Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation decision regarding ignored evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a regional court's decision on expropriation compensation. The appellants argued that specific evidence was ignored, but the court found the lower court had actually considered all documents despite not explicitly listing them. Consequently, the court accepted the argument that the lower court failed to properly evaluate the evidence's impact on the final finding, ordering a remand for further discussion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1, 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 22 of the Forced Expropriation Law: An appeal is admissible if the lower court failed to properly evaluate evidence presented by the parties, even if the evidence was technically considered, requiring a remand for re-evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 782 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 782/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. Σ. του Α., κατοίκου ... Αττικής (αρ.ιδ. 033050) και 2) Ι. Σ. του Α., κατοίκου ... Αττικής (αρ.ιδ. 033050), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ζήτησε και πήρε το λόγο από την Πρόεδρο η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, η οποία ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε ακολούθως το λόγο και ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών, που δεν συναίνεσε στο αίτημα της αντίδικης πλευράς. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2017 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 38/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με την από 7-4-2017 αίτηση των ήδη αναιρεσειουσών, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 86/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-10-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-10-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 45/04-11-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 86/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001- Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 22 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ) [ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου και δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έλαβε χώρα επίδοση της αποφάσεως αυτής]. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2882/2001, ήτοι του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου, καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση, προσδιορίζεται κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου και των αμέσως επομένων 19 έως 20.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 17 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων, ισχύ, ορίζει δε ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ...", αντικείμενο της δίκης προσδιορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση συνολικά λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφελείας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και τη δικαστική δαπάνη.
Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ανίσχυρος ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, από την άποψη ότι οι δυσμενείς για τον καθ' ού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο της ενιαίας διαδικασίας.
Επομένως, το Εφετείο στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής είναι αρμόδιο να εξετάσει: α) το προσδιορισμό της αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, β) την ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, γ) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημιώσεως, δ) την ύπαρξη ή όχι ωφελείας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και ε) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 7, 9, 11 και 12 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, προκύπτει ότι, με την κήρυξη της απαλλοτριώσεως γεννάται απευθείας από το νόμο η ενοχή (άρθρο 287 ΑΚ) από την απαλλοτρίωση μεταξύ του υπερ ού η απαλλοτρίωση και του καθ' ού, δυνάμει της οποίας ο καθ' ού δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη υπέρ ού η απαλλοτρίωση, την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεώς του.
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται και τα ακόλουθα: Μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας για δημόσια ωφέλεια και την αναγνώριση του δικαιούχου της αποζημιώσεως αυτής, είναι επιτρεπτή η άσκηση από αυτόν της αγωγής επιδικάσεως της αποζημιώσεως από την ανωτέρω αιτία και μάλιστα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η απαίτηση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης και δεν τελεί υπό την προθεσμία των δέκα οκτώ (18) μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτρίωσης από τη μη καταβολή ή τη μη παρακατάθεση της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημιώσεως και την εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.
Συνεπώς, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημιώσεως, η οποία προσδιορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Για τη νομιμοποίηση του δικαιούχου ως ενάγοντος έναντι του υποχρέου για καταβολή της αποζημίωσης δεν ερευνάται ούτε η δυνατότητα ολοκλήρωσης του έργου, το οποίο αφορά η απαλλοτρίωση, ούτε η υπαιτιότητα του υπόχρεου προς καταβολή. Ενόψει τούτων και εφόσον η άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής είναι παραδεκτή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημιώσεως δικαστικής αποφάσεως, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος για την καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημιώσεως, η εκδίκαση αυτής εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα των οποίων η εκδίκασή τους γίνεται με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και έτσι σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1028/2017, ΑΠ 153/2012).
Η ως άνω ρύθμιση δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, με τις οποίες θεσπίζεται η ως άνω αρχή, κατά την οποίαν οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, με το κριτήριο της "εύλογης και δίκαιης ισορροπίας" μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον εν λόγω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του ΕΔΔΑ (ΑΠ 178/2017, ΑΠ 153/2012).
Η επιβαλλόμενη δε, σύμφωνα με τα ανωτέρω ενιαία εκδίκαση των ως άνω θεμάτων της απαλλοτριώσεως, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό και σύμφωνα με τους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες. Και τούτο διότι, το ΕΣΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνο ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτού ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης.
Έτσι εφόσον το δικαίωμα του δικαιούχου της αποζημιώσεως καθίσταται υπαρκτό με την τελεσιδικία της αποφάσεως προσδιορισμού της αποζημιώσεως της απαλλοτριώσεως, δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια της ως άνω ενιαίας διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων παραδεκτού αυτού.
