Legislator Case Law & Legislation
1211/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments and failure to cite specific errors.

Case Number 1211/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court of Larissa's decision regarding a debt dispute. The appellants argued procedural violations and evidence issues, but the Court found their appeal arguments vague and unsupported by specific citations of the lower court's reasoning. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the appellants were ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942 of the Civil Code; Article 495(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal must be specific and substantiated; vague or unsubstantiated arguments regarding procedural errors or evidence evaluation result in dismissal.

Keywords

AI generated
Civil Appeal Procedural Error Evidence Evaluation Debt Dispute Legal Costs Specificity Requirement Dismissal of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 939 of the Civil Code
Article 941(1) of the Civil Code
Article 942 of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1211 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1211/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Χ., 2) Μ. Τ. του Δ., συζύγου Ε. Π., κατοίκων …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Τσιαμπαλή και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καννά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/8/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2016 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/7/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 939 ΑΚ, οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των επόμενων άρθρων, τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 941 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, κατά δε το επόμενο άρθρο 942, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη χωρεί, μόνον αν έγινε με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση.

Η πρόθεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτριώσεως κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 Α.Κ.

Υπόκειται δε σε διάρρηξη η απαλλοτρίωση, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) κατά το χρόνο της πραγματοποίησή της, γνώριζε, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, σε περίπτωση, όμως, απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, δεν απαιτείται τέτοια γνώση. Παράλληλα η γνώση αυτή του τρίτου ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή η πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια (ΑΠ 1902/2013, ΑΠ 1800/2008).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 Α. Κ., 699 Εμπ. Ν, 112 ΕισΝΑΚ, και 64-67 του ν. δ. της 17-7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", προκύπτει ότι δικαιούται να ζητήσει τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής, κατά την έννοια του άρθρου 939 Α.Κ., δικαιοπραξίας κάθε δανειστής, του οποίου η απαίτηση είναι, κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η απαλλοτρίωση, γεγενημένη, έστω και αν τελεί υπό προθεσμία ή είναι υπό αίρεση ή ανεκκαθάριστη, εφόσον ο οφειλέτης αποσκοπούσε στη ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης αυτής, αρκεί αυτή να καταστεί ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής.

Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, και ακολούθως καταβάλλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων.

Στην έννομη αυτή σχέση οι αμοιβαίες αποστολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.

Επομένως, τα παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσόν εκκαθαρισμένη. Έτσι, η τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, έχει άρα το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 621/2016).

Συνακόλουθα τούτων, για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη υπό την προαναφερόμενη έννοια. Τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει, για το κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται σ'αυτήν.

Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει για το ορισμένο της η παραπάνω αγωγή διαρρήξεως, περιλαμβάνεται το ποσό της απαίτησης και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη επέρχεται κατά τόσο μόνον, καθόσον ζημιώνεται ο δανειστής, η εξεύρεση δε του μέρους αυτού εξαρτάται από τη σχέση των προαναφερομένων ποσών (ΑΠ 1112/2004, ΑΠ 1677/2008).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο, ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα, η έλλειψη παράθεσης και επαρκούς εξειδίκευσης των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 119/2014, ΑΠ 192/2016.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 220/2016).

Στην προκείμενη υπόθεση, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία εξέθετε, κατ' εκτίμηση, στην ένδικη από 9-8-2011 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων αγωγή της, παραδεκτώς επισκοπούμενη από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: 'Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 131/2010, ήδη τελεσίδικης, διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία εκδόθηκε με βάση την από 17-12-2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και τις τρείς πρόσθετες πράξεις αυξήσεως αυτής από 27-4-2004 έως 2-7-2007, συνολικού ποσού 250.000 ευρώ, που καταρτίστηκαν μεταξύ της ίδιας ως πιστώτριας και του πρώτου εναγομένου ως πιστούχου, υποχρεώθηκε ο τελευταίος να της καταβάλει για κεφάλαιο το ποσό των 289.358,04 ευρώ πλέον των τραπεζικών τόκων υπερημερίας, καθώς και εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, και δικαστική δαπάνη 7.739,07 ευρώ. 'Ότι ενώ υφίστατο η ως άνω απαίτηση της Τράπεζας από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, αφού ο πιστούχος, στη διάρκεια λειτουργίας τους, δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του και εμφάνιζε παθητική σε βάρος του κατάσταση, εξαιτίας της οποίας αυτή (Τράπεζα) έκλεισε τον αντίστοιχο λογαριασμό της στις 20-11-2009 με χρεωστικό κατάλοιπο 289.358,04 ευρώ, ο πρώτος εναγόμενος (πιστούχος), προτιθέμενος να μην εκπληρώσει την οφειλή του προς αυτήν πιστώτρια Τράπεζα) και έχοντας σκοπό να καταστήσει αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησής της, με το υπ'αριθμ.

