρ αυτής εγγυητή - πρώτο εκκαλούντα στις 24-2-2014.
Η εν λόγω απαίτηση της ενάγουσας εκ της ως άνω πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό επιδικάσθηκε σ' αυτήν με την υπ' αριθμ. 5.647/25-7-2016 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίγραφο δε εξ' απογράφου μετ' επιταγής προς πληρωμή του ως άνω ποσού νόμιμα κοινοποιήθηκε στον πρώτο εναγόμενο.
Επομένως, κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής η οφειλή είχε διαμορφωθεί σε 337.159,96 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας από 31.12.2015 με ανατοκισμό των τόκων ανά εξάμηνο. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ο πρώτος εναγόμενος είχε καταστεί οφειλέτης της ενάγουσας η απαίτηση της οποίας, ύψους 337,159,96 ευρώ πλέον τόκων κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα κατέστη απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (6-10-2016) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος είναι Διευθύνων Σύμβουλος στο Διοικητικό Συμβούλιο της ως άνω εταιρίας από την σύστασή της έως τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, την 13.5.2011, ήτοι πριν το οριστικό κλείσιμο των ως άνω λογαριασμών και ενώ υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο αυτών μεταβίβασε προς τον σύζυγο της κόρης του Ε.
Χ., ήτοι τον γαμπρό του, δεύτερο εναγόμενο λόγω δωρεάς, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….05.2011 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Δράμας Μαρίνας Κεσετζή... οικόπεδο ... (ιδιοκτησίας του) έκτασης σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης 780, 55 τ.μ. και σύμφωνα με την εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο ακινήτου 779 τ.μ, το οποίο αποτελεί το ανατολικό διαιρετό τμήμα ενός μεγαλύτερου οικοπέδου ...
συνολικής έκτασης 1560 τμ που βρίσκεται στην Δημοτική Κοινότητα. … του Δήμου …, ... Επ' αυτού είναι κτισμένη τριώροφη μονοκατοικία με υπόγειο (μεζονέτα)... συνολικού εμβαδού 245,48 τ.μ ...Η αντικειμενική αξία του οικοπέδου μετά των επικειμένων του ανέρχεται σε 187.000 ευρώ και η εμπορική του αξία, εκτιμάται σε περίπου 250.000 ευρώ, η αξία δε αυτή δεν μεταβλήθηκε μέχρι και το χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, ...αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής που είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του και συνακόλουθα της διάγνωσης της αφερεγγυότητάς του και του προσδιορισμού της βλάβης της ενάγουσας δεν είχε άλλη ικανή εμφανή ακίνητη περιουσία που να είναι επαρκής για την ικανοποίηση της απαίτησής της, αφού απαρτίζεται από το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε δύο αγρούς έκτασης 6794 τ.μ.
και 7083 τ.μ., που βρίσκονται στο αγρόκτημα … Ν. … και των οποίων η αξία δεν ξεπερνά συνολικά τις 6.940 ευρώ, έχουν δε ήδη επιβαρυνθεί υπέρ της Τράπεζας Eurobank με προσημείωση υποθήκης ύψους 50.000 ευρώ και υπέρ της Attica Βaηk με προσημείωση υποθήκης 10.000 ευρώ. Η μεταβίβαση του προαναφερόμενου ακινήτου έγινε με σκοπό την βλάβη της ενάγουσας και προκειμένου αυτή να αποστερηθεί της δυνατότητάς της να ικανοποιήσει την απαίτησή της, την ύπαρξη της οποίας ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε καθώς και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις.
Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ο πρώτος απ' αυτούς ενήργησε δολίως προς βλάβη της ενάγουσας δανείστριας τράπεζας, ισχυριζόμενοι ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης (13-5-2011) η οικονομική κατάσταση της ΓΕΤΗΛ A.Ε, ήταν καλή ότ(ι) δεν είχαν εμφανιστεί τα οικονομικά της προβλήματα, αρχές του έτους 2013, προς τούτο δε η ενάγουσα προέβη στην άσκηση της αγωγής της μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος σχεδόν πέντε ( 5 ) ετών από την γενόμενη ως άνω μεταβίβαση, ότι ο πρώτος εναγόμενος, καίτοι είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου στο Δ.Σ της ΓΕΤΗΛ, εντούτοις ουδέποτε ενήργησε με την ιδιότητά του αυτή, ούτε είχε φυσική παρουσία κατά την καθημερινή της λειτουργία και οποιαδήποτε συμμετοχή σε συνεννοήσεις με τους δανειστές της και δεν υπέγραφε για λογαριασμό της λόγω και του επισυμβάντος προβλήματος της υγείας του τον Οκτώβριο του έτους 2012, ότι η επιχείρηση της οικογένειας του πρώτου εναγομένου (ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε) κατά το χρονικό διάστημα από 19-10-2012 έως 4-12-2012 κατέβαλε περίπου το ποσό των 250.000 ευρώ για την εξαγορά εταιρικών μεριδίων της ΓΕΤΗΛ Α.Ε και έτσι αύξησε το εταιρικό της μερίδιο από 11% σε 33%, γεγονός το οποίο είναι ασυμβίβαστο με την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, ότι ακόμη και μετά την επίδικη μεταβίβαση και το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών η πρώτη από τις ανωτέρω απαιτήσεις της ενάγουσας μειώθηκε από το ποσό των 119.292,08 ευρώ στο ποσό των 16.77 5,69 ευρώ, ότι η ενάγουσα διατηρεί με τον πρώτο εναγόμενο εμπορική συνεργασία στο πλαίσιο συμβάσεων για την χρηματοδότηση της ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ Α.Ε, γεγονός που αποδεικνύει την φερεγγυότητά του καθώς και το ότι εκ του λόγου αυτού η ενάγουσα στην ανοιγείσα δίκη επί της από 28-8-2014 αιτήσεως της τελευταίας για το άνοιγμα διαδικασίας εξυγίανσης δεν παρενέβη στη δίκη ώστε να ζητήσει την απόρριψή της, ότι η τελευταία εξόφλησε τη λήγουσα την 5-5-2013 υπ' αριθμ.
…-… επιταγή ποσού 90.000 ευρώ που εξέδωσε η ίδια σε διαταγήν της ΓΕΤΗΛ που είχε κατατεθεί ως ενέχυρο για την εξασφάλιση οφειλών της τελευταίας, ότι ο πρώτος εναγόμενος από κοινού με την ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ κατέβαλαν χρηματικά ποσά κατά το διάστημα από 29.7.2008 έως 17 .5.2012 για την πληρωμή ενός άλλου δανείου που είχε χορηγηθεί στον Ι.
Α. από την ενάγουσα με εγγύηση του πρώτου εναγομένου και τέλος, ότι η επίμαχη μεταβίβαση έγινε ως εκπλήρωση της υπόσχεσης προίκας στον σύζυγο της κόρης του πρώτου εναγόμενου- δεύτερο εναγόμενο. Οι εν λόγω ισχυρισμοί που συμπυκνούνται σε άρνηση του στοιχείου του δόλου του πρώτου εναγόμενου και της πρόθεσής του να ενεργήσει προς βλάβη της ενάγουσας τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: Η πιστούχος ΓΕΤΗΛ... είχε ως κύριο αντικείμενό της την εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού, υπό τη μορφή του FRANCHISE δεν ασκούσε ουσιαστικά εμπορία για τον εαυτό της αλλά συστήθηκε από τρίτες εταιρείες, το 2002, ως όμιλος επιχειρήσεων προκειμένου να συγκεντρώνονται οι επί μέρους παραγγελίες των τρίτων αυτών εταιρειών και λόγω του συνεπαγόμενου όγκου τους, να επιτυγχάνονται υψηλές εκπτώσεις από τους προμηθευτές τους, διευθύνων δε σύμβουλος αυτής από της συστάσεώς της και μέχρι την συζήτηση της αγωγής ετύγχανε ο πρώτος εναγόμενος ...
Στην ουσία δηλαδή η ΓΕΤΗΛ Α,Ε ήταν διαμεσολαβήτρια στο πλαίσιο ενός de facto συνεταιρισμού που συγκροτούσαν οι μέτοχοί της, ούτε διέθετε ταμειακά διαθέσιμα προερχόμενα από κερδοφορία, καθώς δεν αποκόμιζε κανένα κέρδος από τις πωλήσεις αυτές προς τα μέλη της, απλά εισέπραττε από τα μέλη της ένα συμβολικό ποσό υπολογιζομένου επί του τζίρου της σε 1,5%-2,5% για να καλύπτει τα λειτουργικά της έξοδα, οι δε πιστώσεις που παρείχε στα μέλη της ήταν σύμφωνες με τις πιστώσεις που της παρείχαν οι προμηθευτές της ...
