Supreme Court allows appeal against final judgment due to procedural irregularity and violation of res judicata.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final judgment regarding a labor contract dispute between an individual and a municipality. The appellant argued the lower court erred by failing to recognize a procedural defect and violated the principle of res judicata concerning the employment relationship. The court found that the lower court's decision was flawed and remanded the case for further examination while awarding costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, 191, 281 of the Code of Civil Procedure; Article 331 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a party fails to participate properly in an appeal hearing, the court must verify procedural validity; if the lower court violated res judicata regarding the existence of a legal relationship, the appeal is admissible and the case is remanded for further trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1197 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1197/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παρίσση που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Σερρών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν η 10790/2063/201416 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1955/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-8-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ1695/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 10752Γ'/22.11.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Δημητρίου Γ. Βαΐτση, την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο της 15.2.2022, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Δήμο Σερρών, καθολικό διάδοχο του Δήμου Σερρών βάσει των άρθρων 1 και 104 παρ.1 εδ.γ' του Ν.3850/2010.
Εξ άλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την εν λόγω δικάσιμο της υπόθεσης ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει όμως, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 31.8.2020 και με αριθμό κατάθ. 2196/252/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1955/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 85/2016 έφεση που άσκησε ο ενάγων ήδη αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ. 63/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η με αριθμό εκθ.
καταθ. 2228ΕΡΓ17/2012) αγωγή του. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν.2556/1997 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζεται ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στην περίπτωση ελλιπούς καταβολής της οφειλομένης αποζημίωσης (ΑΠ 277/2016, ΑΠ 624/2008), η οποία υπολογίζεται κατά τα άρθρα 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυομένου μισθωτού του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας για οιονδήποτε λόγο δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).
Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα κατά το οποίο τελεί σε υπερημερία και ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, παύει α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθοιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης.
Επομένως, όταν η υπερημερία του εργοδότη απορρέει από μία άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αυτή παύει με μία έγκυρη νέα καταγγελία (ΑΠ 400/2017,1093/1993). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.
Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξηρτημένης εργασίας". Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, 121/2017, 429/2016, 1387/2015, 2234/2013, 404/2008).
Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, η οποία λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 359/2015, 705/2013).
Στον ίδιο δε χρονικό περιορισμό υπόκειται και η ένσταση ή αντένσταση περί ακυρότητας της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 121/2017, 429/2016, 624/2008). Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία ή η μη προβολή σχετικής ένστασης στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης, καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο αφορά την ουσία της διαφοράς και κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις της καταβολής αποδοχών υπερημερίας και πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού.
Ως εκ τούτου, εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή ή ένσταση απορρίπτεται ως (ουσιαστικά) απαράδεκτη (ΑΠ 121/2017, 429/2016, 359/2015, 705/2013). Η ως άνω αποσβεστική προθεσμία, διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, είτε αυτή είναι καταψηφιστική, είτε αναγνωριστική.
Η προθεσμία αυτή τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Δεν ισχύει δε, στις περιπτώσεις που οι αξιώσεις έχουν τις ίδιες συνέπειες με την άκυρη καταγγελία, αλλά δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο της αγωγής ότι αυτές στηρίζονται σε ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού, όπως συμβαίνει στην περίπτωση αγωγής επιδίκασης των αποδοχών υπερημερίας που οφείλονται, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, στον μισθωτό, λόγω της απόκρουσης των υπηρεσιών του από τον εργοδότη για λόγους που αφορούν τον ίδιο, αφού η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι, όπως εκτέθηκε, σχετική υπέρ του εργαζομένου.
Κατά το άρθρο 656 εδαφ. α' ΑΚ όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 61 Ν.4139/2013, "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 349 και 350 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας αποτελούν: α) η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, β) η πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου ή μη πραγματική αν ο εργοδότης δήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται αυτήν, (το οποίο συμβαίνει ιδίως όταν κατήγγειλε τη σύμβαση) και γ) η μη αποδοχή αυτής από τον εργοδότη.
