Legislator Case Law & Legislation
732/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis and insufficient reasoning in civil judgment.

Case Number 732/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a debt dispute. The appellant argued the lower court lacked a legal basis and failed to properly evaluate evidence, but the court found these claims unfounded. The court ruled that the lower court provided clear, consistent reasoning and that the appellant's arguments regarding the company's knowledge of the debt were unsupported by the record.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal for lack of legal basis or insufficient reasoning is inadmissible when the appealed judgment contains clear, complete, and non-contradictory reasoning that adequately addresses the contested facts and legal issues.

Keywords

AI generated
appeal for lack of legal basis insufficient reasoning Code of Civil Procedure appellate review civil litigation evidence evaluation legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 732 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 732/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Λύτρα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Καζιάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 720/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 410/2014 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/1/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 24/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 410/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί της από 1-3-2010 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 720/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή η από 2-4-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική μεν, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται, ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να την πλήττει κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι’ αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ’ αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.

Για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ’ αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 700/2009).

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 117/2013, ΑΠ 89/2013).

Kατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του, κατά γενική αντίληψη, χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί, καταρχήν, μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 38/2015).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει της αριθμ. .../9-2-2000 πράξης και της διορθωτικής αυτής πράξης με αριθμ. ...1-3-2000 της συμ/φου Πατρών Βασιλικής Ρούσσου που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αχαΐας (Φ.Ε.Κ. 2041/2000 Τ.Α.Ε.-Ε.Π.Ε.) μεταξύ των διαδίκων συστήθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο (... Α.Β.Ε.Ε.) ουσιαστικά θυγατρική της ενάγουσας εταιρείας, με έδρα την Πάτρα και αντικείμενο εργασιών την εμπορία ηλεκτρονικών υπολογιστών και μηχανών γραφείου. Το μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω εταιρίας καλύφθηκε σε ποσοστό 60% από την ενάγουσα εταιρεία και σε ποσοστό 40% από τον εναγόμενο, ο οποίος ανέλαβε και διευθύνων σύμβουλος αυτής.

Περαιτέρω για τις ανάγκες λειτουργίας της ίδιας επιχείρησης και προκειμένου αυτή να αποκτήσει έδρα και στην Πάτρα, ο εναγόμενος παραχώρησε σε αυτή τη χρήση τμήματος ισογείου καταστήματος επί της οδού ... στην Πάτρα, εμβαδού 175 τ.μ. που διαχωριζόταν από το υπόλοιπο κατάστημα. Ειδικότερα ο εναγόμενος για τις επαγγελματικές ανάγκες του- έκθεση και εμπορία επίπλων- με το από 3-10- 1995 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε μισθώσει από την Ε.

Τ. ισόγειο κατάστημα με υπόγειο στην ως άνω διεύθυνση συνολικής επιφάνειας 570 τ.μ., με δυνατότητα συστέγασης με άλλη επιχείρηση. Από το κατάστημα αυτό τμήμα του ισογείου 175 τ.μ., πλήρως διαχωρισμένο από το υπόλοιπο κατάστημα με το από 9-2-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ του ιδίου και του Δ. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "...

Α.Β.Ε.Ε." παραχώρησε στην τελευταία εταιρεία για τη στέγασή της. Για την παραχώρηση αυτή με το ίδιο συμφωνητικό δεν ορίσθηκε κάποιο αντάλλαγμα και αναφέρεται ότι αυτή γίνεται στα πλαίσια της δυνατότητας που είχε ο εναγόμενος συστέγασης με άλλη επιχείρηση ο οποίος όπως αναφέρθηκε στο ίδιο συμφωνητικό παραχώρησης παρέμεινε αποκλειστικά υπόχρεος στην καταβολή του μισθώματος του ακινήτου στην ως άνω εκμισθώτρια για αυτό και συμφωνήθηκε ότι μπορούσε οποτεδήποτε να ζητήσει την απόδοση του παραχωρηθέντος τμήματος του καταστήματος.

Η εταιρεία "... Α.Β.Ε.Ε." λειτούργησε ζημιογόνα μέχρι το έτος 2003 όταν ο εναγόμενος αποφάσισε να αποχωρήσει από την εταιρεία από μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος αυτής και για το λόγο αυτό με το από 16-10-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασε στην ενάγουσα εταιρεία το σύνολο από 12.000 ονομαστικές μετοχές που κατείχε και αντιστοιχούσαν στο ως άνω ποσοστό αυτού (40%) στην εταιρεία.

