Supreme Court dismisses appeal on grounds of non-exhausted review of evidence and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's final decision. The appellant argued that the appellate court failed to properly consider specific documentary evidence regarding the vehicle's manufacturing year and license validity. The court ruled that the lower court had indeed examined all submitted documents, including the disputed one, and explicitly referenced it in its reasoning without leaving room for doubt about its evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is admissible only if the appellate court failed to consider relevant evidence or if its reasoning leaves ambiguity regarding the assessment of submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1185 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1185/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Π. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κούτρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. του Γ. , κατοίκου ... και 2) Χ. Κ. του Α. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ναθαναηλίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 74/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 14-5-2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 12/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που είχε απορρίψει την από 26-4-2018 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014, ΑΠ 137/2005).
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (ΑΠ 292/2015).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ (ΑΠ 121/2012, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 1750/2014, ΑΠ 726/2015).
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο(άρθρο 361 ΠΚ), ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης(άρθρο 362 ΠΚ, που ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο) και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης(άρθρο 363 ΠΚ).
Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει,όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό (ΑΠ 1735/2009).
Συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ` αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ` αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ` άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361 - 367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου(ΑΠ 343/2016, ΑΠ 271/2012).'Ετσι, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 366 παρ. 1, 3 του ΠΚ, προκύπτει ότι, αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ. 1 Π.Κ.), αλλά είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, ήτοι από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου [ΑΠ (Ποιν.) 395/2013, ΑΠ (Ποιν.) 2680/2008].
Τέλος, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 229 ΠΚ, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ήτοι ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση), χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού (ΑΠ 1360/2022, ΑΠ 611 / 2019).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 932 ΑΚ, που ορίζει ότι ''Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης....''σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 14/2021), Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου και τούτο, γιατί, μόνο με την παράθεση ολοκληρωμένων των παραδοχών της απόφασης, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 887/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "Με τη με αριθμό ... /4-9-2003 πράξη του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κ. Σισαμπέρη, που καταχωρίστηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Ξάνθης στις 22-9-2003 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 11230/21-10-2003 ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, συστάθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Νομού Ξάνθης- Ανώνυμη Μεταφορική, Τουριστική και Εμπορική Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν.
Ξάνθης ΑΕ.", προερχόμενο από μετατροπή του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Υπεραστικών Λεωφορείων Νομού Ξάνθης". Ο ενάγων(ήδη αναιρεσείων) ορίστηκε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλους της ως άνω εταιρίας με το καταστατικό, ενώ εξακολούθησε να εκλέγεται στη θέση αυτή ανά τριετία μέχρι σήμερα.
Ταυτόχρονα είναι και μέτοχος της ανώνυμης εταιρίας, διότι έχει εισφέρει κατά χρήση διάφορα λεωφορεία, στα οποία είναι συγκύριος. Μέτοχοι της εταιρίας είναι και οι εναγόμενοι(ήδη αναιρεσίβλητοι), ενώ ο δεύτερος εξ αυτών είναι ταυτόχρονα και οδηγός υπεραστικού λεωφορείου. Μεταξύ των λεωφορείων που ανήκουν κατά συγκυριότητα στον ενάγοντα, κατά ποσοστό 90% εξ αδιαιρέτου, είναι το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Δ.Χ. λεωφορείο, εργοστασίου κατασκευής TEMSA SANAYI VS TICARET A.S., με αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κινητήρα ... . Συγκύριος του ιδίου λεωφορείου κατά ποσοστό 10% είναι ο Β. Δ. . Το ως άνω λεωφορείο αγόρασαν οι συγκύριοι μεταχειρισμένο, προκειμένου δε να ταξινομηθεί στην Ελλάδα η εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Μηχανημάτων και Βιομηχανικών Ειδών Α.Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ERGOTRAK", με έδρα την Αθήνα, αποκλειστική αντιπρόσωπος της κατασκευάστριας εταιρίας στην Ελλάδα, χορήγησε την από 6-3-2014 βεβαίωση, που υπογράφει ο υπάλληλος της Φ.
Λ. , με την οποία βεβαίωσε ότι το συγκεκριμένο όχημα έχει έτος παραγωγής το 2004, σύμφωνα και με τον έλεγχο της βάσης δεδομένων του εργοστασίου κατασκευής για τον συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου. Με βάση την ανωτέρω βεβαίωση, κατά τις διατάξεις της Υ.Α. 46588/2076/2002 έγινε η ταξινόμηση του οχήματος και εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας.
Σύμφωνα με την τελευταία, για το λεωφορείο εκδόθηκε πρώτη διεθνής άδεια κυκλοφορίας στις 26-8-2004, πρώτη άδεια κυκλοφορίας στην Ελλάδα στις 16-2-2015 και η ημερομηνία αποσύρσεώς του (μετά από 27 έτη από την κατασκευή του) θα ήταν η 31- 12-2031. Περί τα τέλη Αυγούστου του 2016, ενώ ο ενάγων βρισκόταν στο γραφείο του μαζί με τους Π.