Εξ άλλου, η ως άνω ρύθμιση, που καθιστά παραδεκτή την άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η σχετική απαίτηση, δεν δύναται εκ των πραγμάτων να επηρεάσει την ουσία του δικαιώματος αποζημιώσεως, αλλά αντίθετα αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού, εναρμονιζόμενη, έτσι, απολύτως με τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ρύθμιση, δεν πλήττει, ούτε την αρχή της εκδικάσεως των συνεπειών της απαλλοτρίωσης εντός ευλόγου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, διότι δεν πρόκειται για παραπομπή, ως αποτέλεσμα θεσμικών δυσλειτουργιών του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, που επιτρέπουν παρελκυστικές συμπεριφορές των διαδίκων ή ανοχής φαινομένων καθυστερήσεων, που υποβάλλουν πρακτικές αρνησιδικίας, αλλά έρχεται ως συνέπεια νομοθετικών επιλογών με σκοπό την πληρέστερη και ασφαλέστερη διερεύνηση της διαφοράς ( ΑΠ 153/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων έχει ως συνέπεια να στερείται η διαδικαστική αυτή πράξη των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και σχετίζονται με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία και όχι από το ουσιαστικό δίκαιο, από το οποίο οι ακυρότητες ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (Ολ.
Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π. 2/2001, ΑΠ 1162/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με την από 07-4-2017 αυτοτελή αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το αίτημα αυτής συμπληρώθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ζήτησαν, μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθεί το καθ' ού Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή της καθορισθησόμενης οριστικής τιμής αποζημιώσεως.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 86/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, όσον αφορά το προεκτιθέμενο αίτημα των αναιρεσειουσών, δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Το αίτημα της υπό στ. 3Β'αίτησης περί καταβολής της αποζημιώσεως που θα καθοριστεί, υποβαλλόμενο κατά τη δίκη οριστικού προσδιορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως, είναι απαράδεκτο και ως τέτοιο απορριπτέο, καθώς δεν πρόκειται περί γεγεννημένης και απαιτητής αξιώσεως πριν τη δημοσίευση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης περί προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδας, ασκείται δε με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο και μπορεί να ζητηθεί από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και οι νόμιμοι τόκοι από την επίδοση της αγωγής, ενώ η εκδίκαση αυτής εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αιτήματα των οποίων η εκδίκασή τους γίνεται σε ενιαία διαδικασία και έτσι σωρευόμενη με τα λοιπά ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη ενιαία διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη".
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το καταψηφιστικό αίτημά τους να υποχρεωθεί το καθ' ού η ανταίτησή τους Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει την καθορισθησόμενη αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του ακινήτου τους και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ.
Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου για την καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημιώσεως, καθίσταται υπαρκτή, γεννημένη και απαιτητή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων του παραδεκτού αυτής, αφού η εκδίκασή της εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα των οποίων η εκδίκασή τους γίνεται με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και έτσι σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενώ το δικαίωμα αυτό του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορεί να ασκηθεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, χωρίς η ρύθμιση αυτή να προσκρούει, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, γιατί αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού και έτσι εναρμονίζεται απολύτως με τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 7 και 8 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 8 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 4 του Ν. 4070/2012, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία του οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως στο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.6 του ίδιου Κώδικα, ορίζει ότι "7.
Η συζήτηση στο ακροατήριο πρέπει να τερματίζεται σε μια δικάσιμο. Απόφαση για απόδειξη δεν εκδίδεται. Οι διάδικοι μέχρι να τελειώσει η συζήτηση στο ακροατήριο υποχρεούνται να προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Το δικαστήριο υποχρεούται να ερευνά την αίτηση στην ουσία και όταν απουσιάζει κάποιος από τους διαδίκους. 8.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης οι διάδικοι αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς τους προφορικά. Ο γραμματέας υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων και τις καταθέσεις των μαρτύρων και να μνημονεύσει τα έγγραφα που προσήχθησαν από τους διαδίκους. Οι διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα, στο οποίο να αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς που πρόβαλλαν, μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από τη συζήτηση και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του αντιδίκου τους μέσα στις δύο επόμενες εργάσιμες ημέρες".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωμένου ακινήτου οι διάδικοι μέχρι το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο υποχρεούνται να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ο δε γραμματέας υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και να μνημονεύσει τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.
Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι, αλλά δύνανται να καταθέσουν προτάσεις ή υπόμνημα. Αν όμως καταθέσουν υπόμνημα και προσκομίσουν έγγραφα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, πρέπει να τα μνημονεύσουν και να τα προσκομίσουν "μέχρι να τελειώσει η συζήτηση στο ακροατήριο", προκειμένου να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
Και τούτο για να καθορίζεται και να αποδεικνύεται ποια αποδεικτικά μέσα δικαιούται και υποχρεούται το δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη (βλ. ΑΠ 1227/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις κατατεθείσες προτάσεις τους, με τους περιεχόμενους σε αυτές ισχυρισμούς τους, τις οποίες θεώρησε ως απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης καταθέσεώς τους και δη επτά (7) ημέρες μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, ενώ αυτές είχαν κατατεθεί εμπροθέσμως και δη εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπείται για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση με τις υπό στ. 3Β' [.....] αυτοτελείς αιτήσεις διώκεται ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας για τις αναφερόμενες σε καθεμία ιδιοκτησίες και των επικειμένων αυτών, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα μιας εκάστης στις αναφερόμενες στις άνω αιτήσεις τιμές υπέρτερες εκείνων που καθορίστηκαν προσωρινώς με την 38/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος [......].
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, οι αιτούντες παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους [.....]. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, οι πιο πάνω πληρεξούσιοι "αναφέρθηκαν στις προτάσεις μαζί με τα σχετικά έγγραφα που έχουν καταθέσει και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα γράφουν σε αυτές". Από τις προτάσεις (υπομνήματα) όμως που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας και τα οποία έχουν ημερομηνία 14.6.2018 [....] πάνω από την υπογραφή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, σε συνδυασμό με την επισημείωση της γραμματέως σ' αυτά (υπομνήματα), η οποία βεβαιώνει ότι κατατέθηκαν την 19.6.2018 [......], προκύπτει ευθέως ότι τα εν λόγω υπομνήματα κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου επτά (7) [.....] ημέρες μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο που έλαβε χώρα στις 12.6.2018.
Συνεπώς οι ισχυρισμοί των αιτούντων που περιέχονται σ' αυτά και οι οποίοι δεν προβλήθηκαν στο ακροατήριο και δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της δίκης, καθώς και τα έγγραφα του που προσκομίστηκαν μετά την συζήτηση στο ακροατήριο, δεν λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη της αποφάσεως".
Από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών, που περιέχονταν στις από 14-6-2018 προτάσεις τους ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, δεν ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο αυτό, όχι διότι κατατέθηκαν εκπροθέσμως, αλλά διότι, όπως σαφώς αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση, "δεν προβλήθηκαν στο ακροατήριο και δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της δίκης", όπως απαιτείται από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 19 παρ.7 και 8 του Ν. 2882/2001, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία του οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως, ενώ η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι προτάσεις αυτές κατατέθηκαν επτά (7) ημέρες μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, χωρίς καμία όμως ρητή αναφορά για "εκπρόθεσμη" κατάθεσή τους, είναι πλεοναστική και δεν στηρίχθηκε επ' αυτής η κρίση του Δικαστηρίου περί μη λήψεως υπόψη των ισχυρισμών αυτών των αναιρεσειουσών, αφού το πόρισμα του εν λόγω Δικαστηρίου σαφώς εδράζεται στην παραδοχή ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι ισχυρισμοί των αιτουσών και ήδη αναιρεσειουσών, που περιέχονται σ' αυτές γιατί "δεν προβλήθηκαν στο ακροατήριο και δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της δίκης".
Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, ως στηριζόμενος στην προαναφερθείσα εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.
ΑΠ 8/1999). Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο (Ολ. ΑΠ 714/1978). Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδαφ. τελευτ. του ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ), όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Ν. 3193/2003, "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του, ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, (ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/2011).
Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 515/2021, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 325/2019, ΑΠ 326/2016, ΑΠ 421/2015).
Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως (Ολ.
ΑΠ 27/2007, ΑΠ 1555/2017, ΑΠ 1123/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).
Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένως, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.
Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ` αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός, με το δεδικασμένο, ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (Ολ. ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 2/2006, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.
Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Περαιτέρω, το δεδικασμένο, που καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως αυτός διατυπώνεται στην απόφαση, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 56/2019, ΑΠ 1559/2017). Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που αφορά, όπως ισχυρίζονται, τους ιδίους διαδίκους, με την ίδια ιδιότητα, το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία και ειδικότερα αφορά σε τμήμα του ιδίου ακινήτου, το οποίο είχε απαλλοτριωθεί με την αρχική απαλλοτρίωση και με την οποία (απόφαση) προσδιορίστηκε αποζημίωση με κρίσιμο χρόνο την 23-6-2011 στα ποσά των 50 και 60 ευρώ ανά τ.μ..
