Supreme Court dismisses appeal where withdrawal was made before oral hearing and other grounds are inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insolvent automotive parts company against a final judgment from the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant withdrew the appeal before the oral hearing commenced, rendering the appeal ineffective, while the court also rejected arguments regarding the lack of legal basis for the lower court's decision. Consequently, the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs of 2,700 euros.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 296, 297, 573, 574 of the Code of Civil Procedure; An appeal withdrawn before the oral hearing is deemed not filed, and errors in the assessment of the substantive claim are not reviewable under Article 559(19).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 621 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 621/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε. - ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στη …, έχει ήδη λυθεί, τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές και νόμιμους εκπροσώπους της: α) Δ. Τ. του Β. και β) Ι. Κ. του Κ..
Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος της εταιρείας Ειρήνη Βένιου, δήλωσε ότι παρίσταται για λογαριασμό των εκκαθαριστών, τους οποίους εκπροσωπεί διά πληρεξουσίου και ότι παραιτείται ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, Φ. Σ. του Δ..
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της πρώην Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο και 2) Φ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-1996 αγωγή της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5360/2000 μη οριστική, 41957/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1840/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 15-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 εδ. α’ , 295 παρ. 1 εδ. α’ , 296 εδ. α’ , 297 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου, πριν ο τελευταίος προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υποθέσεως, καθώς και ότι η παραίτηση γίνεται είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 233, 573 παρ. 1 και 574 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην αναιρετική δίκη η προφορική συζήτηση της υποθέσεως αρχίζει με την εκφώνησή της στο ακροατήριο του δικαστηρίου και την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, μετά την οποία ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να προβάλλει αντιρρήσεις, με την έννοια ότι έχει έννομο συμφέρον στην περάτωση της δίκης με την έκδοση οριστικής αποφάσεως, η πιθανολόγηση του οποίου έχει ως δικονομικό αποτέλεσμα το απαράδεκτο της παραιτήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο εμφανίσθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της ένδικης από 25 Φεβρουαρίου 2015 αιτήσεως για αναίρεση της 1840/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο οποίος μάλιστα δεν παρίστατο στο ακροατήριο, η δήλωσή της δε αυτή καταχωρίσθηκε στα οικεία πρακτικά.
Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η δήλωση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι ως προς αυτόν η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.
Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.
Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου εξάλλου ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια.
Το στοιχείο της γνώσης πρέπει τέλος να συντρέχει κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης. Μεταγενέστερη γνώση του τρίτου δεν βλάπτει. Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του (ΑΠ 1/2002, σχετ.
Ολ. ΑΠ 709/1974). Αντίθετη επί του προκειμένου άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του.
Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 ΑΚ αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ’ αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 939 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη (τέτοιος είναι και ο εγγυητής), για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε από τον τελευταίο προς βλάβη του, κατά τους όρους των άρθρων 940 επ.
ΑΚ, πρέπει, εκτός από τα άλλα, να αναφέρει και την απαίτηση που έχει αυτός (ο ενάγων δανειστής) κατά του εναγόμενου οφειλέτη, με προσδιορισμό του ποσού αυτής, αλλά και της αιτίας από την οποία αυτή προήλθε (από το νόμο, από σύμβαση, αδικοπραξία κλπ). Ειδικότερα, αν η εν λόγω απαίτηση αποτελεί κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε, πρέπει στην αγωγή να γίνεται παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αυτού του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει αυτό το κατάλοιπο (ΑΠ 46/1984).
Η παράθεση αυτή δεν είναι αναγκαία όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή (ΑΠ 49/2001). Δεν είναι επίσης αναγκαία η παράθεση των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αν για την ύπαρξη και το ύψος της από το κατάλοιπο απαίτησης υφίσταται δεδικασμένο (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ), ενόψει του ότι το τελευταίο αποκλείει την αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της ύπαρξης και του ύψους της εν λόγω απαίτησης.