Όπως επί κάθε ενοχής και ειδικότερα επί αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, έτσι και επί της μισθώσεως εργασίας, ο εργοδότης, ο οποίος δεν είναι κατ' αρχή υποχρεωμένος ν' αποδεχθεί την προσφερόμενη εργασία, δικαιούται να την αποκρούσει και απαλλάσσεται των λοιπών συνεπειών της υπερημερίας καταβάλλοντος το μισθό.
Κατ' ακολουθία, η μη αποδοχή της εργασίας που καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο ως δανειστή, έχει σημασία για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 656 ΑΚ μόνον εφόσον αυτός δεν αρνείται απλώς να δεχθεί την εργασία, αλλά αρνείται συγχρόνως να εκπληρώσει τη δική του επί την αντιπαροχή (μισθό) υποχρέωση. Συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο εργαζόμενος προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σ' αυτόν (μισθωτό).
Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη, να καταβάλει τον μισθό υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας του να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών, που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχειρήσεως και εκμεταλλεύσεως του.
Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανωτέρα βία. Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας, λόγω της συνεχιζομένης άρνησης του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της σύμβασης, την οποία ο εργαζόμενος θεωρεί άκυρη ή η οποία έχει ήδη κριθεί άκυρη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού.
Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής. Μόνο εάν ο εργαζόμενος διώκει με την αγωγή του επί πλέον και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας απαιτείται η αναφορά ως στοιχείου της αγωγής των λόγων ακυρότητας της καταγγελίας.
Αν όμως ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής με αντικείμενο μόνο την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, για να απαλλαγεί, επικαλεστεί κατ' ένσταση έγκυρη καταγγελία της σύμβασης ή, σε περίπτωση προηγουμένης ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας, νέα (δεύτερη) έγκυρη καταγγελία (και στη συνέχεια αποδείξει τούτο) και συνακόλουθα ανυπαρξία υπερημερίας του, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας αυτής αποτελεί αντένσταση, που πρέπει να προβληθεί κατά νόμιμο και παραδεκτό τρόπο.
Ο μισθωτός έχει βέβαια και στην περίπτωση αυτή τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας καθ' υποφορά, οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης.
Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός (ακυρότητας της καταγγελίας) που προβάλλεται από τον εργαζόμενο με αντένσταση προς απόκρουση του ισχυρισμού του εργοδότη, για είναι παραδεκτός, πρέπει, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, να προβάλλεται μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία των τριών μηνών, από την περιέλευση στον μισθωτό της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 839/2019, 524/2018, 121/2017, 429/2016, 624/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 3/1997, 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, μεταξύ άλλων, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, ΑΠ 76/2016, 139/2014, 1720/2013, 232/2009). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018).
Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008). Ως αλυσιτελής δε και συνεπώς απορριπτέος κρίνεται ο αναιρετικός λόγος και στην περίπτωση που με αυτόν βασίμως πλήττεται κάποιο από τα επάλληλα ερείσματα που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον τα λοιπά ερείσματα αυτής επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της και δεν πλήττονται ή πλήττονται ανεπιτυχώς με την αναίρεση (σχετ.
ΟλΑΠ 25/2003, 25/1994, ΑΠ 10/2016, 1652/2010, 406/2010, 318/2009). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009).
Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1708/2014, 204/2011, 858/2011).Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και επιδίκασε αίτηση (κεφάλαιο) της αγωγής, που όμως δεν είχε εκκληθεί και συνεπώς δεν είχε μεταβιβαστεί (άρθρ. 522 Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (ΑΠ 1415/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από επισκόπηση της ένδικης αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης και μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με την από 10.9.2012 και με αριθμό κατάθ. 2228ΕΡΓ17 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, εξέθεσε ότι με προηγούμενη αγωγή του (αριθμ.