Ν. και κάποια άλλα πρόσωπα, όλοι μέτοχοι του ΚΤΕΛ Ξάνθης, εισήλθαν εντός του γραφείου οι Μ. Κ. και Λ. Γ. , ομοίως μέτοχοι του ΚΤΕΛ και ζήτησαν εξηγήσεις από τον ενάγοντα, διότι ο πρώτος εναγόμενος ισχυριζόταν ότι ο ενάγων εξαπάτησε τους μετόχους, με πλαστή βεβαίωση σχετικά με το έτος κατασκευής του επίδικου λεωφορείου, ενώ, σύμφωνα με βεβαίωση που κατείχε ο πρώτος εναγόμενος, αυτό δεν κατασκευάστηκε το έτος 2004, αλλά το έτος 2003 και ζήτησαν να δουν τη βεβαίωση για τον χρόνο κατασκευής που βρισκόταν στον φάκελο του αυτοκινήτου, την οποία και είδαν.
Ο ενάγων ζήτησε από τον Δ. Β. , συνιδιοκτήτη του λεωφορείου κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, να τηλεφωνήσει στον πρώτο εναγόμενο και να του ζητήσει να προσκομίσει στο ΚΤΕΛ τη βεβαίωση, που ο τελευταίος ισχυριζόταν ότι κατείχε. Πράγματι ο Δ. τηλεφώνησε στον πρώτο εναγόμενο και ο τελευταίος αρνήθηκε να μεταβεί στο ΚΤΕΛ και να επιδείξει την κατεχόμενη από αυτόν βεβαίωση και απάντησε ότι θα τη δώσει εκεί που πρέπει.
Το έτος κατασκευής του λεωφορείου ήταν σημαντικό διότι, εάν αυτό είχε κατασκευαστεί το έτος 2004, το έτος 2016, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ήταν ηλικίας 11 ετών (αφού δεν μετρά το έτος κατασκευής του πλαισίου αλλά αρχίζει η ηλικία από το επόμενο έτος) και ο συντελεστής πραγματικών χιλιομέτρων προσδιορίζεται κατά τις διατάξεις της ΥΠ 60195/5172/2013 σε 0,25, ενώ εάν είχε κατασκευαστεί το έτος 2003, θα θεωρείτο ηλικίας 12 ετών και ο συντελεστής θα μειωνόταν σε 0,17, με αντίστοιχη μείωση της οικονομικής αποδόσεως του λεωφορείου για τους συγκυρίους του, κατά την τρίμηνη εκκαθάριση που γινόταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2963/2001.
Η βεβαίωση που κατείχε ο πρώτος εναγόμενος είχε χορηγηθεί από την ίδια εταιρία, με την επωνυμία "Εμπορική Μηχανημάτων και Βιομηχανικών Ειδών Α.Ε.Ε.", που ήταν η αποκλειστική αντιπρόσωπος της κατασκευάστριας εταιρίας στην Ελλάδα, είχε ημερομηνία 5-7-2016, την υπέγραφε ο υπάλληλος της Ν. Κ. , μηχανολόγος μηχανικός και ανέφερε ότι το συγκεκριμένο όχημα είναι έτους κατασκευής 2003, όπως προκύπτει και από τον έλεγχο της βάσης δεδομένων του εργοστασίου κατασκευής για τον συγκεκριμένο αριθμό πλαισίου.
Αιτία για να ζητήσει ο πρώτος εναγόμενος βεβαίωση για το έτος κατασκευής ήταν η αμφισβήτησή του ότι το λεωφορείο είναι ηλικίας 11 ετών, όπως έβλεπε να αναγράφεται στον πίνακα ανακοινώσεων, όπου είχαν αναρτηθεί οι τριμηνιαίες καταστάσεις αποδόσεως κερδών των μετόχων, ανάλογα με την ηλικία του λεωφορείου, διότι είχε εμπειρία από λεωφορεία και με βάση αυτήν γνώριζε ότι τα λεωφορεία του έτους 2003 έχουν κατασκευαστικές διαφορές σε σχέση με αυτά που κατασκευάστηκαν εντός του 2004, όπως ενδεικτικώς η θέση του ντεπόζιτου καυσίμων που είναι διαφορετική, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες που προσκομίζει.
Ο ενάγων προσέφυγε στην ίδια αντιπρόσωπο εταιρία και ζήτησε νέα βεβαίωση για το έτος κατασκευής. Η εταιρία δε, δια του ιδίου υπαλλήλου Ν. Κ. , χορήγησε νέα βεβαίωση, με ημερομηνία 2-9-2016, σύμφωνα με την οποία εκ παραδρομής η εταιρία απέστειλε την από Ιούλιο 2016 βεβαίωση, αναφέροντας ως έτος κατασκευής το 2003, διότι ως έτος κατασκευής ορίζεται από το εργοστάσιο το έτος 2004 (σύμφωνα με την επισυναπτόμενη δήλωση του εκπροσώπου του εργοστασίου) και η ημερομηνία αυτή φαίνεται και στο ταμπελάκι του οχήματος που βρίσκεται στην πρώτη δεξιά πόρτα και αναφέρεται ως Μodel year, συνεπώς η προηγούμενη βεβαίωση ήταν εσφαλμένη.
