Legislator Case Law & Legislation
1171/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds failing to specify unexamined claims.

Case Number 1171/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a final labor dispute judgment as inadmissible. The appellant failed to specify which substantive claims remained unexamined by the first-instance court and their impact on the verdict. Consequently, the court rejected the appeal for lack of clarity regarding the alleged procedural error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1) and 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to identify specific unexamined claims and their material impact on the judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds unexamined claims procedural error labor dispute code of civil procedure material impact

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1171 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1171/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Β. του Δ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σοφία Διαμαντοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 2) Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Κατσιρούμπα, η οποία κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 13/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-04-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή κατά των τελεσιδίκων αποφάσεων. Ο χαρακτήρας δε της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ.1 του ΚΠολΔ). Αν όμως δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεως της, πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέως ότι δεν ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση, παραίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο της αναιρέσεως διαδίκου από την ασκηθείσα έφεση κ.τλ), τότε η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1216/2010, ΑΠ 634/2008).

Με την κρινόμενη από 11-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ'αριθ.13/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) η οποία δημοσιεύθηκε στις 5-1-2018 και με την οποία απερρίφθη η από 27-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε. - ΕΡΤ Α.Ε. (αρχικώς εναγομένης). Η ανωτέρω απόφαση επεδόθη στην ενάγουσα από το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων), το οποίο κατέστη εν τω μεταξύ καθολικός διάδοχος της αρχικώς εναγομένης (ΕΡΤ ΑΕ), την 14-2-2018, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθ. 3432Δ/14-2-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Γ., και τελεσιδίκησε την 16-3-2018, αφού παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής (αρθ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως τούτο συνομολογείται από τους διαδίκους.

Συνεπώς, η ασκηθείσα κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης από 11-4-2018 υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την διάταξη του άρθρου 1 της υπ' αριθμ. 2/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1414/11.6.2013), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14β του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 4002/2011 (Α' 180), ορίζεται ότι "1. Η Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ-Α.Ε.), που ιδρύθηκε με τον Ν. 1730/1987 (Α' 145) ως ενιαίος φορέας, καταργείται.

Επίσης, καταργούνται οι θυγατρικές εταιρείες που έχουν συσταθεί από την ΕΡΤ-Α.Ε. 2. Η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η κυκλοφορία εκδόσεων, η λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα της ΕΡΤ-Α.Ε. και των θυγατρικών αυτής, διακόπτονται μετά το τέλος του κανονικού προγράμματος ...και έως τη σύσταση νέου φορέα στο άρθρο 2, ως τροποποιηθέν ήδη ισχύει, ότι "1.

Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ-Α.Ε. και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών ... 2.

Το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο. στο άρθρο 4Α της ως άνω Κ.Υ.Α. [το οποίο προστέθηκε με το όρθρο δεύτερο της υπ' αριθμ. ΟΙΚ.3/12.6.2013 κοινής αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1423/12.6.20131 ως τροποποιηθέν ήδη ισχύει, ορίζεται ότι "1.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζεται ειδικός διαχειριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με σύμβαση έμμισθης εντολής, ο οποίος μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της ειδικής διαχείρισης διαχειρίζεται το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της που μεταβιβάζονται στο Δημόσιο σύμφωνα με το άρθρο 2 ... 2.

Κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης ο ειδικός διαχειριστής ασκεί τα δικαιώματα παρακολουθεί τις εκκρεμότητες, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις, προβαίνει σε καταγραφή των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και γενικά παρακολουθεί και χειρίζεται όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις του Δημοσίου ως διαδόχου της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της. ..." και στο άρθρο 4Β της ιδίας ως άνω Κ.Υ.Α. [το οποίο προστέθηκε με το άρθρο τέταρτο της υπ' αριθμ.

OΙK 6/8.7.2013 κοινής αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1675)] ως τροποποιηθέν ήδη ισχύει, ορίζεται ότι 'Συνιστάται στο Υπουργείο Οικονομικών ειδικός, εκτός προϋπολογισμού, λογαριασμός για την παρακολούθηση και διαχείριση του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ ...

που μεταβιβάσθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο ... μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της ειδικής διαχείρισης ...". Τέλος, στο άρθρο 6 της ως άνω ΟΙΚ.2/11-6-2013 κοινής υπουργικής αποφάσεως ορίσθηκε ότι "Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται η ΕΡΤ ΑΕ ... νοείται εφ' εξής το Ελληνικό Δημόσιο". Εξ άλλου, με τον ν. 4173/2013 (Α' 169) ιδρύθηκε νέος φορέας με την επωνυμία "ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ, ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." (Ν.Ε.Ρ.Ι.Τ.

Α.Ε.) - και ήδη μετονομασθείσα σε "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ, ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.) βάσει του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 4324/2015 (Α' 44) - ως δημόσια επιχείρηση με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 του ως άνω νόμου, ως τροποποιηθέν ισχύει, προβλέφθηκε ότι "1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Ε.Ρ.Τ Α.Ε.

ανήκει αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου έχει εκδοθεί ένας ονομαστικός και αναπαλλοτρίωτος τίτλος ..." και στο άρθρο 16, ως ήδη ισχύει, ότι "1. ... 3. Τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο Δημόσιο δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης με αριθμό 02/11.6.2013 (Β' 1414) όπως ισχύει, μεταβιβάζονται στην Ε.Ρ.Τ Α.Ε.

με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργού για θέματα Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης ... Με την εφαρμογή της παρούσας ... δεν θίγονται οι διατάξεις για την ειδική διαχείριση της καταργηθείσας ΕΡΤ Α.Ε. και ιδίως οι διατάξεις για την καταγραφή του συνόλου του ενεργητικού και του παθητικού της που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο.

Τέλος, με το άρθρο 14 του ν. 4324/2015 προστέθηκε άρθρο 16Α στον ν. 4173/2013, σύμφωνα με το οποίο: "1.... 7. Η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και οι θυγατρικές της που καταργήθηκαν με την υπ' αριθμ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1414), όπως ισχύει, εξακολουθούν να υπάγονται σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης σύμφωνα με την Οικ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1414), όπως ισχύει, το έργο δε της διαχείρισης πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε ένα μήνα από την ισχύ του παρόντος νόμου.

Με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας ο ειδικός διαχειριστής παραδίδει όλο το υπάρχον υλικό σε νέο ειδικό διαχειριστή που ορίζεται με κοινή απόφαση του αρμόδιου Υπουργού για θέματα Ραδιοτηλεόρασης και του Υπουργού Οικονομικών. ...". Κατ' εξουσιοδότηση δε της διάταξης αυτής, με την υπ' αριθμ. 4020512/2015 (Β' 2167) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Επικρατείας, ορίσθηκε ήδη νέος ειδικός διαχειριστής για τα περιουσιακά στοιχεία της καταργηθείσης Ε.Ρ.Τ.

Α.Ε.

Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, μετά την κατάργηση της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεών της, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών. Στο πλαίσιο αυτό συστήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών ειδικός, εκτός προϋπολογισμού, λογαριασμός, και διορίσθηκε, ως όργανο εντασσόμενο στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, ειδικός διαχειριστής, στον οποίο παρασχέθηκε η αρμοδιότητα παρακολουθήσεως και διαχειρίσεως τόσο των ως άνω στοιχείων της περιουσίας της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. όσο και όλων των εκκρεμών υποθέσεων του Δημοσίου, υπό την ιδιότητα του τελευταίου ως διαδόχου της ανωτέρω εταιρείας, το δε έργο της ειδικής διαχειρίσεως ουδόλως εθίγη από τη σύσταση του νέου φορέα (ΣτΕ 4905/2014, ΣτΕ 4874/2014).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι μετά την κατάρτηση του νομικού προσώπου της αρχικώς εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτής το Ελληνικό Δημόσιο, νομιμοποιούμενο έκτοτε ενεργητικά και παθητικά στις δίκες που αφορούν το ως άνω καταργηθέν νομικό πρόσωπο, ο δημιουργηθείς δε νέος φορέας δεν αποτελεί διάδοχο της ΕΡΤ ΑΕ, ούτε συνδέεται με άλλον τρόπο ευθέως με αυτήν (ΣτΕ 2054/2017, ΣτΕ 2399/2016, ΣτΕ 4905/2014, ΣτΕ 4874/2014).