Κατόπιν αυτού η εταιρεία ... Α.Ε.Β.Ε. συγχωνεύτηκε δι’ απορροφήσεως με την ενάγουσα εταιρεία, δυνάμει της αριθμ. .../13-10-2004 πράξης της συμ/φου Αθηνών Αικατερίνης Κούτση-Χατζηχρήστου (ΦΕΚ 14.437/8-12-2004 Τ.Α.Ε.-ΕΠΕ) η οποία ενάγουσα έτσι απέκτησε το σύνολο των μετοχών της ως άνω εταιρείας και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως διάδοχος αυτής.

Μετά την αποχώρηση του εναγομένου από την ως άνω εταιρεία και τη συγχώνευση αυτής με την ενάγουσα, αφού παρήλθε διετία και πλέον, χωρίς στο ενδιάμεσο διάστημα, η ενάγουσα να καταβάλλει οποτεδήποτε αντάλλαγμα για την χρήση του ακινήτου, ο εναγόμενος άσκησε κατά της ενάγουσας την από 25-9-2006 (αριθμ. καταθ. .../2006) αγωγή του, επικαλούμενος υποκρυπτόμενη σύμβαση υπομισθώσεως με βάση το προαναφερόμενο από 9-2-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό παραχώρησης χρήσης του ως άνω τμήματος καταστήματος γι’ αυτό και αξίωσε με την αγωγή του την καταβολή των μισθωμάτων από το Νοέμβριο 2003, δηλαδή μετά την αποχώρησή του από την παραχωρησιούχο εταιρεία "..." και μέχρι την άσκηση της αγωγής του από 74.091,60 ευρώ.

Κατόπιν αυτού η ενάγουσα εταιρεία μετά από λεπτομερή έλεγχο των βιβλίων της παραχωρησιούχου εταιρείας που είχε συγχωνευθεί σε αυτή, διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος ως διευθύνων σύμβουλος αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως τον Οκτώβριο του 2003 που αποχώρησε από την εταιρεία, χρέωνε και εισέπραττε από αυτή μισθώματα, γεγονός που η ενάγουσα μέτοχος εταιρεία αγνοούσε, αφού ο λογιστής της στην Αθήνα Κ., καταχωρούσε στα σχετικά βιβλία της εταιρείας ό,τι του παρέδιδαν χωρίς να προβαίνει σε σχετικό έλεγχο.

Μετά όμως την αποχώρηση του εναγομένου από την παραχωρησιούχο του καταστήματος εταιρεία και τη συγχώνευση αυτής με την ενάγουσα εταιρεία ο εναγόμενος έπαψε να εισπράττει μισθώματα, προφανώς γιατί η ενάγουσα δεν γνώρισε τέτοια υποχρέωση ούτε ο ίδιος την όχλησε σχετικά, παρά το πρώτον με την από 23-5-2005 επιστολή του.

Η ενάγουσα ευλόγως αρνήθηκε την ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης της προς καταβολή μισθώματος, οπότε ο εναγόμενος άσκησε εναντίον της την ως άνω από 25-9-2006 αγωγή του. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε ερήμην του ενάγοντος σε αυτή και ήδη εναγομένου, η 484/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που την απέρριψε και κατά της τελευταίας ερήμην απόφασης ο ενάγων άσκησε έφεση και εκδόθηκε η 947/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία εξαφανίσθηκε, η πρωτόδικη απόφαση και η αγωγή κρινόμενη αντιμωλία των διαδίκων απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν.

Έτσι στα πλαίσια της ανωτέρω δίκης που διεξήχθη μεταξύ των ιδίων διαδίκων της παρούσας δίκης, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ουδέποτε καταρτίσθηκε σύμβαση υπομισθώσεως μεταξύ της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας αρχικής εταιρείας ... που συγχωνεύθηκε με την ενάγουσα και του εναγομένου αλλά ότι ο χώρος του προαναφερόμενου καταστήματος παραχωρήθηκε από τον εναγόμενο μέτοχο και διευθύνοντα σύμβουλο της ως άνω εταιρείας προς αυτήν κατά χρήση και χωρίς αντάλλαγμα με βάση σύμβαση χρησιδανείου, λόγω της συμμετοχής του ως μετόχου στην εταιρεία.