…/…-12-2008 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, κατ' ισομοιρία, προς το δεύτερο των εναγομένων, πρώτο εξάδελφό του και την τρίτη των εναγομένων σύζυγο του τελευταίου, την κυριότητα των αναφερόμενων στην αγωγή τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, συνολικής αντικειμενικής αξίας 91.284,73 ευρώ και πραγματικής αγοραίας αξίας 180.780 ευρώ συνολικά, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, όπως ειδικότερα αναλύεται σε αυτή. 'Οτι η απαλλοτρίωση έγινε προς βλάβη της, καθόσον στο χρόνο μεταβίβασης, αλλά και της άσκησης της ένδικη αγωγής, δεν υπήρχε άλλη εμφανής και αξιόχρεη περιουσία του πρώτου εναγομένου για την ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαίτησής της, γεγονός, το οποίο γνώριζε ο τελευταίος και ενήργησε με σκοπό βλάβης της, αφού γνώριζε την ύπαρξη της οφειλής του προς αυτής καθώς και ότι με την επίμαχη απαλλοτρίωση θα περιερχόταν σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μη δυνηθεί να εισπράξει τις απαιτήσεις της.

Ότι οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, λόγω της συγγενικής, αλλά και επαγγελματικής σχέσης τους, γνώριζαν, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο μεταβίβασης, την οφειλή του πρώτου εναγομένου προς αυτή, καθώς και ότι η απαλλοτρίωση γινόταν προς καταδολίευσή της και παρόλα αυτά δέχτηκαν να συμπράξουν στην ως άνω πώληση και επίσης γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν άλλοι πλησιέστεροι συγγενείς του πρώτου εναγομένου για να εμφανισθούν ως αγοραστές, αφού τόσο η μητέρα, όσο και τα αδέλφια αυτού, ευθύνονταν ως κληρονόμοι του αρχικού εγγυητή πατέρα του Γ.

Π., και συνεπώς δεν παρείχε εξασφάλιση μια μεταβίβαση προς τους στενούς του συγγενείς και έτσι μεθοδεύτηκε η ως άνω μεταβίβαση, ώστε να παραμείνουν επισφαλείς οι απαιτήσεις της σε βάρος του. Ζήτησε δε κατόπιν τούτων η ενάγουσα την υπέρ αυτής διάρρηξη της ανωτέρω απαλλοτρίωσης στο σύνολό της, υποστηρίζοντας ότι λόγω της αναφερόμενης αξίας ενός εκάστου ακινήτου, δεν επαρκεί μέρος αυτής για την ικανοποίηση των μεγαλύτερων απαιτήσεών της.

Με βάση το ως άνω ιστορικό και αίτημα το εφετείο απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, περιέχουσα όλα τα αναγκαία κατ' άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ για το ορισμένου του δικογράφου της στοιχεία και νόμιμη, ερειδόμενη στις προδιαληφθείσες διατάξεις. Με την κρίση του αυτή, το εφετείο δεν αρκέστηκε, για τη θεμελίωση της αγωγής στους συγκεκριμένους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε, εκείνους δηλαδή της διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας (άρθρα 939 επ. ΑΚ), σε λιγότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γνώση των αναιρεσειόντων ως τρίτων, σχετικά με την πρόθεση του οφειλέτη προς βλάβης του δανειστή του (άρθρο 941 παρ. 1 ΚΠολΔ) και τη γένεση του οι οικείου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ούτε έλαβε υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της, ούτε παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμού 1,8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1998, ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, κατά το ενδιαφέρον για τη βασιμότητα των ερευνώμενων λόγων αναίρεσης κεφάλαιο της, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως, με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Μεταξύ της εφεσίβλητης-ενάγουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", συμβληθείσας δια των νομίμων εκπροσώπων της και του εκκαλούντος στην α' έφεση-πρώτου των εναγομένων, συνήφθη η υπ' αριθμό …/…-12-2001 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η δανείστρια Τράπεζα χορήγησε στον τελευταίο, πιστούχο, πίστωση μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών, πίστωση που αυξήθηκε έως το ποσό των 250.000 ευρώ με την υπογραφή των από 27-04-2004 (1η), 07-07-2006 (2η) και 02-07-2007 (3η) πρόσθετων πράξεων αυξήσεως στην με αριθμό 2420/17-12-2001 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Ο λογαριασμός εξυπηρέτησης των ανωτέρω συμβάσεων, έκλεισε στις 20-11-2009, εμφάνιζε δε κατά την ανωτέρω ημερομηνία, χρεωστικό υπόλοιπο ποσού ύψους 289.358,04 ευρώ. Η δανείστρια τράπεζα, κοινοποίησε στον πιστούχο-οφειλέτη, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 2027Β/01-12-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Θ.

Τ., την καταγγελία και το κλείσιμο του λογαριασμού, που το κατάλοιπο του, σε βάρος του πιστούχου, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 289.358,04 ευρώ, πλέον τόκων. Κατόπιν, δε, αιτήσεως της ενάγουσας, εκδόθηκε για την ανωτέρω απαίτηση η με αριθμό 131/26-02-2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία επιδόθηκε στον πρώτο των εναγομένων στις 09-03-2010 και στις 09-04-2010, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς 2204Β/09-03-2010 και 2251 Β/09-04-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Θ.

