Legislator Case Law & Legislation
1192/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding claim existence, not specific dates.

Case Number 1192/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued the lower court erred by establishing a specific timeframe for the disputed claim, claiming the actual period differed. The court ruled this argument inadmissible because the existence of the claim, not its precise origin date, was the established res judicata fact. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 919 Civil Code; Art. 559 para. 16 Civil Procedure Code: The existence of a claim established by res judicata constitutes the essential fact for a claim of unjust enrichment or tort, rendering arguments regarding the specific temporal boundaries of that claim inadmissible.

Keywords

AI generated
res judicata unjust enrichment tort liability inadmissible appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 919 Civil Code
Art. 559 para. 16 Civil Procedure Code
Art. 495 para. 3 Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 191 para. 2 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1192 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1192/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρωτοπαππά. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 232/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3241/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της αδικοπραξίας που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την επιχειρηθείσα με πρόθεση πράξη του υπαιτίου ή και από παράλειψη αυτού, η δε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, των οποίων η έννοια είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και με κριτήριο τις ιδέες του κατά τη γενική αντίληψη, χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου, κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 10/1991, Α.Π. 404/2023, Α.Π. 1168/2019).

Ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, υπό την ανωτέρω έννοια, την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος, ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς.

Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική (Α.Π. 404/2023, Α.Π. 1168/2019).

Αναφορικά με την πρόθεση, δεν απαιτείται να ενήργησε το πρόσωπο τη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης του άλλου, αλλά αρκεί η θέλησή του για την επελθούσα ζημία, δηλαδή αρκεί ότι γνώριζε ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία.

H διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ. αποτελεί το αναγκαίο συμπλήρωμα του άρθρου 914 Α.Κ. και είναι νομικά δυνατό συγκεκριμένη συμπεριφορά του υπαίτιου προσώπου να είναι αντίθετη τόσο προς την πρώτη όσο και τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές (Α.Π. 404/2023, ΑΠ 1168/2019, Α.Π. 1121/2019, Α.Π. 212/2018, Α.Π. 419/2018). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 324 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, σαφώς προκύπτει ότι δεδικασμένο υπάρχει όταν κρίθηκε τελεσίδικα μεταξύ των ίδιων διαδίκων το ίδιο δικαίωμα το οποίο πηγάζει από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, όχι όμως και όταν το δικαίωμα που κατάγεται στη νέα δίκη εμφανίζεται να έχει διαφορετική παραγωγική αιτία από το δικαίωμα που ήδη κρίθηκε.

Κατά δε το άρθρο 333 § 1 του ίδιου Κώδικα, οι διάδικοι και οι διάδοχοί τους δεν μπορούν να προσβάλουν την απόφαση λόγω δόλου κάποιου διαδίκου ή τρίτου, παρά μόνο κατά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται αναψηλάφηση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το δεδικασμένο δεν μπορεί να ανατραπεί είτε αμέσως, με τη δημιουργία νέας δίκης για το ίδιο αντικείμενο μεταξύ των ίδιων διαδίκων, είτε εμμέσως, με την προσβολή του ως προϊόντος δόλου, με άσκηση νέας αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης ίσης προς το αντικείμενο που επιδικάσθηκε, διότι και η δεύτερη αυτή περίπτωση δεν θα είχε άλλη έννοια, παρά μόνο ότι η αλήθεια, η οποία απορρέει από την παράγουσα το δεδικασμένο τελεσίδικη απόφαση και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αμφισβήτησης, δεν είναι τέτοια και ως εκ τούτου είναι άδικη η επιδίκαση που έγινε, πράγμα το οποίο αντίκειται στην πρόθεση του νομοθέτη, ο οποίος περιβάλλει με τέτοιο κύρος το δεδικασμένο, ώστε να επιτρέπει την ανατροπή του μόνο με τα ένδικα μέσα της αναίρεσης και της αναψηλάφησης και μόνο για τους λόγους που προβλέπονται για την άσκηση των ενδίκων αυτών μέσων (Α.Π. 1214/2015, Α.Π. 1438/2005, Α.Π. 725/2004, Α.Π. 1522/1997, Α.Π. 1571/1987, Α.Π. 745/1986).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 30-9-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3241/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 17-2-2014 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ανέφερε ότι η εναγόμενη-αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρία είχε ασκήσει εις βάρος του αγωγή, ζητώντας να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει 771.572,91 ευρώ για το οφειλόμενο υπόλοιπο των προμηθειών και του τιμήματος από συμβάσεις χρηματιστηριακών αγοραπωλησιών μετοχών, που ενήργησε για λογαριασμό του βάσει συμβάσεων παραγγελίας που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Μάιο 1999 έως την 9-1-2003, και ότι η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 5713/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη 184.809,40 ευρώ, νομιμοτόκως, για συμβάσεις παραγγελιών αγοραπωλησίας μετοχών, που συνήφθησαν από 1-1-2002 έως 9-1-2003, γενομένης δεκτής, για τις αξιώσεις του προηγούμενου χρονικού διαστήματος, της ένστασης ετήσιας παραγραφής, που είχε προβάλει ο αναιρεσείων.