Μεταξύ των συναλλασσομένων με τη ΓΕΤΗΛ ΑΕ εταιρειών ...ήταν και η εταιρεία ..." ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΔΡΑΜΑΣ ΑΕ" με έδρα τη Δράμα, μέτοχος της οποίας είναι ο πρώτος εναγόμενος με ποσοστό 27,05% και οι δύο θυγατέρες του με ποσοστό 36,475% εκάστη, η οποία ασκεί εμπορική δραστηριότητα με αντικείμενο την εμπορία ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού υλικού, ενώ από της συστάσεως αυτής (2004) μέχρι τη συζήτηση τη αγωγής ο πρώτος εναγόμενος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής και η κόρη του Ε.
Χ., σύζυγος του δεύτερου εναγόμενου, συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο αυτής. Η ΓΕΤΗΛ έπαυσε τις πληρωμές της στο τέλος του 2012 και κηρύχθηκε σε πτώχευση το 2013 με την ...21627/22.10.2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία όρισε ως ημέρα παύσης πληρωμών την 1η Δεκεμβρίου 2012. Η οικονομική κατάρρευση της ΓΕΤΗΛ ΑΕ προκλήθηκε κυρίως διότι οι εταιρείες μέλη της δημιούργησαν τεράστια οικονομικά ανοίγματα και συγκεκριμένα οφειλές, άρχισε δε αυτή να διαφαίνεται, στις αρχές του έτους 2010, όταν κάποια μέλη της εμφάνισαν μεγάλη δυσπραγία στην εξόφληση των οφειλών τους ...
Η αποκορύφωση δε της ήδη διαφαινόμενης από τις αρχές του έτους 2010 χρηματοοικονομικής δυσχέρειας της πιστούχου έλαβε χώρα το πρώτο δεκαήμερο του έτους 2012 οφειλόμενη στην αλλαγή της πιστωτικής πολιτικής που επέβαλαν σ' αυτήν οι προμηθευτές της και στο γεγονός ότι κάποια μέλη της που είχαν μεγάλες οφειλές, θύματα της οικονομικής κρίσης και του τέλματος της οικοδομικής δραστηριότητας, με την οποία είναι άρρηκτα συνυφασμένο το αντικείμενό τους, υπήρξαν, ενόψει και της απουσίας κάθε χρηματοδότησης τους πλέον από το τραπεζικό σύστημα, ασυνεπείς στην εκπλήρωση των ως άνω εκτιθέμενων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους.
Όλα δε τα ανωτέρω ήταν γνωστά στον πρώτο εναγόμενο, ιδρυτικό μέλος της ΓΕΤΗΛ Α.Ε, μέτοχο, διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, εγγυητή των πιστώσεών της και ταυτόχρονα Πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της συνεργαζόμενης με αυτήν εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε", ο οποίος είχε πρόσβαση στα οικονομικά δεδομένα της και επιπρόσθετα μπορούσε να δεσμεύει με την υπογραφή του, είχε δε αυτός σαφώς αντιληφθεί πριν τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης την επερχόμενη οικονομική κατάρρευση της πιστούχου εταιρείας, προέβη δε στην ανωτέρω καταδολιευτική μεταβίβαση επιδιώκοντας να ματαιώσει τη δυνατότητα κατάσχεσης του ακινήτου του από την ενάγουσα.
Τα ανωτέρω ενισχύονται από την εμφαινόμενη κίνηση του .... ... λογαριασμού παρακολούθησης της πίστωσης, κατά το χρονικό διάστημα από 4-1-2011 έως 10-1-2014, από την οποία προκύπτει η δυσχέρεια στην εισπραξιμότητα των ενεχυρασμένων στην ενάγουσα επιταγών, η πληρωμή των οποίων ή παρατείνεται ή επιστρέφονται αυτές απλήρωτες σε συνδυασμό με το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού το οποίο από τις αρχές του έτους 2011 έως και το κλείσιμο αυτού ανέρχονταν στο ποσό των 2.538.696,56 ευρώ την 4-1-2011, στο ποσό των 3.232.007,62 ευρώ την 5-1-2011, στο ποσό των 2.578.495,27 ευρώ την 8-2-2011, στο ποσό των 2.035.901,51 ευρώ την 31-3-2011, στο ποσό των 2.363.470,47 ευρώ την 12-4-2011, στο ποσό των 1.591.266,22 ευρώ την 9-5-2011, στο ποσό των 1.614.381,90 ευρώ την 30-6-2011, στο ποσό των 1.716.458,23 ευρώ την 11-7-2011 κ.ο.κ.