Τέτοιο δεδικασμένο, που αποκλείει αυτή την αμφισβήτηση, προέρχεται και από τη διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου, για απαίτηση του τελευταίου από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που κλείστηκε και η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, είτε με την τελεσίδικη, κατά παραδοχή ανακοπής κατ’ αυτής, ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω ανυπαρξίας της απαίτησης, είτε, σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής μέσα στην προθεσμία των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοσή της, που ορίζεται στο άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την άπρακτη πάροδο των δέκα εργάσιμων ημερών από τη νέα επίδοση αυτής στον οφειλέτη, τη μη άσκηση δηλαδή από αυτόν ανακοπής μέσα στην εν λόγω προθεσμία (άρθρ. 633 παρ. 2 ΚΠολΔ και Ολ.
ΑΠ 6/1996). Τέλος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ’ αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή.
Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου ΑΚ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, ...
η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε. Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Ανταλλακτικών Αυτοκινήτων" καταρτίστηκε η από 7-1-1989 και με αριθμό … σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό, αλληλόχρεο λογαριασμό, για τη χορήγηση πίστωσης μέχρι του ποσού των 750.000.000 δραχμών, μαζί με τις … αυξητικές, όμοιες, συμβάσεις.
Ο πρώτος εναγόμενος ... (ενν. το Φ. Σ.) και κύριος μέτοχός της εγγυήθηκε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από την ανωτέρω σύμβαση και τις αυξητικές αυτής συμβάσεις, συνυπογράφοντας ως αυτοφειλέτης στα σώματα όλων των συμβάσεων, ευθυνόμενος αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία για ... την ολοσχερή εξόφληση του οριστικού καταλοίπου, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, παραιτούμενος της ένστασης διζήσεως.
Επειδή οι υπόχρεοι με τις εν λόγω συμβάσεις δεν ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις ... τους, η ενάγουσα προέβη την 16-6-1995 στο κλείσιμο του ... λογαριασμού και την 30-6-1995 στο κλείσιμο των λοιπών έξι λογαριασμών, οι οποίοι παρουσίαζαν υπόλοιπο ύψους 109.274.346 δρχ. και 356.191.097 δρχ., αντίστοιχα, τα οποία γνωστοποίησε στην πιστούχο εταιρεία και στον ...
εγγυητή με τις από 16-6-1995 και 17-7-1995 επιστολές της, αντίστοιχα. Επειδή οι τελευταίοι δεν κατέβαλαν την οφειλή, που προέκυπτε από το κλείσιμο των λογαριασμών, μετά από αίτηση της ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 11940/1996 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία υποχρέωνε τους πιστούχο εταιρεία και εγγυητή, εις ολόκληρον τον καθένα, να της καταβάλουν το ποσό των 442.099.942 δρχ., νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της.
Μετά δε από άσκηση ... ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, με την υπ’ αριθμ. 27340/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ακυρώθηκε αυτή κατά το ποσό των 2.085.092 δρχ. και υποχρεώθηκαν αυτοί με την ίδια απόφαση να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 440.014.850 δρχ., απόφαση η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 418/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και έτσι ...
κατέστη τελεσίδικη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η απαίτηση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) κατά το χρόνο πρώτης συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, η οποία έλαβε χώρα την 15-10-1999, ήταν ορισμένη, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και δεν χωρούσε κατ’ αυτής αμφισβήτηση λόγω του ... δεδικασμένου από την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής. ...
Περαιτέρω, ... αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος (ενν. ο Φ. Σ.), ενώ γνώριζε ότι οι επίμαχοι, αλληλόχρεος λογαριασμός και οι αυξητικές αυτού συμβάσεις ... παρουσίαζαν, κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυτών χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου εταιρείας κατάλοιπο, γνώση που προκύπτει άμεσα από την ιδιότητα του ίδιου ως κυρίου μετόχου της πιστούχου εταιρείας, κατά τους παρακάτω χρόνους προχώρησε στη μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας του.
