Legislator Case Law & Legislation
796/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of legal interest and inadmissible arguments.

Case Number 796/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding alimony and funeral expenses. The appellant argued that the lower court erred by not examining the deceased's pension and by incorrectly calculating her income against her needs. The court rejected these claims as legally inadmissible and without merit, finding no legal interest to challenge the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556 and 68 of the Code of Civil Procedure; Legal interest is a prerequisite for appeal, and arguments that do not affect the operative part of the judgment are inadmissible.

Keywords

AI generated
legal interest requirement procedural inadmissibility alimony calculation funeral expenses inadmissible arguments appeal dismissal civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item B' of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 796 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 796/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. χας Γ. Κ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Μορφόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Βαμβακά και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 23-1-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δικ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.

Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.

Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 401/2017, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014). Επομένως, η αναίρεση δεν πρέπει να απευθύνεται εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντα, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος της αναίρεσης και ως προς τους οποίους ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 1416/2018, ΑΠ 1521/2007, ΑΠ 731/2005).

Με την κρινόμενη από 2-10-2018 (αρ. κατ. 37/2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 15/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα, σε σχέση με το δικονομικό ζήτημα της παραδεκτής άσκησης της αναίρεσης ως δικογράφου, κατ' άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ: Η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 5-9-2014 (αρ. κατ. 140/2014) αγωγή, που είναι 2η κατά χρονολογική σειρά, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι στις 18-11-2004 συνέβη τροχαίο δυστύχημα, στο 32ο χιλιόμετρο της ΝΕΟ Αντιρρίου - Ιωαννίνων, κατά το οποίο ο 1ος αναιρεσίβλητος, οδηγός του με αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, από αποκλειστική του υπαιτιότητα, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλκοφορίας, ως προς την πορεία του, στο οποίο εκινείτο κανονικά ο σύζυγός της, Γ. Κ. του Χ., τον οποίο τραυμάτισε θανάσιμα, ότι τόσον αυτή, όσο και άλλοι ενάγοντες, συγγενείς του θύματος, (που σήμερα δεν είναι διάδικοι), άσκησαν την αρχική από 3-2-2005 (αρ.

κατ. 98/2005) αγωγή, εναντίον του υπαίτιου ως άνω οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε την αστική του ευθύνη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη, ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 198/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και κατόπιν αντιθέτων εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 213/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, ήδη αμετάκλητη, με την οποία κρίθηκε, με ισχύ δεδικασμένου, ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος και αναγνωρίστηκε, ότι οι υπόχρεοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, τότε εναγόμενοι της αρχικής αγωγής, οφείλουν να καταβάλλουν, μεταξύ άλλων κονδυλίων, που δεν αφορούν την παρούσα δίκη, στην τότε ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως αποζημίωση για τη στέρηση της διατροφής της από τη θανάτωση του συζύγου της, το ποσό των 549,50 ευρώ μηνιαία, για το χρονικό διάστημα από 5-12-2004 έως 5-12-2014 (δεκαετία) αναπροσαρμοζόμενο ανά διετία, ενώ κρίθηκε πρόωρο το αίτημα αυτής για την επιδίκαση της ίδιας ως άνω αξίωσης για το περαιτέρω χρονικό διάστημα, έως τις 5-12-2033.

Με βάση το ιστορικό αυτό, που αποτελεί το περιεχόμενο της ένδικης, 2ης στη σειρά από 5-9-2014 (αρ. κατ. 140/2014) αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε για το μεταγενέστερο διάστημα, από 5-12-2014 έως 31-12-2033, ως αποζημίωση στέρησης διατροφής από τη θανάτωση του συζύγου της, το ποσό των 745,75 ευρώ μηνιαία, αναπροσαρμοζόμενο ανά διετία και συνολικά αξίωνε εφάπαξ το ποσό των 214.881,17 ευρώ.

Επί της ένδικης αυτής (2ης) αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία δέχτηκε, ότι με την ως άνω υπ' αριθμ. 213/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών είχε κριθεί με ισχύ δεδικασμένου η υπαιτιότητα του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου - οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, ότι ο θανών διατηρούσε βιοτεχνία ανδρικών εσωρούχων, ότι το μηνιαίο εισόδημά του προερχόταν από την εργασία του και ανερχόταν σε 3.200 ευρώ και από μισθώματα, που αυτός εισέπραττε ως εκμισθωτής, ύψους 1.381 ευρώ και συνολικά ότι το μηνιαίο εισόδημά του ανερχόταν, έως τις 5-12-2014, σε 4.581 ευρώ και ότι έκτοτε, για την επομένη πενταετία, έως 5-12-2019, μειώθηκε σε 3.025,20 ευρώ.

Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού υπολόγισε και το εισόδημα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως συνταξιούχου καθηγήτριας και την αναλογία της οικογενειακής οικονομικής δυνατότητας των συζύγων, δέχτηκε, ότι η συμμετοχή του θανόντος στη διατροφή της ενάγουσας ανέρχεται σε 365 ευρώ μηνιαία, κατά το οποίο δέχτηκε ουσιαστικά, σε βάρος του 1ου εναγομένου και ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, την αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για αποζημίωση από τη στέρηση της διατροφής της για το χρονικό διάστημα από 5-12-2014 έως 5-12-2019 (πενταετία), ενώ απέρριψε την ανωτέρω αξίωση για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα έως το έτος 2033 ως προώρως ασκηθείσα.

Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν εναντίον της 2ης εναγομένης και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την παραδοχή, ότι εξαντλήθηκε η ασφαλιστική της ευθύνη, λόγω της καταβολής εκ μέρους της συνολικά προς όλους τους συγγενείς του θύματος του ποσού των 640.540,22 ευρώ, που υπερκάλυπτε το ασφάλισμα (ασφαλιστική κάλυψη).

Κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν εκατέρωθεν αντίθετες εφέσεις και ειδικότερα, η από 24-5-2016 (αρ. κατ. 15/2016) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και η από 27-6-2016 (αρ. κατ. 19/2016) έφεση του 1ου αναιρεσιβλήτου, υπαίτιου οδηγού, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχτηκε κατ' ουσίαν την αντίθετη έφεση του 1ου αναιρεσιβλήτου, υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου.

Στη συνέχεια, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και δίκασε την ένδικη (2η στη σειρά) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς τον 1ο εναγόμενο και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο, με την παραδοχή, ότι πιθανολογήθηκε από το αποδεικτικό υλικό, ότι οι οικονομικές δυνατότητες των δύο συζύγων για το χρονικό διάστημα μετά το έτος 2014 και οι δυνατότητες συμμετοχής αυτών στις οικογενειακές δαπάνες είναι ίσες, χωρίς να προκύπτει κάποια διαφορά υπέρ της ενάγουσας - συζύγου, η οποία, κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει κάποιο ποσό, με το οποίο ο αποβιώσας σύζυγός της, θα συνεισέφερε στη διατροφή της και ότι, αντίστοιχα, δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης αυτής για τη στέρηση της διατροφής της λόγω του θανάτου του συζύγου της σε βάρος του υπαίτιου οδηγού και ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου.

Εξάλλου, από την επισκόπηση της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες, που αναλυτικά θα εκτεθούν παρακάτω, αναφορικά με την αξίωση αποζημίωσης για τη στέρηση της διατροφής της λόγω της θανάτωσης του συζύγου της στο τροχαίο δυστύχημα, η οποία ερευνήθηκε κατά τα ανωτέρω από το Εφετείο, μόνον ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο, υπαίτιο οδηγό, ενώ ουδεμία αιτίαση αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ένδικης (2ης στη σειρά) αγωγής της ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, λόγω της εξάντλησης της ευθύνης της τελευταίας από την καταβολή στους συγγενείς του θύματος, ολόκληρου του ποσού του ασφαλίσματος, ύψους 500.000 ευρώ, μέχρι του οποίου αυτή ως ασφαλιστής ευθύνεται από την ασφαλιστική σύμβαση και ειδικότερα του συνολικού ποσού των 640.540,22 ευρώ, γεγονός που ούτε η αναιρεσείουσα αμφισβητεί.

Επομένως, εφόσον οι προτεινόμενοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης δεν αφορούν τη 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί απαραδέκτως εναντίον αυτής, εφόσον και εάν ακόμη ήθελε ευδοκιμήσει κάποιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν θα αναιρεθεί και ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, παρά μόνον κατά το τυχόν αναιρούμενο μέρος, που θα αφορά πλέον μόνον τον 1ο αναιρεσίβλητο, υπαίτιο οδηγό.

Επομένως, η αναιρεσείουσα δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον να απευθύνει την αίτηση αναίρεσης εναντίον της 2ης αναιρεσίβλητης, το οποίο, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης ερευνάται αυτεπάγγελτα, σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρ. 73, σε συνδ. με άρθρ. 68 ΚΠολΔ και συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 51/2019, ΑΠ 1429/2018).

Κατόπιν τούτου η αίτηση αναίρεσης, ως δικόγραφο, πρέπει να απορριφθεί ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας αυτής (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και παραδεκτά ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' του ΑΚ, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, επί θανατώσεως προσώπου, υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση και έναντι τρίτου, ο οποίος κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή και στερήθηκε εξαιτίας του θανάτου του το δικαίωμα αυτό.

Η αξίωση που απορρέει από την ως άνω διάταξη είναι γνήσια αξίωση αποζημιώσεως και όχι διατροφής και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος για να τον διατρέφει. Επομένως, από απόψεως εκτάσεως, η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1378 επ., 1442 επ., 1485 επ.

και 1504 ΑΚ, περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής (ΑΠ 873/2012, ΑΠ 925/ 2004). Από την αυτή ως άνω διάταξη (άρθρο 928 εδ. β' ΑΚ) συνάγεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως του επιζώντος συζύγου στοχεύει γενικώς στην αποκατάσταση της ζημίας που αυτός, υφίσταται εξαιτίας του ότι, με το θάνατο του άλλου συζύγου, επέρχεται απόσβεση της αξιώσεως για συμβολή στις ανάγκες της οικογενείας που ο σύζυγος είχε από το νόμο.

