Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to prove res judicata violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's final decision regarding property compensation shares. The appellants argued that the lower court violated res judicata by ignoring a prior final judgment, but the Supreme Court found their appeal grounds vague and unsupported by evidence of a proposed objection. Consequently, the appeal was rejected, the costs were transferred to the state, and the appellants were ordered to pay the municipality's legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286 et seq. of the Code of Civil and Administrative Procedure; Article 559 of the Code of Civil and Administrative Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to demonstrate that the lower court violated res judicata, particularly when the specific issue was not raised or rejected in the lower instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1199 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1199/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. Ε. του Κ., συζ. Α. Π., κατοίκου ... και 3) Μ. Ε. χας Π., το γένος Β. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κοντάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΛΜΩΠΙΑΣ", που εδρεύει στην Αριδαία και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Τσούμα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2009 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Π. Ε. του Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2011 μη οριστική και 126/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1658/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-3-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (573 παρ. 1 ΚΠολΔ), αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν ο μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών διατυπώσεων μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης με συνέπεια, όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης να λογίζονται άκυρες.
Αν δε ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής απόφασης, τότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται ή αναλόγως να ασκούνται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ ή 556 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος (ΑΠ 644/2014, ΑΠ 728/2014) ή αναλόγως να ασκούνται από τους κληρονόμους αυτού (ΑΠ 1646/2022, ΑΠ 988/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η από 22-03-2021 (αρ. κατ. 110/13-05-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της 1658/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε από τον 1ο αναιρεσείοντα Λ.
Ε., ατομικά, αλλά και με την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας του αρχικού 2ου συνενάγοντος αδελφού του, Π. Ε., ο οποίος απεβίωσε στις 20-11-2020. Επίσης, οι 2η και 3η αναιρεσείουσες, Δ. Ε. και Μ. Ε., αδελφή και σύζυγος του αποβιώσαντος αντίστοιχα, άσκησαν την αίτηση αναίρεσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αρχικού διαδίκου, με ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιαίας περιουσίας 25% η 2η αναιρεσείουσα και 50% η 3η αναιρεσείουσα.
Ο θάνατος και η συγγενική σχέση των ανωτέρω αναιρεσειόντων προς τον αρχικό διάδικο, στα δικαιώματα του οποίου υπεισήλθαν νόμιμα με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή, αποδεικνύονται από α) την υπ' αριθμ. ...-11-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Δ.Ε. Αριδαίας του Δήμου Αλμωπίας, β) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../25-11-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών και την από 15-12-2020 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης του ίδιου Δήμου, γ) τα υπ' αριθμ. 39/08-02-2021 πρακτικά δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας της .../31-05-2019 δημόσιας διαθήκης της Συμβολαιογράφου Αλμωπίας Α.
Τ., με την οποία ο Π. Ε. κατέλιπε στη σύζυγό του Μ. Ε., 3η αναιρεσείουσα, και τα ανίψια του Κ. και Χ. Ε., τέκνα του 1ου αναιρεσείοντος, κάποια ακίνητα, έτσι ώστε ως προς τα λοιπά κληρονομιαία στοιχεία, μεταξύ των οποίων και ως προς την ένδικη αξίωση αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, χώρησε η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, δ) το .../28-11-2022 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης εκτός από την ανωτέρω δημόσια διαθήκη και το .../28-11-2022 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας περί μη αποποίησης κληρονομιάς εκ μέρους των αναιρεσειόντων.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης στη δικάσιμο της 14-05-2018, δηλαδή όσο ζούσε ο αρχικός διάδικος Π. Ε.. Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν υπάρχει στάδιο διακοπής της δίκης, εφόσον ο θάνατος επήλθε στις 20-11-2020, ήτοι πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεσή της κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ στις 22-03-2021.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και είναι εμπρόθεσμη (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Κατόπιν άσκησης της από 03-04-2009 αγωγής των εναγόντων Λ.