Τ.. Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής δεν ασκήθηκε ανακοπή (βλ. το με αριθμό 3609/26-05-2010 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Τρικάλων). Πριν την καταγγελία της ανωτέρω συμβάσεως και το κλείσιμο του σχετικού λογαριασμού, ο ανωτέρω οφειλέτης και ενώ η ανωτέρω απαίτηση της ενάγουσας σε βάρος του ήταν ήδη γεγενημένη, δηλαδή τα δημιουργικά περιστατικά αυτής, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση της πίστωσης, είχαν ήδη συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν ήταν, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαια και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, προβλέποντας ότι μέλλει να επιχειρηθεί σε βάρος της περιουσίας του αναγκαστική εκτέλεση, μεταβίβασε στους εκκαλούντες στη β' έφεση, δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, την ακίνητη περιουσία του.

Συγκεκριμένα, δυνάμει του με αριθμό …/…-12-2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ερμιόνης Κασσοπούλου, που έχει νόμιμα καταχωρηθεί με αριθμό …/…-12-2009 στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Τρικάλων, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατ' ισομοιρία στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων επί των ακόλουθων αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο που βρίσκεται στα …, στη συμβολή των οδών … και …, εμβαδού 645 τ.μ.

και συνορεύει με την οδό …, με την οδό …, με ιδιοκτησία Χ. και με ιδιοκτησία Σ.: 1) της υπό στοιχεία … και με κωδικό αριθμό εθνικού κτηματολογίου (εφεξής Κ.Α.Ε.Κ) …./0/7 οριζόντιας ιδιοκτησίας (καταστήματος), εμβαδού 38,80 τ.μ., που αποτελείται από έναν χώρο καταστήματος και πατάρι και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 17,90/1000, 2) της υπό στοιχεία … και με Κ.Α.Ε.Κ …/0/2 οριζόντιας ιδιοκτησίας (υπογείου), εμβαδού 38,80 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 10,50/1000, 3) της υπό στοιχεία … και με Κ.Α.Ε.Κ …/0/8 οριζόντιας ιδιοκτησίας (καταστήματος), εμβαδού 47 τ.μ., που αποτελείται από έναν χώρο καταστήματος, πατάρι και WC και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 22/1000 και 4) της υπό στοιχεία … και με Κ.Α.Ε.Κ …/0/3 οριζόντιας ιδιοκτησίας (υπογείου), εμβαδού 47 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 9,30/1000.

Η εμπορική αξία που αντιστοιχεί στο ποσοστό της συγκυριότητας του πρώτου εναγομένου για κάθε μία από τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ανέρχεται σε 62.080 ευρώ, 20.000 ευρώ, 75.200 ευρώ και 23.500 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικά στο ποσό των 180.^30 ευρώ, την οποία οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν. Η λοιπή περιουσία του πρώτου εναγόμενου είναι σημαντικά βεβαρημένη με εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης.

Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος είναι κύριος των κάτωθι ακινήτων: α) της με στοιχεία … οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) του τρίτου ορόφου οικοδομής, επί της οδού … της πόλης των …, εμβαδού 72.30 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 103,48/1000. αξίας 75.000 ευρώ, η οποία είναι βεβαρημένη αι) με την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της ενάγουσας για έτερη απαίτησή της από σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 17.000.000 δραχμών, ήδη τραπείσα σε υποθήκη για ποσό 11.392,80 ευρώ, αιι) με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για την επίδικη απαίτηση της ενάγουσας για ποσό 72.500 ευρώ, που τράπηκε σε υποθήκη, αιιι) με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της τράπεζας probank για ποσό 8.924 ευρώ, αίν) με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Aspis τράπεζας για ποσό 19.630 ευρώ, αν) με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας για ποσό 47.393,76 ευρώ, ήδη τραπείσας σε υποθήκη, ενώ έχει χωρήσει και κατάσχεση για το ποσό αυτό, β) ενός οικοπέδου που βρίσκεται στον …, εκτάσεως 521 τ.μ., αξίας 60.000 ευρώ, το οποίο βαρύνεται:

βι) με την εγγραφή προσημείωσης υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Υγραερίων, βιομηχανικών προϊόντων και γενικών επιχειρήσεων" για ποσό 120.000 ευρώ, βιι) με την εγγραφή προσημείωσης υπέρ της τράπεζας Probank, για ποσό 8.924 ευρώ και βιιι) με την εγγραφή προσημείωσης υπέρ της τράπεζας ΑΣΠΙΣ, για ποσό 19.630 ευρώ, σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, συνολικής εκτάσεως 7.202 τ.μ., μετά της επ' αυτού αποθήκης από τσιμεντόλιθους, αξίας (του ιδανικού μεριδίου του) 16.500 ευρώ, το οποίο είναι βεβαρημένο:

γι) με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της τράπεζας Probank, για ποσό ύψους 8.924 ευρώ, γιι) με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της τράπεζας ΑΣΠΙΣ, για ποσό ύψους 19.630 ευρώ, ενώ έχει επιβληθεί κατάσχεση από τον Δ. Κ. για ποσό 9.520,28 ευρώ και δ) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, συνολικής εκτάσεως 1.916 τ.μ., αξίας (του ιδανικού μεριδίου του) 7.050 ευρώ, το οποίο είναι βεβαρημένο:

δι) με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της τράπεζας Probank, για ποσό ύψους 8.924 ευρώ, διι) με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της τράπεζας ΑΣΠΙΣ, για ποσό ύψους 19.630 ευρώ, ενώ έχει επιβληθεί κατάσχεση από τον Δ. Κ. για ποσό 9.520,28 ευρώ (βλ. τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την εφεσίβλητη κτηματολογικά φύλλα των ανωτέρω ακινήτων).

Μάλιστα, εκ των ανωτέρω ακινήτων, ήδη έχουν εκπλειστηριασθεί τα υπ'αριθμ.3 και 4 ως άνω ακίνητα και υπερθεμάτισε ο δεύτερος εναγόμενος εκκαλών στον οποίο κατακυρώθηκαν έναντι πλειστηριάσματος 26.020 ευρώ (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εφεσίβλητη υπ' αριθμ. …/5-3-2012 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμ/φου Τρικάλων Μαρίας Φώτη).

Από τα περιστατικά αυτά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα ο πρώτος των εναγόμενων αποφεύγει να ικανοποιήσει την ενάγουσα, σαφώς προκύπτει ότι με την ένδικη απαλλοτρίωση σκόπευε στην καταδολίευσή της, δηλαδή σκοπός του ήταν η βλάβη της δανείστριας ενάγουσας, αφού επεδίωκε να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξίωσής της, τον οποίο (σκοπό) εν τέλει πέτυχε, καθόσον η ενάγουσα δεν δύναται λόγω έλλειψης περιουσίας να εκτελέσει τον τίτλο που της επιδικάζει τις απαιτήσεις της.

Ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν είχε πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, διότι το κρίσιμο διάστημα που έλαβαν χώρα οι μεταβιβάσεις, αυτός κάλυπτε τις υποχρεώσεις του, τόσο έναντι της ενάγουσας, όσο και των λοιπών δανειστών του, και ότι η ενάγουσα στις 2.7.2007 προέβη σε αύξηση της πιστώσεως. Όμως, η τελευταία αυτή αύξηση της πιστώσεως έγινε πολύ πριν την επίμαχη απαλλοτρίωση (5-12-2008).

Οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, από τους οποίους ο πρώτος είναι συγγενής εξ αίματος σε πλάγια γραμμή τετάρτου βαθμού (πρώτα εξαδέλφια αντίστοιχα), με τον πρώτο των εναγομένων, η δε τρίτη σύζυγος του δευτέρου αυτών (εξ αγχιστείας σε πλάγια γραμμή τετάρτου βαθμού), γνώριζαν το σκοπό αυτού, δηλαδή ότι απαλλοτριώνει προς βλάβη της ενάγουσας, αφού γνώριζαν τόσο την απαίτηση της τελευταίας, όσο και ότι τα απαλλοτριωθέντα αποτελούσαν τα μοναδικά αξιόχρεα περιουσιακά στοιχεία του, λόγω της σχέσης συγγένειας που τους συνδέει.

Οι ίδιοι, δεύτερος και τρίτη των εναγομένων ισχυρίζονται ότι δεν γνώριζαν το χρέος του συγγενή τους, πρώτου των εναγομένων, προς την ενάγουσα, πλην, όμως, ο ισχυρισμός τους αυτός δεν δύναται να ευσταθήσει. Ειδικότερα, ο πρώτος και δεύτερος των εναγομένων λειτουργούσαν από κοινού επιχείρηση πώλησης υγραερίου, συνεργαζόμενοι με την εταιρία "ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ", συστεγαζόμενοι στα καταστήματα, τα οποία το έτος 2008 μεταβιβάστηκαν στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων.

Παρά την γενική άρνηση του δευτέρου των εναγόμενων, ότι ουδεμία επαγγελματική συνεργασία είχε με τον πρώτο αυτών, η εξετασθείσα μάρτυρας ανταποδείξεως, μητέρα του δευτέρου των εναγόμενων, επιβεβαιώνει ότι είχαν συνεργασία έως το έτος 2003, με τη λειτουργία της ίδιας αντιπροσωπείας, χωρίς να καθιστά σαφές αν η συνεργασία, έστω και μετά τη μεταφορά του πρώτου εναγόμενου σε άλλο κατάστημα, σταμάτησε το έτος 2003 ή το έτος 2006, ενώ οι επιχειρήσεις εξακολούθησαν να είναι συναφείς.