Το δεδικασμένο αυτό που απορρέει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρ. 332 Κ.Πολ.Δ) δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ως προς τον χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσεως μεταξύ της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας εταιρείας και του εναγομένου, αφού το ίδιο ζήτημα της συνάψεως ή όχι (υποκρυπτόμενης) συμβάσεως υπομισθώσεως αποτελεί προδικαστικό ζήτημα (αρθρ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ) που κρίθηκε στα πλαίσια της δίκης για την καταβολή μισθωμάτων από το αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο.

Βέβαια η παρούσα δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση έχει διαφορετικό αντικείμενο (αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας) από εκείνο της προηγούμενης δίκης (καταβολή μισθωμάτων) έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος που κρίθηκε στην πρώτη δίκη δεδομένου ότι κρίνεται εκ νέου η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα (ύπαρξη ή μη υποκρυπτόμενης συμβάσεως υπομισθώσεως) με εκείνο που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη για την καταβολή μισθωμάτων αφού λόγω της έλλειψης τέτοιας σύμβασης υπομίσθωσης ο εναγόμενος παρανόμως καταλόγιζε στην εταιρεία και εισέπραττε μισθώματα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ο οποίος γνώριζε την ανυπαρξία συμβάσεως υπομισθώσεως μεταξύ αυτού και της εταιρείας ... Α.Β.Ε.Ε., εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας που είχε τη διαχείριση της αποκλειστικά στην Πάτρα, όπου η έδρα της και χωρίς να ενημερώσει τη διοίκηση της δεύτερης μετόχου ενάγουσας εταιρείας, χρέωνε την ως άνω εταιρεία ...

Α.Β.Ε.Ε. με ποσά μισθωμάτων, για τα οποία ενημέρωνε τις αναλυτικές καρτέλες λογαριασμού της εταιρείας των επί μέρους ετών λειτουργίας της και αναλάμβανε τα αντίστοιχα ποσά από το ταμείο της εταιρείας. Ειδικότερα, όπως δεν αμφισβητείται το ύψος των αναλήψεων, στις 20 Δεκεμβρίου 2000 ανέλαβε το ποσό του 18.695,79 ευρώ για μισθώματα του διαστήματος από Ιανουάριο έως Δεκέμβριο 2000.

Περαιτέρω ανέλαβε έως 11-1-2001 το ποσό των 1557,98 ευρώ, στις 6-2-2001 αυτό των 1557,98 ευρώ, 6-3-2001 αυτό του 1577,98 ευρώ στις 10-4-2001 αυτό των 1577,98 ευρώ στις 9-5-2001 αυτό των 1557,98 ευρώ, στις 6-6-2001 αυτό των 1557,98 ευρώ στις 10-7-2001 αυτό των 1558,06 ευρώ, στις 10-8-2001 αυτό των 1557,98 ευρώ στις 14-9-2001 αυτό των 1557,98 ευρώ, στις 19-10-2001 αυτό των 1557,98 ευρώ στις 6-11-2001 αυτό των 1558,06 ευρώ, στις 6-12-2001 αυτό των 1557,98 ευρώ, στις 7-1-2002 αυτό των 1557,98 ευρώ, στις 8-2-2002 αυτό των 1713,78 ευρώ, στις 1-3-2002 αυτό των 1713,78 ευρώ, στις 1-4-2002 αυτό των 1713,78 ευρώ, στις 2-5-2002 αυτό των 1713,78 ευρώ, στις 3-7-2002 αυτό των 1713,78 ευρώ, στις 13-9-2002 αυτό των 1713,78 ευρώ, στις 4-10-2002 αυτό των 1713,78 ευρώ, στις 31-10-2002 αυτό των 1713,78 ευρώ, στις 6-12-2002 αυτό των 1713,78 ευρώ, στις 29-1-2003 αυτό των 1713,78 ευρώ, στις 17-3-2003 αυτό των 3941,68 ευρώ, στις 3-4-2003 αυτό των 1885,15 ευρώ, στις 23-4-2003 αυτό των 1885,15 ευρώ, στις 28-5-2003 αυτό των 1885,15 ευρώ, στις 9-7-2003 αυτό των 1885,15 ευρώ, στις 1-8-2003 αυτό των 1885,15 ευρώ, στις 4-9-2003 αυτό των 1885,15 ευρώ και στις 1-10-2003 αυτό των 1885,15 ευρώ.

