Legislator Case Law & Legislation
609/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, ruling evidence assessment and missing income data inadmissible.

Case Number 609/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final debt restructuring order issued by the Athens Court of First Instance. The appellant argued the lower court erred in assessing evidence and failed to include monthly income figures when determining repayment feasibility. The court rejected these claims, stating that the lower court's evaluation of evidence was not subject to appellate review and that the omission of specific income data constituted an inadmissible plea under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: The appellate court cannot review the substantive evaluation of evidence by the court of first instance in voluntary debt restructuring proceedings, and arguments claiming procedural defects in such assessments are inadmissible.

Keywords

AI generated
voluntary debt restructuring appeal inadmissibility evidence assessment review income data omission Article 561 Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 14 of Law 3869/2010
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 609 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 609/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αναγνωστόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-1-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ οι 1η και 3η δεν παραστάθηκαν.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Β. Τ. του Α., σύζ. Ι. Χ., κάτοικο Αθηνών, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7102/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6098/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6.7.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 53093/108/2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6098/2021 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της τρίτης των εφεσιβλήτων, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.".

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία της, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται και κατ' αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 508/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (13-1-2023).

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, η πρώτη και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Από τις υπ' αριθμ. 5337Γ'/13-12-2021 και 5643Γ'/20-12-2021 όμως εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θωμαής Τσίτση, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις προαναφερόμενες, πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6098/2021 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο αναιρεσείων Ι. Χ., με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών από 28-4-2017 αίτησή του κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 7102/2017 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, με την από 18-5-2018 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στις 28-4-2017), μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".

Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 1352/2021).

Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021).

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν, με τις πράξεις ή παραλείψεις του, επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί, με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021).

Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 758/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ., απέρριψε τον προταθέντα νομίμως εκ μέρους του, με λόγο εφέσεως, ισχυρισμό, περί αοριστίας της προβληθείσας πρωτοδίκως, εκ μέρους των πρώτης και δεύτερης των καθ' ων, ενστάσεως δόλου και, μετ' απόρριψη της εφέσεώς του, επικύρωσε την υπ' αριθμ. 7102/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτησή του για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.

Σχετικά με την ένσταση του δόλου, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη καθ' ης Τράπεζα, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας, επί λέξει, ότι "α) ...

ο αντίδικος περιήλθε δόλια σε αδυναμία πληρωμών. Ειδικότερα, ο αντίδικος έχει συνολικές οφειλές, ύψους, σύμφωνα με την υπό κρίση αίτηση, 922.412,95 ευρώ, έχοντας λάβει 9 διαφορετικά πιστωτικά προϊόντα. Ειδικότερα, έλαβε μεγάλα στεγαστικά και επαγγελματικά δάνεια για λογαριασμό της επιχείρησης της συζύγου του, χωρίς τα εισοδήματά του να του επιτρέπουν την εξυπηρέτηση των δανείων.

Προς επίρρωση δε των ισχυρισμών μας επισημαίνουμε ότι, όπως ο ίδιος ο αντίδικος συνομολογεί στην υπό κρίση αίτηση και ειδικότερα στην περιεχόμενη σε αυτή κατάσταση πιστωτών και απαιτήσεων, το 10% της συνολικής ενήμερης οφειλής του είναι 360,55 ευρώ, που σημαίνει ότι η συνολική ενήμερη οφειλή του ήταν 3.605,50 ευρώ (3.605,5/10), την οποία ουδέποτε ο αντίδικος ήταν σε θέση να εξυπηρετήσει με το οικογενειακό του εισόδημα, ακόμη και αν υποτεθεί αληθές το αναφερόμενο από αυτόν στην υπό κρίση αίτηση ότι κάποτε το οικογενειακό του εισόδημα ανερχόταν στο ποσό των 3.300 ευρώ.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο αντίδικος δόλια υπερχρεώθηκε, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να αποπληρώσει τις οφειλές του, με βάση τα δηλούμενα εισοδήματά του. Εντούτοις, συνήψε τις σχετικές συμβάσεις και έλαβε τα αντίστοιχα ποσά και συνεπώς περιήλθε δόλια σε αδυναμία πληρωμών.[...], β. Περαιτέρω ο δόλος του αντιδίκου έγκειται και στο γεγονός ότι το έτος 2013, εν μέσω της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης, παραιτήθηκε από την υψηλόμισθη θέση που κατείχε, μέσω προγράμματος εθελουσίας εξόδου, και με τον τρόπο αυτό απώλεσε ένα σημαντικό μηνιαίο εισόδημα, αποδεχόμενος, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι πλέον δεν θα είναι σε θέση να εξυπηρετήσει τις οφειλές του [...], γ.