Το ότι υφίστατο συναφής εμπορική δραστηριότητα, προκύπτει από το ότι, ενώ η μάρτυρας ανταποδείξεως καταθέτει ότι ο πρώτος εναγόμενος μετά το έτος 2003 έγινε αντιπρόσωπος της "ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ" και" έκανε μεταφορά σε πρατήριο, ενώ ο υιός της δεύτερος των εναγόμενων κράτησε το μαγαζί, στην προσκομισθείσα από τους εναγόμενους από 05-12-2008 απόδειξη είσπραξης, αναγράφεται η "ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ" και δίπλα "Ε.

Χ. Π.-Εμπορία Υγραέρια Πετρογκάζ-Είδη Υγραερίου & Ηλεκτρικές Συσκευές", γεγονός που καταδεικνύει ότι και κατά το χρόνο της ένδικης μεταβίβασης, οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων είχαν την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα. Να σημειωθεί δε ότι η ένδικη σύμβαση πιστώσεως συνήφθη το έτος 2001, δηλαδή ενόσω ακόμη υπήρχε εμφανής εταιρικός δεσμός, ενώ η σχετική αλληλογραφία της τράπεζας (τρίμηνες κινήσεις του λογαριασμού και άλλες ειδοποιήσεις) αποστέλλονταν στο ενιαίο κατάστημα και ο δεύτερος εναγόμενος ελάμβανε γνώση ακωλύτως το κάθε φορά υπόλοιπο της οφειλής του πρώτου εναγομένου.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εξετασθείσας μάρτυρος ότι ο δεύτερος των εναγόμενων, ο οποίος ήταν ήδη συγκύριος του λοιπού ποσοστού του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των ανωτέρω ακινήτων, μετά την αποχώρηση του πρώτου, χρησιμοποιούσε για την επιχείρηση του ολόκληρο το εμβαδόν των καταστημάτων καταβάλλοντος μίσθωμα στον πρώτο, ο οποίος ενισχύεται από τις αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων και το σχετικό μισθωτήριο που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, διαψεύδεται τελικά από το ότι στο επίμαχο συμβόλαιο της απαλλοτρίωσης (σελ. 10 τελευταία παράγραφος) αναφέρεται ότι ο πωλητής-πρώτος εναγόμενος υπέβαλε υπεύθυνη δήλωση περί εμπρόθεσμα δηλωθέντων μισθωμάτων (για ιδιόχρηση), δηλαδή ότι μέχρι τη μεταβίβαση ιδιοχρησιμοποιούσε το μίσθιο.

Συνεπώς δεν παρίσταται δικαιολογημένο να αγνοούν, τόσο ο δεύτερος των εναγομένων, όσο και η τρίτη αυτών, σύζυγός του, την οφειλή του πρώτου προς την ενάγουσα, η οποία ήταν σημαντική. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το τίμημα της πώλησης του ιδανικού μεριδίου του πρώτου των εναγομένων επί των μεταβιβασθέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών, ήταν αυτό της αξίας τους κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, ήτοι 91.284,73 ευρώ και ότι ποσό 70.000 ευρώ, εκταμιεύτηκε στις 27-11-2008 από τον με αριθμό … λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης στην Alpha Bank, ποσό 9.715,92 ευρώ από έτερο λογαριασμό στην ίδια τράπεζα με αριθμό … και ποσό σε μετρητά 11.568,81 ευρώ. Για την ανάληψη του ποσού των 70.000 ευρώ προσκομίζεται το από 27-11-2007 αποδεικτικό πρόωρης ανάληψης της Alpha Bank, ενώ από το βιβλιάριο του με αριθμό … λογαριασμού (κοινού) της Θεοδώρας Πουλιανίτη, προκύπτει ότι έγινε ανάληψη στις 14-11-2008 ποσού 8.915,92 ευρώ και ποσού 800 ευρώ στις 03-12-2008. Από τα προσκομιζόμενα, όμως, παραστατικά της ενάγουσας, προκύπτει ότι το ποσό των 8.915,92 ευρώ που εκταμιεύτηκε στις 14-11-2008, μαζί με το ποσό των 61.084,08 ευρώ που εκταμιεύτηκε επίσης στις 14-11-2008 από προθεσμιακό λογαριασμό του Χ. Π. του Ε. (πατέρα του δευτέρου των εναγομένων), ήτοι συνολικά ποσό 70.000 ευρώ, αυθημερόν (14-11-2008) κατατέθηκε στον με αριθμό 33000210040400 λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης επ' ονόματι του δευτέρου των εναγομένων ...

Στις 27-11-2008, πράγματι έγινε ανάληψη από τον δεύτερο των εναγομένων ποσού 70.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 30.000 ευρώ αναλήφθηκε την ίδια ημέρα από αυτόν, ενώ ποσό 40.000 ευρώ κατατέθηκε σε προθεσμιακή κατάθεση κοινού λογαριασμού. Η μάρτυρας των εναγομένων, κατέθεσε πρωτόδικα ότι δεν γνώριζαν οι αποκτήσαντες τις οφειλές του μεταβιβάσαντος κι ότι η πώληση ήταν πραγματική κι όχι εικονική.