Ειδικότερα, με το υπ’ αριθμ. .../27-2-1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δήμητρας Μπάτσιου - Τσαούση συνεστήθη, μετά την έγκρισή του την 22-3-1995, η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" (ήδη αναιρεσείουσα) ... με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον ίδιο εναγόμενο (ενν.
τον Φ. Σ.), στην οποία συνεισέφερε αυτός αντί χρημάτων ... τρία ακίνητα ιδιοκτησίας του, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ως εισφορά σε είδος για τη συμμετοχή του στην εν λόγω εταιρεία. Ειδικότερα, από μια πολυκατοικία που βρίσκεται στη … και επί της οδού ..., μεταβίβασε τα παρακάτω διαμερίσματα: α) ένα ...
διαμέρισμα του 1ου ορόφου ... εμβαδού 100 τ.μ. περίπου ... με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου ... 8,10% εξ αδιαιρέτου, β) ένα διαμέρισμα του ίδιου ορόφου ... εμβαδού 80 τ.μ. περίπου ... με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου ... 7,20% εξ αδιαιρέτου, γ) ένα ημιυπόγειο χώρο εμβαδού 67 τ.μ. περίπου ... και ένα υπόγειο αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 100 τ.μ.
περίπου ... με ποσοστό συγκυριότητας 6,68% εξ αδιαιρέτου από μια οικοδομή ... που βρίσκεται στην πόλη της … στην οδό .... Η πραγματική αξία των τριών αυτών μεταβιβασθέντων ακινήτων, τόσο κατά το χρόνο της μεταβίβασης όσο και κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, ήταν κατά πολύ μικρότερη της απαιτήσεως της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) (440.014.850 δρχ.
ή 1.291.312,84 ευρώ), δεδομένου ότι η μεν αντικειμενική τους αξία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 53.931 ευρώ, ... η δε πραγματική τους αξία ανερχομένη σε ποσοστό 30% μεγαλύτερη της αντικειμενικής δεν υπερέβαινε το ποσό των 70.110 ευρώ ... Οι παραπάνω μεταβιβάσεις, ως εισφορές στη νεοσυσταθείσα ... εταιρεία από τον πρώτο εναγόμενο (ενν.
τον Φ. Σ.) έγιναν με σκοπό βλάβης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), αφού κατά τους κρίσιμους χρόνους των μεταβιβάσεων (27-2-1995) είχαν γεννηθεί τα δικαιοπαραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, η οποία και κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή με την καταγγελία και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, που συνέβησαν πριν από την άσκηση των αγωγής ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, ενώ κατά το χρόνο πρώτης συζήτησης της αγωγής ενώπιον αυτού ...
είχε περιβληθεί ισχύ δεδικασμένου. Το γεγονός δε ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις έλαβαν χώρα σε χρόνο προγενέστερο του οριστικού κλεισίματος των λογαριασμών δεν ασκεί ... καμιά έννομη επιρροή. Η εναγομένη δε ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα), προς την οποία έγιναν οι εν λόγω μεταβιβάσεις, γνώριζε τόσο κατά την ίδρυσή της, στις 27-2-1995, όσο και την 22-3-1995, οπότε εγκρίθηκε το καταστατικό της, ότι ο ιδρυτής της και νόμιμος εκπρόσωπός της, πρώτος εναγόμενος (ενν.
ο Φ. Σ.), ενεργούσε προς βλάβη της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), εισφέροντας τα προαναφερθέντα τρία ακίνητά του σ’ αυτήν, ως νεοσυσταθείσα εταιρεία, η οποία κυρίως συστήθηκε για να αντικαταστήσει την προγενέστερή της, πιστούχο ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕΒΕ" και ενόψει της επικείμενης λύσης της συνεργασίας της τελευταίας με την ανώνυμη εταιρεία εμπορίας αυτοκινήτων με την επωνυμία "...
Α.Ε.", με την οποία μέχρι τότε αποκλειστικά συνεργαζόταν, συνεργασία η οποία, μάλιστα, έληξε το Μάιο του 1995. Τα παραπάνω ενισχύονται από το γεγονός ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), νέα εταιρεία, εγκατέστησε την έδρα της στο κατάστημα επί της οδού ..., όπου είχε μέχρι τότε την έδρα της η πιστούχος εταιρεία ...
