Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to missed deadline and lack of grounds for non-appealing creditors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the debtor's debt restructuring. The appellant failed to file the appeal within the statutory thirty-day period, and the court ruled that non-appealing creditors are legally deemed to have exercised their right through the appellant. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for all parties due to procedural timeliness and substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: An appeal filed by one necessary co-debtor in a debt restructuring case is deemed exercised by all co-debtors, rendering the appeal inadmissible for those who did not file it if the deadline has expired.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1166 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1166/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ... με την επωνυμία "..." (....), που εδρεύει στην ……και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., Β. 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …… και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ……και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σκορδίλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η υπό στοιχ. Β.1 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι λοιπές δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2014 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου κύρια παρέμβαση της ήδη υπό στοιχ. Β.4 των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-6-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον, η 1η και η υπό στοιχ. Β.1 των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχ. Β.1 αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 6-6-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2019, αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 111/2-17 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της εκ των εφεσιβλήτων τέταρτης και πέμπτης ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με την επωνυμία " ..." και "...", αντίστοιχα. Παρά, όμως την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον της τρίτης και τέταρτης των αναιρεσειβλήτων, ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με την επωνυμία " ... " και "...", αντίστοιχα, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 153/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθμ. 5966Β/15-11-2019, 5972Β/15-11-2019 και 5990Β/21-11-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δ.
Π. που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον .... με την επωνυμία "... ", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της, από 6-6-2019 [αριθμ. εκθ. καταθ. 1/2019], αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 18-12-2020, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με την επωνυμία "...", "..." και "...", αντίστοιχα.
Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, ενώ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Για την έναρξη της ως άνω τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης απαιτείται νόμιμη επίδοση αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ για την επίδοση δικογράφων, στον διάδικο, στον οποίο παρέχεται από το νόμο το δικαίωμα για την άσκηση αναίρεσης (ΑΠ 443/2015). Η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή και επί των αποφάσεων, που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, εκτός αν αυτές είναι αντίθετες προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 741 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 683/2019).
Κατά δε το άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, τα αναφερόμενα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο, στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Και τέλος κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης.
Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκήσεως αναιρέσεως είναι υπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή δε της προϋποθέσεως αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως βάσει των αποδεικτικών εγγράφων της δικογραφίας, απορρίπτοντας την αναίρεση εάν ελλείψει η προϋπόθεση αυτή.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. γ`, 127 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 εδ. δ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο (ο νόμος δεν διακρίνει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή κατά το καταστατικό εκπρόσωπό του και να αναγραφεί από το δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμό του στην έκθεση, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο.
Αν, όμως, αυτός δεν βρεθεί στο κατά το άρθρο 124 παρ. 2 κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1, δηλαδή στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή εργαστηρίου ή σε κάποιο συνεταίρο, συνεργάτη, υπάλληλο ή υπηρέτη, ως υπαλλήλων ή υπηρετών νοουμένων των υπαλλήλων ή υπηρετών του νομικού προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση, του οποίου (προσώπου) η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στη σχετική έκθεση επίδοσης, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί, αν είναι από εκείνα τα πρόσωπα που ορίζονται από το άρθρο 129 παρ. 1, ενώ εκείνος που ενεργεί την επίδοση δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των ως άνω αρμόδιων για την παραλαβή του εγγράφου προσώπων, αφού η διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 δεν απαιτεί τούτο, όπως αντίθετα το επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του ίδιου ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για επίδοση σε κατοικία στην οποία δεν βρίσκεται ο παραλήπτης του επιδιδόμενου εγγράφου (AΠ 700/2008).
Σε κάθε περίπτωση, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου και γενικότερα τα καταστατικά όργανα διοίκησης και εκπροσώπησης αυτού δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως υπάλληλο κ.λ.π., ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλαμβάνει δικόγραφα, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος, χωρίς άλλη προϋπόθεση ή διαδικασία (ΑΠ 720/2019, ΑΠ 139/2018, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 1153/2006).
Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσεως του επιδιδόμενου εγγράφου εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου. Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναγκαστική ομοδικία υπάρχει, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους.
Οι αναφερόμενοι στην αίτηση του οφειλέτη για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, περισσότεροι πιστωτές τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 76 επ. του ΚΠολΔ. Και τούτο, διότι ο οφειλέτης, αναφέροντας στην αίτησή του περισσότερους πιστωτές, επιθυμεί την έναντι όλων ρύθμιση των χρεών του και την απαλλαγή του από αυτά.
Άλλωστε, το δικαστήριο, σε περίπτωση ρύθμισης, θα ορίσει καταβολές σε όλους τους πιστωτές και όχι σε ορισμένους από αυτούς (ΑΠ 967/2021, ΑΠ 436/2018, ΑΠ 1978/2017, ΑΠ 1049/2017). Κατά δε το άρθρο 76 παρ. 4 του ίδιου ως άνω Κώδικα, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους, τούτο δε υπό την έννοια ότι αν ένας αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ότι ασκούν αυτό και οι ομόδικοί του, παρόλο που αδράνησαν (ΑΠ 970/2019, ΑΠ 1103/2010).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την κρινόμενη από 6-6-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 111/2017 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας σε έφεση κατά της 133/2015 απόφασης Ειρηνοδικείου ..., επί υποθέσεως ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων (ν. 3869/2010).
Όπως προκύπτει από την 4716/16-2-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Φ. Κ., την οποία με επίκληση προσκομίζει ο πρώτος αναιρεσίβλητος, επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως στην οποία [έκθεση επιδόσεως] αναφέρεται ότι: "δεν βρήκα στο γραφείο του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", στην ...
και ... στη ….., το νόμιμο εκπρόσωπο αυτού, αλλά τον Διευθυντή Δ. Δ., όπως μου δήλωσε, επέδωσα σ' αυτόν το ως άνω έγγραφο", επιδόθηκε νομίμως στο αναιρεσείον, σύμφωνα με τα άρθρα 126 παρ. 1 εδ. γ', 124 παρ. 2 και 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την 16 Φεβρουαρίου 2018, ενώ η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, με την κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, στις 7-6-2019, δηλ.
μετά την προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους καθόσον κατά τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη, επί αναγκαστικής ομοδικίας στην προκειμένη περίπτωση μεταξύ του αναιρεσείοντος .... και Β 1, 2, 3 και 4 των αναιρεσιβλήτων [ως πιστωτών (του πρώτου αναιρεσιβλήτου-οφειλέτη) τελούντων μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής ομοδικίας], θεωρούνται εκ του νόμου ότι άσκησαν την αναίρεση ως ομόδικοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι αδράνησαν.
Σε κάθε περίπτωση δε η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ως προς αυτούς και εκ του λόγου ότι δεν περιέχεται στο δικόγραφο κανένας απολύτως λόγος αναιρέσεως, έστω και απαράδεκτος ή αόριστος, που να αρμόζει στο πρόσωπό τους (ΑΠ 490/2021, ΑΠ 796/2020, ΑΠ 1416/2018). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/20 19, ΑΠ 1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2019, αίτηση για αναίρεση της 111/2017 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