Δηλαδή συνολικά ανέλαβε για δήθεν οφειλόμενα μισθώματα το ποσό των 74.939 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της ως άνω εταιρείας από την οποία τα εισέπραξε παρανόμως. Επίσης στις 24-12-2001 ο εναγόμενος ανέλαβε από το ταμείο της ίδιας εταιρείας το ποσό των 12.000.000 δραχμών πλέον Φ.Π.Α. 2.160.000 δραχμές και συνολικά 14.160.000 δραχμές εκδίδοντας το σχετικό αριθμ. ...-12-2001 τιμολόγιο για το ποσό αυτό.

Για την καταβολή από την εταιρεία του ως άνω ποσού επικαλείται ο εναγόμενος το υπ’ αριθμ. ...-5-2000 πρακτικό απόφασης του Δ.Σ. της ίδιας εταιρείας ... που φέρεται να συνήλθε συγκροτούμενο από τον ίδιο ως διευθύνοντα σύμβουλο, τον Α. Π. ως πρόεδρο του Δ.Σ. και παράλληλα διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας εταιρείας, την Α.

Δ. ως Γραμματέα και την Π. Σ. ως ταμία και να εγκρίνει ομόφωνα την δαπάνη του ως άνω ποσού των 12.000.000 δραχμών για έξοδα εγκατάστασης (αέρα) της εταιρείας στην Πάτρα δηλαδή αφορούσε την αποζημίωση της άυλης εμπορικής αξίας του φερόμενου ως υπομισθωθέντος χώρου καταστήματος. Εξεταζόμενος στο σημείο αυτό ο ως άνω Α.

Π. στην προαναφερόμενη .../2014 ένορκη βεβαίωσή του είναι κατηγορηματικός ότι είναι αναληθές το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης του Δ.Σ., της εταιρείας καθόσον αυτός ουδέποτε παραστάθηκε και συναίνεσε σε τέτοια απόφαση καταβολής αποζημιώσεως "αέρα" για την εγκατάσταση της εταιρείας στην Πάτρα. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που η ίδια απόφαση δεν υπογράφεται από τον ίδιο ψευδώς φερόμενο ως παριστάμενο κατά τη λήψη της, αλλά μόνο από τον εναγόμενο διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας και τη σύζυγό του ως άνω ταμία Σ.

Π. και τα υπόλοιπα μέλη όχι μόνο δεν υπέγραψαν την απόφαση αυτής, αλλά αγνοούσαν την ύπαρξη της. Επίσης ο ίδιος μάρτυρας είναι κατηγορηματικός ότι ελάχιστα επισκέφθηκε την Πάτρα και την εταιρεία ... Α.Β.Ε.Ε. της οποίας τυπικά φερόταν ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της όπως και πολλών άλλων θυγατρικών εταιρειών που είχε συστήσει σε διάφορα μέρη η ενάγουσα εταιρεία, η οποία δεν είχε τη δυνατότητα να παρακολουθεί τις λογιστικές κινήσεις της εταιρείας στην Πάτρα, στις οποίες προέβαινε ο εναγόμενος διευθύνων σύμβουλος αυτής, στον οποίο είχε εμπιστευθεί τη διαχείρισή της.

Έτσι δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο στοιχείο η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του εναγομένου και της εταιρείας ... για την καταβολή του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού των 14.160.000 δραχμών ή 41.555,40 ευρώ ως αμοιβή για την παραχώρηση του ως άνω επαγγελματικού χώρου και την εγκατάσταση της εταιρείας. Επομένως ο εναγόμενος ενεργώντας από πρόθεση, εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ανέλαβε κατά τις παραπάνω ημερομηνίες από το ταμείο αυτής και ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό ποσό των (74.939+41.555,40) = 116.494,40 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της εταιρείας αυτής.