Μάλιστα χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα των 91.284,73 ευρώ, όσο δηλαδή η αντικειμενική αξία των ακινήτων, εκταμιεύθηκε από δικό της λογαριασμό, καθώς και του συζύγου της από το Κατάστημα 330 Τρικάλων της ενάγουσας Και μάλιστα α] ποσά 9.715,92 ευρώ από κοινό λογαριασμό της μάρτυρος και της εγγονής της Δάφνης Παπάρα, β) 70.000,00 ευρώ από πρόωρη εξόφληση προθεσμιακής κατάθεσης του Χρήστου Πουλιανίτη (πατέρα του 2ου εναγομένου) και γ) 11.568,81 ευρώ με μετρητά.

Ο παραπάνω, όμως, ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται βάσιμος, κατά τα προαναφερόμενα, διότι το ποσό των 9.715,92 ευρώ που εκταμιεύθηκε (λογιστικώς) την 14.11.2008 από τον λογαριασμό της μάρτυρος και μάλιστα 20 ημέρες πριν την υπογραφή του συμβολαίου, δεν καταβλήθηκε για το τίμημα, αλλά μαζί με το ποσό των 61.084,08 ευρώ που εκταμιεύθηκε (λογιστικώς) την ίδια ημέρα 14.11.2008 από τον υπ' αριθμ.

… λογαριασμό του συζύγου της μάρτυρος Χ. Π. του Ε. (βλ. το σχετικό αποδεικτικό ανάληψης) την ίδια ημέρα 14.11.2008 κατατέθηκε στον υπ' αριθμ. … λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης ποσού 70.000,00 ευρώ σε κοινό λογαριασμό του Χ. Π. του Ε. (βλ. το αποδεικτικό προθεσμιακής κατάθεσης), τον τελευταίο αυτό … λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης (από τον οποίο ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι εκταμιεύθηκε το σύνολο του ποσού και καταβλήθηκε για το τίμημα), την 27.11.2008 πράγματι έγινε εξόφληση του λογαριασμού αυτού, αλλά μέρος αυτού εκ 40.000.00 ευρώ μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ.

… κοινό λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης (βλ. το αποδεικτικό προθεσμιακής κατάθεσης). Ενώ το υπόλοιπο ποσό των 30.000 ευρώ και μόνο εκταμιεύθηκε με μετρητά (βλ. σχετικό παραστατικό). Εξάλλου, για το ποσό των 11.568,81 ευρώ, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, ότι, ήταν μετρητά που τα είχαν στην οικία τους, (όπως κατέθεσε και η μάρτυράς τους), δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι εκείνη την εποχή ένα τέτοιο ποσό βρίσκονταν στην οικία τους.

Περαιτέρω, η κατάθεση της μάρτυρος, σχετικά με την αξία των ακινήτων, έρχεται σε αντίθεση με την ομολογία του πρώτου εναγομένου στο εφετήριο, ότι τα ακίνητα είχαν αξία 300.000 ευρώ. (Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι και το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος, παρότι φέρεται ότι στις 5.12.2008 εισέπραξε το ποσό των 91.284,73 ευρώ για το τίμημα των μεταβιβασθέντων ακινήτων, δεν προκύπτει ότι κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό σε κάποια από τις τράπεζες που όφειλε, ή άλλους δανειστές του, γι' αυτό και εκδόθηκαν σε βάρος του διαταγές πληρωμής (βλ.

την υπ' αριθμ. 159/2009 δ/γή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Τρικάλων που βασίστηκε σε επιταγή του 1ου εναγομένου 9.000,00 ευρώ με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.12.2008), ή ότι απέτρεψε την εγγραφή προσημείωσης 120.000 ευρώ υπέρ της ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ την 13.2.2009, δύο μήνες μετά την φερόμενη είσπραξη του τιμήματος, την έκδοση διαταγής πληρωμής για 8.924 ευρώ από την τράπεζα PROBANK την 28.7.2009, για 19.630 ευρώ από την ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ την 20.5.2009, για 47.393,76 ευρώ την 7.10.2010 από την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και οι οποίες τράπεζες προχώρησαν σε εγγραφή αναγκαστικής προσημείωσης, η δε ΕΜΠΟΡΙΚΗ και σε κατάσχεση περιουσιακών του στοιχείων (βλ.

τα προσκομιζόμενα φύλλα του Κτηματολογίου). "Ή εξετασθείσα μάρτυρας ανταποδείξεως, καταθέτει, περί της συγκέντρωσης του ποσού του τιμήματος από τους εναγόμενους, ότι τούτο προερχόταν εν μέρει από χρήματα του ιδίου του δευτέρου του εναγομένου, εν μέρει χρήματα που η ίδια και ο σύζυγος της (γονείς του) έδωσαν σε αυτόν, αλλά και εν μέρει από χρήματα που έδωσε σ' αυτόν η πεθερά του, χωρίς όμως την τελευταία να επικαλούνται ως πηγή χρημάτων οι εναγόμενοι.

