Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive arguments regarding contract continuity and unjust enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Regional Municipality's decision, ruling the appeal inadmissible for attempting to alter the legal basis of the lower court's judgment. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their claim based on unjust enrichment, but the court found this argument introduced a new legal foundation not present in the original lawsuit. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 7(2) of Presidential Decree 164/2004; An appeal is inadmissible if it attempts to change the legal basis of the contested judgment, as the appellate court can only review the application of existing law to the facts established in the original proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 117 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 117/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 404/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Δ. του Μ., 2) Α. Κ. του Ν., κατοίκων ..., 3)Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 4)Χ. Κ. του Σ., 5) Σ. Λ. του Η.,6) Δ. Τ. του Ε., 7) Ν. Ι. του Ι., 8) Γ. Τ. του Α., 9) Π. Π. του Κ., 10) Ι. Σ. του Η. και 11) Μ. Μ. του Α., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου-Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Στράνη, ο οποίος έχει καταθέσει τις από 14-9-2023 προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 6324/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 818/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2021 αίτησή τους. Με την υπ'αριθμ.136/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 139/2024, 936/2018, 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η από 12-3-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2311/222/2021) αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 136/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αφού διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της εν λόγω αίτησης, η οποία είχε συζητηθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19-9-2023 ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Ερατώς Κολέση.
Κατά την παρούσα δικάσιμο, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν εκπροσωπηθεί κατά την αρχική δικάσιμο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν, ενώ ο αναιρεσίβλητος Δήμος Θεσσαλονίκης, ο οποίος κατά την αρχική δικάσιμο είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το από 6-9-2024 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας του Αρείου Πάγου Παναγιώτας Φούρκα προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν στη ως άνω δικάσιμο (3-12-2024), δεδομένου ότι επιδόθηκε στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ως αντίκλητο αυτών (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ), ακριβές αντίγραφο της 136/2024 Πράξης της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή.
Κατά συνέπεια, η υπόθεση θα συζητηθεί αντιμωλία των διαδίκων, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.
Με την υπό κρίση αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 818/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες (27 συνολικά μεταξύ των οποίων και οι 11 ήδη αναιρεσείοντες) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 9-3-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6933/5277/2018) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Θεσσαλονίκης, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν από τον τελευταίο, έκαστος με την ειδικότητα που αναφέρεται στην αγωγή, και προσέφεραν τις υπηρεσίες έως την 31-3-2018, οπότε έληξε για όλους η τελευταία σύμβαση και ο εναγόμενος έπαυσε στο εξής να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.
Ότι οι ένδικες συμβάσεις κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως ορισμένου χρόνου, με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Ότι αυτοί παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον τελευταίο έως την 31-3-2018, οπότε έληξε για όλους η τελευταία από τις ένδικες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και ο εναγόμενος Δήμος έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις συμβάσεις εργασίας τους. Ζήτησαν δε, α) να αναγνωριστεί ότι η σχέση που τους συνδέει με τον εναγόμενο είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι είναι άκυρη η εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται από 1-4-2018 και εφεξής τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να τους καταβάλει, ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-4-2018 έως 31-1-2019, τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή.
Επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι ο εναγόμενος τους απασχολούσε δυνάμει άκυρων συμβάσεων εργασίας, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης, κατ' άρθρο 7 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2002, τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή, όλα δε τα αιτηθέντα ποσά με το νόμιμο τόκο αφότου έκαστο τούτων κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 6324/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική) ως μη νόμιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν 16 (μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες) εκ των αρχικώς 27 εναγόντων με την από 1-8-2019 έφεσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 818/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση καθόσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής, ενώ έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (η έφεση) καθόσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο απορριπτικό σκέλος της, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 669 και 672 του ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Οι εν λόγω διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως από αυτές προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνο επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, 20/2007).
Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο τον χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και τον χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, 13/2017, 7 και 8/2011, 6/2001).
Επακολούθησε ο νόμος 2190/1994, με το άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων.
Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Εξάλλου επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος α) της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών-μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, και γ) των άρθρων 5 και 11 του σε εφαρμογή της Οδηγίας εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής.
Τούτο δε, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, 7 και 8/2011).
Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη-μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής) και που παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΑΠ 275/2023, 829/2019, 1196/2017, 1005/2017).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν.
Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου".