Η ενάγουσα ως διάδοχος της εταιρείας ... Α.Β.Ε.Ε. στην οποία συγχωνεύτηκε αυτή δικαιούται σε αποκατάσταση της παραπάνω ζημίας. Η αξίωση αυτή της ενάγουσας ως προερχόμενη από αδικοπραξία που τελέσθηκε με δόλο μέλους του διοικητικού συμβουλίου της δικαιοπαρόχου αυτής ως άνω εταιρείας και στην προκειμένη περίπτωση του εναγομένου διευθύνοντος συμβούλου αυτής έχει δεκαετή παραγραφή κατά την νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας και τη διάταξη του άρθρου 22α παρ.5 του ν.2190/1920.

Άλλωστε και η ένδικη αγωγή με την οποία διώκεται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας κατά το ιστορικό της θεμελιώνεται σε ζημία που προξένησε από δόλο ο εναγόμενος μέλος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας εταιρεία.

Συνεπώς η αξίωση αυτή υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή και όχι σε τριετή, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο εναγόμενος που αφορά υπόλοιπες περιπτώσεις ζημίας όχι από δόλο προερχόμενες και ο σχετικός λόγος εφέσεως του εναγομένου με τον οποίο υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του παρά το νόμο απέρριψε την ένσταση αυτού προς απόκρουση της αγωγής περί τριετούς παραγραφής της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Υποστηρίζει περαιτέρω ο εναγόμενος ότι η διοίκηση της ενάγουσας εταιρείας και κυρίας μετόχου της θυγατρικής αυτής εταιρείας ... Α.Β.Ε.Ε. γνώριζε και ενέκρινε τα ως άνω που συνέβαιναν αφού ενημέρωνε την ενάγουσα εταιρεία με τις επίδικες χρεώσεις μισθωμάτων μέσω των λογαριασμών, των ισολογισμών και αποτελεσμάτων χρήσεως της ως άνω εταιρείας που καταρτίζονταν, των οποίων ελάμβανε γνώση η ενάγουσα, αλλά και μέσω των φορολογικών δηλώσεων της εταιρείας, στις οποίες καταχωρούνται τα καταβληθέντα ποσά μισθωμάτων, οι οποίες δηλώσεις υπογράφονταν από το λογιστή της ενάγουσας χωρίς ποτέ η ενάγουσα να αντιλέγει στην εν λόγω δαπάνη.

Επί του ισχυρισμού αυτού του εναγομένου πρέπει να λεχθεί ότι η ενάγουσα δεν είχε συνεχή ενημέρωση για την οικονομική διαχείριση της θυγατρικής αυτής ως άνω εταιρείας από τον εναγόμενο διευθύνοντα σύμβουλο αυτής και ουδέποτε έλεγχε τις ετήσιες αναλυτικές καρτέλες λογαριασμών της εταιρείας στις οποίες ο εναγόμενος χρέωνε τα ποσά μισθωμάτων.

Ελάμβανε δε γνώση των οικονομικών αποτελεσμάτων χρήσεως και του ισολογισμού στα πλαίσια της διενέργειας των γενικών συνελεύσεων της εταιρείας όπου αναγράφονταν συγκεντρωτικά η δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού και των μισθωμάτων. Έτσι παρά τη συμφωνία μεταξύ του εναγομένου και της εταιρείας ... Α.Β.Ε.Ε.

χωρίς αντάλλαγμα παραχώρησης του ως άνω χώρου, ο εναγόμενος χρέωνε την εταιρεία αυτή εν αγνοία της διοίκησης της ενάγουσας-μετόχου της εταιρείας, με μισθώματα έως και τον Οκτώβριο 2003 τα οποία εισέπραττε ο ίδιος, εκμεταλλευόμενος τόσο την εμπιστοσύνη που του έδειχνε η ενάγουσα εταιρεία, όσο και το ότι οι έλεγχοι που διενεργούνταν από την τελευταία ήταν τυπικοί, στα πλαίσια και μόνο των γενικών συνελεύσεων και η ενάγουσα εταιρεία δεν είχε τη δυνατότητα για να ελέγχει καθημερινά τη διαχείριση όλων των εταιρειών στην επαρχία στις οποίες συμμετείχε, ενώ από τα στοιχεία (ισολογισμός και αποτελέσματα χρήσης) που της παραδίδονταν για την διενέργεια των γενικών συνελεύσεων και από την εξέταση αυτών δεν προέκυπταν αναλυτικές χρεώσεις για μισθώματα του ως άνω παραχωρηθέντος χώρου.