Οι εναγόμενοι προσκομίζουν την από 05-12-2008 απόδειξη είσπραξης (η οποία φέρει την επωνυμία του δευτέρου των εναγόμενων), στην οποία αναγράφεται ότι εισέπραξε ο Ε. Γ. Π. για αγορά μεριδίων (ισόγειο κατάστημα … με υπόγειο … και ισόγειο κατάστημα … με υπόγειο …) μετρητά από λογαριασμό τραπέζης (Alpha …) 70.000 ευρώ μετρητά από λογαριασμό τραπέζης (Alpha …) ποσό 9.715,92 ευρώ και μετρητά ποσό 11.568,81 ευρώ.

Όμως, όπως προεκτέθηκε, από τα προσκομιζόμενα παραστατικά προκύπτει ότι από το ποσό των 70.000 ευρώ που αναλήφθηκε, ποσό 40.000 ευρώ κατατέθηκε σε έτερο προθεσμιακό κοινό λογαριασμό (…), χωρίς να προκύπτει άλλη ανάληψη και συνεπώς δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα πραγματική καταβολή τιμήματος για την πώληση. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής είναι το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε λόγω πώλησης τα μόνα αξιόχρεα περιουσιακά στοιχεία του στους λοιπούς εναγόμενους, χωρίς όμως από τις μεταβιβάσεις αυτές να προκύπτει για αυτόν κάποιο ιδιαίτερο όφελος (λ.χ υψηλό τίμημα).

Εξάλλου, παρά τον ισχυρισμό των δευτέρου και τρίτης των εναγόμενων ότι για την καταβολή του τιμήματος δεν επαρκούσαν τα δικά τους χρήματα και ενισχύθηκαν οικονομικά από τους γονείς του δευτέρου των εναγόμενων, κατά τη διενέργεια εκπλειστηριάσεως ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί αγροτεμαχίου έκτασης 1.916 τ.μ.

και ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου επί άλλου αγροτεμαχίου, έκτασης 7.202 τ.μ., της συγκυριότητας του πρώτου εναγόμενου, με επίσπευση της ενάγουσας, υπερθεμάτισε ο δεύτερος των εναγομένων, στον οποίο και κατακυρώθηκαν τα ακίνητα, έναντι πλειστηριάσματος ποσού 26.020 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε αυθημερόν από αυτόν, όπως προκύπτει από την με αριθμό …/05-03-2012 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης μεριδίων ακινήτου της συμβολαιογράφου Τρικάλων Μαρίας Φώτη.

Από την ανωτέρω ενέργεια, όμως, του δευτέρου των εναγομένων, καταδεικνύεται και το γεγονός ότι οι σχέσεις του ιδίου και της τρίτης εναγομένης συζύγου του με τον πρώτο των εναγομένων ήταν καλές και ότι γνώριζε τις οικονομικές δυσχέρειες που αυτός αντιμετώπιζε και ότι στόχος τους ήταν να παραμείνουν τα ακίνητα στην οικογένεια κι όχι να μεταβιβαστούν σε τρίτο.

Στην κρίση περί του αντιθέτου, δεν συνεισφέρουν ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων, ειδικότερα του μάρτυρα Σ. Ψ. που καταθέτει ότι μέχρι 11.2.2009 ο εργοδότης του Ε. Π. του κατέβαλε τις αποδοχές του και ότι δεν είχε ακουσθεί στην κοινωνία ότι όφειλε, της μάρτυρος Ε. Α., λογίστριας του 2ου εναγομένου, η οποία καταθέτει ότι:

το τίμημα των 91.284,73 ευρώ (ίσο με την αντικειμενική αξία) ήταν εύλογο και αξιόχρεο διότι η κρίση είχε ξεκινήσει από το 2005, ότι η μητέρα του 2ου εναγομένου άρχισε να κάνει σταδιακά αναλήψεις για την κάλυψη του τιμήματος και δη αρχικά το ποσό των 8.915.92 ευρώ στις 14.11.2008 (δηλαδή 3 εβδομάδες πριν την υπογραφή του συμβολαίου), στη συνέχεια 70.000 ευρώ εκ των οποίων για λόγους ασφαλείας επέστρεψε στην τράπεζα τα 40.000 ευρώ και τέλος 800 ευρώ, και ότι τα υπόλοιπα του τιμήματος όπως και τα έξοδα της μεταβίβασης καταβλήθηκαν σε μετρητά και επιταγή, του μάρτυρα Ι.