Ότι η εν λόγω απόφαση εσφαλμένως επιδίκασε εις βάρος του αναιρεσείοντος το ανωτέρω ποσό, το οποίο δεν είχε ζητηθεί με την αγωγή, δεδομένου ότι με αυτήν η αναιρεσίβλητη δεν είχε ζητήσει προμήθειες και τίμημα για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 9-1-2003, αντιθέτως είχε αναφέρει ότι οι απαιτήσεις της αυτές είχαν εξοφληθεί με παρακράτηση εκ μέρους της του τιμήματος από την πώληση μετοχών του αναιρεσείοντος.

Ότι ο αναιρεσείων προέβαλε τη σχετική πλημμέλεια της απόφασης με αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσίβλητη όμως, κατά παράβαση των χρηστών ηθών, της καλής πίστης, του καθήκοντος αληθείας και του Κώδικα Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, δεν ομολόγησε κατά την αναιρετική δίκη το σφάλμα της εφετειακής απόφασης, αλλά υποστήριξε την ορθότητά της, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ότι εν συνεχεία η αναιρεσίβλητη, η οποία είχε παρακρατήσει 45.000 μετοχές ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος ασκώντας επ' αυτών δικαίωμα επίσχεσης για τις ανωτέρω απαιτήσεις της, πώλησε αυτές για λογαριασμό του και παρακράτησε το τίμημα, ύψους 716.220 ευρώ. Ότι ο αναιρεσείων άσκησε εναντίον της αγωγή, ζητώντας το ποσό αυτό, όμως η αναιρεσίβλητη κατά τη σχετική δίκη παρέβη εκ νέου τις προαναφερθείσες αρχές και δεν ομολόγησε στο δικαστήριο ότι η επιδικασθείσα σε αυτήν με την 5713/2006 τελεσίδικη απόφαση απαίτηση, ύψους 184.809,40 ευρώ, η οποία μαζί με τους τόκους ανερχόταν σε 295.788,61 ευρώ, ήταν ανύπαρκτη και ότι στην πραγματικότητα οι τότε επίδικες αξιώσεις της αφορούσαν απαιτήσεις από συναλλαγές έως την 31-12-2001 και είχαν υποπέσει στο σύνολό τους σε παραγραφή, αλλά, αντιθέτως, παρέστησε ψευδώς ότι η επιδικασθείσα με την ανωτέρω απόφαση απαίτησή της ήταν υπαρκτή, και ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι με εξώδικη δήλωσή της είχε δήθεν συμψηφίσει αυτήν με μέρος της τότε επίδικης απαίτησης του αναιρεσείοντος, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο.

Ότι, ως αποτέλεσμα της ως άνω συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε δικαστική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος μόνο για το ποσό των 425.431,39 ευρώ, με την αιτιολογία ότι το υπόλοιπο είχε συμψηφισθεί με την προαναφερθείσα ανύπαρκτη απαίτησή της, η δε αναιρεσίβλητη, σε συμμόρφωση με την απόφαση αυτή, του κατέβαλε μόνο το ως άνω ποσό, με αποτέλεσμα ο αναιρεσείων να υποστεί ζημία ύψους 295.788,61 ευρώ.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ο αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 295.788,61 ευρώ ως αποζημίωση για τις παράνομες (λόγω παράβασης των χρηστών ηθών, της καλής πίστης, του καθήκοντος αληθείας και του Κώδικα Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, και τέλεσης του αδικήματος της απάτης στο δικαστήριο) και υπαίτιες πράξεις της, άλλως επικουρικώς να υποχρεωθεί να του καταβάλει 214.594,39 ευρώ, ποσό το οποίο η αναιρεσίβλητη είχε παρακρατήσει από την πώληση μετοχών του προς εξόφληση του τιμήματος αγορών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 9-1-2003, και ως προς το οποίο αυτή κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, αφενός λόγω της επιδίκασης με την 5713/2006 εφετειακή απόφαση, για την ίδια αιτία, του ποσού των 184.809,40 ευρώ εντόκως και την ανάλωση της απαίτησης αυτής μέσω της προβολής της σε συμψηφισμό, και αφετέρου επειδή αυξήθηκε η περιουσία της για αιτία ανήθικη με τους τρόπους που περιγράφονται στην κύρια βάση της αγωγής.