Κατόπιν αυτών και δεδομένου ότι πλέον μόνο το Ελληνικό Δημόσιο νομιμοποιείται παθητικά ως διάδικος στην προκειμένη δίκη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας καθό μέρος στρέφεται και κατά του καταργηθέντος, κατά τα προεκτεθέντα νομικού προσώπου ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ πρέπει να απορριφθεί λόγο ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό• της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του' ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ. 18/2006). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ.

α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατηγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως- Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής; "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.

α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχολήσεως, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.

και πειθαρχικά. Εξ άλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος; που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Περαιτέρω, σης 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/EK του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.

Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.

Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης, 3... 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.

α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικά διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.

α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.

α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π 19 και 20/2007). Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αγωγή της εκθέτει ότι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολήθηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ Α.Ε.", κατά τα κάτωθι χρονικά διαστήματα:

από 01.01.2007 έως 30.06.2007, από 01.07.2007 έως 31.12.2007, από 01.01.2008 έως 30.06.2008, από 01.10.2008 έως 31.12.2008, από 01.01.2009 έως 31.12.2009, από 01.01.2010 έως 30.06.2010 και από 24.03.2011 έως 23.03.2012. Ότι με τα ανατεθέντα σ' αυτή καθήκοντα δεν επιδιώχθηκε η επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, αλλά αυτά εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ως άνω εταιρίας και ήταν άμεσα συνυφασμένα με τη λειτουργία και τη δραστηριότητά της.

Ότι η απασχόληση της είχε εξ αρχής τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι, αν και παρείχε επιμελώς την εργασία της, η ως άνω εταιρία, κατά τη λήξη των ένδικων συμβάσεων, την 23η.03.2012, έπαυσε να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της. Ζήτησε δε με την αγωγή της αυτή να αναγνωρισθεί ότι αυτή εξ υπαρχής συνδεόταν με την εναγομένη, (στην θέση της οποίας υπεισήλθε εν τω μεταξύ ως καθολικός διάδοχος αυτής το ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων) με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηράς καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης αυτής, να υποχρεωθεί η εναγομένη να την απασχολεί στην προηγούμενη θέση αυτή καταβάλλοντάς τις αποδοχές μονίμου υπαλλήλου.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη με τις ακόλουθες κρίσεις: "Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δοθέντος ότι αφορά σε διαφορά ιδιωτικού δικαίου (άρ. 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ), αρμοδίως καθ' ύλη (άρ. 16 αριθ. 2 ΚΠολΔ) και κατά τόπο (άρ. 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) και παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί στο παρόν Δικαστήριο, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρ. 663 έως 676 ΚΠολΔ).

Πλην όμως, κρίνεται απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, διότι οι ένδικες συμβάσεις ορισμένου χρόνου της ενάγουσας με την "ΕΡΤ Α.Ε.", καταρτίσθηκαν ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, σύμφωνα με το οποίο, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 671 ΑΚ ούτε η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και απαγορεύεται πλέον, ήτοι μετά τον χρόνο θέσης σε ισχύ της διάταξης αυτής, όχι μόνο η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και μίσθωσης έργου σε αορίστου ακόμη και εάν καλύπτουν αυτές πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αλλά ακόμη και ο ορθός χαρακτηρισμός τους.

