Legislator Case Law & Legislation
1219/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against default judgment due to usury and fraud in consumer loan case.

Case Number 1219/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a final default judgment rendered in a consumer loan dispute. The court found that the lower court erred by failing to recognize objective fraud and usury, as the borrower's debt burden was disproportionately high compared to their assets and future income. Consequently, the judgment was quashed and the case remitted to the same court for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 6 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court failed to apply proven facts of objective fraud and usury, violating the statutory requirement to establish a clear imbalance between assets and debt.

Keywords

AI generated
consumer loan usury objective fraud disproportionate debt appeal admissibility remittal for retrial default judgment financial imbalance

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) and 6 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3(b) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 1544/2023
Supreme Court allows appeal against debt restructuring decision due to alleged fraud and procedural error.
AP 609/2023
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, ruling evidence assessment and missing income data inadmissible.
AP 991/2023
Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment, overturning costs rule for over-indebted individuals.
AP 681/2020
Supreme Court allows appeal against bank's refusal to grant 30% home rescue loan under Greek law.
AP 684/2019
Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for lack of good faith in loan contracts.
AP 1779/2017
Supreme Court dismisses appeal in debt restructuring case, ruling inadmissible arguments regarding evidence and costs.
AP 930/2021
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it relies on procedural defects not listed in Article 560 of the Code of Civil Procedure.
AP 1150/2019
Supreme Court dismisses appeal against voluntary jurisdiction decision regarding estate property management in Greece.
AP 1047/2021
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, citing lack of creditor intervention and procedural violations.
AP 1683/2022
Supreme Court dismisses appeal against bank's foreclosure ruling regarding partial occupancy of property.
AP 785/2022
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment due to procedural errors and insufficient reasoning.
AP 658/2022
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment, ruling it legally sound and final.
OL AP 4/2023
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1219 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1219/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

AE" και ήδη "... AE" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... AE" και ήδη "... AE" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 9) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαννή Σιδέρη, οι 4η και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η, 3η, 5η, 6η, 7η και 9η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 457/2014, όπως μεταρρυθμίστηκε με την 252/2018, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9672/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η, 4η και 8η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος των 4ης και 8ης την παραδοχή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 4-9-2020 (με αριθμ. εκθ. καταθ. 60936/109/7-9- 2020) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 9672/2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των εφεσιβλήτων δεύτερης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τρίτης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...

Α.Ε."), έκτης και έβδομης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", για λογαριασμό της, αλλά και ως καθολικής διαδόχου του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "..."), καθώς και της ένατης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...

ΑΕ"), και ήδη δεύτερης, τρίτης, έκτης, έβδομης και ένατης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, ως προς τις οποίες (εφεσίβλητες) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες κατ' άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως (Α.Π. 1883/2023, ΑΠ 993/2023, ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 1353/2021).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, και περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556, 558 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1674/2023, ΑΠ 606/2023, ΑΠ 20/2023, ΑΠ 1683/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικο του, είτε από αναγκαίο ομόδικο του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 991/2023, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 991/2023, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 1794/20-6-2022, 1801/20-6-2022, 1810/20-6-2022, 1829/20-6-2022, 1820/20-6-2022, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 4-9-2020 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-11-2023) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη, τρίτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη, και ένατη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο της 3-11-2023, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 17-4-2013 αίτηση της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου στις 18-4-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Ειδικότερα, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης· επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ο λ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 609/2023, ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (προκειμένου δε, περί απόφασης ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.

ΑΠ 16/2013, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ.