Σε κάθε περίπτωση εν προκειμένω διερευνάται εάν η εισφορά των ακινήτων από τον πρώτο εναγόμενο (ενν. τον Φ. Σ.) προς κάλυψη του κεφαλαίου της έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) και εάν αυτό το γνώριζαν οι ιδρυτές της και όχι εάν αυτή συνεστήθη με σκοπό βλάβης της ενάγουσας. Ενισχυτικό δε της εν λόγω κρίσης, ήτοι της γνώσης της εναγομένης εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας) του βλαπτικού σκοπού του ίδιου εναγομένου (ενν.
του Φ. Σ.), αποτελεί και το γεγονός ότι ο τελευταίος ήταν ο κύριος μέτοχός της, αποκτώντας κατά την ίδρυσή της τις 1980 μετοχές από το σύνολο των 2.200 μετοχών που κατείχε αυτή ... Η κρίση ότι η μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων από τον πρώτο εναγόμενο (ενν. τον Φ. Σ.) έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), και ειδικότερα για να μην μπορέσει να ικανοποιήσει αυτή την επίδικη απαίτησή της, αποδεικνύεται και από το ότι κατά το χρονικό διάστημα από 12-12-1994 έως 17-4-1995 ο ίδιος εκποίησε το σύνολο της υπόλοιπης περιουσίας του και δεν του απέμεινε κάποιο από το οποίο να μπορέσει η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) να ικανοποιήσει αυτή. ...
Άλλα περιουσιακά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι είχε ο εναγόμενος (ενν. ο Φ. Σ.), με συνέπεια, κατά το χρόνο έγερσης της κρινόμενης αγωγής (30-4-1996), ήτοι κρίσιμο για την φερεγγυότητά του χρονικό σημείο, να μην έχει εμφανή περιουσία από την οποία να μπορέσει να ικανοποιήσει την απαίτησή της η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), γεγονός το οποίο, παρά το ότι το γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος, (ενν.
ο Φ. Σ.) προέβη στις ως άνω μεταβιβάσεις, με σκοπό να την βλάψει. Ο ισχυρισμός και των δύο εναγομένων ότι η πιστούχος εταιρεία κατά το χρόνο των ως άνω απαλλοτριώσεων, πέραν της επαρκούς περιουσίας, από την οποία μπορούσε η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) να ικανοποιήσει την απαίτησή της, είχε παράσχει και επαρκείς διασφαλίσεις στην ίδια με την παράδοση αξιογράφων, δεν ασκεί έννομη επιρροή, γιατί ο εγγυητής, ο οποίος ευθύνεται ως πρωτοφειλέτης, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος (ενν.
ο Φ. Σ.), δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, στο πρόσωπο των λοιπών συνοφειλετών". Ενόψει των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι οι μεταβιβάσεις των ακινήτων με το ως άνω συμβόλαιο έγιναν με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης, το σκοπό δε αυτό του Φ.
Σ. γνώριζε η αναιρεσείουσα και συνακόλουθα έκρινε ότι πρέπει να διαρρηχθεί η σχετική δικαιοπραξία, απέρριψε δε κατόπιν αυτού τις εφέσεις τούτων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 939 επ. και 941 ΑΚ ως προς τη γνώση του αποκτώντος τρίτου και του μεταβιβάζοντος οφειλέτη ότι η απαλλοτρίωση αυτή γίνεται προς βλάβη των δανειστών του, και στη συγκεκριμένη περίπτωση προς βλάβη της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε τόσο κατά το χρόνο ιδρύσεώς της όσο και κατά το χρόνο εγκρίσεως του καταστατικού της ότι η απαλλοτρίωση των τριών ακινήτων προς αυτήν γίνεται προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι ο οφειλέτης της και μεταβιβάσας τα ακίνητα αυτά Φ.