κατάθ. 948/14/12.3.2007) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που κατήρτιζε με το Δήμο Σκουτάρεως, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος μετά το ν. 3852/2010, ο αναιρεσίβλητος Δήμος Σερρών, συνιστούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 109/2007 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι συνδέεται ο αναιρεσείων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ζήτησε με την ένδικη αγωγή, ισχυριζόμενος ότι ο εναγόμενος Δήμος αρνήθηκε να τον απασχολεί, και κυρίως να του καταβληθούν μισθοί υπερημερίας από 30.4.2007 έως 31.12.2011, ύψους 82.682,00 ευρώ, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του που έλαβε χώρα την 30.4.2007, οπότε ο Δήμος Σκουτάρεως, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο Δήμος Σερρών, έπαυσε να τον απασχολεί, επικουρικά δε, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από τη μη προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκτέλεση της υπ' αριθμ. 109/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, άλλως λόγω της ζημίας που υπέστη από την παράνομη απόλυσή του.
Η εν λόγω αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών την 11.9.2012 και επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο Σερρών την 28.11.2012, δηλαδή ασκήθηκε μετά την εκπνοή της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955. Επομένως η αγωγή κατά την κύρια βάση της είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, τόσο η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων επικαλείται τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, διατεινόμενος ειδικότερα ότι τα ανωτέρω ποσά του οφείλονται ως αποζημίωση από τη μη προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκτέλεση δικαστικής απόφασης από τον άλλοτε δήμο Σκουτάρεως και ειδικότερα της υπ' αριθμ. 109/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών με την οποία αναγνωρίστηκε ότι μεταξύ αυτού και του εναγομένου καταρτίσθηκε μία ενιαία και διαρκής σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όσο και η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής με την οποία ο ενάγων επικαλείται τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, διατεινόμενος ειδικότερα ότι τα ανωτέρω ποσά του οφείλονται ως αποζημίωση λόγω της ζημίας που υπέστη από την παράνομη απόλυσή του...
είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες για το λόγο ότι τόσο η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, όσο και η άρνηση του εργοδότη να απασχολεί τον εργαζόμενο σε περίπτωση που η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση, καθίσταται παράνομη με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, περιστατικά, που πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τα οποία όμως στην προκειμένη περίπτωση, ουδόλως επικαλείται ο ενάγων, ο οποίος απλώς αναφέρεται στην έκδοση της υπ' αριθμ. 109/2007 αναγνωριστικής αποφάσεως, η οποία έκρινε μόνο το είδος της συμβάσεως του ενάγοντος χωρίς όμως να κρίνει το ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας, ενώ δεν περιέχει και σχετική διάταξη που να υποχρεώνει τον εναγόμενο να απασχολεί τον ενάγοντα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή κατά μεν την κύρια βάση της ως απαράδεκτη, κατά δε την επικουρική της βάση ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656 και 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 5 και 6 παρ. 1 του Ν.3198/1955 και 219ΚΠολΔ, εφόσον δέχθηκε ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, η αξίωση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος για την καταβολή μισθών υπερημερίας έχει αποσβεσθεί και ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος κατάγγειλε τη μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος εργασιακή σχέση , χωρίς να προβληθεί σχετική ένσταση από την πλευρά του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου Δήμου δηλαδή ισχυρισμός του ότι κατήγγειλε τη σύμβαση, και να θεωρήσει ως αποσβεσθείσα την απαίτηση του αναιρεσείοντος λόγω της παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, αφ' ενός προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις προπαρατεθείσες διατάξεις , τις οποίες παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εφ' ετέρου έλαβε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, οι πρώτος, έκτος, έβδομος και ένατος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Επίσης και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το Εφετείο εξέτασε αγωγική βάση που δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης ήτοι "καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος από το Δήμο Σκουτάρεως" και ταυτόχρονα παρέλειψε την εκδίκαση του πραγματικού αντικειμένου της αγωγής κατά την κύρια βάση της ήτοι "καταβολή μισθών υπερημερίας στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα λόγω μη αποδοχής εκ μέρους του Δήμου Σκουτάρεως, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο αναιρεσίβλητος Δήμος Σερρών, της προσφοράς εργασίας του", ήτοι για την κρίση του περί του νομίμου του αιτήματος αυτού, έλαβε υπόψη του περιστατικά, των οποίων δεν έγινε επίκληση για τη θεμελίωσή του, ενώ παρέλειψε να λάβει υπόψη του, τα πράγματι επικαλούμενα, αφήνοντας έτσι αδίκαστο το αίτημά του, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 7/2013). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 στοιχ.