Η αγωγή απορρίφθηκε με την 232/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη 3241/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την ακόλουθη αιτιολογία: "Εν προκειμένω η υπό κρίση αγωγή ως προς την κύρια βάση της είναι μη νόμιμη, διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται σε αυτήν ο ενάγων [αναιρεσείων], δεν οδηγούν στη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης [αναιρεσίβλητης] έναντι αυτού, τόσο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 386 ΠΚ, όσο και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 919 ΑΚ, στις οποίες επιχειρεί (ο ενάγων) να θεμελιώσει την αγωγή.

Ειδικότερα, όσον αφορά τη θεμελίωση της αγωγής στις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 386 ΠΚ ... ο ενάγων επικαλείται στην αγωγή του ότι η εναγομένη τέλεσε την πράξη της απάτης στο Δικαστήριο (ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε ο ίδιος κατά της με αριθ. 5713/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 30-11-2009 ...

αγωγής του) προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του, με δύο τρόπους: α) με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (όσων προαναφέρθηκαν) και την προσκομιδή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 1-4-2009 "απάντησης-όχλησης-δήλωσης συμψηφισμού" της, στην οποία επαναλάμβανε τους ψευδείς ισχυρισμούς της και β) με την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων (όσων προεκτέθηκαν). ... [Γ]ια να θεμελιωθεί η πράξη της απάτης στο δικαστήριο (που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ) στις δίκες που διεξάγονται κατά την τακτική διαδικασία, όπως εν προκειμένω, δεν αρκεί η από έναν διάδικο υποβολή ενώπιον του δικαστηρίου ενός ψευδούς πραγματικού ισχυρισμού αλλά απαιτείται και η εκ μέρους του (διαδίκου) επίκληση και προσαγωγή ψευδών (εν γνώσει του) αποδεικτικών μέσων, με τα οποία να παραπλανά το δικαστήριο να εκδώσει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση, αφού ο αναπόδεικτος ψευδής πραγματικός ισχυρισμός, δεν είναι λυσιτελής για να οδηγήσει σε παραπλάνηση του δικαστή.

Εν προκειμένω ο ενάγων στην υπό κρίση αγωγή εκθέτει ότι η εναγομένη προς απόδειξη των ψευδών ισχυρισμών, που επικαλέσθηκε ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων, προσκόμισε την από 1-4-2009 "απάντηση-όχληση-δήλωση συμψηφισμού" της, που του είχε επιδώσει, στην οποία (δήλωση) επαναλάμβανε τους ψευδείς (κατά τον ενάγοντα) ισχυρισμούς της.

Όμως η δήλωση αυτή της εναγομένης δεν συνιστά μέσο απόδειξης της αλήθειας των σε αυτήν (όχληση) εκτιθέμενων ισχυρισμών της και, συνεπώς, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται ότι η εναγομένη προσκόμισε και κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο ενώπιον των παραπάνω Δικαστηρίων, πρόσφορο να αποδείξει τους ψευδείς ισχυρισμούς της, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η υπό κρίση αγωγή στις διατάξεις των άρθρων 914 και 386 ΠΚ.