Επισύναψε δε ο ως άνω υπάλληλος στο έγγραφο αυτό αφενός την από 5-7-2016 βεβαίωση, στην οποία έθεσε με σφραγίδα τη λέξη ΑΚΥΡΟ και αφετέρου βεβαίωση της κατασκευάστριας εταιρίας ΤΕΜSA, στην αγγλική γλώσσα, σύμφωνα με την οποία η επιβεβαίωση της μηχανής έγινε το έτος 2004. Την ανωτέρω νεώτερη βεβαίωση ανήρτησε ο ενάγων στον ίδιο πίνακα ανακοινώσεων, μαζί με τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα.
Η ανάρτηση των δύο βεβαιώσεων στον πίνακα ανακοινώσεων έγινε ευρέως γνωστή στους μετόχους της εταιρίας, οι οποίοι είχαν μπερδευτεί για το τι ίσχυε τελικώς και το ζήτημα κυριαρχούσε στις συζητήσεις τους, όπως αναφέρει ο Θ. Δ. στην ένορκη βεβαίωση που προσκομίζουν οι εναγόμενοι. Ωστόσο ο πρώτος εναγόμενος δεν πείστηκε για το έτος κατασκευής του λεωφορείου και στις 31-8-2016 αναζήτησε, μέσω διαδικτύου στην ιστοσελίδα της γερμανικής κατασκευάστριας εταιρίας λεωφορείων ΜΑΝ, που κατασκευάζει και τους κινητήρες, όπου υπάρχουν δεδομένα για όλα τα οχήματα, το έτος κατασκευής του λεωφορείου, με βάση τον αριθμό πλαισίου και κινητήρα, η απάντηση δε που έλαβε ήταν ότι λεωφορείο κατασκευάστηκε στις 22-9-2003, ενώ σε άλλη βάση δεδομένων, πάλι με τον αριθμό πλαισίου, η απάντηση που έλαβε ήταν ότι το λεωφορείο κατασκευάστηκε στις 22-9-2003 και η πρώτη άδεια κυκλοφορίας εκδόθηκε στις 26-8-2004.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ξάνθης την από 23-9-2016 μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου, όπου ανέφερε όλες τις ανωτέρω πληροφορίες και βεβαιώσεις για το έτος κατασκευής του επίδικου λεωφορείου και ζητούσε να διερευνηθεί εάν ο ενάγων διέπραξε τα αδικήματα της υπεξαίρεσης, της απάτης και της απιστίας, για το ποσό των 9.154,77 ευρώ που είχε εισπράξει επιπλέον, σε περίπτωση που το λεωφορείο κατασκευάστηκε το έτος 2003, δεδομένου ότι εκτός από ιδιοκτήτης του λεωφορείου που έλαβε το μέρισμα ήταν και Πρόεδρος του ΚΤΕΛ Ξάνθης και διαχειριστής της περιουσίας του ΚΤΕΛ, το οποίο κατέβαλε το ως άνω επιπλέον ποσό.
Διατάχθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης προκαταρτική εξέταση, στα πλαίσια της οποίας κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον της Πταισματοδίκη Ελευσίνας ο Ν. Κ. , ο οποίος ανέφερε ότι χορήγησε την πρώτη βεβαίωση της αντιπροσώπου εταιρίας με ημερομηνία 5-7-2016 με βάση την ηλεκτρονική εκτύπωση από το σύστημα της κατασκευάστριας εταιρίας, την οποία και επισύναψε στην κατάθεσή του, αλλά από παραδρομή γράφηκε το έτος 2003, όταν δε ο ενάγων επικοινώνησε μαζί τους και τους επεσήμανε το σφάλμα, οι ίδιοι επικοινώνησαν με το εργοστάσιο και ζήτησαν την επίσημη θέση του, με βάση δε αυτήν χορήγησαν τη δεύτερη βεβαίωση από 2-9-2016 στον ενάγοντα.
Σύμφωνα με την επισυναπτόμενη στην κατάθεση του ως άνω μάρτυρα εκτύπωση από την ιστοσελίδα της κατασκευάστριας εταιρίας ΤΕΜSA, η ημερομηνία παραγωγής, με βάση τον αριθμό πλαισίου είναι 27-8-2003. Μετά την ανωτέρω κατάθεση και λόγω της απαλλαγής του διορισθέντος πραγματογνώμονα για σπουδαίο λόγο, η προκαταρτική εξέταση περατώθηκε και η μηνυτήρια αναφορά του πρώτου εναγομένου τέθηκε στο αρχείο, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου Μ 1029/2017 διάταξη της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Ξάνθης, που εγκρίθηκε με τη με αριθμό 1966/2017 πράξη του Εισαγγελέως Εφετών Θράκης.
Ο πρώτος εναγόμενος απευθύνθηκε στην εταιρία Συμβούλων μηχανικών- πραγματογνωμόνων "... Ο.Ε.", η οποία, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία και τη δική της έρευνα, συνέταξε την από 24-1-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα δε με αυτήν το λεωφορείο κατασκευάστηκε στις 27-8-2003 και παραδόθηκε από το εργοστάσιο στις 22-9-2003, ενώ στο έγγραφο της κατασκευάστριας εταιρίας αναφέρεται ότι το όχημα είναι μοντέλο 2004, αλλά το μοντέλο δεν είναι η ημερομηνία κατασκευής του, αλλά το έτος που "λανσάρεται" στην αγορά.