ΑΠ 8/2018). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 17-4-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 169/18-4-2013) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση αυτών (οφειλών της), κατά το άρθρο 8 του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε, η υπ' αριθμ. 457/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, το οποίο, αφού απέρριψε την προταθείσα, από τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές, ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, ως νομικά αβάσιμη, ακολούθως δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αίτηση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ρύθμισε τα χρέη αυτής, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις ειδικότερα αναφερόμενες μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της, επί τριετία και εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία της, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το 80% της αντικειμενικής της αξίας.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης το τρίτο καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών α) την από 20-2- 2015 έφεσή του, καθώς και τους από 27-4-2018 με τις προτάσεις πρόσθετους λόγους έφεσης και β) η δεύτερη εφεσίβλητη με τις από 25-4-2018 προτάσεις της αντέφεση.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών, ισχυριζόμενο ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη στη λήψη των φερόμενων για ρύθμιση τραπεζικών προϊόντων ποσού 187.651, 98 ευρώ, από περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, χωρίς να υπάρχουν οι αναγκαίες περιστάσεις για τη λήψη των δανείων, προκειμένου να απολαύσει ένα ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που είχε, αποδεχόμενη το ενδεχόμενο της αδυναμίας πληρωμής των χρεών της στο μέλλον.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, με την οποία αφού συνεκδιάστηκαν έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, καθώς και η αντέφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη - αιτούσα την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010, δεν έχει περιέλθει από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τους καθών πιστωτές της, απορρίπτοντας την παραδεκτά προβληθείσα, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσής του, σχετική ένσταση περί δόλιας περιέλευσης αυτής (πρώτης αναιρεσίβλητης) σε αδυναμία πληρωμών, λόγω του υπέρμετρου δανεισμού της, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' του ν. 3869/2010, διότι αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη), ανέλαβε πλήθος καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, με υπόλοιπο οφειλών κατά την κατάθεση της αιτήσεώς της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνολικού ποσού 187.651, 98 ευρώ, καίτοι δεν συνέτρεχε ιδιαίτερος λόγος ή ανάγκη δανεισμού, προκειμένου να απολαύσει ένα πλασματικά ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που είχε, καθόσον είχε ένα ικανοποιητικό εισόδημα, αδιαφορώντας για τις δυσμενείς συνέπειες προς τους πιστωτές της.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα αυτό, δηλαδή αναφορικά με την μη κατάγνωση δόλιας συμπεριφοράς στην πρώτη αναιρεσίβλητη-αιτούσα και στη συνέχεια για την ουσιαστική παραδοχή της αίτησής της και τη ρύθμιση των χρεών της και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Η αιτούσα - πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), είναι σήμερα ηλικίας 82 ετών, άγαμη, χωρίς τέκνα, συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος από το έτος 2000 και η μηνιαία και κύρια σύνταξη της ανέρχονται στο ποσό των 1.300 ευρώ περίπου, εκ των οποίων παρακρατείτο το ποσό των 598, 92 ευρώ μηνιαίως από το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) για οφειλές της προς αυτό και το μήνα Ιανουάριο του έτους 2015, οπότε η μηνιαία παρακράτηση για την εν λόγω αιτία μειώθηκε στο ποσό των 339, 50 ευρώ, δυνάμει προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδίκη Λαυρίου και από το Φεβρουάριο του έτους 2018 παρακρατείται το ποσό των 394 ευρώ.

Η αιτούσα διαμένει σε διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου, στη Σαρωνίδα Αττικής, επί της οδού ..., έτους κατασκευής 1982, επιφανείας 46 τ.μ., το οποίο ανήκει στην ίδια κατ' αποκλειστική κυριότητα, αποτελεί την κύρια κατοικία της και η αντικειμενική του αξία ανέρχεται σε 64.00 ευρώ. Επομένως, η αξία της κύριας κατοικίας δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για την απόκτηση πρώτης κατοικίας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης (το εκκαλούν δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε το αντίθετο), η αιτούσα ανέλαβε προς το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) και τις πιστώτριές της τα κάτωθι χρέη... και οφείλει από αυτά τα κάτωθι ποσά: 1) προς το εκκαλούν Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δυνάμει του από 8-7-2003 στεγαστικού δανείου, το ποσό των 91.184 ευρώ. 2) προς την τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ειδική διάδοχος της οποίας κατέστη η ήδη έκτη εφεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", (ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 6.565, 95 ευρώ από δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών, 3) προς την ήδη έβδομη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." (ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 5.399, 26 ευρώ, από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 4) στην τράπεζα "..." (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), το ποσό 3.481, 06 ευρώ, από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 5) στην τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε." (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 3.151, 06 ευρώ από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 6) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε.", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... Α.Ε." (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 11.489, 40 ευρώ από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 7) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "...

Α.Ε.", (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 26.951, 12 ευρώ από σύμβαση στεγαστικού δανείου και το ποσό των 17, 31 ευρώ από σύμβαση πιστωτικής κάρτας και συνολικά το ποσό των 26.968, 43 ευρώ, 8) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος, η ήδη ένατη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "...

Α.Ε." (ήδη ένατη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 2.346, 72 ευρώ από σύμβαση δανείου και 9) στην ήδη δεύτερη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", το συνολικό ποσό των 37.065, 55 ευρώ, από δύο συμβάσεις καταναλωτικών δανείων και δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών.

Επομένως, η συνολική οφειλή της αιτούσας προς το εκκαλούν και τις λοιπές πιστώτριες της ανέχεται στο ποσό των 187.651, 98 ευρώ...Η αιτούσα, πέραν του ρηθέντος διαμερίσματος, που αποτελεί την κύρια κατοικία της, διαθέτει κατά το ποσοστό 12, 5% εξ αδιαιρέτου την πλήρη κυριότητα, επί των κάτωθι ακινήτων κειμένων στο ...