Επίσης, η αποσιώπηση εκ μέρους της εναγομένης των πραγματικών περιστατικών που αναφέρθηκαν στην αγωγή, δεν μπορεί να θεμελιώσει αυτήν (αγωγή) στις διατάξεις περί απάτης, καθώς τα γεγονότα αυτά, σύμφωνα με όσα, επίσης, αναφέρονται στην αγωγή, δεν ήταν άγνωστα στα ως άνω Δικαστήρια, καθώς η ίδια η εναγομένη τα είχε εκθέσει προγενέστερα στην αγωγή που είχε ασκήσει και επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, επιπλέον, είχε προσκομίσει ενώπιον των ως άνω Δικαστηρίων και την χρηματική καρτέλα από την οποία προέκυπταν αυτά.

Περαιτέρω, η αγωγή δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, διότι ... η αιτούμενη αποζημίωση στην περίπτωση αυτή αντιμάχεται το από την ως άνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση (με αριθ. 5713/2006 του Εφετείου Αθηνών) δεδικασμένο. Όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, αυτή είναι επίσης, μη νόμιμη διότι, με βάση όσα εκθέτει ο ενάγων σε αυτήν, ήταν νόμιμος ο πλουτισμός της εναγομένης ως προς το αιτούμενο με την επικουρική βάση της αγωγής ποσό.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αγωγή, με την με αριθ. 5713/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι από τη λειτουργία της συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που ο ενάγων συνήψε με την εναγόμενη χρηματιστηριακή εταιρεία το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 1999 μέχρι τις 9-1-2003, όφειλε αυτός στην εναγομένη το ποσό των 184.809,40 ευρώ και όχι το αντίστροφο.

Συνεπώς, οποιοδήποτε ποσό παρακρατεί η εναγομένη, τόσο από την πώληση μετοχών κυριότητας του ενάγοντος, όσο και από καταβολές που έχει κάνει αυτός προς εκείνη κατά το ως άνω διάστημα, θεμελιώνεται στο δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερόμενη δικαστική απόφαση και δεν έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει αξίωσή του (ενάγοντος) σε βάρος της (εναγομένης) με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού." Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τη βάση της αγωγής, με την οποία ο αναιρεσείων επιχείρησε να θεμελιώσει έναντι της αναιρεσίβλητης απαίτηση αποζημίωσης λόγω προσβολής των χρηστών ηθών, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, πράγματι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ενόψει του αντίθετου δεδικασμένου, που πηγάζει από την 5713/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ειδικότερα, η αιτούμενη με την αγωγή καταβολή στον αναιρεσείοντα, με τη μορφή της αποζημίωσης λόγω προσβολής των χρηστών ηθών, του ποσού των 295.788,61 ευρώ, που επιδικάσθηκε τελεσίδικα εις βάρος του με την 5713/2006 απόφαση και ακολούθως προέβαλε σε συμψηφισμό η αναιρεσίβλητη προς μερική κατάλυση της απαίτησής του των 716.220 ευρώ, είναι ανεπίτρεπτη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, επειδή αντιβαίνει στο δεδικασμένο, που πηγάζει από την απόφαση αυτή, επιδιώκεται δε απαραδέκτως, με τη βάση αυτή της ένδικης αγωγής, η έμμεση προσβολή του δεδικασμένου ως προϊόντος δόλου και η αμφισβήτηση της αλήθειας, που απορρέει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, χωρίς την άσκηση των ενδίκων μέσων της αίτησης αναιρέσεως ή της αναψηλάφησης (αντιθέτως μάλιστα, ο αναιρεσείων αναφέρει ότι η αίτηση αναιρέσεως, που άσκησε κατά της 5713/2006 απόφασης, απορρίφθηκε), και συνεπώς δεν αποτελεί συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη η αναφερόμενη στην αγωγή συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν επιδίωξε την εξαφάνιση της 5713/2006 απόφασης και εν συνεχεία προέβαλε σε συμψηφισμό την επιδικασθείσα με αυτήν απαίτησή της των 295.788,61 ευρώ έναντι της απαίτησης του αναιρεσείοντος των 716.220 ευρώ.

Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει παράβαση της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 § 1 Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής προς αναζήτηση της ωφέλειας του εναγομένου από αδικαιολόγητο πλουτισμό σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή με ζημία του, είναι ότι η ωφέλεια αυτή αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις, ενδεικτικά σε αυτή, αναφερόμενες μορφές.