Με την επίκληση της ως άνω εκθέσεως, ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε την από 30-1-2018 αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, με την οποία ζήτησε να ανασυρθεί η δικογραφία από το αρχείο και να συνεχιστεί η έρευνα για τα καταγγελλόμενα αδικήματα, η οποία έγινε δεκτή και διατάχθηκε νέα προκαταρτική εξέταση.
Κατά το στάδιο της προκαταρτικής εξετάσεως λήφθηκε έγγραφο από την κατασκευάστρια εταιρία ΤΕΜSA, σύμφωνα με το οποίο η ημερομηνία κατασκευής του λεωφορείου είναι η 27-8-2003 και η ημερομηνία εξόδου από το εργοστάσιο η 12-9-2003, ενώ σε άλλο έγγραφο αναφέρονται οι ημερομηνίες που αφορούν την εγκατάσταση των επιμέρους συστημάτων του λεωφορείου (μηχανή, άξονες, τακόμετρο), που ανάγονται όλες στο έτος 2003.
Ταυτόχρονα διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, που διενεργήθηκε από τον Κ. Κ. , μηχανολόγο μηχανικό, ο οποίος συνέταξε την από 8-10-2018 εμπεριστατωμένη έκθεσή του, που κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης, με αριθμό 529/8-10-2018. Στην έκθεση αυτή εξηγείται ότι είναι διαφορετικό το έτος κατασκευής ενός οχήματος, από το έτος μοντέλου, διότι το τελευταίο αναφέρεται στα χαρακτηριστικά που συγκεντρώνει ένα όχημα για να κυκλοφορήσει ένα συγκεκριμένο έτος και αφορά όλα τα οχήματα που πωλήθηκαν από τις 30 Ιουνίου του προηγούμενου έτους και εντεύθεν.
Ο πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο λεωφορείο κατασκευάστηκε το έτος 2003 και πωλήθηκε ως μοντέλο το έτος 2004, το έτος δε αυτό είναι χαραγμένο σε πινακίδα μικρού μεγέθους που βρίσκεται στο όχημα. Ακολούθως ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος ενάγοντος και του Δ. Β. , για το αδίκημα της απάτης σε βάρος του ΚΤΕΛ Ξάνθης, που τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως 31-12-2015 και παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, όπου η υπόθεση εκδικάστηκε στις 29-11-2019 και με τη με αριθμό 1897/2019 απόφασή του, το ως άνω δικαστήριο έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω μη υποβολής εγκλήσεως από την παθούσα εταιρία με την επωνυμία "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ξάνθης Α.Ε.", σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του Νέου Ποινικού Κώδικα (άρθρο 464 ΠΚ, Ν. 4619/2019).
Ως προς τον δεύτερο εναγόμενο προέκυψαν τα εξής: Ο Χ. Κ. κατέθεσε στο ΚΤΕΛ Ξάνθης την από 9-9-2016 έγγραφη αναφορά, σύμφωνα με την οποία, στις 5-9-2016, κατά την εκτέλεση του δρομολογίου Θεσσαλονίκη -Ξάνθη με ώρα αναχωρήσεως 13.30', στο οποίο οδηγός ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και ο αναφέρων μαζί με τη σύζυγο του κάθονταν όπισθεν αυτού, στις θέσεις 1 και 2, ο δεύτερος εναγόμενος, με αφορμή συζήτηση για τα οικονομικά ζητήματα του ΚΤΕΛ, του ανάφερε ότι ο ίδιος έχει χρέη στην Εφορία που αδυνατεί να πληρώσει, αλλά βρίσκεται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με αυτόν (Χ. ), διότι δεν μπορεί να λαμβάνει όποτε θέλει προκαταβολές έναντι του μισθώματος του λεωφορείου, όπως υπέθετε ότι λαμβάνει ο αναφέρων και επιπρόσθετα ισχυρίστηκε ότι κυκλοφορεί κάποιο χαρτί με το οποίο θα βάλουν φυλακή τον συνέταιρο (σε άλλο λεωφορείο) του αναφέροντος κ.
Γ. Θ. και μετά θα τον ακολουθήσει και ο ίδιος ο αναφέρων, όλα δε αυτά ειπώθηκαν ενώ το λεωφορείο ήταν γεμάτο επιβάτες, ενώπιον της συζύγου του αναφέροντος και παρότι ο τελευταίος του ζητούσε να σταματήσει τη συγκεκριμένη συζήτηση. Με βάση την ανωτέρω αναφορά κινήθηκε πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του δευτέρου εναγομένου από τα αρμόδια όργανα της ΚΤΕΛ Ξάνθης Α.Ε.
και στις 21-9-2016 η πρωτοβάθμια Επιτροπή Επιβολής Ποινών επέβαλε σε αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 Π.Δ. 246/2006, για το πειθαρχικό αδίκημα "Εξύβριση ή επίθεση κατά επιβάτη ή άλλου εργαζομένου στο ΚΤΕΛ ή οργάνων διοίκησης του ΚΤΕΛ κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή εκτός αυτής, εφόσον τα κίνητρα της πράξης οφείλονται σε αίτια περί την υπηρεσία ή η συμπεριφορά αυτή έλαβε χώρα σε χώρους και κατά την περίοδο λειτουργίας του ΚΤΕΛ" την πειθαρχική ποινή της αργίας 15 ημερών.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η πρωτόδικη ποινή ακυρώθηκε ως αναιτιολόγητη, με τη με αριθμό 1541/ΞΔΜΕ 12433/29-11-2016 απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου και παραπέμφθηκε η υπόθεση εκ νέου στην Πρωτοβάθμια Επιτροπή, η οποία του επέβαλε εκ νέου την πειθαρχική ποινή της αργίας 15 ημερών. Ο δεύτερος εναγόμενος άσκησε εκ νέου έφεση και το Συμβούλιο Εφέσεων, με τη με αριθμό ... /ΞΔΜΕ 5339/4-7-2017 απόφασή του, με πλειοψηφία 3 μελών και μειοψηφία 2 μελών, δέχθηκε ότι δεν τέλεσε ο ελεγχόμενος το αδίκημα.