Τέλος, η δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμών του αντιδίκου εντοπίζεται και στο γεγονός ότι με το αξιόλογο ποσό αποζημίωσης, που έλαβε φεύγοντας από την εργασία του με εθελουσία έξοδο, πλήρωσε, ως ισχυρίζεται, τις ασφαλιστικές εισφορές της συζύγου του, αντί να καλύψει μέρος των τεράστιων οφειλών του ιδίου".

Ομοίως, η δεύτερη καθ' ης, πρότεινε, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, την ίδια ένσταση του δόλου, επικαλούμενη, επί λέξει, ότι "ο αιτών, παρά το γεγονός ότι διέθετε στο παρελθόν ικανοποιητικό εισόδημα, ανέλαβε υπέρογκες δανειακές υποχρεώσεις, οι οποίες σήμερα ανέρχονται στο υπέρογκο ποσό των 922.412.95 ευρώ από αρκετά πιστωτικά ιδρύματα, χωρίς σύνεση, με αποτέλεσμα να μην δύναται να καλύψει αυτές".

Την, με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, ένσταση, της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, επανέφεραν αμφότερες οι ως άνω τραπεζικές εταιρείες, με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η ένσταση αυτή, των δύο πρώτων καθ' ων η αίτηση, ήδη αναιρεσιβλήτων, είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι ο αιτών, ήδη αναιρεσείων, συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015 "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Εξ αντιθέτου, συνάγεται, ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων, δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων: 1) ο από τον αριθμό 10, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", 2) ο από τον αριθμό 11, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" και 3) ο από τον αριθμό 12, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων".

Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. και, αναλόγως, άρθρου 560 αριθμ. 5 περ. β' του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1015/2021, Α.Π. 781/2021, Α.Π. 159/2018).

Αντίθετα, δεν είναι "πράγματα" με την έννοια αυτή, η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά το νόμο ισχυρισμοί (Α.Π. 62/2021, Α.Π. 1064/2020, Α.Π. 790/2020, Α.Π. 365/2020).

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 560 αριθμ. 5 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π 1388/2021, Α.Π. 1281/2020, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 950/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 844/2022, Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 314/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6098/2021 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών και ήδη εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), ηλικίας 49 ετών κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, είναι έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, ηλικίας, κατά τον ανωτέρω χρόνο, 20 και 17 ετών αντίστοιχα.

Στο παρελθόν εργαζόταν ως υπάλληλος στην τράπεζα Eurobank, από την οποία αποχώρησε οικειοθελώς το έτος 2013, λαμβάνοντας εφάπαξ αποζημίωση ύψους 38.000,00 ευρώ και έκτοτε είναι άνεργος. Η σύζυγός του ασχολείται με το εμπόριο κοσμημάτων, ωστόσο η κύρια δραστηριότητά της είναι η συμμετοχή της σε επιχείρηση εκμετάλλευσης φωτοβολταϊκών συστημάτων, δραστηριότητες από τις οποίες κερδίζει μηνιαίως ποσό 1.500,00 ευρώ, κατά μέσο όρο.

Διαμένει με την οικογένειά του σε διαμέρισμα, επί της οδού Μ. αρ. 3, στην περιοχή Ελληνορώσων Αθήνας, επιφάνειας 97,55 τ.μ., το οποίο του ανήκει κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου (του λοιπού ανήκοντος στη σύζυγό του). Επιπλέον, ο αιτών έχει στην ιδιοκτησία του κατά πλήρη κυριότητα, σε ποσοστό 66,6% εξ αδιαιρέτου, ένα οικόπεδο στη θέση "Τέροι" του Δήμου Αρχανών στο νομό Ηρακλείου Κρήτης.