Η γνώση περί των ως άνω εκτιθεμένων από τον πρώτο εναγόμενο ουδόλως αναιρείται από την επικαλούμενη ασθένειά του διότι διαγνώσθηκε ότι αυτός έπασχε από καρκίνο του στομάχου τον Οκτώβριο του έτους 2012, ήτοι μετά την επίμαχη μεταβίβαση που έλαβε χώρα τον Μάιο του έτους 2011. Η επίκληση δε της μεγάλης απόστασης μεταξύ Δράμας και Θεσσαλονίκης ως αιτία της αποστασιοποίησής του από τη λήψη καίριων αποφάσεων για τη διοίκηση της εταιρείας δεν ευσταθεί και πλήρως αντιφάσκεται από την απόκτηση από τον πρώτο εναγόμενο του 1/3 των μετοχών της ΓΕΤΗΛ Α.Ε.
Περαιτέρω,... αποδείχθηκε ότι στις αρχές Δεκεμβρίου 2012 ως επωφελέστερη λύση για την οικονομική ενίσχυση της πιστούχου ΓΕΤΗΛ Α.Ε εκρίθη η μεταβίβαση σ'αυτήν των εταιριών Σ. Ν. Α.Ε, ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Ε και ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε. Ωστόσο, η εν λόγω μεταβίβαση και η απόκτηση της εταιρίας με την επωνυμία ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε μετοχών ποσοστού 22% της πιστούχου, αντί τιμήματος 247.961,14 ευρώ, αποκτώντας έτσι το 33% των μετοχών της δεν αναιρεί την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, αφού το εν λόγω ποσό δεν διατέθηκε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τελευταίας, αλλά υπαγορεύθηκε πρωτίστως για φορολογικούς λόγους, αφού μέσω της κεφαλαιοποίησης των οφειλών των ως άνω τριών (3) εταιριών και της απόκτησης των μετοχών, η πιστούχος επαύξανε άμεσα, και σημαντικά το ενεργητικό της και διευκολύνονταν ο τραπεζικός δανεισμός της, αφού έτσι επαυξάνονταν η πιστοληπτική της φερεγγυότητα.
Ο πρώτος εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι έχει υπογράψει ως εγγυητής σε συμβάσεις της εταιρίας με την επωνυμία ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε, ωστόσο η ενάγουσα τελώντας σε γνώση της οικονομικής του κατάστασης, συνεχίζει τη συνεργασία της και ουδεμία αντίρρηση προέβαλε στην από 28-8-2014 αίτηση της τελευταίας για υπαγωγή της στη διαδικασία εξυγίανσης, μάλιστα πρότεινε διακανονισμό των οφειλών της με ιδιαίτερα προνομιακούς όρους καταδεικνύοντας έτσι το υφιστάμενο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας και το γεγονός της έλλειψης πρόθεσης βλάβης της ενάγουσας...Τα ανωτέρω και αληθή υποτιθέμενα, προβάλλονται αλυσιτελώς, αφού η ένδικη απαίτηση της ενάγουσας δεν αφορά την εν λόγω εταιρία και η συνέχιση της συνεργασίας τους αφορά δικαίωμα της τελευταίας στα πλαίσια διαχείρισης της περιουσίας της δεδομένου ότι απέναντί της η ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΔΡΑΜΑΣ ΑΕ παρίσταται συνεπής στις πληρωμές για την εξυπηρέτηση του δικού της χρέους.
Επιπρόσθετα, η πληρωμή επιταγής ποσού 90.000 ευρώ εκδόσεως ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΑΕ, που είχε ενεχυριαστεί για την εξασφάλιση του χρέους της ΓΕΤΗΛ, όπως και η πληρωμή των λοιπών επιταγών που εκδόθηκαν από την ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΑΕ σε αντικατάστασή της και μείωση του ποσού της απαίτησης των 119.292,08 ευρώ σε 16.775,69 ευρώ, η οποία έγινε όχι με την καταβολή μετρητών, αλλά με την πληρωμή επιταγών που είχαν εκ των προτέρων ενεχυριασθεί για την εξασφάλιση μέρους της οφειλής της ΓΕΤΗΛ, έλαβαν χώρα για να αποτραπεί η σφράγιση ως ακάλυπτων των επιταγών της ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΑΕ και το πλήγμα που αυτό θα συνεπαγόταν στην ίδια, ουδόλως δε αναιρούν τα όσα ως άνω εκτίθενται.