Ο λόγος, όμως, αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού για τη θεμελίωσή του, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, το απαιτούμενο στοιχείο για το ορισμένο του λόγου αυτού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη και ειδικότερα ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί δεδικασμένου προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., από τις ήδη αναιρεσείουσες, νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν υφίσταται η απαραίτητη προϋπόθεση της ταυτότητας της ιστορικής αιτίας, αφού η αναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών, αφορά σε άλλη απαλλοτρίωση, που κηρύχθηκε με άλλη προγενέστερη απόφαση και αναφέρεται σε διαφορετικό τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε διαφορετικό κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της αξίας αυτού.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 19/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020), ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017). Δηλαδή, η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1053/2017, ΑΠ 9/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 86/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Με την Δ12α/0/3837/1-7-2014 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 233/22.7.2014, τεύχος ΑΑΑ, κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση (αρχική ΚΥΑ 1112062/8397/Δ0010/9.1.2007, ΦΕΚ 24/26-1-2007) για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπισθεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Υποδομών (σε βάρος του έργου 2011ΣΕ07180007 (ΣΑΕ 071/8) και ειδικότερα για την κατασκευή του Οδικού Άξονα Ιόνια Οδός, τμήμα Αντίρριο Κεφαλόβρυσο από τη χ.θ ο + 005 έως χ.θ 1+ 523,310 εκτάσεως συνολικού εμβαδού 33.588,88 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή της ΔΕ ...
του Δήμιου Ναυπακτίας, εκ της οποίας 33.195.99 τ.μ. είναι ιδιωτικές και κοινοτικές εκτάσεις και 392,89 τ.μ. είναι δημόσιες εκτάσεις. Η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από 10.10.2014 κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Ε.Υ.Δ.Ε/Μ-Κ Ε.Π.Α. & 1.0, που έχει συντάξει η "Α.
ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε." και έχει θεωρήσει με την 1926/7-4-2015 απόφασή του ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Γ. Ντελής. Η περιοχή της παρούσας συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της ΔΕ ... του Δήμιου Ναυπακτίας, από τη χ.θ. 0+005 έως χ.θ. 1+523,310" και συγκεκριμένα βόρεια του Πατραϊκού Κόλπου, σε μέση απόσταση 900 μ.
από αυτόν και 950 μ. από τη Γέφυρα Ρίου - .... Η περιοχή πολεοδομικά είναι εξ ολοκλήρου εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού, έχει δε ως τέτοια όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις και χαρακτηρίζεται ως πεδινή, ενώ η εγγύς περιοχή είναι οικιστική, τουριστική, γεωργική και παραθεριστική και τα τελευταία έτη, λόγω της λειτουργίας της Γέφυρας Ρίου - ...
παρουσίασε ανάπτυξη, με την κατασκευή και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, η οποία όμως περιορίστηκε με την οικονομική ύφεση. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται πλησίον και εκτός του οικισμού ..., είναι μη αρδευόμενα αγροτεμάχια και έχουν ως κύρια χρήση την αγροτική εκμετάλλευση και κυρίως την καλλιέργεια ελαιοδέντρων, ενώ εντός της 033063 ιδιοκτησίας υπάρχει βιομηχανική μονάδα επεξεργασίας ξύλου και εντός της 033014 ιδιοκτησίας υπάρχει οικία με ισόγειο και πρώτο όροφο (βλ.
την από 12.11.2016 τεχνική έκθεση του πολ. Μηχανικού Κ. Γ. και την από 18.2.2010 τεχνική έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Κ. Γ. που προσκομίζουν οι 1η και 47ος των καθ' ων - αιτούντων). Από πλευράς υποδομών η περιοχή των απαλλοτριούμενων ακινήτων εξυπηρετείται τόσο από τα δίκτυα κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ), πλην αποχέτευσης, όσο και συγκοινωνιακώς από λεωφορειακές αστικές και υπεραστικές γραμμές της υφιστάμενης ΕΟ ... - Ναυπάκτου.
Κατά την από Μαΐου 2015 έκθεση εκτίμησης της πιστοποιημένης ορκωτής εκτιμητού Ά. Μ., η αγοραία αξία των εδαφικών εκτάσεων προσδιορίζεται από 3,72 €/μ2 μέχρι 17,49 €/μ2, η αποτίμηση δε της αξίας αυτών πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, με βάση συγκριτικά στοιχεία και πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από την κτηματαγορά της περιοχής και στοιχεία προγενέστερων εκθέσεων εκτίμησης για την ίδια περιοχή.
Το υπερού η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο τόσο με την από 3.2.2016 αίτηση καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας όσο και κατά το κύριο αίτημα της παρούσας αίτησης ζητεί να οριστεί τιμή μονάδας από 1,23 €/μ2 έως 8,75, ενώ κατά το επικουρικό αίτημα της παρούσας να οριστεί στις προτεινόμενες από την άνω πιστοποιημένη εκτιμητή τιμές (3.72 €/μ2 έως 17.49 €/μ2).