του Νομού Αρκαδίας: α) μίας παλαιάς ερειπωμένης κατοικίας επιφανείας, 60 τ.μ, εντός οικοπέδου 1.500 τ.μ. εμπορικής αξίας 5.000 ευρώ β) ενός αγρού εντός σχεδίου, εκτάσεως 3.000 τ.μ. εμπορικής αξίας 1.000 ευρώ γ) ενός αγροτεμαχίου εκτός σχεδίου, εκτάσεως 100 στρεμμάτων, εμπορικής αξίας 5.000 ευρώ δ) ενός αγροτεμαχίου εκτός σχεδίου, εκτάσεως 4 στρεμμάτων, εμπορικής αξίας 500 ευρώ ε) ενός αγροτεμαχίου εκτός σχεδίου, εκτάσεως 18 στρεμμάτων, εμπορικής αξίας 1.500 ευρώ στ) ενός αγροτεμαχίου εκτός σχεδίου, εκτάσεως 45 στρεμμάτων, εμπορικής αξίας 1.500 ευρώ και ζ) ενός αγροτεμαχίου εκτός σχεδίου εμπορικής αξίας 1.500 ευρώ.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι τα μηνιαία εισοδήματα της αιτούσας από τη σύνταξη της, από το έτος 2010, οπότε και ελάμβανε σύνταξη συνολικού ποσού 2.400 ευρώ, άρχισαν σταδιακά να απομειώνονται και από τις αρχές του έτους 2013 ανήλθαν στο ποσό των 1.300 ευρώ, με αποτέλεσμα, λόγω αυτής της σημαντικής και οπωσδήποτε απρόβλεπτης μείωσης της σύνταξης της που οφείλεται στην επελθούσα οικονομική κρίση, ενώ γνωστή είναι η ραγδαία αύξηση του κόστους ζωής, λόγω των αυξημένων φόρων, που επίσης για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης επιβλήθηκαν, η αιτούσα να περιέλθει χωρίς δόλο σε γενική και μόνιμη αδυναμία να ανταποκριθεί στις χρηματικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει.

Δηλονότι, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι από το σύνολο της οφειλής της αιτούσας, ύψους 187.651, 98 ευρώ περίπου το ήμισυ αυτής, ήτοι 91.184 ευρώ συνιστά οφειλή προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δυνάμει του ανωτέρω στεγαστικού δανείου, η οποία δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, διότι το δάνειο αυτό εξυπηρετούνταν μέσω μηνιαίας παρακράτησης από τη σύνταξη της αιτούσας, κατά τα προεκτεθέντα, η μείωση της σύνταξης της αιτούσας, η οποία ανήλθε από το έτος 2010 και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αίτησης σε ποσοστό 40% και ενόψει των εύλογων δαπανών διαβίωσής της, ήταν ιδιαίτερα υψηλή και απρόβλεπτη, ώστε να μην επιτρέψει στην αιτούσα να εξυπηρετεί τις δανειακές της υποχρεώσεις που είχε λάβει συνολικά.

Από το σύνολο των εισοδημάτων της αιτούσας και της μη αναμενόμενης ουσιαστικής βελτίωσης της οικονομικής της κατάστασης, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία εκπλήρωσης του μεγαλύτερου μέρους των υποχρεώσεων της απέναντι στους πιστωτές της...Τούτων δοθέντων, η επαναφερόμενη και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης, ένσταση του εκκαλούντος περί δόλιας περιελεύσεως της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών (άρθρο 1 του Ν. 3869/2010), με την οποία, ειδικότερα, το εκκαλούν προβάλλει ότι η αιτούσα- πρώτη εφεσίβλητη ανέλαβε εν γνώσει της υπερβολικές, για τα εισοδήματά της, υποχρεώσεις και ότι, ακολούθως, η οικονομική της αδυναμία οφείλεται στον υπερβολικό, για τις δυνατότητές της δανεισμό, γνωρίζοντας ότι δεν θα ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι η αιτούσα, κατά το χρόνο ανάληψης εκάστου χρέους με βάση τα εισοδήματα της, πίστευε ότι μπορούσε να εξυπηρετήσει τα χρέη της, όπως και έπραττε μέχρι το έτος 2010, ενώ η δραστική απομείωση της συντάξεως που ελάμβανε, συνετέλεσε στη μείωση του εισοδήματος της και την αδυναμία πληρωμής των χρεών της......

Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, ότι η ως άνω προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και έτσι να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης - αιτούσας, οι νόμιμες προϋποθέσεις υπαγωγής της στο ν. 3869/2010 και ακολούθως να μη καταγνώσει σε βάρος της (ενδεχόμενο) δόλο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 1 περ.