Επίσης το γεγονός της υπογραφής των προαναφερόμενων φορολογικών δηλώσεων από το λογιστή της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος προέβαινε μόνο σε καταχώρηση των οικονομικών στοιχείων που του παραδίδονταν για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, χωρίς να προβαίνει σε οποιοδήποτε άλλο έλεγχο, δεν αρκεί για να θεμελιώσει την επικαλούμενη από τον εναγόμενο γνώση και έγκριση από την ενάγουσα εταιρεία των επίδικων αναλήψεων μισθώματος, ενώ ο ως άνω λογιστής δεν αποτελούσε όργανο διοίκησης της ενάγουσας εταιρείας, ούτε βέβαια είχε οποιαδήποτε αντιπροσωπευτική ικανότητα αυτής έναντι τρίτων.

Το πρώτον η ενάγουσα έλαβε γνώση της παρανόμου ιδιοποιήσεως των ως άνω ποσών ως δήθεν οφειλόμενων μισθωμάτων κατά το έτος 2005 κατόπιν ελέγχου που διενέργησε όταν οχλήθηκε από τον εναγόμενο να καταβάλει μίσθωμα και η ίδια, ενώ κατά τη διετία που είχε μεσολαβήσει από την αποχώρηση του εναγομένου και τη συγχώνευση σε αυτή της θυγατρικής της ως άνω εταιρείας, κανένα ποσό είχε καταβάλλει από τη συγκεκριμένη αιτία ούτε είχε οχληθεί σχετικά από τον εναγόμενο.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος εφέσεως με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονείται ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον ισχυρισμό του περί γνώσης και έγκρισης από την ενάγουσα της δαπάνης ανάληψης μισθωμάτων, ώστε δεν υπάρχει παράνομη ιδιοποίηση εκ μέρους του των ποσών αυτών και ευθύνη του προς αποζημίωση, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Επίσης σύμφωνα με τη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας η απόφαση κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας και τη ψήφιση του ισολογισμού περί απαλλαγής του διοικητικού συμβουλίου της ευθύνης του προς αποζημίωση της εταιρείας δεν απαλλάσσει τον εναγόμενο της ευθύνης προς αποζημίωση του άρθρου 22α του ν.2190/1920 για αδικοπραξία σε βάρος της εταιρείας που μάλιστα τέλεσε από δόλο.

Ούτε βέβαια η αναφορά στο από 16-10-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης από τον εναγόμενο των ονομαστικών μετοχών της εταιρείας "... Α.Β.Ε.Ε." προς την ενάγουσα εταιρεία ότι η τελευταία αγοράστρια των μέτοχων εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλύψει κάθε χρηματική απαίτηση τρίτων κατά της μεταβιβαζόμενης εταιρείας;

για την οποία μπορεί να ευθύνεται και ο εναγόμενος πωλητής ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου και μέτοχος της ίδιας εταιρείας τον απαλλάσσει της ευθύνης του προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας που τέλεσε σε βάρος της εταιρείας. Οι δε σχετικοί λόγοι εφέσεως με τους οποίους επαναφέρεται αντίθετοι των ως άνω ισχυρισμοί του εναγομένου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Περαιτέρω, όπως ως άνω αναφέρθηκε η ενάγουσα δια των αρμοδίων οργάνων της το πρώτον έλαβε γνώση το έτος 2005 της παράνομης ιδιοποιήσεως από τον εναγόμενο κατά το διάστημα των ετών 2000-2003 των επίδικων χρηματικών ποσών ως δήθεν οφειλομένων μισθωμάτων. Στην απαίτηση του εναγομένου για καταβολή μισθωμάτων το διάστημα που είχε μεσολαβήσει από τον Οκτώβριο 2003-2005 η ενάγουσα αντέδρασε άμεσα, υποστηρίζονται ότι ουδέποτε υπήρξε υπομίσθωση, από την οποία μπορεί να υπάρξει οφειλή μισθώματος και ότι η παραχώρηση του χώρου από τον εναγόμενο μέτοχο της εταιρείας προς αυτήν έγινε χωρίς αντάλλαγμα-δωρεάν.