Τέλος, αναφέρεται ότι και άλλα μέλη της Διοίκησης της ΓΕΤΗΛ ΑΕ προέβησαν σε παραπλήσιες καταδολιευτικές μεταβιβάσεις κατά την αυτή χρονική περίοδο και συγκεκριμένα... (παρατίθενται τα ονόματα των μελών, οι αντίστοιχες μεταβιβάσεις περιουσιακών τους στοιχείων σε μέλη των οικογενειών τους και οι χρόνοι μεταβίβασης)...
Εξάλλου για τη διάρρηξη της ανωτέρω απαλλοτριώσεως δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση η γνώση εκ μέρους του δευτέρου εναγόμενου (σύζυγος της κόρης του πρώτου εναγομένου, γαμπρός, Ε. Χ.) ότι με την απαλλοτρίωση ο πρώτος εναγόμενος - πεθερός του θα περιερχόταν σε αδυναμία ικανοποίησης της ενάγουσας, διότι οι μεταβιβάσεις έγιναν με δωρεά και επομένως από χαριστική αιτία (άρθρο 942ΑΚ).
Επίσης ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι η μεταβίβαση έγινε δήθεν για την εκπλήρωση υπόσχεσης για παροχή(ς) προίκας δεν κρίνεται πειστικός κυρίως λόγω της χρονικής απόστασης ανάμεσα στον γάμο που έγινε στις 5.7.2008 και στην επίμαχη μεταβίβαση, που έγινε τον Μάιο του 201 1 και δεν αξιολογείται ως εύλογο και λογικό να μεταβιβάσει στον δεύτερο εναγόμενο ως προίκα, το μοναδικό και σημαντικότερο περιουσιακό του στοιχείο.
Τέλος ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας δεν αναιρείται, αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, ο πρώτος εναγόμενος επιδίωκε παράλληλα και τους σκοπούς της εκπλήρωσης του ηθικού καθήκοντος της δόσεως προίκας...(...), μεταξύ δε των υποκείμενων σε διάρρηξη απαλλοτριώσεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, είναι και αυτές που αφορούν παροχές τέτοιου είδους, διότι το γεγονός ότι η απαλλοτρίωση (διάθεση) αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεων του έναντι των νομικών...
Συνακόλουθα, αποδείχθηκε ότι η μεταβίβαση του προαναφερόμενου ακινήτου έγινε εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου προς βλάβη της ενάγουσας και επομένως τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι συναφείς περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ένσταση των εναγομένων, δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή κατ' ουσίαν και απήγγειλε τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 του ΑΚ, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε και τα οποία ήταν επαρκή για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι: α) ότι κατά το χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης (13-5-2011) υπήρχε γεγεννημένη απαίτηση από τη σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό της αναιρεσίβλητης τράπεζας κατά του οφειλέτη της πρώτου αναιρεσείοντος, ως εγγυητή της πιστούχου εταιρείας, ευθυνόμενου ως αυτοφειλέτη μέχρι του ποσού των 2.000.000 ευρώ, και ότι η απαίτηση αυτή είχε καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής β) ότι ο πρώτος αναιρεσείων, πριν το οριστικό κλείσιμο των τηρούμενων λογαριασμών και ενώ υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο αυτών, μεταβίβασε προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, σύζυγο της θυγατέρας του, το ένδικο ακίνητο με χαριστική δικαιοπραξία (λόγω δωρεάς), έχοντας αντιληφθεί πριν τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης την επερχόμενη οικονομική κατάρρευση της πιστούχου εταιρείας και γ) ότι η απαλλοτρίωση αυτή έγινε με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης, προκειμένου αυτή να αποστερηθεί της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή της ύψους 337.159,96 ευρώ (από το οριστικό κατάλοιπο του άνω λογαριασμού μετά την καταγγελία στις 10-1-2014 της σύμβασης από την τράπεζα και το οριστικό κλείσιμό του), την ύπαρξη της οποίας ο πρώτος αναιρεσείων γνώριζε, όπως και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις συνεπεία της απαλλοτρίωσης, καθόσον κατά την άσκηση της αγωγής δεν είχε άλλη ικανή εμφανή ακίνητη περιουσία που να είναι επαρκής για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας, δεδομένου ότι η υπόλοιπη περιουσία του απαρτιζόταν "από το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε δύο αγρούς έκτασης 6.794 τ.μ και 7.083 τ.μ στο αγρόκτημα ..., αξίας (αμφοτέρων) που δεν ξεπερνά συνολικά τα 6.940 ευρώ, ήδη βεβαρημένων με προσημειώσεις υποθήκης ύψους 50.000 ευρώ υπέρ της τράπεζας EUROBANK και 10.000 ευρώ υπέρ της Attica Bank αντιστοίχως", δεχόμενο έτσι το Εφετείο σαφώς, ότι χειροτέρευσε πραγματικά η θέση του πρώτου αναιρεσείοντος σε σχέση με την προ της απαλλοτρίωσης κατάσταση και εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης.