Σε χρόνο προγενέστερο της κατάθεσης της ένδικης αίτησης, ο αιτών συνήψε έξι (6) συμβάσεις στεγαστικών δανείων, τέσσερις (4) με την πρώτη των καθ' ων-εφεσίβλητη τράπεζα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) και δύο (2) με τη δεύτερη των καθ' ων-εφεσίβλητη τράπεζα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), καθώς και μία (1) σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας με την τρίτη των καθ' ων-εφεσίβλητη τράπεζα (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), με συνολικό υπόλοιπο οφειλής, κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης, το ποσό των 922.412,95 ευρώ, για τα οποία (στεγαστικά δάνεια) υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια υπέρ των πιστωτριών τραπεζών.

Κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεών του, το ετήσιο εισόδημα του ενάγοντος ανέρχονταν σε 40.000,00 ευρώ καθώς εργαζόταν ακόμη στην τράπεζα Eurobank. Με τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις ο αιτών, πλην της λήψης του στεγαστικού δανείου για την αγορά του ανωτέρω διαμερίσματος, που αποτελεί την κύρια κατοικία του, επιχείρησε να ενισχύσει την επιχειρηματική δραστηριότητα δημιουργίας φωτοβολταϊκού πάρκου, στην οποία συμμετέχει η σύζυγός του και με την οποία ασχολήθηκε ο ίδιος μετά την αποχώρηση από την τράπεζα στην οποία εργαζόταν, καθώς αυτή έχει εγκατασταθεί στο οικόπεδο ιδιοκτησίας του ενάγοντος, στο νομό Ηρακλείου Κρήτης.

Έτσι, προσδοκώντας σε ταχεία κερδοφορία της συγκεκριμένης επιχείρησης, προέβη σε υπέρμετρο δανεισμό από την τράπεζα στην οποία εργαζόταν και δη σε ελβετικό φράγκο, γεγονός το οποίο στη συνέχεια, λόγω της αλλαγής ισοτιμίας με το ευρώ προς το δυσμενέστερο, διόγκωσε το ύψος της οφειλής του αιτούντος. Ωστόσο, ο αιτών, λόγω της ιδιότητάς του ως τραπεζικού υπαλλήλου και των ιδιαίτερων γνώσεων και εμπειρίας που αυτή η ιδιότητα του προσδίδει, όφειλε να προβλέψει ως ενδεχόμενο ότι ο υπέρογκος δανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, θα τον οδηγούσε σε αδυναμία πληρωμών.

Και τούτο διότι η συνολική οφειλή του προς τις πιστώτριες τράπεζες δεν είναι αποτέλεσμα λανθασμένων υπολογισμών περί της εξέλιξης στην ισοτιμία ευρώ και ελβετικού φράγκου, καθώς, λόγω της ιδιότητάς του, θα έπρεπε να είναι περισσότερο προσεκτικός και συνετός στο δανεισμό του, περαιτέρω, δε, ο αιτών κατέστησε εαυτόν σε δυσμενέστερη οικονομική κατάσταση έναντι των πιστωτριών, καθώς με την οικειοθελή αποχώρησή του από την τράπεζα στην οποία εργαζόταν απώλεσε το σταθερό εισόδημα που εισέπραττε από το μισθό του, το οποίο θα συνέβαλε στην απομείωση των οφειλών του.

Παράλληλα, ο αιτών δεν απέδειξε ότι κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών του ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών του, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών του, αλλά ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε, κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, πιθανή βελτίωση του οικογενειακού εισοδήματος στο μέλλον, ώστε να προσδοκά δικαιολογημένα και με βεβαιότητα ότι με την αύξηση των εισοδημάτων του ίδιου ή της συζύγου του θα δύναται να αποπληρώνει προσηκόντως τις δανειακές του υποχρεώσεις.