Ενόψει όμως του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της ως άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολούμενου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Έτσι με τη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημόσιου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίστηκε στην παρ. 1 ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.
β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.
δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση." Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (ΑΠ 275/2023, 15/2022, 538/2020, 788/2017, 280/2015).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1857/2024, 26/2022, 625/2008, 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 1857/2024, 79/2023, 26/2022, 1442/2017, 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1857/2024,) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1857/2024, 79/2023).
Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1857/2024, 26/2022, 1020/2019, 1681/2018, 1593/2017, 1632/2007).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΑΠ 728/2023, 1281/2015, 2081/2007).
Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Σφάλμα τυχόν της απόφασης, συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 13/1995). Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 323/2024, 728/2023, 32/2022, 10/2022). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 10 και 19 του ΚΠολΔ, οι οποίες αφορούν το σκέλος αυτής με το οποίο απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως μη νόμιμη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος όσον αφορά τις εκ των αριθμών 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, εφόσον ως προς την κύρια βάση της αγωγής το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Περαιτέρω, είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς την εκ του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου αιτίαση, καθόσον ουδόλως αναφέρονται στο αναιρετήριο "πράγματα", τα οποία το Εφετείο είτε έλαβε υπόψη παρότι δεν προτάθηκαν είτε δεν έλαβε υπόψη μολονότι προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Όσον αφορά την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση του ως άνω λόγου, αυτή συνίσταται σε παραβίαση των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (ρήτρες 5 και 8), 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 20 και 21 του Ν. 2190/1994, 2, 5, 6, 7 και 11 του Π.Δ. 164/2004 και 103 παρ. 8 του Συντάγματος. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, με το ακόλουθο σκεπτικό: "....
οι ενάγοντες ζήτησαν, κατά την κύρια βάση της αγωγής τους, να αναγνωρισθεί 1) ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με αυτές της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., συνδέονται με τον εργοδότη τους, μέχρι την 31-3-2018, με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και 2) ότι ο εναγόμενος Δήμος κατήγγειλε ακύρως τις εν λόγω συμβάσεις την 31-3-2018 και έτσι κατέστη υπερήμερος από 1-4-2018 και Β) να υποχρεωθεί ο αντίδικος τους, μετά την 1-4-2018, 1) να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και δη στην ίδια εργασιακή θέση και στην ίδια ειδικότητα με τις αυτές αποδοχές, με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για τον καθένα για κάθε ημέρα άρνησης και μη συμμόρφωσης με την απόφαση που θα εκδοθεί και 2) να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών, ως αποδοχές υπερημερίας, για το διάστημα από 1-4-2018 έως 31-3-2019, τα ειδικότερα αναφερόμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά, νομιμότοκα από τη λήξη κάθε μήνα που το κάθε αιτούμενο ποσό αφορά.
Η έχουσα αυτό το περιεχόμενο αγωγή.... είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.... Ειδικότερα, κατά την κύρια βάση της, κατά την οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί το κυρίαρχο ως άνω, υπό στοιχείο Α1, αγωγικό αίτημα, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για τη νομική βασιμότητα των λοιπών αιτημάτων της αυτής βάσης, υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με αυτές της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, πάντα κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφό της, οι αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των εναγόντων, πλην του 1ου εξ αυτών (ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων), για τον οποίο ειδικότερα γίνεται λόγος κατωτέρω, συνάφθηκαν μετά την 18-4-2001, δηλαδή μετά από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με τις ορισμένου χρόνου συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ως άνω φορέων και εν προκειμένω των ΟΤΑ Α Βαθμού, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι με τις συμβάσεις αυτές οι ενάγοντες - εκκαλούντες κάλυπταν τέτοιες ανάγκες, δεν μπορούν αυτές να εκτιμηθούν, ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως μία ενιαία, για τον κάθε ενάγοντα, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή να μετατραπούν σε τέτοια.