Επομένως οι: δεύτερος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Τα λοιπά πλεοναστικώς αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποτελούν επιχειρήματα από τις αποδείξεις και διατυπώθηκαν, κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς ενίσχυση της παραδοχής ότι ο πρώτος αναιρεσείων προέβη στην ένδικη απαλλοτρίωση με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης, και επομένως δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ενόψει των προηγηθεισών σαφών παραδοχών της προσβαλλόμενης, που εκτέθηκαν και οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της, σε κάθε δε περίπτωση, με τις σχετικές αιτιάσεις των ως άνω αναιρετικών λόγων, επιχειρείται ο έλεγχος της εκτίμησης των αποδείξεων, κρίση που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ο λόγος αναίρεσης που η εν λόγω διάταξη προβλέπει, ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή, τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εν προκειμένω, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι "η συνέχιση συνεργασίας με τον εγγυητή, η χορήγηση δανείων εν γνώσει της μεταβίβασης, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο δωρεοδόχος σε συνδυασμό με την σχεδόν επί πενταετία καθυστέρηση άσκησης της αγωγής θα έπρεπε να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα δεν θεωρούσε την απαλλοτρίωση καταδολιευτική, καθώς και ότι ο χρόνος μεταξύ του γάμου της θυγατέρας του και της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στον γαμβρό του δεν είναι μεγάλος", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρετική πλημμέλεια που προβάλλεται, αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 232/2020)
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια απ' αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη.
Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της (κατά τα οικεία μέρη) αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και δη την …/2016 ένορκη βεβαίωση και την 1100/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του Εφετείου, την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και την νομίμως ληφθείσα …/…-9-2016 ένορκη βεβαίωση των Κ. Θ. και Ι. Α. ενώπιον της ειρηνοδίκη Δράμας Μερόπης Χατζηγιαννάκη αλλά και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με νόμιμη επίκληση αποδεικτικά στοιχεία, ανεξαρτήτως του αν γίνεται ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών.
Ειδικώς μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της ως άνω ένορκης βεβαίωσης αλλά και της 1100/2018 αποφάσεως σε Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η 57/15-9-2017 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του 562/2017 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, ως προς την οποία διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "...ουδεμία επιρροή ασκεί στην έκβαση της προκείμενης δίκης, αφού αυτή (η απόφαση) αφορά την αποδιδόμενη στον πρώτο εναγόμενο αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση εκ της οποίας το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, που φέρεται ότι τέλεσε στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2012 έως και Δεκέμβριο του ίδιου έτους που δεν συναρτάται με το αντικείμενο της παρούσας δίκης για διάρρηξη της ως καταδολιευτικής γενομένης δικαιοπραξίας...".
Επομένως, οι προμνημονευθέντες αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες. Οι ίδιοι λόγοι, καθ' όσον αφορά στην προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτοι, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας αποδεικτικών στοιχείων, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, τέτοιο όμως δεν συνιστούν οι δικαστικές αποφάσεις (ΑΠ 1665/2011, ΑΠ 33/1998).
Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 100/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 1100/2018 αποφάσεως του Αρείου Πάγου εν Συμβουλίω διότι " παρέλειψε να αναγνώσει μέρος αυτής, κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, όπου αναφερόταν ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις τέλεσης και του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών".
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε όσον αφορά την με επίκληση προσκομιζόμενη ως ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), με την οποία απορρίφθηκε η 57/15-9-2017 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου πάγου για αναίρεση του 562/2017 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, ότι "...ουδεμία επιρροή ασκεί στην έκβαση της προκείμενης δίκης, αφού αυτή (η απόφαση) αφορά την αποδιδόμενη στον πρώτο εναγόμενο αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση εκ της οποίας το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, που φέρεται ότι τέλεσε στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2012 έως και Δεκέμβριο του ίδιου έτους που δεν συναρτάται με το αντικείμενο της παρούσας δίκης για διάρρηξη της ως καταδολιευτικής γενομένης δικαιοπραξίας...".Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον δεν πρόκειται για σφάλμα ανάγνωσης υπό την έννοια της παράλειψης φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, αλλά για πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επίμαχης απόφασης, την οποία ορθά το Εφετείο ανέγνωσε, πέραν του ότι αφορά στην απόδειξη ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον αναφέρεται σε περιστατικά διαφορετικά από εκείνα της παρούσας δίκης.