Το ΜΕφΔυτΣτΕλλ με την 38/2016 απόφασή του καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως ως ακολούθως, αφού ως προς τις ΑΚΠ ιδιοκτησίες 033009 - 033011 - 033044 - 033056 και 033233 έλαβε υπόψη του την καταβληθείσα συνεπεία της αρχικής απαλλοτριώσεως ιδιαίτερη αποζημίωση : 033049 - 2,57 €/M2, 033066 - 5.60 €/μ2, 033028 - 2,33 €/μ2, 033071 - 15 €/μ2, 033229 25 €/μ2, 033020, 033021- 033026 - 033027 - 033050 - 033055 - 033059 - 033230 και 033232 40 €/μ2, 033006 - 033007 - 033010 - 033014 - 033019 - 033022 - 033063 - 033226 - 033227 και 033231 σε 50 €/μ2, 033009 25 €/μ2, 033011 - 30 €/μ2, 033044 - 28 €/μ2, 033056 - 033233 σε 20 €/μ2, ενώ δεν καθόρισε τιμή για τις 033053 και 033060 ιδιοκτησίες.
Με την με αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών (και τις 539/2015 και 1236/2015 αποφάσεις του Αρείου Πάγου με τις οποίες η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη ως προς τις επίδικες ιδιοκτησίες), ορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για τα ίδια παραπάνω τμήματα των επιδίκων ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την αρχική απαλλοτρίωση σε 50 και 60/€μ2, με κρίσιμο χρόνο την 23.6.2011.
Με την 84/2009 απόφαση του ΜΠρ Μεσολογγίου, ορίστηκε προσωρινή τιμή για άλλα τμήματα των επιδίκων ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν με την αρχική απαλλοτρίωση, σε 20/€ μ2 και σε 80 €/ μ2, με κρίσιμο χρόνο την 16.2.2009. Με την 3/2015 απόφαση του ΤρΕφΔυτΣτ Ελλάδος, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην περιοχή Δήμων Αιτωλικού και Μεσολογγίου σε 8,4 €/μ2 έως 70 €/μ2, με κρίσιμο χρόνο την 13-5-2014, με την 1207/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην ίδια περιοχή σε 50, 53 και 60 €/μ2, με κρίσιμο χρόνο την 28.9.2000, με την 554/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών ορίστηκε οριστική τιμή για ακίνητα στην περιοχή των επιδίκων σε 75 και 90 €/μ2, με κρίσιμο χρόνο την 20.11.2003, με την 168/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην περιοχή ...
Ν. Αιτωλ/νίας σε 10,69 έως 30 €/μ2, με την 179/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην ίδια περιοχή (...) σε 8,98 έως 25,50 €/μ2 με την 154/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα στην περιοχή Δήμου Μεσολογγίου σε 9 έως 73 €/μ2, με την 53/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας για ακίνητα στην περιοχή ...
σε 0,95 έως 31,5 €/μ2, με την 58/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερ. Ελλάδας, ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας για ακίνητα στο ΔΔ ... σε 4 έως 10 €/μ2, συνυπολογιζόμενης της επιδικασθείσας με προηγούμενη απόφαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά. Συγκριτικά στοιχεία πρόσφατων αγοραπωλησιών δεν υπάρχουν, εξαιτίας κυρίως της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας.
Το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο ζητεί να καθοριστεί προσωρινή τιμή μονάδας για τα επίδικα ακίνητα από 1,23 έως 8,75 €/μ2 και επικουρικά από 1,86 έως 17,49 €/μ2. Οι αιτούντες και ανταιτούντες με τις αυτοτελείς αιτήσεις τους ζητούν πολλαπλάσιες των τελευταίων τιμές, κυμαινόμενες από 50 έως 180 €/μ2, επικαλούνται δε και προσκομίζουν ως συγκριτικά στοιχεία μερικές εκ των ως άνω μνημονευόμενων αποφάσεων, στοιχεία όμως που δεν επιστηρίζουν πειστικά το άνω αίτημά τους, καθώς αναφέρονται σε άλλης μορφολογίας και χαρακτηριστικών ακίνητα, με κρίσιμο χρόνο εκτίμησης που απέχει ικανό χρονικό διάστημα από την παρούσα και έχουν εκδοθεί υπό καθεστώς οικονομικής ευμάρειας και συχνής συναλλακτικής πρακτικής.