Κ. ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι επιθεωρητής πωλήσεων της ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ και γνωρίζει τον 1ο εναγόμενο και τον 2ο εναγόμενο οι οποίοι ήταν αντιπρόσωποι της ως άνω εταιρίας με μεταξύ τους ομόρρυθμη εταιρία μετά την λύση της οποίας εξακολούθησαν και οι δύο να είναι αντιπρόσωποι ασκώντας ατομική δραστηριότητα, ότι έμαθε ότι ο 1ος εναγόμενος σκόπευε να πουλήσει τα μερίδια του στα κρίσιμα ακίνητα για να εξοφλήσει το χρέος του προς την ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ και όταν το 2008 τα πούλησε στον ξάδερφο του ξόφλησε ένα μεγάλο μέρος της οφειλής του στην ως άνω εταιρία και τα υπόλοιπα τα εξόφλησε με συμψηφισμό της προμήθειας από τις πωλήσεις προκειμένου να γίνει άρση της προσημείωσης που είχε η εταιρία σε ακίνητο του στον …, ότι ο 1ος εναγόμενος είχε μπλοκ επιταγών από αρκετές τράπεζες, και ότι η ενάγουσα τράπεζα του είχε αυξήσει την πίστωση τον ίδιο χρόνο.

Και τούτο διότι ουδεμία απόδειξη καταβολής οφειλής του 1ου εναγομένου προς την εταιρία ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ προσκομίστηκε που να αποδεικνύει ότι κατέβαλε το τίμημα των μεταβιβάσεων προς αυτή. Αντίθετα η ως άνω εταιρία ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ ενέγραψε προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 120.000 ευρώ στο ανωτέρω ακίνητο (οικόπεδο στη συνοικία … του Δήμου … με ΚΑΕΚ …) την 13.2.2009 (αριθμ.

καταχ. 668/13.2.2009) δυνάμει της υπ' αριθμ. 135/13.2.2009 αποφάσεως ασφ. μέτρων, (βλ. το κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου). Δηλαδή, δύο και πλέον μήνες μετά την κρίσιμη μεταβίβαση, έσπευσε να εγγράψει την ως άνω προσημείωση στο πλέον αξιόχρεο και ελεύθερο βαρών την στιγμή εκείνη ακίνητο του πρώτου εναγομένου.

Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, δικαιούται η ενάγουσα να απαιτήσει τη διάρρηξη των ένδικων απαλλοτριώσεων στο σύνολο τους, καθόσον η συνολική αξία των μεταβιβασθέντων με αυτές ποσοστών συγκυριότητας ακινήτων ανέρχεται σε 180.780 ευρώ και υπολείπεται σημαντικά της οφειλής του πρώτου των εναγομένων που ανέρχεται στο ποσό των 289.358,04 ευρώ.

Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη δικαιοπραξία έπρεπε να διαρρηχθεί ως καταδολιευτική. Δεν έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων, με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και πρέπει απορριφθούν".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές στο σύνολό τους και όχι όσες αποσπασματικά κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτησή τους, το Εφετείο, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα α) της γνώσης των τελευταίων, ως αγοραστών, για την οφειλή του συνεναγομένου πολιτή τους, προς την αναιρεσίβλητη Τράπεζα με την πρόθεση αυτού (πολιτή) για την καταδολίευσή της και β) του ύψους της αγοραίας αξίας των πωληθέντων ποσοστών εξ' αδιαιρέτου επί των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση (την οποία άλλωστε ούτε οι αναιρεσείοντες προσδιορίζουν), εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ'αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις σχετικό περί τούτων πόρισμά του, στο οποίο κατέληξε, με τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των διαλαμβανόμενων στη μείζονα σκέψη της παρούσας κανόνων δικαίου, τους οποίους σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή του πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν θεμελιώνουν τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε το πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του.

Περαιτέρω, με τον ίδιο δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, το Εφετείο, που την εξέδωσε, αντίστοιχα α) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, β) δέχτηκε πράγματα που προτάθηκαν από την αντίδικο ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αλλιώς παρά την ανταπόδειξή τους, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ και γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκόμισαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο και ειδικότερα 1) τις αποδείξεις τους για την ανάληψη διαφόρων ποσών από την Τράπεζα, μεταξύ των οποίων η ανάληψη του ποσού των 40.000 ευρώ στις 3-12-2008 από την τράπεζα της αντιδίκου, προκειμένου να αποδείξουν την πραγματική καταβολή του αναφερόμενου στα συμβόλαια τιμήματος, 2) το μισθωτήριο που είχαν συνάψει το έτος 2003 και τα μισθώματα που κατέβαλαν για τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου μέχρι την πώλησή τους σε αυτούς στις 5-12-2008 και 3) τις δηλώσεις τους στην εφορία κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που αναφέρεται σε παραβάσεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες για την πληρότητά του δεν επικαλούνται στην αίτησή τους α) ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1277/2015, ΑΠ 1593/2017) και β) ποια πράγματα δέχτηκε το δικαστήριο ως αληθινά, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποία ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 96/2010, ΑΠ 1163/2011, ΑΠ 1226/2017), ενώ όσον αφορά τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση τούτων (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 621/2016).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 26/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22/7/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 73/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)