Ε. και Π. Ε. κατά του εναγομένου Δήμου Αριδαίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 126/2014 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία α) αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας, δικαιούχοι της αποζημίωσης, που καθορίσθηκε οριστικά με την 2549/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και αφορά στα αναφερόμενα τμήματα των υπ' αριθμ. 2 και 10 ιδιοκτησιών των εναγόντων στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αριδαίας, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά προς εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του ίδιου Δήμου δυνάμει της 11/1980 πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης οικοπέδων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας, που κυρώθηκε με την 2711/26-09-1980 απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, και β) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει ως αποζημίωση, νομιμοτόκως, το ποσό των 90.737,50 ευρώ σε καθένα ενάγοντα.
Κατόπιν άσκησης της από 01-04-2015 έφεσης εκ μέρους του εναγομένου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1658/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, διακρατήθηκε και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή, α) αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας, δικαιούχοι της αποζημίωσης, που καθορίσθηκε οριστικά με την 2549/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης σε σχέση με τα αναφερόμενα τμήματα των υπ' αριθμ. 2 και 10 ιδιοκτησιών των εναγόντων και δη 1) για έκταση 49,93 τ.μ.
της υπ' αριθμ 2 ιδιοκτησίας και 2) σε ποσοστό συνολικά 1,675% εξ αδιαιρέτου (0,8375% έκαστος) της 10 ιδιοκτησίας και β) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος Δήμος Αλμωπίας, που υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του αρχικού εναγομένου Δήμου Αριδαίας, να καταβάλει στους ενάγοντες ως αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους, νομιμοτόκως, από 8.985,69 ευρώ στον καθένα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 §4, 566 §1, 577 §3 και 578 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια την οποία αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη, που φέρεται, ότι παραβιάσθηκε, και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.
Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 903/2019). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 901/2019, ΑΠ 968/2018, ΑΠ 1966/2017).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Υπό τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση -παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα, η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1119/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 442 ΑΚ, ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμα και κατά την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τη διάταξη του άρθρου 527 αριθ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση συμψηφισμού κατά της επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, ακόμα και στο Εφετείο.
Η κατ' εξαίρεση προβολή της ένστασης αυτής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, όμως, γίνεται μόνο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης και όχι με τις έγγραφες προτάσεις του (ΑΠ 515/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 1481/2018, ΑΠ 636/2015, ΑΠ 1281/2014). Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσβάλλουν την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την επιδικασθείσα με αυτήν αποζημίωση για την απαλλοτρίωση τμήματος του υπ' αριθμ. 2 ακινήτου των εναγόντων.
Ειδικότερα, με το Α σκέλος, πρώτο μέρος αυτού, Β, Γ και Δ σκέλη του πρώτου λόγου προσάπτουν στην ανωτέρω απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα υποστηρίζουν α) με τις υπό στοιχ. Α, πρώτο μέρος, Γ και Δ αιτιάσεις τους, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του Ν 1337/1983 και 2508/1997 και των άρθρων 440 επ.
του ΑΚ, δεχόμενο ότι η παραχώρηση από τον αναιρεσίβλητο Δήμο Αλμωπίας του υπ' αριθμ. 5 οικοπέδου του Ο.Τ. Γ171, εμβαδού 102,57 τ.μ., της Πράξης Εφαρμογής της επέκτασης του σχεδίου πόλεως Αριδαίας, δημιούργησε αξιώσεις του ίδιου Δήμου σε βάρος των εναγόντων, που συμψηφίστηκαν με την αποζημίωση, που δικαιούνται για την απαλλοτρίωση τμήματος του υπ' αριθμ. 2 ακινήτου τους, β) με την υπό στοιχ.