Μετά τους ως άνω ισχυρισμούς των εναγομένων, ο ενάγων υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ξάνθης την από 7-10-2016 έγκληση σε βάρος του πρώτου εναγομένου, του Λ. Ν. και του δευτέρου εναγομένου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, που τέλεσαν σε βάρος του και παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης για το ως άνω αδίκημα, που τέλεσαν οι μεν δύο πρώτοι στις 29-9-2016, ισχυριζόμενοι ενώπιον των Κ.
Μ. και Γ. Λ. , ότι ο εγκαλών διέπραξε σε βάρος του ΚΤΕΛ Ξάνθης το αδίκημα της απάτης, παριστάνοντας ψευδώς, με προσκόμιση πλαστής βεβαιώσεως, ότι το έτος κατασκευής του λεωφορείου, συνιδιοκτησίας του κατά ποσοστό 90% είναι το 2004, ενώ το αληθές είναι το 2003, με αποτέλεσμα να αποζημιωθεί με συντελεστή 25% και όχι 15% και να ωφεληθεί παρανόμως το ποσό των 9.154,77 ευρώ, ο δε τρίτος κατηγορούμενος ότι στις 5-9-2016 ισχυρίστηκε, ενώπιον του Κ.
Χ. , ότι κυκλοφορεί σε βάρος του εγκαλούντος ένα χαρτί και θα τον βάλουν φυλακή επειδή διέπραξε απάτη σε βάρος του ΚΤΕΛ σχετική με κάποιο όχημά του. Η υπόθεση εκδικάστηκε στις 17-1-2020 και εκδόθηκε η με αριθμό 63/2020 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία οι πρώτος εναγόμενος και Ν. Λ. κρίθηκαν αθώοι της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απλής δυσφημήσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 367 παρ 1 ΠΚ, δηλαδή κρίθηκε ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο δε τρίτος κατηγορούμενος και νυν δεύτερος εναγόμενος κρίθηκε αθώος κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 366 παρ 1 ΠΚ, δηλαδή ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ήταν αληθές.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μεταξύ των διαδίκων και ιδίως μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου υφίστανται και άλλες διαφορές, εκτός από την επίδικη. Μάλιστα ο μεν ενάγων έχει παραπέμψει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο τον πρώτο εναγόμενο για το πειθαρχικό αδίκημα της μη παραλαβής επιβατών από ενδιάμεση στάση, για το οποίο το πρωτοβάθμιο όργανο, με Πρόεδρο τον ενάγοντα, του επέβαλε την ποινή της αργίας έξι ημερών, ενώ μετά την άσκηση εφέσεως, το Συμβούλιο Εφέσεων, με τη με αριθμό 94834/ΞΔΜΕ-11258/2018 απόφαση έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται κατηγορία σε βάρος του.
Επίσης ο ενάγων υπέβαλε μήνυση σε βάρος και των εναγομένων για τις πράξεις της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρίας, που τελέστηκαν τον Μάρτιο του 2017, πράξεις για τις οποίες οι εναγόμενοι κηρύχθηκαν αθώοι με τη με αριθμό 920/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.
Εξάλλου ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε κατά παντός υπευθύνου την από 9-1-2017 μήνυση για το αδίκημα της απιστίας σε βάρος του ΚΤΕΛ Ξάνθης, που συνίστατο στην ανάθεση από το Διοικητικό Συμβούλιο μέρος του έργου εκδόσεως εισιτηρίων σε τρίτη εταιρία, με ζημία του ΚΤΕΛ, φωτογραφίζοντας πρωτίστως τον ενάγοντα ως υπαίτιο και προτείνοντας ως μάρτυρα τον δεύτερο εναγόμενο, η οποία τέθηκε στο αρχείο ως αβάσιμη.
Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι όσα ισχυρίστηκε ο πρώτος εναγόμενος ως προς το έτος κατασκευής του λεωφορείου, τόσο ενώπιον άλλων μετόχων του ΚΤΕΛ και ιδίως ενώπιον των Κ. Μ. και Γ. Λ. , όσο και στη μηνυτήρια αναφορά που κατέθεσε στις 23-9-2016 ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ξάνθης, ήταν αληθή, αφού από την εμπεριστατωμένη έρευνα που ακολούθησε τη μήνυσή του, μετά την ανάσυρσή της από το αρχείο, διαπιστώθηκε ότι το όχημα κατασκευάστηκε το έτος 2003 και όχι το 2004 και ως προς το γεγονός αυτό δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση αλλά απλή δυσφήμηση.