Η διαφορά τους οδηγήθηκε στα Δικαστήρια με την έγερση από τον εναγόμενο της από 25-9-2006 αγωγής προς καταβολή μισθωμάτων που κατέληξε με την έκδοση σε βάρος του της ως άνω 947/2008 απορριπτικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού. Παράλληλα η ενάγουσα άσκησε εναντίον του την ένδικη από 2-4-2007 αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας από την παράνομη ιδιοποίηση των επίδικων ποσών ως δήθεν οφειλομένων μισθωμάτων.

Από κανένα στοιχείο προκύπτει συμπεριφορά της ενάγουσας από την οποία μπορούσε να δημιουργηθεί στον εναγόμενο εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις της για απόδοση των παρανόμως ιδιοποιηθέντων ποσών ούτε μακρά αδράνειά της υπήρξε, ώστε η μετά ταύτα άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας να προσκρούσει στους κανόνες του άρθρου 281 Α.Κ.

και να αποβαίνει καταχρηστική. Αντίθετα αφού η ενάγουσα μέχρι το έτος 2005, λόγω της αποκρύψεως των στοιχείων από τον εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε από μόνος του, δεν έλαβε γνώση της παράνομης αναλήψεως των ποσών αυτών ως δήθεν οφειλομένων - μισθωμάτων και της αποζημίωσης για άυλη εμπορική αξία του καταστήματος, δεν τίθεται θέμα δημιουργίας εύλογης πεποίθησης στον εναγόμενο ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα της αποζημίωσης ως διάδοχος της εταιρείας που υπέστη την ως άνω ζημία, δεδομένου ότι αγνοούσε ότι είχε τέτοιο δικαίωμα.

Επομένως ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσα από το άρθρο 281 Α.Κ. πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσία, όπως ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο αντίθετος σχετικός λόγος εφέσεως του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Μετά τις παραδοχές αυτές η συνολική θετική ζημία και η αποζημίωση που δικαιούται η ενάγουσα εταιρεία ως καθολική διάδοχος της θυγατρικής αυτής "...

Α.Β.Ε.Ε." ανέρχεται σε 116.494,40 ευρώ, για το οποίο ορθά έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει αυτό νομιμοτόκως στην ενάγουσα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και με προσωπική κράτησή του, λόγω της αδικοπραξίας, διάρκειας μέχρι τριών μηνών". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 720/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) με το από 9-2-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Δ. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "... Α.Β.Ε.Ε." ο πρώτος παραχώρησε στην τελευταία εταιρεία για τη στέγασή της τμήμα ισογείου καταστήματος, ενώ την παραχώρηση αυτή με το ίδιο συμφωνητικό δεν ορίσθηκε κάποιο αντάλλαγμα, β) η εταιρεία ...

Α.Ε.Β.Ε. συγχωνεύτηκε με απορρόφηση με την αναιρεσίβλητη εταιρεία, δυνάμει της αριθμ. .../13-10-2004 πράξης της συμ/φου Αθηνών Αικατερίνης Κούτση-Χατζηχρήστου (ΦΕΚ 14.437/8-12-2004 Τ.Α.Ε.-ΕΠΕ) και η οποία έτσι απέκτησε το σύνολο των μετοχών της ως άνω εταιρείας και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως διάδοχος αυτής, γ) μετά την απορρόφηση παρήλθε διετία και πλέον, χωρίς στο ενδιάμεσο διάστημα, η αναιρεσίβλητη να καταβάλει οποτεδήποτε αντάλλαγμα για την χρήση του ακινήτου, δ) ο αναιρεσείων, επικαλούμενος υποκρυπτόμενη σύμβαση υπομισθώσεως, με βάση το προαναφερόμενο από 9-2-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό παραχώρησης χρήσης του ως άνω τμήματος καταστήματος, αξίωσε με αγωγή του την καταβολή των μισθωμάτων από το Νοέμβριο 2003 και μέχρι την άσκησή της ύψους 74.091,60 ευρώ, επί της οποίας λόγω εκδόθηκε ερήμην του, η υπ’ αριθμ. 484/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που την απέρριψε, ενώ με την υπ’ αριθμ. 947/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, έγινε δεκτή η ασκηθείσα εκ μέρους του έφεση και αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη ερήμην απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, ε) ο αναιρεσείων, ο οποίος γνώριζε την ανυπαρξία συμβάσεως υπομισθώσεως μεταξύ αυτού και της εταιρείας ...