Β αιτίαση, ότι (το Εφετείο) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1033 επ. του ΑΚ, διότι δεν εκτίθεται η υποκειμένη νόμιμη αιτία, δυνάμει της οποίας μεταβιβάστηκε η κυριότητα του υπ' αριθμ. 5 οικοπέδου (πώληση, μερική καταβολή ή άλλη νόμιμη αιτία). Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, αντιφατικά και ως εκ τούτου απαραδέκτως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τη μεν Α αιτίαση, κατά το δεύτερο μέρος της, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και δη της 5/1992 Πράξης Εφαρμογής, δεχόμενο ότι το υπ' αριθμ. 5 οικόπεδο παραχωρήθηκε σ' αυτούς χωρίς νόμιμη αιτία, για να το αποζημιώσουν, ενώ με τη Β αιτίαση εκθέτουν, ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη η υποκείμενη νόμιμη αιτία μεταβίβασης του ίδιου ακινήτου.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, κατά το Ε σκέλος του, οι αναιρεσείοντες ψέγουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι έγινε δεκτή η ένσταση του αναιρεσίβλητου περί συμψηφισμού της αξίωσής τους για αποζημίωση από την απαλλοτρίωση τμήματος του υπ' αριθμ. 2 οικοπέδου, με τη δήθεν αξίωση του Δήμου από την παραχώρηση του οικοπέδου 5, παρότι προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον με την κατάθεση προτάσεων στη δευτεροβάθμια δίκη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι ο εναγόμενος Δήμος και ήδη αναιρεσίβλητος είχε προτείνει την ένσταση συμψηφισμού με τις πρωτόδικες προτάσεις του και ο σχετικός ισχυρισμός του απορρίφθηκε ως αόριστος με την 126/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.
Ακολούθως, από την από 01-04-2015 έφεση του Δήμου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι ο τελευταίος πρότεινε την ένσταση συμψηφισμού της ένδικης αξίωσης των αντιδίκων του με ανταπαίτησή του ποσού 577.500 δρχ. κατά το ισόποσό του σε ευρώ με λόγο έφεσης και όχι το πρώτον με τις κατ' έφεση προτάσεις του, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, γι' αυτό άλλωστε κρίθηκε παραδεκτή η προβολή της ένστασης αυτής με την προσβαλλόμενη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, αφού όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, η ένσταση συμψηφισμού προβλήθηκε παραδεκτά στη δευτεροβάθμια δίκη με λόγο έφεσης. Ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και ο λόγος αναίρεσης ως προς το σκέλος του αυτό είναι αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Στη συνέχεια, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσβάλλουν την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την επιδικασθείσα με αυτήν αποζημίωση για την απαλλοτρίωση τμήματος της υπ' αριθμ. 10 ιδιοκτησίας των εναγόντων.
Ειδικότερα, με το Α σκέλος του λόγου αυτού αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό του αντιδίκου τους περί συνιδιοκτησίας τους στο 10 οικόπεδο κατά ποσοστό 1,675%, τον οποίο πρότεινε το πρώτον με τις κατ' έφεση προτάσεις του.
Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 03-04-2009 αγωγής προκύπτει, ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες, Λ. Ε. και Π. Ε., ισχυρίσθηκαν με το εισαγωγικό τους δικόγραφο, ότι α) δυνάμει του .../03-07-1980 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αλμωπίας Β.
Π.-Π. απέκτησαν κατά συγκυριότητα και κατά ποσοστό 1,59% εξ αδιαιρέτου το υπ' αριθμ. 1013 αγροτεμάχιο, κατηγορίας Ε', κείμενο στην κτηματική περιοχή Αριδαίας Ν Πέλλας, συνολικής έκτασης 30.530 τ.μ., με δικαίωμα χρήσης σε τμήμα αυτού, εμβαδού 484 τ.μ., β) δυνάμει του .../1980 νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου της ίδιας ανωτέρω Συμβολαιογράφου απέκτησαν κατά συγκυριότητα και κατά ποσοστό 0,085% εξ αδιαιρέτου το προαναφερόμενο ακίνητο, συνολικής έκτασης 30.530 τ.μ., με δικαίωμα χρήσης σε τμήμα αυτού, εμβαδού 26 τ.μ., ήτοι ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1,675% (1,59% + 0,675% = 1,675%) εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 30.530 τ.μ., με δικαίωμα χρήσης σε 510 τ.μ. (484 +26).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 1022/2004).