Επιπροσθέτως, με τον ίδιο ως άνω δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, "αν και κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος με την 1100/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου εν Συμβουλίω πέραν της απάτης και για καταδολίευση δανειστών, η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της (περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της καταδολίευσης) με τις (αθωωτικές) παραδοχές της άνω ποινικής αποφάσεως, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή, δεχόμενη την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του με την ως άνω απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, απαγγέλλοντας τη διάρρηξή της και έτσι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συνακολούθως δε η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι τα περιστατικά που διαλαμβάνονται στην εν λόγω ποινική απόφαση ταυτίζονται με εκείνα της παρούσας αστικής δίκης.
Ανεξαρτήτως των ανωτέρω όμως, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του, αφού ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, ωστόσο, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά την αθωωτική απόφαση, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του εναγομένου (κατηγορουμένου), ούτε αποφαίνεται άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε. (Ολ ΑΠ 4/2020).
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 559/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται, αντίστοιχα, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο α) έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν στη δίκη του Εφετείου, με το να διαλάβει τις παραδοχές ότι "παρά το γεγονός της οικονομικής κατάρρευσης από το 2010 της ΓΕΤΗΛ Α.Ε, δεν έπαυσε η συνεργασία του πρώτου εναγόμενου με την ενάγουσα ως εγγυητή αντιστοίχων συμβάσεων που κατάρτισε η εταιρεία του (ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ Α.Ε), δεν προέβαλε (η ενάγουσα) αντιρρήσεις στην υποβολή της άνω εταιρείας του την 28-8-2014 σε διαδικασία εξυγίανσης, (όπως επίσης και παραδοχές) περί πρότασης εκ μέρους της (τράπεζας) διακανονισμού των οφειλών της (εταιρείας ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ) με προνομιακούς όρους, περί της συνέπειας της τελευταίας αυτής εταιρείας στις πληρωμές της (πληρωμή επιταγών εκδόσεως της ως ενεχύρου για την εξασφάλιση του χρέους της ΓΕΤΗΛ Α.Ε μεταξύ των οποίων και μία των 90.000 ευρώ), που όμως δεν αναιρούν την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, αφού η ένδικη απαίτησή της δεν αφορά την παραπάνω εταιρεία... (καθώς) και ότι ...και άλλα μέλη της διοίκησης της ΓΕΤΗΛΑ.Ε προέβησαν σε παραπλήσιες καταδολιευτικές μεταβιβάσεις" τις οποίες παραθέτει, β) δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των εναγομένων -αναιρεσειόντων: "ότι δεν υφίσταται το στοιχείο της πρόθεσης βλάβης, ότι η αναιρεσίβλητη δεν προσέβαλε, παρά την επιχειρησιακή της οργάνωση, την επίδικη μεταβίβαση νωρίτερα, ότι γνώριζε την περιουσιακή κατάσταση του πρώτου εναγόμενου, ότι αυτός πλήρωνε ως εγγυητής τις υποχρεώσεις της ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ και περί της αξίας της συμμετοχής του σ' αυτήν, ότι παρά την ιδιότητά του δεν είχε γνώση των οικονομικών της ΓΕΤΗΛ λόγω της μη φυσικής παρουσίας και της ασθένειάς του".
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι προεχόντως απαράδεκτοι, καθόσον τα θεμελιούντα τον τρίτο λόγο πραγματικά περιστατικά, (αλλά και κατά το μέρος που οι ίδιες αιτιάσεις επαναλαμβάνονται "ως πράγματα ληφθέντα υπόψιν χωρίς να προταθούν" με τον τέταρτο λόγο), πέραν του ότι εκφέρθηκαν εκ περισσού χωρίς να στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας εξαγόμενα από τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, τα οποία, όμως, δεν ιδρύουν τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, ενώ όσον αφορά τον τέταρτο λόγο, (αλλά και το με τις αυτές αιτιάσεις αντίστοιχο μέρος του τρίτου αναιρετικού λόγου) οι προβαλλόμενες με αυτούς πλημμέλειες, επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα", ήτοι συγκεκριμένους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά συνιστούν αιτιολογημένες αρνήσεις και πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών.