α' του ν. 3869/2010, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης, ως προς τη θεμελίωση ενδεχόμενου δόλου, και έτσι αξίωσε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή της, από όσα ο νόμος απαιτεί, παραβιάζοντας ευθέως τον ανωτέρω κανόνα δικαίου με τη μη εφαρμογή του.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο δέχτηκε αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας δόλιας συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης: 1] ότι είναι 82 ετών, άγαμη, χωρίς τέκνα, συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος από το έτος 2000 και ότι τα μηνιαία εισοδήματα από τη σύνταξή της, από το έτος 2010, οπότε και ελάμβανε σύνταξη συνολικού ποσού 2.400 ευρώ, άρχισαν σταδιακά να απομειώνονται και από τις αρχές του έτους 2013, ανήλθαν στο ποσό των 1.300 ευρώ, 2] ότι οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών ανέρχονται στο ποσό των 600 ευρώ, δεδομένου ότι διαμένει σε ιδιόκτητη οικία και δεν επιβαρύνεται με έξοδα ενοικίου, 3] ότι σε προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησής της χρονικό διάστημα, είχε αναλάβει εννέα τραπεζικά προϊόντα, από ισάριθμα πιστωτικά ιδρύματα, δηλαδή σημαντικού ύψους δανειακές υποχρεώσεις για την κάλυψη στεγαστικών και καταναλωτικών αναγκών, οφείλοντας: 1) στο αναιρεσείον ΤΠΔ, δυνάμει της από 8-7-2003 σύμβασης στεγαστικού δανείου, το ποσό των 91.184 ευρώ, 2) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση), (καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 6.565, 95 ευρώ, από δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών, 3) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" (ήδη έκτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 5.399, 26 ευρώ, από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 4) στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...", το ποσό των 3.481, 06 ευρώ, από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 5) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 3.151, 06 ευρώ από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 6) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "...-... ΑΕ", το ποσό των 11.489, 40 ευρώ, από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 7) στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "...-...

ΑΕ", το ποσό των 26.951, 12 ευρώ από σύμβαση στεγαστικού δανείου, 8) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "... Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (ήδη ενάτη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 2.346, 72 ευρώ, από σύμβαση δανείου, 9) στην η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), το ποσό των 37.065, 55 ευρώ από δύο συμβάσεις καταναλωτικών δανείων και δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών.

Τέλος, ότι συνολικά οι ληξιπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης ανέρχονταν, στο ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 187.651, 98 ευρώ. 4] Ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη τελεί σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να εξυπηρετήσει τα χρέη της ενόψει του εισοδήματος της και τέλος 5] ότι η δραστική μείωση της συντάξεως που ελάμβανε συνετέλεσε στη μείωση του μηνιαίου εισοδήματος της.

Με τις ως άνω όμως παραδοχές του, το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, απαίτησε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α" του ν. 3869/2010, ως προς την περιέλευση της πρώτης αναιρεσίβλητης από (ενδεχόμενο) δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών της, διότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που η προσβαλλόμενη απόφαση ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής ως άνω διάταξης αναφορικά με τον ενδεχόμενο δόλο.

Και τούτο διότι, η έννοια του ενδεχόμενου δόλου περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς την ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων. Στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με τις παραδοχές, η πρώτη αναιρεσίβλητη μπορούσε να προβλέψει κατά την ανάληψη των ιδιαίτερα υψηλών δανειακών της υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, αφού κάποιες (δανειακές υποχρεώσεις), ανατρέχουν και σε χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας από την υποβολή της αίτησης, ότι τα μηνιαία εισοδήματά της, ως συνταξιούχου και μάλιστα μεγάλης ηλικίας, και η μικρής αξίας, κατ' αντικειμενικό προσδιορισμό ακίνητη περιουσία της, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης [δηλαδή 64.000 ευρώ η αξία της κύριας κατοικίας και της ιδιαίτερα χαμηλής αξίας της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας της (αγροτεμάχια)], βρίσκονταν σε πρόδηλη αναντιστοιχία προς τα χρέη, που ανέλαβε και ότι είναι ενδεχόμενο, κατ' αντικειμενική κρίση μέσου συνετού δανειολήπτη, ότι ο υπερδανεισμός της με βάση τις υφιστάμενες ή τις ευλόγως αναμενόμενες οικονομικές μελλοντικές της δυνατότητες, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό συνεχίζοντας τον αλόγιστο υπέρμετρο δανεισμό της με πολλαπλά καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια και συνολικά, σύμφωνα με τις παραδοχές εννέα τραπεζικών προϊόντων, με ιδία αυτής πρωτοβουλία, αδιαφορώντας συγχρόνως για τις επιζήμιες συνέπειες προς τους πιστωτές της.

Τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για να θεμελιωθεί η νομική έννοια του ενδεχόμενου δόλου κατά την ανάληψη, αλλά και μεταγενέστερα, των δανειακών υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 991/2023, ΑΠ 681/2020, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1779/2017). Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, που δέχτηκε τα αντίθετα, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

α'του ν. 3869/2010, την οποία παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην έννοια του ενδεχόμενου δόλου.

Συνεπώς, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ. και οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή κατά παραδοχή ως βάσιμων των προαναφερομένων λόγων της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π.991/2023, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π.991/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9672/2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