γ, 322 παρ. 1, 324, 325 και 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το αντικείμενο του δεδικασμένου προσδιορίζεται από το αντικείμενο της δίκης, με το οποίο και κατά κανόνα συμπίπτει. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο όλο ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που ο ενάγων επικαλέσθηκε με την αγωγή και έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια της θεμελίωσης βάσει αυτής (ιστορικής αιτίας) της έννομης σχέσης που διαγνώσθηκε, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι τον νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο προσέδωσε στα θεμελιούντα την ιστορική αιτία πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου (ΑΠ 918/2015, 1773/2011, 1570/2003, 415/2004).
Στην περίπτωση που με την αγωγή έχει καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο της απαίτησης που επιδικάσθηκε, δεδικασμένο (υπό τη θετική και αρνητική του λειτουργία) παράγεται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επί πλέον δεν είχε προβληθεί, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.
Μπορεί επομένως ο δικαιούχος να ζητήσει μεταγενέστερα έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς ν' αποκρούεται από το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 14/2002, 20/2002) και μπορεί ο υπόχρεος να προβάλει νέους ισχυρισμούς που καταλύουν ή περιορίζουν την υπόλοιπη απαίτηση.
Αναλόγως με το είδος της απόφασης και την αιτιολογία της δε, θα κριθεί περαιτέρω, εάν μεταγενέστερα περιστατικά μπορούν να μεταβάλουν την αναγνωριζόμενη με την απόφαση νομική κατάσταση. Αν η αγωγή έγινε δεκτή, είναι δυνατή η επίκληση και η απόδειξη μεταγενεστέρων περιστατικών που έλαβαν χώρα μεταγενέστερα και θεμελιώνουν λόγο απόσβεσης του δικαιώματος που αναγνωρίσθηκε.
Ειδικότερα, επί διαρκών εννόμων σχέσεων που κρίθηκαν είτε ως κύριο ζήτημα, είτε ως παρεμπίπτον που καλύφθηκε από το δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 331 του ΚΠολΔ, η μεταβολή των πραγματικών περιστατικών συνήθως επιφέρει κατάλυση της έννομης σχέσης για το μέλλον, οπότε παύει να ισχύει εφεξής το δεδικασμένο για την ύπαρξή της.
Επομένως, εάν κριθεί με τελεσίδικη απόφαση η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και επιδικασθούν συνακόλουθα αποδοχές υπερημερίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το δεδικασμένο για την ύπαρξη της σύμβασης εργασίας παύει να ισχύει με τη μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία (ΑΠ 839/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη ότι παραβίασε το δεδικασμένο το οποίο απορρέει από την υπ' αριθμ. 109/2007 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Δήμου Σκουτάρεως έχει καταρτιστεί μία ενιαία (διαρκής) σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την 1.9.2000.
Ο λόγος αυτός εδράζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθ' όσον με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε η έννομη σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με τον αναιρεσίβλητο Δήμο, καθολικό διάδοχο του Δήμου Σκουτάρεως και όχι για τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος από άκυρη καταγγελία και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, παρελκούσης λόγω της αναιρετικής τους εμβέλειας της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης ήτοι του τρίτου λόγου από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του όγδοου λόγου από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του πέμπτου λόγου από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2000), ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1955/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος , τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