Οι αναιρεσείοντες με το Β σκέλος του δεύτερου λόγου υποστηρίζουν, ότι στην προσβαλλόμενη διαλαμβάνονται αντιφατικές διατάξεις κατά παράβαση του αριθμού 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι ενώ αναγνωρίζονται ως συγκύριοι του 10 οικοπέδου κατά ποσοστό 1,675% και αντίστοιχα δικαιούχοι κατά το ίδιο ποσοστό στην αποζημίωση λόγω απαλλοτρίωσης, εντούτοις υποχρεώνονται ως πλήρεις κύριοι σε αποζημίωση του Δήμου για την προσκύρωση στο υπ' αριθμ. 10 οικόπεδο, ενός τμήματος του δρόμου, που ανήκε στο Δήμο και καταργήθηκε και προσκυρώθηκε στην ιδιοκτησία τους.
Ότι επίσης, μετά τις τακτοποιήσεις το 10 οικόπεδο έχει εμβαδόν 269 τ.μ., ανήκει στην πλήρη κυριότητά τους και έχει δημιουργηθεί από 3 διαφορετικές ιδιοκτησίες α. από τμήμα του αρχικού 10 οικοπέδου, β. από προσκυρωθείσα έκταση του δήμου και γ. από προσκυρωθείσα ιδιωτική έκταση, από τα οποία στο α' τμήμα θεωρούνται συγκύριοι κατά ποσοστό 1,67% και στα άλλα 2 τμήματα πλήρεις κύριοι, υπόχρεοι προς αποζημίωση.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι δεν διαλαμβάνονται οι επικαλούμενες αντιφάσεις στις διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ όσα εκθέτουν οι αναιρεσείοντες, ότι δηλαδή οι ίδιοι υποχρεώνονται ως πλήρεις κύριοι σε αποζημίωση για τις προσκυρωθείσες στην ιδιοκτησία τους εκτάσεις, δεν ερευνήθηκαν από το Εφετείο, καθόσον δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της παρούσας δίκης, ούτε πολύ περισσότερο περιλήφθηκαν σχετικές διατάξεις στο διατακτικό, που να τους υποχρεώνουν ως αποκλειστικούς κυρίους να καταβάλουν αποζημίωση για την ένδικη απαλλοτρίωση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα, που τους προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).
Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, στον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένως, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.
Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο στη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός, με το δεδικασμένο, ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 782/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 272/2018, ΑΠ 158/2014, ΑΠ 1054/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τη Γ αιτίαση του δεύτερου λόγου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο από την 2549/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία είχε καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας και είχε κριθεί παρεμπιπτόντως το ζήτημα της πλήρους συγκυριότητάς τους στα ένδικα ακίνητα, ενώ με την προσβαλλόμενη κρίθηκαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1,675% και κατ' επέκταση συνδικαιούχοι αποζημίωσης κατά το ίδιο ποσοστό στο 10 ακίνητο.
Η αιτίαση αυτή είναι προεχόντως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν, ότι πρότειναν την ένσταση δεδικασμένου ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ούτε ότι αυτό με την προσβαλλόμενη απέρριψε τη σχετική ένσταση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι και αβάσιμη, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν ερεύνησε την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου από την 2549/2008 τελεσίδικη απόφαση, πέραν του ότι από την απόφαση εκείνη, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας, δεν απορρέει δεδικασμένο ως προς την αποκλειστική συγκυριότητα των εναγόντων στο 10 ακίνητο.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 του ΚΠολΔ), που υποβλήθηκε με προφορική δήλωσή του και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, μειωμένο κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 49/2023, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 379/2019), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-03-2021 (αριθμ. κατάθ. 110/13-05-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1658/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