Συνεπώς, όταν υπάρχει νόμιμη αιτία (σύμβαση, διάταξη νόμου κ.λπ.), από την οποία προέκυψε η ωφέλεια αυτή, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να την αποδώσει με βάση την εν λόγω διάταξη, στην οποία δεν βρίσκει έρεισμα η σχετική αγωγή, εκτός αν υπάρχει ειδική διάταξη του νόμου, που να επιτρέπει την αναζήτηση. Νόμιμη αιτία πλουτισμού υπάρχει και στην περίπτωση απόκτησης του αντικειμένου της δίκης μετά από εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, καθόσον αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 330 και 331 ΚΠολΔ, αποτελεί δεδικασμένο και, επομένως, νόμιμο λόγο διατήρησης του πλουτισμού, αφού δεν είναι πλέον δυνατή η επιδίωξη της επιστροφής του, αν δεν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 333 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 947/2015, Α.Π. 1664/2013), δηλαδή το δεδικασμένο δεν μπορεί ούτε έμμεσα να καταργηθεί με την αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Μόνη δυνατότητα παραμένει, κατ' άρθρο 333 ΚΠολΔ, η άσκηση αναψηλάφησης για τους λόγους και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 538 επ. του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 1214/2015, Α.Π. 1438/2005, Α.Π. 725/2004, Α.Π. 1102/1985). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την κρίση του ότι δεν στοιχειοθετείται ούτε η επικουρική βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, δεδομένου ότι με βάση τα περιστατικά που αναφέρονται στην αγωγή, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ενόψει του ότι με τη βάση αυτή της αγωγής απαραδέκτως επιχειρείται εκ νέου η έμμεση αμφισβήτηση του δεδικασμένου, που πηγάζει από την 5713/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τις προμήθειες και το τίμημα από την αγορά μετοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 9-1-2003 και συνεπώς όφειλε να της καταβάλει για την αιτία αυτή 184.809,40 ευρώ πλέον τόκων, δηλαδή επιδιώκεται και πάλι η έμμεση κατάργηση του δεδικασμένου, που πηγάζει από την ανωτέρω απόφαση, χωρίς την άσκηση των ενδίκων μέσων της αίτησης αναιρέσεως ή της αναψηλάφησης.

Επομένως είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει παράβαση κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ της προαναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 Α.Κ.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο την ύπαρξη δεδικασμένου μεταξύ των διαδίκων από την 5713/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του περί ανήθικης και απατηλής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης.

Καθ' όσον αφορά το παράπονο του αναιρεσείοντος για τη μη εξέταση του ισχυρισμού του περί παράβασης των χρηστών ηθών, ο λόγος είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε ως μη νόμιμη την βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος για παράβαση της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι η ως άνω εφετειακή απόφαση αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων σχετικά με την ύπαρξη απαίτησης της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος, ύψους 184.809,40 ευρώ πλέον τόκων, και ότι η αμφισβήτησή της συνιστά ανεπίτρεπτη έμμεση αμφισβήτηση του δεδικασμένου σχετικά με την ύπαρξη της ανωτέρω απαίτησης της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι βασική προϋπόθεση για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος αποζημίωσης για παράβαση των χρηστών ηθών είναι ότι το ανωτέρω ποσό εσφαλμένα και παρά τον νόμο επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη με την 5713/2006 απόφαση, δηλαδή στο πραγματικό της ένδικης αγωγής ανήκει αναγκαία η άρνηση της έννομης συνέπειας της ύπαρξης της ανωτέρω απαίτησης, που καλύπτει το δεδικασμένο, και η κατάφαση της αγωγής σημαίνει έμμεση ανατροπή του δεδικασμένου αυτού.

Καθ' όσον αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μη εξέτασης του ισχυρισμού του περί αδικοπραξίας λόγω τέλεσης του αδικήματος της απάτης στο δικαστήριο, ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή με την προσβαλλόμενη απόφαση ο ισχυρισμός αυτός δεν απορρίφθηκε ως ασυμβίβαστος με το δεδικασμένο της 5713/2006 απόφασης, αλλά ως μη νόμιμος λόγω μη στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης, ελλείψει επίκλησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος της προσκόμισης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης στο δικαστήριο ψευδών αποδεικτικών μέσων, και συνεπώς μη θεμελίωσης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς από την αιτία αυτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, που δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια, ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη απόφαση, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, ασχέτως αν μεταβάλλεται απλά η δικονομική θέση, ως όταν ο αρχικώς ενάγων γίνεται εναγόμενος σε αντίθετη αρνητική αγωγή (ΑΠ 1861/2022).