Επομένως, ο αιτών δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή διότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο προώθησης των τραπεζικών προϊόντων, προέβη στην απόλαυση υπέρμετρων τραπεζικών αγαθών μέσω στεγαστικών δανείων, χωρίς να αποδεικνύει κάποιον ιδιαίτερο λόγο ή ανάγκη, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, το οικογενειακό του εισόδημα οριακά επαρκούσε για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων που αναλάμβανε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος παραιτήθηκε από την εργασία του μετά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων.

Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι ο αιτών δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των χρεών του, η δε κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσής του σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, αναιρεί γι' αυτόν την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη, που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010.

Κατόπιν τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των οφειλών του αιτούντος στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αιτούντος- ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 7102/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει όμοια.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση 1) πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 11 και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις, αντιστοίχως, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του ως δικαστήριο δεύτερου βαθμού, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, α) δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, β) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος επικαλέστηκε και προσκόμισε και γ) δεν αξιολόγησε ορθώς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και 2) πλημμέλεια από τον αριθμό 5 περ.

β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το ως άνω Δικαστήριο, που καταλόγισε σε βάρος του δόλια συμπεριφορά, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του α) ότι η παραίτησή του από την εργασία του στην Τράπεζα Eurobank και η επακολουθήσασα μακροχρόνια ανεργία του, δεν έγινε αυτοβούλως, αλλά είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού, λόγω του ότι η εργοδότρια τραπεζική εταιρεία άσκησε στο προσωπικό της ψυχολογική βία, προκειμένου να το οδηγήσει σε οικειοθελή αποχώρηση, β) ότι ο ίδιος ανέμενε άμεση και αξιόλογη κερδοφορία από την εκ μέρους της συζύγου του εκμετάλλευση φωτοβολταϊκού πάρκου, η οποία όμως δεν επήλθε, με ευθύνη του Κράτους, που επέβαλε, κατά το έτος 2014, υπέρογκες εισφορές, συνεπεία των οποίων μειώθηκαν, κατά ποσοστό 30%, τα έσοδα από την εν λόγω επιχειρηματική δραστηριότητα και γ) ότι μέχρι το έτος 2013, οπότε εξωθήθηκε σε αποχώρηση από την εργασία του, ήταν συνεπής στην αποπληρωμή των δανειακών του υποχρεώσεων προς τις καθ' ων τραπεζικές εταιρείες.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 11 και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγοι, με αυτό το περιεχόμενο, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων, στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., λόγων αναιρέσεως.

Ο ίδιος δε λόγος, κατά έτερο σκέλος του, από τον αριθμό 5 περ. β'του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί, που φέρονται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της προβληθείσας από τις προαναφερθείσες τραπεζικές εταιρείες ενστάσεως, περί περιέλευσης του αιτούντος- ήδη αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής από ενδεχόμενο δόλο, καθώς και επιχειρήματα αυτού υπέρ της περί του αντιθέτου απόψεώς του και, συνεπώς, δεν είναι "πράγματα", με την έννοια του νόμου, επιπλέον δε διότι, με την επίκληση του λόγου αυτού, υπό την επίφαση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 5 περ.

β' του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εξ άλλου, τα περιστατικά, που το ως άνω δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, ήταν δε επαρκή για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, η αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων δεν οφείλεται σε ανυπαίτια σταδιακή μείωση των εισοδημάτων αυτού (αφού ο περιορισμός των οικογενειακών εισοδημάτων κατά το ποσό των 40.000 ευρώ ετησίως, οφείλεται στην οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του), αλλά στον υπερδανεισμό του, ο ίδιος δε μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και, εντούτοις, αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή.

Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος, με την οποία ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει τα μηνιαία εισοδήματα αυτού (ατομικά και οικογενειακά), κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων, ώστε να κριθεί εάν ήταν δυνατή η, κατά το χρόνο εκείνο, εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων, αποτελεί επιχείρημα αυτού για την πληρέστερη, κατά την άποψή του, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλεται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της ελλείψεως νομίμου βάσεως, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ.

Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 930/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.7.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 53093/108/2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6098/2021 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Απριλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