Α.Β.Ε.Ε., εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας και χωρίς να ενημερώσει τη διοίκηση της δεύτερης μετόχου αναιρεσίβλητης εταιρείας, χρέωνε την ως άνω εταιρεία ... Α.Β.Ε.Ε. με ποσά μισθωμάτων, για τα οποία ενημέρωνε τις αναλυτικές καρτέλες λογαριασμού της εταιρείας των επί μέρους ετών λειτουργίας της και αναλάμβανε τα αντίστοιχα ποσά από το ταμείο της και έτσι ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό ποσό των 116.494,40 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της εταιρείας αυτής, στ) η αναιρεσίβλητη δεν είχε συνεχή ενημέρωση για την οικονομική διαχείριση της θυγατρικής της εταιρείας από τον αναιρεσείοντα διευθύνοντα σύμβουλο αυτής και ουδέποτε έλεγχε τις ετήσιες αναλυτικές καρτέλες λογαριασμών της εταιρείας, στις οποίες εκείνος χρέωνε τα ποσά μισθωμάτων, ενώ από τα στοιχεία (ισολογισμός και αποτελέσματα χρήσης) που της παραδίδονταν για την διενέργεια των γενικών συνελεύσεων και από την εξέταση αυτών δεν προέκυπταν αναλυτικές χρεώσεις για μισθώματα του ως άνω παραχωρηθέντος χώρου και ζ) η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της παρανόμου ιδιοποιήσεως των ως άνω ποσών ως δήθεν οφειλόμενων μισθωμάτων κατά το έτος 2005, κατόπιν ελέγχου που διενέργησε, όταν οχλήθηκε από τον αναιρεσείοντα να καταβάλει μίσθωμα και η ίδια, ενώ κατά τη διετία που είχε μεσολαβήσει από την αποχώρησή του και τη συγχώνευση σε αυτή της θυγατρικής της ως άνω εταιρείας, κανένα ποσό δεν είχε καταβάλλει για τη συγκεκριμένη αιτία ούτε είχε οχληθεί σχετικά από εκείνον.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το σκέλος εκείνο, με τον οποίο η αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1).

Με το τρίτο σκέλος του ίδιου (πρώτου) αναιρετικού λόγου, καθώς και με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, παρ’ όλο που αυτά προσκομίστηκαν παραδεκτά (βιβλίο ταμείου της εταιρείας, ισολογισμοί - λογαριασμοί αποτελεσμάτων χρήσης, αποφάσεις της τακτικής γενικής συνέλευσης που τους ενέκρινε).

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας και αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία και ειδικότερα, δεν αναφέρεται, ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στα συγκεκριμένα έγγραφα από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ’ αυτά ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς αυτά τα αποδεικτικά μέσα.

Με το δεύτερο σκέλος του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρερμήνευσε και απέρριψε με "άσχετη αιτιολογία" τον ουσιώδη ισχυρισμό του, κατά τον οποίο η διενέργεια των επιδίκων εκταμιεύσεων έλαβε χώρα με τη συναίνεση της ανώνυμης εταιρείας, η οποία απορροφήθηκε από την αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αντιμετώπισε και απέρριψε, εκ των πραγμάτων, κατ’ ουσίαν τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τον συγκροτούν.

Περαιτέρω, το Εφετείο, κατ’ ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, έλαβε υπόψη και απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Η κρίση αυτή του Εφετείου στηριζόταν στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναιρεσίβλητη μέχρι το έτος 2005, λόγω της αποκρύψεως των στοιχείων από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος ενεργούσε από μόνος του, δεν έλαβε γνώση της παράνομης αναλήψεως των ποσών αυτών ως δήθεν οφειλομένων μισθωμάτων και της αποζημίωσης για άυλη εμπορική αξία του καταστήματος και ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα δημιουργίας εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι εκείνη δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμα της αποζημίωσης ως διάδοχος της εταιρείας που υπέστη την ως άνω ζημία, δεδομένου ότι αγνοούσε ότι είχε τέτοιο δικαίωμα, έλαβε δε γνώση όταν οχλήθηκε από τον αναιρεσείοντα για την καταβολή μισθωμάτων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.1.2015 αίτηση του Γ. Τ. προς αναίρεση της 410/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