Εφόσον το γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων με την αγωγή του. Με τον πρώτο λόγο εφέσεως ο ενάγων διατείνεται ότι αρκούσε η βεβαίωση που ο ίδιος έλαβε αρχικώς από την αντιπρόσωπο της κατασκευάστριας εταιρίας και προσκόμισε αφενός για την ταξινόμηση του οχήματος στη Διεύθυνση Μεταφορών Ξάνθης και αφετέρου στον φάκελο του οχήματος που ετηρείτο στο ΚΤΕΛ, για να βεβαιωθεί η ηλικία του οχήματος κατά τις διατάξεις της Υ.Α. 46588/2076/2002.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τα περιεχόμενο της ΥΑ που εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, η βεβαίωση του αντιπροσώπου δεν προβλέπεται ως ο μοναδικός τρόπος για την απόδειξη της ηλικίας του οχήματος, αλλά ως εναλλακτικός τρόπος αποδείξεως όταν δεν ευδοκιμούν οι άλλοι που απαριθμεί πριν από την περίπτωση αυτή (όπως με βάση τον αριθμό πλαισίου).
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, δεν εμποδίζεται η εις βάθος έρευνα του ζητήματος όταν προκύπτει αμφιβολία ως προς την ηλικία του οχήματος. Περαιτέρω, όσα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι άμεσα ή έμμεσα, ενώπιον τρίτων, περί τελέσεως απάτης από τον ενάγοντα, ο οποίος εμφάνισε ψευδή βεβαίωση για το έτος κατασκευής του λεωφορείου, προκειμένου να επωφεληθεί από τη διαφορά του συντελεστή στην είσπραξη των κερδών, είναι ψευδή, διότι δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι ο ενάγων γνώριζε ότι το έτος κατασκευής του οχήματος του ήταν το 2003 και εσκεμμένα εμφάνισε ότι κατασκευάστηκε αυτό ένα έτος αργότερα για να επωφεληθεί, διαπράττοντας απάτη σε βάρος του ΚΤΕΛ Ξάνθης.
Η αρχική βεβαίωση που χορηγήθηκε από την προαναφερόμενη αντιπρόσωπο της κατασκευάστριας εταιρίας το έτος 2014 ανέφερε ότι το όχημα είναι του έτους 2004 και αυτή η βεβαίωση χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση άδειας κυκλοφορίας. Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο των μεταγενέστερων βεβαιώσεων της εταιρίας αυτής, αλλά και της κατασκευάστριας εταιρίας, έγινε σύγχυση μεταξύ του έτους κατασκευής και του έτους μοντέλου εκ μέρους τους, με αποτέλεσμα να είναι εσφαλμένες οι βεβαιώσεις που χορήγησαν στον ενάγοντα τόσο το έτος 2014 για την ταξινόμηση του οχήματος, όσο και το έτος 2016.
Το γεγονός που ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι για τέλεση απάτης ήταν πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και οι εναγόμενοι το γνώριζαν, ωστόσο το ισχυρίστηκαν έναντι τρίτων προσώπων, έχοντας πρόθεση να βλάψουν την προσωπικότητα του ενάγοντος, λόγω των διαφορών που είχαν. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός ενέχει αμφισβήτηση αφενός της τιμής του ενάγοντος ως ατόμου που συμμορφώνεται με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, αφού τον εμφανίζει να διαπράττει παράνομη πράξη και αφετέρου της υπολήψεως του ενάγοντος, που απολαμβάνει στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, ως Προέδρου του ΚΤΕΛ Ξάνθης, αφού τον εμφανίζει να αποκομίζει παράνομο όφελος από το νομικό πρόσωπο που εκπροσωπεί.
Δεν αποδείχθηκε όμως ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι το ανωτέρω σκέλος του ισχυρισμού τους, περί διαπράξεως απάτης, ήταν ψευδές. Αντιθέτως, λόγω της γνωστής στους εναγόμενους εμπειρίας του ενάγοντος στα ζητήματα που αφορούν στα λεωφορεία, αφού, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή, μετέχει στη διοίκηση του ΚΤΕΛ Ξάνθης από το έτος 1996, ενώ είναι συγκύριος και σε άλλα λεωφορεία ενταγμένα στο ΚΤΕΛ, σε συνδυασμό με τη βεβαίωση που έλαβε ο πρώτος εναγόμενος από την επίσημη αντιπρόσωπο της κατασκευάστριας εταιρίας τον Ιούλιο του 2016, που ανέφερε ότι το έτος κατασκευής είναι το 2003, γνώση της οποίας έλαβε και ο δεύτερος εναγόμενος, είχαν ευλόγως την πεποίθηση ότι ο ενάγων χρησιμοποίησε ψευδή ως προς το στοιχείο αυτό βεβαίωση για να καθοριστεί η ηλικία του λεωφορείου που είχε στην κυριότητά του, με επακόλουθο να επωφεληθεί οικονομικά, λαμβάνοντας αυξημένα κέρδη έναντι αυτών που είχε δικαίωμα να λάβει.