Και τούτο, διότι συνήφθησαν υπό την ισχύ και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, ώστε δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, έστω και αν κατά τη διάρκειά τους ήταν σε ισχύ η προαναφερθείσα Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εξάλλου, γι' αυτούς τους ενάγοντες - εκκαλούντες, πάντα πλην του 1ου εξ αυτών, δεν μπορεί το ίδιο κυρίαρχο ως άνω, υπό στοιχείο Α1, αγωγικό αίτημα και τα από αυτό αρρήκτως εξαρτώμενα αιτήματα της κύριας βάσης, να θεμελιωθεί υπό το πρίσμα των προβλέψεων της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 1 αυτού, εφόσον όλες οι ένδικες συμβάσεις συνάφθηκαν μετά την 19-7-2004 και οι εν λόγω μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 δεν είναι "εσαεί" μεταβατικές και οι προϋποθέσεις της πρέπει αναγκαίως να πληρούνται άπασες αθροιστικά, αποκλειστικά και μόνο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 19ης Ιουλίου 2004 ή κατά το προηγούμενο της ημερομηνίας αυτής τρίμηνο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι τυχόν μεταγενέστερα καταρτιζόμενες συμβάσεις.
Περαιτέρω, η αγωγή κατά την κύρια βάση της σε σχέση και με τον πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα, παρίσταται ωσαύτως μη νόμιμη. Ειδικότερα, με βάση τις αναφορές του δικογράφου, α) ναι μεν αυτός απασχολήθηκε και πριν την ισχύουσα από 18-4-2001 συνταγματική αναθεώρηση, αλλά μεταξύ της πρώτης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, καταρτισθείσας για το διάστημα από 1-7-1999 έως 29-2-2000, και της δεύτερης όμοιας σύμβασης, καταρτισθείσας για το διάστημα από 13-7-2000 έως 12-3-2001, μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου, με αποτέλεσμα να αναιρείται το στοιχείο της διαδοχικότητας. Η τρίτη δε όμοια σύμβαση, καταρτισθείσα στις 13-3-2001 και λήξασα στις 12-11-2001, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αφού κατά το μεγαλύτερο μέρος της λειτούργησε μετά την 18-4-2001 και ήταν επομένως άκυρη, πριν δε το κρίσιμο αυτό σημείο λειτούργησε μόνο επί 1 μήνα και 5 ημέρες.
Συνεπώς, οι ανωτέρω συμβάσεις δεν είχαν προσλάβει, ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 και των κοινών διατάξεων του Π.Δ. 164/2004, τον χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) παρά τον χρόνο κατάρτισης της πρώτης σύμβασης την 1-7-1999 και της κατάρτισης και έτερων συμβάσεων μέχρι την 19-7-2004 δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, αφού η τελευταία διαδοχική σύμβαση εργασίας του συγκεκριμένου ενάγοντος έληξε στις 25-1-2004 και, επομένως, δεν υπήρχε ενεργή σύμβαση είτε στις 19-7-2004 είτε ένα 3μηνο πριν, χρόνος κατά τον οποίο πρέπει οι προϋποθέσεις της εν λόγω μεταβατικής διάταξης αναγκαίως να πληρούνται άπασες αθροιστικά και γ) οι αρχικές συμβάσεις του συγκεκριμένου ενάγοντος, οι συναφθείσες είτε πριν την 18-4-2001 είτε μετά από τον χρόνο αυτό και μέχρι την 25-1-2004, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι διαδοχικές με τις επόμενες συμβάσεις.
Και τούτο, επειδή μετά τον χρόνο αυτό δεν απασχολείται στον εναγόμενο Δήμο, αλλά συνάπτει την επόμενη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πλέον την 11-3-2009, δηλαδή μετά την παρέλευση 5 και πλέον ετών, οπότε είναι πρόδηλο ότι αίρεται το στοιχείο της διαδοχικότητας, ενώ οι από την 11-3-2009 και μετέπειτα συναφθείσες συμβάσεις είναι νομικά αδιάφορες".
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994, 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 5, 6, 7 και 11 του Π.Δ. 164/2004, καθώς και εκείνες της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, απορρίπτοντας ως νόμω αβάσιμη την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατά το πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η οποία αφορά το σκέλος αυτής με το οποίο απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική βάση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Ειδικότερα, η αποδιδόμενη πλημμέλεια συνίσταται στο ότι "με το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, καθώς και διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορωσών την ερμηνεία κανόνων δικαίου και την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Συγκεκριμένα οι συμβάσεις εργασίας μας και ως άκυρες ή ακυρώσιμες γεννούν νόμιμα απαίτηση κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (904 ΑΚ)".
Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν επιχειρείται μεταβολή της νομικής θεμελίωσης της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, η οποία (επικουρική βάση) ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ. 164/2004 και όχι στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), τις οποίες για πρώτη φορά επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με την ένδικη αίτηση.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, 1061/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2311/222/ 2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 818/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