Επίσης από τους τελευταίους αυτούς αιτούντες - ανταιτούντες προσκομίστηκαν οι από 4-5-2016 ηλεκτρονικές αγγελίες πώλησης ακινήτων στο Αντίρριο με αιτούμενη τιμή 70 και 80 €/μ2, οι οποίες όμως είναι απρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, διότι, δεν διαπιστώνεται αν πραγματοποιήθηκαν οι πωλήσεις. Το Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται και προσκομίζει το ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Χ. από το οποίο προκύπτει ότι η πρώτη των καθ'ων της Α' αίτησης ανώνυμη εταιρία αγόρασε το ένδικο 033063 ακίνητο, αρχικού εμβαδού 39.347,91 τ.μ., μετά των εντός αυτού 8 κτιριακών εγκαταστάσεων συνολικού εμβαδού 8.301 τ.μ. προς 500.000 €, ήτοι προς 12,70 €/μ2, καθώς και το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου ..., με το οποίο ο 22ος των καθ' ων η Α' αίτηση μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην κόρη του Δήμητρα Ρήγα, τμήμα εμβαδού 1.000 τ.μ.
της ένδικης 033021 ιδιοκτησίας αντικειμενικής αξίας 1.460 €, ήτοι 1,46 €/μ2. Οι μάρτυρες των - καθ' ων δεν κατέθεσαν τίποτα περί της αξίας των ακινήτων και των επικειμένων τους, παρά μόνο ότι τα ακίνητα είναι ίδια αξίας αυτά που βρίσκονται πάνω από την Εθνική οδό με αυτά που βρίσκονται κάτω από την Εθνική οδό, για την 0330227 ιδιοκτησία ότι εδώ και μια δεκαετία διαφημιστική εταιρία από την Αθήνα έχει τοποθετήσει μια πινακίδα με ετήσιο μίσθωμα 4.000 - 5.000 € και ότι θα συνεχιζόταν η μίσθωση αν δεν γινόταν η απαλλοτρίωση (σχετικό είναι και το από 1.2.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως συνολικού χώρου 40 τρεχόντων μέτρων του εν λόγω ακινήτου, διάρκειας 4 ετών με ετήσιο μίσθωμα 4.800 ευρώ, ήτοι 400 €/μήνα), πλην όμως η άνω μίσθωση δεν συνέχεται με ιδιαίτερο αίτημα καταβολής απώλειας εσόδων, αλλά μόνον με την εκτίμηση της αξίας του εν λόγω ακινήτου λαμβανομένης υπόψη της προσόδου, η οποία ούτως ή άλλως λαμβάνεται υπόψη, κατ' άρθρ. 13 ν. 2882/2001.
Για την 033050 ιδιοκτησία ότι είναι εκτός σχεδίου πόλεως, πολύ κοντά στη θάλασσα, και ότι οι ιδιοκτήτες είχαν απευθυνθεί στον εκ των μαρτύρων Π. Π. να κάνει μελέτη για δύo μαιζονέτες 100 τ.μ. εκάστης, πλην όμως ματαιώθηκε καθώς το εν λόγω ακίνητο απώλεσε την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του συνεπεία της απαλλοτριώσεως.
Από την εκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων και των μη ειδικώς αναφερομένων (π.χ. τεχνικές εκθέσεις), τα οποία προσκομίζονται με επίκληση, ανάλογα με την τοπική και χρονική προσφορότητά τους, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη 240/3012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, καθορίστηκε αμετάκλητα η οριστική τιμή μονάδας για άλλα τμήματα των επιδίκων ακινήτων, με κρίσιμο όμως χρόνο την 23.6.2011, από τον οποίο όμως μέχρι την δικάσιμο που αναφέρεται, στην αρχή της παρούσας μεσολάβησε ακόμη μεγαλύτερη οικονομική ύφεση και περαιτέρω μείωση των τιμών των ακινήτων (η οποία απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα υπόθεση, αφού αφορά άλλη απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με άλλη απόφαση [....] το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης των υπό κρίση αιτήσεων την 12.6.2018, καθώς από τη συζήτηση της αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας παρήλθε έτος (8.11.2016), η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθώς και των επικειμένων και συστατικών αυτών ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την έκτασή τους, τον οικονομικό -προορισμό τους και την πρόσοδό τους, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, στα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθορισθεί η οριστική τιμή αποζημίωσή τους.
Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την ανωτέρω Δ12α/0/3837/1-7-2014 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ως ακολούθως: 1) ΚΑΔΕ ακινήτου 033006 35 ευρώ ανά τ.μ., 2) ΚΑΔΕ ακινήτου 033007 35 ευρώ ανά τ.μ., 3) ΚΑΔΕ ακινήτου 033009 28 ευρώ ανά τ.μ., 4) ΚΑΔΕ ακινήτου 033010 40 ευρώ ανά τ.μ., 5) ΚΑΔΕ ακινήτου 033011 25 ευρώ ανά τ.μ., 6) ΚΑΔΕ ακινήτου 033014 45 ευρώ ανά τ.μ., 7) ΚΑΔΕ ακινήτου 033019 38 ευρώ ανά τ.μ., 8) ΚΑΔΕ ακινήτου 033020 23 ευρώ ανά τ.μ., 9) ΚΑΔΕ ακινήτου 033021 25 ευρώ ανά τ.μ., 10) ΚΑΔΕ ακινήτου 033022 38 ευρώ ανά τ.μ., 11) ΚΑΔΕ ακινήτου 033026 40 ευρώ ανά τ.μ., 12) ΚΑΔΕ ακινήτου 033027 36 ευρώ ανά τ.μ., 13) ΚΑΔΕ ακινήτου 033044 32 ευρώ ανά τ.μ., 14) ΚΑΔΕ ακινήτου 033049 25 ευρώ ανά τ.μ., 15) ΚΑΔΕ ακινήτου 033050 36 ευρώ ανά τ.μ., 16) ΚΑΔΕ ακινήτου 033053 27 ευρώ ανά τ.μ., 17) ΚΑΔΕ ακινήτου 033055 27 ευρώ ανά τ.μ., 18) ΚΑΔΕ ακινήτου 033056 15 ευρώ ανά τ.μ., 19) ΚΑΔΕ ακινήτου 033059 27 ευρώ ανά τ.μ., 20) ΚΑΔΕ ακινήτου 033060 (δεν ορίστηκε τιμή μονάδας αποζημιώσεως), 21) ΚΑΔΕ ακινήτου 033063 39 ευρώ ανά τ.μ., 22) ΚΑΔΕ ακινήτου 033066 40 ευρώ ανά τ.μ., 23) ΚΑΔΕ ακινήτου 033071 25 ευρώ ανά τ.μ., 24) ΚΑΔΕ ακινήτου 033226 39 ευρώ ανά τ.μ., 25) ΚΑΔΕ ακινήτου 033227 39 ευρώ ανά τ.μ., 26) ΚΑΔΕ ακινήτου 033228 (δεν ορίστηκε τιμή μονάδας αποζημιώσεως), 27) ΚΑΔΕ ακινήτου 033229 23 ευρώ ανά τ.μ., 28) ΚΑΔΕ ακινήτου 033230 35 ευρώ ανά τ.μ., 29) ΚΑΔΕ ακινήτου 033231 38 ευρώ ανά τ.μ., 30) ΚΑΔΕ ακινήτου 033232 25 ευρώ ανά τ.μ.
και 31) ΚΑΔΕ ακινήτου 033233 15 ευρώ ανά τ.μ.. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της πραγματικής αξίας της εδαφικής εκτάσεως του ακινήτου των αναιρεσειουσών που απαλλοτριώθηκε, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφέρει τα κοινά χαρακτηριστικά και τις κοινές ιδιότητες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 033050 ακίνητο των αναιρεσειουσών, χωρίς διαφοροποιήσεις ως προς τα κρίσιμα στοιχεία, για τον προσδιορισμό της αξίας της εδαφικής τους εκτάσεως, και έτσι κατατάσσει σε μία μόνο κατηγορία όλα τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα για τον προσδιορισμό της αξίας του εδάφους τους, ενώ ακολούθως καθορίζει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για μεν το ακίνητο των αναιρεσειουσών στο ποσό των 36 ευρώ ανά τ.μ., για δε τα λοιπά ακίνητα στα προαναφερόμενα ποσά για το καθένα, που κυμαίνονται από 15 έως 45 ευρώ ανά τ.μ., ήτοι καθορίζει σημαντικά διαφορετικές τιμές για την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αν και τα εντάσσει σε μία κατηγορία, χωρίς καθόλου περαιτέρω να διευκρινίζει και να εξειδικεύει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του ανωτέρω ακινήτου των αναιρεσειουσών, ώστε να προκύπτει ειδικότερα ο προσδιορισμός και η εκτίμηση της αξίας αυτού κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο και ως εκ τούτου, με τις ανωτέρω ελλιπείς παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του Εφετείου για τον καθορισμό της αξίας της εδαφικής εκτάσεως του ακινήτου αυτού στο προαναφερόμενο ποσό.
Εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974, σχετικά με την πραγματική αξία του ως άνω απαλλοτριωθέντος με αριθμό 033050 ακινήτου, με την οποία οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν το απαλλοτριωθέν με άλλο ισάξιο ακίνητο.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπομένη αναιρετική πλημμέλεια και ο συναφής τρίτος λόγος, της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του ιδίου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως) και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω ιδίου λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, που έγινε δεκτός.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφός αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α`/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στην ένδικη υπόθεση ως εκ του χρόνου κηρύξεως (2014) της ένδικης απαλλοτριώσεως, "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν από την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριουμένου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ` αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε (ΑΠ 121/2020, ΑΠ 388/2018), η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 687/2020, ΑΠ 465/2020).