Συνεπώς ως προς το σκέλος αυτό δεν στοιχειοθετείται η τέλεση συκοφαντικής δυσφήμησης εκ μέρους των εναγομένων, λόγω ελλείψεως του υποκειμενικού στοιχείου, αλλά η πράξη της δυσφήμησης. Οι εναγόμενοι προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρουν με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την ένσταση ότι προέβησαν στην ανωτέρω πράξη με την ιδιότητα του μετόχου του ΚΤΕΛ, προς εκτέλεση του καθήκοντος ασκήσεως κριτικής και ελέγχου στη διοίκησή του και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη του δικαιώματος της χρηστής διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 367 παρ 1 περ γ' ΠΚ.
Ο ενάγων επαναφέρει με την υπό κρίση έφεση την αντένσταση που προέβαλε πρωτοδίκως, με την προσθήκη των προτάσεών του, κατά το άρθρο 367 παρ 2 ΠΚ, ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως διότι συντρέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως ή ότι από τις περιστάσεις που τελέστηκαν οι πράξεις προκύπτει σκοπός των εναγομένων περί εξυβρίσεως του ιδίου.
Σχετικά με την ανωτέρω ένσταση και την αντένσταση αποδείχθηκαν τα εξής: Ο πρώτος εναγόμενος, εφόσον είχε αμφιβολίες για το ζήτημα της ηλικίας του οχήματος του ενάγοντος, είχε δικαίωμα να προβεί σε έρευνα γι' αυτό, απευθυνόμενος στην αντιπρόσωπο της κατασκευάστριας εταιρίας, όταν δε έλαβε από αυτήν το έγγραφο που επιβεβαίωνε την άποψή του, είχε δικαίωμα να αμφισβητήσει τον τρόπο διανομής του μερίσματος και το ποσοστό που ανήκε στον ενάγοντα.
Αλλά και ο δεύτερος εναγόμενος, εφόσον έλαβε γνώση του εγγράφου που αποδείκνυε ότι το όχημα του ενάγοντος δεν μετείχε στα κέρδη με τον συντελεστή που του αναλογούσε αλλά με μεγαλύτερο, είχε δικαίωμα να εκφράσει την πεποίθησή του ότι πρέπει να διερευνηθεί το ζήτημα δικαστικώς. Το ανωτέρω δικαιολογημένο ενδιαφέρον το είχαν αμφότεροι ως μέτοχοι του ΚΤΕΛ Ξάνθης, αφενός διότι το επιπρόσθετο μέρισμα που εισέπραττε ο ενάγων μείωνε κατά το αντίστοιχο ποσό το μέρισμα των λοιπών μετόχων και αφετέρου διότι ο ενάγων ήταν ο Πρόεδρος του ΚΤΕΛ, που το διοικούσε και τη θέση αυτή πρέπει να την καταλαμβάνει πρόσωπο που είναι έντιμο και δεν διαπράττει παράνομες πράξεις.
Ωστόσο, υπό τις συνθήκες που διατύπωσαν αντίστοιχα τους ισχυρισμούς τους, προκύπτει σκοπός τους περί εξυβρίσεως του ενάγοντος. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος όφειλε, μόλις έλαβε τη βεβαίωση, να θέσει το ζήτημα στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΤΕΑ Ξάνθης και να ζητήσει να διερευνηθεί το ζήτημα του ποσοστού συμμετοχής του ενάγοντος στο μέρισμα, όπως και να ζητήσει τη διερεύνηση του ζητήματος από τη δικαιοσύνη.
Πλην όμως αυτός επέλεξε, επί δύο περίπου μήνες, ενώ κατείχε τη βεβαίωση της αντιπροσώπου για το έτος κατασκευής, να μην το πράξει αλλά να ισχυρίζεται ενώπιον μετόχων του ΚΤΕΑ ότι ο ενάγων προσκόμισε πλαστή βεβαίωση για το έτος κατασκευής του λεωφορείου του με αποτέλεσμα να ωφεληθεί με ζημία του ΚΤΕΑ και των μετόχων, όταν δε του ζητήθηκε, στις 29-8-2016 από τον Β.
Δ. , να προσκομίσει τη βεβαίωση που κατείχε, ώστε να γίνει αντιπαραβολή με την υπάρχουσα στον φάκελο του οχήματος, αυτός αρνήθηκε, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Η στάση του αυτή οφείλεται στην αντιπαλότητα που είχε με τον ενάγοντα, η οποία προκύπτει τόσο από τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε ο ενάγων, όσο και από όσα επακολούθησαν με την ανταλλαγή μηνύσεων μεταξύ τους, όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω.
Ο δε δεύτερος εναγόμενος διατύπωσε τον ισχυρισμό περί απάτης του ενάγοντος κατά τρόπο που καταδεικνύει απαξία ως προς το πρόσωπο του τελευταίου, δηλώνοντας ότι αυτός θα πάει φυλακή, δηλαδή θεωρώντας δεδομένο ότι ο ενάγων τέλεσε απάτη για την οποία θα τιμωρηθεί αυστηρά. Τον ισχυρισμό δε αυτό διατύπωσε όχι σε κάποια κατ' ιδίαν συζήτηση με τον μέτοχο του ΚΤΕΛ Χ. , αλλά και ενώπιον της συζύγου του τελευταίου και των επιβατών του λεωφορείου, οι δε καθήμενοι στις θέσεις 3 και 4, μπορούσαν ευχερώς να τον ακούσουν, ενώ από το όλο περιεχόμενο της συνομιλίας, όπως την αποτυπώνει ο Χ.