Επιπρόσθετα, δεν είναι δυνατή η μετατροπή τους ούτε ακόμη και με βάση τις διατάξεις της οδηγίας 1999/70/ΕΚ επί τη βάση της καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν. 2112/1920, καθώς τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα προσέκρουε, πέραν των ανωτέρω συνταγματικών και νομοθετικών απαγορεύσεων, αφενός μεν στη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών, αφού σε μία τέτοια περίπτωση έμμεσα, δηλαδή με την έκδοση σχετικής διχαστικής απόφασης που θα αναγνώριζε τις αντίστοιχες συμβάσεις ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, θα μπορούσαν να συσταθούν κατ' ουσία οργανικές θέσεις του δημόσιου τομέα και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μη νομοθετημένες και να μονιμοποιηθεί κατ' αυτό τον τρόπο προσωπικό των δημόσιων υπηρεσιών και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, του οποίου κατά ρητή νομοθετική και συνταγματική επιταγή απαγορεύεται η μονιμοποίηση, αφετέρου δε θα προσέκρουε στο πνεύμα των προπαρατεθεισών αναθεωρημένων συνταγματικών διατάξεων, με τις οποίες προφανώς ο συνταγματικός νομοθέτης, κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, εκδήλωσε τη βούλησή του για αποτροπή της συνέχισης μίας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία, ενώ αρχικά προσλαμβανόταν προσωπικό με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, στη συνέχεια διαπιστωνόταν ότι αυτές οι ανάγκες ήταν πάγιες και διαρκείς και για το λόγο αυτό μονιμοποιείτο το προσληφθέν προσωπικό, είτε μέσω του διορισμού του στη θέση μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε μέσω της μετατροπής των σχετικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, αποκλείοντας κατ' αυτό τον τρόπο άλλους ενδιαφερόμενους που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις εργασίας κατά τις διατάξεις της ισχύουσας κάθε φορά νομοθεσίας κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Τέλος, οι επίδικες συμβάσεις δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν, έστω εν μέρει, ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου ούτε κατ' εφαρμογή του άρ. 11 του Π.Δ. 164/2004, διότι κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, ήτοι την 19.07.2004, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, η ενάγουσα, κατά τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ανωτέρω Π.Δ.

ώστε να ερευνηθεί η αγωγή της στην ουσία έστω μ' αυτή τη νομική βάση.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη". Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ. ΑΚ, 21 του Ν. 2190/1994, 20 πσρ.1 και 15 Ν. 2639/1998 καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, άτι με βάση τα στην αγωγή εκτιθέμενα δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και εάν η αναιρεσείουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου ελληνικού δημοσίου.

Ούτε επίσης με την μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν ο" όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2019, ΑΠ 42/2015, ΑΠ 306/2014) ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 3/97 και 13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο κατ'εκτίμηση αυτών, τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι λόγοι όμως αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι μη στοιχειοθετούμενοι εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος.

Για την ίδια δε αιτία είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.ΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.ΠολΔ.), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α Κ.ΠολΔ. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας δεδομένου ότι ουδόλως εκθέτει η αναιρεσείουσα ποιες διατάξεις, παραβίασε η προσβαλλόμενη κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών, καθώς και το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε. 1.1. Η εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται κατά την περίπτωση εκείνη, που το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εξετάσει παραδεκτώς προβληθέντες αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (βλ. ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 467/2012, ΑΠ 163/2004 πάγια νομολογία). Η αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται, μεταξύ των άλλων, όταν το δικαστήριο παραλείπει να εξετάσει αγωγικές βάσεις., οι οποίες αποτελούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι, όμως, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εξετάζει τις βάσεις της αγωγής, στη συνέχεια δε απορρίπτει ως αβάσιμους τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς.

Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως είναι απαραίτητο να προσδιορίζει ο αναιρεσείων τον αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος παρέμεινε ανεξέταστος, καθώς και την ουσιώδη επιρροή του στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επί ταυ διατακτικού της αποφάσεως (βλ. ΑΠ 668/2016, ΑΠ 354/2011, ΑΠ 253/2011). Επίσης, θα πρέπει να αναφέρει ο αναιρεσείων ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είτε αποτέλεσε στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής είτε προβλήθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 367/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας δεδομένου ότι ουδόλως εκθέτει η αναιρεσείουσα ποιους ουσιώδεις και παραδεκτά προταθέντες ισχυρισμούς της δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ώστε να κριθεί αν αυτοί ήταν αυτοτελείς ισχυρισμοί ή όχι και αν ήταν ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και, σε περίπτωση που επρόκειτο για αυτοτελείς ισχυρισμούς, αν προτάθηκαν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά τα οριζόμενα με τα άρθρα 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, την υπ' αριθ.134423/8-12-1992 απόφαση των Υπ.Οικ. και Δικ/νης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 11-4-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.13/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