Η εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εξ άλλου, όσον αφορά τον δεύτερο αναιρετικό λόγο περιορίζεται στην παράθεση της οικείας διάταξης χωρίς τη διατύπωση συγκεκριμένων αιτιάσεων σε σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς τυγχάνει απαράδεκτος.
Kατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 1740/2012). Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 460/2019, ΑΠ 91/2011). Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια (ΑΠ 191/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε ως μη νόμιμη την επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής, την οποία, ομοίως, είχε απορρίψει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διαλαμβάνοντας την ακόλουθη αιτιολογία: "...
οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Δράμας εξέθεταν ότι η αγωγή της ενάγουσας δεν κατατέθηκε αμέσως μετά την καταγγελία των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων που έλαβε χώρα την 10-1-2014, αλλά την 9-5-2016, ήτοι σε διάστημα πέντε ετών περίπου από τη μεταβίβαση που έλαβε χώρα την 13-5-2011, ότι από το χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου από τον πρώτο στον δεύτερο εναγόμενο συνεχίστηκαν χωρίς να διακοπούν, μέχρι το οριστικό κλείσιμό τους, οι κινήσεις στους λογαριασμούς της πιστούχου, όπως και η συνεργασία της ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου υπό την ιδιότητά του ως πιστούχου της εταιρείας "ΠΑΝΗΛΕΚΤΡΙΚΗ Α.Ε", ότι η ενάγουσα δεν επεδίωξε την απόρριψη της από 28-8-2014 αίτησης της τελευταίας για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, επιπρόσθετα δε ότι ο δεύτερος εναγόμενος κατέβαλε το φόρο μεταβίβασης για την απόκτηση του ακινήτου με την επίδικη μεταβίβαση και επί πλέον υποβλήθηκε σε δαπάνη για τη νομιμοποίηση με την …/…-3-2015 άδεια της αυθαίρετης πισίνας του οικοπέδου και για την επισκευή της στέγης (έξοδα άδειας, υλικά, εργατικά και ασφάλιση εργαζομένων), η ενάγουσα δε ουδέποτε όχλησε αυτούς για την επίδικη μεταβίβαση με συνέπεια να δημιουργηθεί σ' αυτούς η πεποίθηση ότι είναι ανεκτή και ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει την αγωγική της απαίτηση για τη διάρρηξή της.
Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων ...δεν είναι νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά της ενστάσεως αυτής και αληθή υποτιθέμενα δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν την προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, (απορρίπτοντας κατ' ουσίαν κατ' ορθή εκτίμηση τον πέμπτο λόγο εφέσεως), ότι δηλαδή μόνον τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλέστηκε η εναγομένη αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της πιο πάνω ένστασής της, δεν συγκροτούν τη νομική έννοια της κατάχρησης δικαιώματος και γι' αυτό απέρριψε αυτήν, ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα εν λόγω περιστατικά δεν περιάγουν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού.
Επομένως, ο πέμπτος (από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 19, κατ' εκτίμηση) λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο παραβίασε την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2031/2007). Οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι καθ' ο μέρος αποδίδονται με αυτούς στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, τυγχάνουν αόριστοι διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν περιστατικά που στοιχειοθετούν την παραπάνω πλημμέλεια και ειδικότερα δεν προσδιορίζουν ποιους αυτοτελείς ισχυρισμούς - "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως καταλυτικοί του αγωγικού δικαιώματος δέχθηκε το Εφετείο ως αληθινά χωρίς απόδειξη (ειδικά όσον αφορά τον δεύτερο λόγο περιορίζονται στην μνεία μόνον του αριθμού του σχετικού άρθρου).
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ορισμένα από αυτά (ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 732/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση αφενός ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην 1100/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου αυξημένη αποδεικτική δύναμη, αφετέρου ότι δεν της προσέδωσε την αποδεικτική δύναμη του δικαστικού τεκμηρίου. Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος διότι, πέραν της αντιφατικότητάς του, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού κατά τα προεκτεθέντα η εν λόγω απόφαση λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε κατ' ελεύθερη εκτίμηση με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα χωρίς να της αποδοθεί αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από την εκ του νόμου προβλεπόμενη, ανεξαρτήτως του ότι δεν συναρτάται με το αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττώνται (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2019 αίτηση των: Ι. Χ. και Π. Θ. για αναίρεση της με αρ. 63/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