στην αναφορά του, προκύπτει αμφισβήτηση εκ μέρους του δευτέρου εναγόμενου της ηθικής αξίας του ενάγοντος. Ενόψει των ανωτέρω η αντένσταση που προέβαλε ο ενάγων κατά το άρθρο 367 παρ 2 ΠΚ, ότι συντρέχει σκοπός εξυβρίσεώς του από τους εναγόμενους, είναι βάσιμη από ουσιαστική άποψη. Οι πράξεις των εναγομένων ήταν παράνομες και εφόσον συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας, συνιστούν αντίστοιχες αδικοπραξίες σε βάρος του ενάγοντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι συνέτρεχε λόγος άρσεως του αδίκου κατά το άρθρο 367 παρ 1 ΠΚ, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, χωρίς να αποδεικνύεται βάσιμη η αντένσταση του ενάγοντος κατά το άρθρο 367 παρ 2 ΠΚ και ότι όσα εξέθεσε ο δεύτερος εναγόμενος ενώπιον του συναδέλφου του δεν ήταν ικανά και πρόσφορα να προσβάλλουν την τιμή του ενάγοντος και δεν υπήρχε σκοπός εξυβρίσεως του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και η υπό κρίση έφεση, με την οποία ο εκκαλών - ενάγων, ισχυρίζεται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι βάσιμη από ουσιαστική άποψη.
Επομένως η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ.), να δικαστεί κατ' ουσίαν...Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ξάνθης Α.Ε., μέλος του Δευτέρου Αλληλοαφαλιστικού Συνεταιρισμού Επαγγελματιών Ιδιοκτητών ΔΧ Βορείου Ελλάδος, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κεντρικού Σταθμού Αφιξαναχωρήσεων Υπεραστικών Λεωφορείων, είναι έγγαμος, με τρία τέκνα και εισόδημα περί τις 50.000 ευρώ ετησίως.
Οι εναγόμενοι είναι μέτοχοι του ΚΤΕΛ Ξάνθης και αυτοκινητιστές, με εισόδημα περί τις 30.000 ευρώ ο πρώτος και περί τις 21.000 ευρώ ο δεύτερος, ο οποίοι ομοίως είναι έγγαμοι με τρία τέκνα ο πρώτος και ένα τέκνο ο δεύτερος. Ενόψει των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ από έκαστο εναγόμενο...''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε έκαστο των εναγομένων να καταβάλει στον ενάγοντα για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 1.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι με την από 23-9-2016 μηνυτήρια αναφορά του κατά παντός υπευθύνου, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν τέλεσε το ποινικό αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως για διάπραξη απάτης από τον αναιρεσείοντα και συνεπώς αδικοπραξία, δια της οποίας προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια το δικαίωμα στην προσωπικότητά του αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 229 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα.
Ειδικότερα, οι αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του 1) ότι τα αναφερόμενα στην μηνυτήρια αναφορά σε σχέση με το έτος κατασκευής του επίμαχου λεωφορείου ήταν αληθή και 2)ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ευλόγως είχε την πεποίθηση ότι ο αναιρεσείων χρησιμοποίησε εν γνώσει του πλαστή (ψευδή) βεβαίωση για τον καθορισμό του έτους κατασκευής του ως άνω οχήματος, δεδομένου ότι το γεγονός αυτό ήταν καθοριστικό στον προσδιορισμό του ύψους των κερδών του από την εκμετάλλευση αυτού, λόγω της διαφοράς του συντελεστή προσδιορισμού των κερδών ανάλογα με την ηλικία του οχήματος και συνεπώς δεν είχε υπαιτιότητα κατά το σκέλος της μηνυτήριας αναφοράς του, στο οποίο ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσείων διέπραξε απάτη σε βάρος του ΚΤΕΛ Ξάνθης, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν διέπραξε αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσείοντος, δια της οποίας προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια το δικαίωμα στην προσωπικότητά του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι τα όσα εξέθεσαν οι αναιρεσίβλητοι, σε βάρος του αναιρεσείοντος, σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία σαφώς προσδιορίζει(μέτοχοι του ΚΤΕΛ, επιβάτες λεωφορείου), ήταν ικανά και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή του και υπήρχε σκοπός εξύβρισης αυτού, και καθόρισε ακολούθως, με τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασής του, την εύλογη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος στο ποσό των 1.000 ευρώ από έκαστο των αναιρεσιβλήτων, παραθέτοντας και τα κριτήρια που έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό του ποσού αυτού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, το εν λόγω χρηματικό ποσό που, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, των σχετικών αιτιολογιών του, δέχθηκε ότι δικαιούται για την αιτία αυτή ο αναιρεσείων, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, στον οποίο, ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 584/2017).
Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. (ΑΠ 29/2017).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της το υπηρεσιακό αντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας του υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείου, συνιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, από το οποίο προέκυπτε ότι το έτος κατασκευής του ως άνω οχήματος και η άδεια κυκλοφορίας αυτού ήταν του έτους 2004 και όχι του έτους 2003. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέσθηκε το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, αποδεικτικό μέσο, στο οποίο μάλιστα κάνει και ρητή αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 15η, στιχ. 18-19).
Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν αυτοί, με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις τους (άρθρα 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2021 αίτηση του Θ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 74/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