Η μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι η ανέφικτη κατά προορισμό εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση και είναι δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή ως υπόλοιπο αγρού απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη.
Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος, που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως, ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος όμως "σημαντική" ως αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, το δε δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (ΑΠ 1382/2018, ΑΠ 96/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, όσον αφορά τη με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 033050 ιδιοκτησία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από Νοεμβρίου 2016 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών 1ης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης που συνέταξαν οι εκτιμητές Α.
Λ., Φ. Σ. και Μ. Φ., σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις, αποδεικνύεται ότι για μερικά των απολλοτριωθέντων ακινήτων, συνεπεία απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος, το απομένον σε κάθε ιδιοκτήτη τμήμα του υφίσταται σημαντική απομείωση της αξίας του και επομένως, επιβάλλεται ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα αυτά.
Ειδικότερα : [....] 5) Η με ΑΚΠ 033050 ιδιοκτησία, κείμενη εκτός του οικισμού ... σε απόσταση 1000 μέτρων από τη Γέφυρα Ρίου ... και στην ειδικότερη θέση "……", είχε αρχική επιφάνεια 4.024,06 μ2, εκ της οποίας απαλλοτριώθηκε τμήμα 1041,10 μ2 και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2.982,96 μ2. Πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη ιδιοκτησία ως εκτός σχεδίου πόλεως, λόγω της απότμησης του πιο πάνω τμήματος όμως απώλεσε τις ιδιότητες αυτές.
Η πρόσβαση δεν επηρεάζεται από την απαλλοτρίωση, καθώς εξασφαλίζεται τέτοια μέσω οδού κειμένης ανατολικά του ακινήτου, όπου καταλήγει οδικός κόμβος, ενώ το σχήμα του εξακολουθεί να παραμένει κανονικό. Περιορισμός θέας προς τον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο δεν αποδεικνύεται καθώς βρίσκεται, σε λόφο με αυξημένο υψόμετρο.
Κατά την από Νοέμβριος 2016 έκθεση εκτίμησης εναπομεινάντων τμημάτων η μείωση της αξίας του υπόψη ακινήτου ανέρχεται σε 10 %. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και ιδίως την απώλεια αρτιότητας και οικοδομησιμότητας κρίνεται ότι η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος ανέρχεται σε 30 % της καθορισθείσας αποζημίωσης, δεκτού γενομένου ως βάσιμου κατά ένα ποσοστό του σχετικού αιτήματος".
Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν τμήμα του ως άνω απαλλοτριωθέντος με αριθμό 033050 ακινήτου, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και επίσης δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εφάρμοσε την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής μειώσεως" κατά τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα του άνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που παρέμεινε εκτός των ορίων της απαλλοτριώσεως, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέστη σημαντική απομείωση της αξίας του, προσδιόρισε τη θέση του, ως κειμένη εκτός του οικισμού του ..., καθώς και την ειδικότερη θέση του στην περιοχή της απαλλοτριώσεως (θέση "……"), προσδιόρισε την απόστασή του από τη Γέφυρα Ρίου ..., καθόρισε το αρχικό του εμβαδόν και αυτό που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, διέλαβε ότι ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο ως εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά λόγω της απότμησης του πιο πάνω τμήματος απώλεσε τις ιδιότητες αυτές, διευκρίνισε ότι το σχήμα του παρέμεινε κανονικό και ότι η πρόσβασή του δεν επηρεάζεται από την απαλλοτρίωση, γιατί εξασφαλίζεται τέτοια μέσω οδού κειμένης ανατολικά του ακινήτου όπου καταλήγει οδικός κόμβος, καθώς και ότι δεν περιορίζεται η θέα του προς τον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο, ως κείμενο σε λόφο με αυξημένο υψόμετρο και αφού έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω και ιδίως την απώλεια της αρτιότητας και οικοδομησιμότητάς του, κατέληξε στην κρίση ότι επήλθε μείωση της αξίας του, την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 30% της καθορισθείσας αποζημιώσεως.
Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό, εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το ανωτέρω ακίνητο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.
ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).
Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.
ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα και ειδικότερα την από Μαΐου 2016 έκθεση εκτίμησης ακινήτου του πολιτικού μηχανικού Π.
Π.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπου ρητά αναφέρεται (31 και 32 σελίδα αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες στην πραγματικότητα δεν διατυπώνουν παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονούνται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενό του κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο οι ίδιες θεωρούν ορθό.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του παραπάνω λόγου αυτής, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της δίκης αυτής και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, σ' αυτές (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 εδάφιο β' ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 162/2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 86/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της και ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το κεφάλαιό της αυτό, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες αυτό αναιρεσείουσες. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