Σ. ήταν ο ιδρυτής, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, όπως γίνεται δεκτό, η γνώση επί νομικού προσώπου κρίνεται στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου του, πράγμα που δεν διαφοροποιείται κατά το στάδιο ιδρύσεως, οπότε το νομικό πρόσωπο δρά και ενεργεί διά του ιδρυτή του.
Τη θέση αυτή εκφράζει και η διάταξη του άρθρου 7δ ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", σύμφωνα με την οποία "Πρόσωπα που έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση Εταιρείας ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριόριστα και σε ολόκληρο. Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρεία για τις πράξεις που έγιναν ρητά στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο εάν, μέσα σε τρείς μήνες από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας, ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις πράξεις".
Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι τυχόν υιοθέτηση του ισχυρισμού που προβάλλει η αναιρεσείουσα, ότι, εφόσον κατά το χρόνο μεταβιβάσεως σ’ αυτήν των τριών ακινήτων δεν είχε ιδρυθεί ακόμη, δεδομένου ότι δεν είχε δημοσιευθεί η διοικητική πράξη εγκρίσεως του καταστατικού της, και κατά συνέπεια δεν είχε ιδία βούληση, ώστε να γνωρίζει ότι η μεταβίβαση τούτων γίνεται προς βλάβη της πιστώτριας Τράπεζας, θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα οι μεταβιβάσεις που γίνονται προς νεοϊδρυόμενα νομικά πρόσωπα να εκφεύγουν της δυνατότητας διαρρήξεως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου οι ιδρυτές και εκπρόσωποι αυτών είναι οι οφειλέτες και ιδιοκτήτες των περιουσιακών στοιχείων, από τα οποία οι δανειστές τους προσδοκούν να ικανοποιηθούν.
Περαιτέρω, επαρκώς εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή, το γεγονός ότι κατά το χρόνο μεταβιβάσεως των εν λόγω ακινήτων δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά του μεταβιβάσαντος, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι είχε καταστεί αυτή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή διά της καταγγελίας και του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Συνεπώς, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, και ειδικότερα ότι κατά το χρόνο εισφοράς των ακινήτων αυτών στην περιουσία της δεν είχε υπάρξει ακόμη αυτή ως νομικό πρόσωπο και άρα δεν μπορούσε να έχει την οποιαδήποτε γνώση, καθώς και ότι κατά το χρόνο μεταβιβάσεως των τριών αυτών ακινήτων ο Φ. Σ. δεν ήταν ακόμη οφειλέτης της αναιρεσίβλητης, ώστε να έχει αυτή την οποιαδήποτε γνώση ότι πράττει προς βλάβη της, είναι αβάσιμα.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ’ ουσία.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, επικαλούμενη ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή ακόμη και η ίδια η πιστώτρια Τράπεζα εξακολουθούσε και μετά τις μεταβιβάσεις των ακινήτων προς αυτήν να χρηματοδοτεί την πιστούχο εταιρεία με νέες χορηγήσεις τόσο σε δραχμές όσο και σε αλλοδαπό νόμισμα, και κατά συνέπεια αγνοούσε και η ίδια τον καταδολιευτικό χαρακτήρα των ενεργειών του Φ.
Σ., αλλά και ότι η ίδια η μάρτυρας της αναιρεσίβλητης στην ένορκη κατάθεσή της εκφράσθηκε με αμφιβολία για τη γνώση τούτου ως προς το επίμαχο αυτό ζήτημα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί τα επικαλούμενα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε όσα εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα των πρώτου και δευτέρου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι δηλαδή οι μεταβιβάσεις των ακινήτων από το Φ.
Σ. στην αναιρεσείουσα με το .../1995 συμβόλαιο έγιναν με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης, αφού ο μεταβιβάζων κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο από το οποίο να μπορούσε η τελευταία να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της εναντίον του, το σκοπό δε αυτό του μεταβιβάζοντος γνώριζε η αναιρεσείουσα και ότι συνακόλουθα πρέπει να διαρρηχθεί η σχετική δικαιοπραξία.
Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αντίθετος τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, επικαλούμενη ότι δέχθηκε τη γνώση της για τον καταδολιευτικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως των ακινήτων σ’ αυτήν χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της περί διαρρήξεως αγωγής της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτή κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα την από 29-5-1998 έκθεση του ορκωτού λογιστή Ι.
Κ., από την οποία προέκυπτε ότι κατά το χρόνο κλεισίματος των μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της πιστούχου εταιρείας λογαριασμών το κατάλοιπο αυτών δεν ήταν του ύψους που αναφέρεται στην ένδικη αγωγή, αλλά αντιθέτως υπήρχε και πλεόνασμα υπέρ της πιστούχου εταιρείας, και σε κάθε περίπτωση δεν υπήρχε ζήτημα επισφάλειας της τελευταίας και κατ’ επέκταση του εγγυητή Φ.
Σ., αφού η αναιρεσίβλητη είχε πλήρως εξασφαλισμένες τις απαιτήσεις της με επιταγές πελατείας και μετοχές της πιστούχου εταιρείας, και κατά συνέπεια δεν υφίστατο οποιοδήποτε ζήτημα γνώσεως της αναιρεσείουσας για το χαρακτήρα της δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως των ακινήτων προς αυτήν ως καταδολιευτικής ή μη.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το πιο πάνω αναφερόμενο έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση τούτου.
Ειδικότερα, το Εφετείο ως προς το ύψος της οφειλής της πιστούχου εταιρείας προς την αναιρεσίβλητη δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 11940/1996 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως διαμορφώθηκε η οφειλή με την 418/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς δε την εξασφάλιση της πιστώτριας Τράπεζας από άλλους συνοφειλέτες ορθά έκρινε ότι ο δανειστής, σε περίπτωση πλειόνων συνοφειλετών, δικαιούται κατ’ αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι περιλαμβάνονταν σ’ αυτό όλα τα περιστατικά που εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα των πρώτου και δευτέρου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, εφόσον προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής με σαφήνεια και πληρότητα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 939 επ και 941 ΑΚ στοιχεία, όπως αυτά εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, για τη γένεση της ένδικης αξίωσης προς διάρρηξη ως καταδολιευτικής της δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως ακινήτων που καταρτίσθηκε με το .../1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δήμητρας Μπάτσιου - Τσαούση.
Συνακόλουθα τούτων, δεν ήταν απαραίτητο για το ορισμένο της αγωγής να αναγράφονται: α) ότι και οι λοιποί ιδρυτές και μέλη του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας γνώριζαν πως ο Φ. Σ. απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, εφόσον στο δικόγραφο αναφέρεται ότι αυτή συστάθηκε και εκπροσωπείται από τον τελευταίο, β) οι κάθε λογής όροι της συμβάσεως μεταξύ της πιστώτριας Τράπεζας και της πιστούχου εταιρείας, το ύψος και την κίνηση των λογαριασμών που τηρήθηκαν εις εκτέλεση της μεταξύ τους συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον στο δικόγραφο αναφέρεται το κατάλοιπο κατά το κλείσιμο των λογαριασμών, το οποίο και είχε καταστεί τελεσίδικο μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής.
Επομένως το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου ταύτης λόγω αοριστίας της και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ αναιρετικές αιτιάσεις, κατά την νοηματική δε εκτίμηση του περιεχομένου του μόνο από τον αριθ. 14, είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχτηκε ως κατ’ ουσίαν βασίμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβασίμους τέτοιους ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής ή προτάσεων αναφορικά με περιεχόμενη σ’ αυτές ένσταση κλπ οπωσδήποτε δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, επειδή, κατά την αναιρεσείουσα, η απόφαση αυτή διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή της για το ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης έχει τα κατά νόμο στοιχεία που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τυχόν σφάλμα της αποφάσεως συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της εν λόγω διατάξεως.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 25 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" για αναίρεση της 1840/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τον αναιρεσίβλητο Φ. Δ. Σ..
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.".
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