Το δεδικασμένο λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, με συνέπεια η υποβαλλόμενη από κάποιον από τους διαδίκους νέα αγωγή, για το ίδιο δικαίωμα, να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1006/2021, Α.Π. 818/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 281/2023), που έχουν ως αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (A.Π. 1185/2021, A.Π. 363/2021), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 4/2018, Ολ.Α.Π. 6/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με σκέλη των δεύτερου και τρίτου λόγων αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι βάσεις της αγωγής του περί αδικοπραξίας λόγω παράβασης των χρηστών ηθών και περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αντίστοιχα, αντιμάχονται το δεδικασμένο, που πηγάζει από την 5713/2006 απόφαση, παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Όπως προκύπτει από το προαναφερθέν σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι με τις ανωτέρω βάσεις της αγωγής επιχειρείται η έμμεση προσβολή του δεδικασμένου από την προαναφερθείσα απόφαση και ακολούθως απέρριψε τις βάσεις αυτές ως μη νόμιμες, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει το ίδιο, αντί να τις απορρίψει ως απαράδεκτες για την ανωτέρω αιτία.

Εφόσον το Εφετείο ορθά κατέληξε σε απόρριψη των εν λόγω αγωγικών βάσεων, έστω και με την ανωτέρω εσφαλμένη αιτιολογία, η απόφαση δεν αναιρείται, αλλά η εσφαλμένη αιτιολογία της αντικαθίσταται με την ανωτέρω διαλαμβανόμενη κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω το απαραίτητο έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (Ολ.Α.Π. 13/1995, Ολ.Α.Π. 25/1994, Α.Π. 686/2020, Α.Π. 755/2018, Α.Π. 1991/2017), αφού η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί εκ νέου με παραδεκτό τρόπο, ενόψει του ότι προϋπόθεση για τη γέννηση του ουσιαστικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, που ασκείται με αυτήν, είναι σε κάθε περίπτωση η έμμεση ανατροπή του δεδικασμένου της 5713/2006 απόφασης.

Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Με σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι από την 5713/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών υπάρχει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων περί του ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, ύψους 184.809,40 ευρώ πλέον τόκων, αφορά συναλλαγές του χρονικού διαστήματος από το μήνα Μάιο 1999 έως 9-1-2003, ενώ στην πραγματικότητα η απαίτηση αφορά συναλλαγές από 1-1-2002 έως 9-1-2003.

Οι λόγοι είναι αλυσιτελείς και συνεπώς απαράδεκτοι, δεδομένου ότι κρίσιμο εν προκειμένω γεγονός σχετικά με τις ένδικες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι το δεδικασμένο σχετικά με την ύπαρξη της ανωτέρω χρηματικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης, η οποία προβλήθηκε από αυτήν σε συμψηφισμό έναντι της απαίτησης του αναιρεσείοντος για το τίμημα των μετοχών του, και όχι σχετικά με τον ειδικότερο χρόνο γέννησης της απαίτησης αυτής, ο οποίος δεν ασκεί επιρροή, αφού σε κάθε περίπτωση η απαίτηση ήταν υπαρκτή κατά τον μεταγενέστερο χρόνο της προβολής της σε συμψηφισμό έναντι της απαίτησης του αναιρεσείοντος για το τίμημα των μετοχών, έχοντας ήδη επιδικασθεί υπέρ της αναιρεσίβλητης με την 5713/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και συνεπώς νομίμως συμψηφίσθηκε με αυτήν, χωρίς από το γεγονός αυτό να δημιουργείται απαίτηση του αναιρεσείοντος για αποζημίωση από αδικοπραξία, ούτε από αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω της επικαλούμενης ανυπαρξίας της απαίτησης εξαιτίας εξόφλησης του ποσού αυτού μέσω παρακράτησης από την αναιρεσίβλητη του τιμήματος από την πώληση μετοχών, κατά τα προαναφερθέντα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση (στους δεύτερο και τρίτο λόγους εκ παραδρομής γίνεται επίκληση και της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχο περιεχόμενο), πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού αιτήματός της, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2019 αίτηση του Α. Σ. για αναίρεση της 3241/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις17 Ιουλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