Για να ευρεθεί, όμως το περιεχόμενο της αποζημίωσης επιβάλλεται να γίνει προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και ειδικότερα, στην διατροφή του συζύγου (άρθρο 1389 και 1390 ΑΚ), το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στα πλαίσια της συμβιώσεως, οριοθετούνται δε από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού, σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου.

Κρίσιμος για τον υπολογισμό της με το ανωτέρω περιεχόμενο αποζημιώσεως είναι ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του θανατωθέντος, κατά τον τελευταίο καιρό πριν από τη θανάτωσή του και της πιθανής εξελίξεως των εισοδημάτων αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν αυτός ζούσε. Εξάλλου, όταν ενάγει ο επιζών σύζυγος τον υπόχρεο και ζητά αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας του από την στέρηση του δικαιώματος διατροφής, την οποία κατά το νόμο θα όφειλε ο θανατωθείς και υπόχρεος αν ζούσε, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του και τη θεμελίωση της αξίωσής του στο νόμο, πρέπει να επικαλείται τα εξής στοιχεία:

α) την ύπαρξη γάμου μεταξύ δικαιούχου και υποχρέου διατροφής, β) την θανάτωση του υποχρέου από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του εναγομένου, γ) τον πιθανό χρόνο ζωής του υποχρέου σε διατροφή συζύγου και δ) το ποσό της καταβλητέας διατροφής ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Αντίθετα, δεν απαιτείται για να είναι ορισμένη η αγωγή αποζημιώσεως του δικαιούχου συζύγου, να γίνεται στο δικόγραφο αποτίμηση της συνεισφοράς, που θα παρείχε καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η αποτίμηση αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξιώσεως ισχυρισμό του εναγομένου (ΑΠ Ολ. 3/2004, ΑΠ 124/2017, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 1637/2018, ΑΠ 1136/2014, ΑΠ 212/2013, ΑΠ 153/2005). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325, 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή.

Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014).

Ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δικ. προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 51/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί Α) ότι ο αποβιώσας σύζυγος της αναιρεσείουσας "κατά το προηγούμενο του θανάτου του έτος 2003 εμφανίζεται να δηλώνει ετήσιο εισόδημα 30.421,89 ευρώ και το έτος 2002 ετήσιο εισόδημα 12.050,34 ευρώ..." και Β) ότι η επιχείρηση βιοτεχνίας ενδυμάτων, την οποία ασκούσε ο σύζυγός της, θα είχε φθίνουσα πορεία λόγω της οικονομικής κρίσης της χώρας μας μετά το έτος 2010 με μείωση της κερδοφορίας κάτω του 40%, παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την ήδη αμετάκλητη υπ' αριθμ. 213/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, που είχε εκδοθεί επί της αρχικής αγωγής της αναιρεσείουσας και έκρινε αμετακλήτως ότι το μηνιαίο εισόδημα του αποβιώσαντος συζύγου της έως το έτος 2014 θα ανερχόταν σε 3.200 ευρώ και ότι η επιχείρησή του θα είχε ανοδική πορεία έως το έτος 2014 και ότι, έτσι το Εφετείο, κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 321, 322, 325 και 331 ΚΠολΔ, παραβίασε το δεδικασμένο της ανωτέρω αμετάκλητης απόφασης επανακρίνοντας τα οικονομικά στοιχεία της αρχικής αγωγής.

Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και κατ' αρχήν ορθά δέχτηκε ότι από την ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση απορρέει δεδικασμένο για την υπαιτιότητα του 1ου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, όπως και για το ύψος της αποζημίωσης, που αυτή δικαιούται, λόγω στέρησης διατροφής μετά τη θανάτωση του συζύγου της για το προηγούμενο διάστημα, από το τροχαίο δυστύχημα έως το έτος 2014, εντούτοις στη συνέχεια, το Εφετείο, για να καταλήξει στο πόρισμά του, ότι δήθεν η συνεισφορά του συζύγου της στη διατροφή της, μετά το έτος 2014, θα ήταν ανύπαρκτη, επανέκρινε 1) τα εισοδήματα του θανόντος συζύγου της για τα έτη 2002 και 2003, που αφορούσαν την αρχική αγωγή, καθώς και 2) την οικονομική πορεία της επιχείρησης αυτού ως δήθεν εμφανίζουσα ζημίες μετά το έτος 2010 και έτσι, διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, ως προς το ύψος της αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής, που αυτή δικαιούται, διότι το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 213/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, εκτείνεται και ως προς το ύψος της ανωτέρω αποζημίωσης, για το χρονικό διάστημα μετά το έτος 2014, κατά το οποίο η συνεισφορά του συζύγου της θα ήταν υπαρκτή, παραβιάζοντας εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 928 εδ.

β' ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389 και 1485 του ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ας σημειωθεί ότι, αν και οι δύο τελευταίοι ως άνω κανόνες δικαίου δεν αναφέρονται αριθμητικά στο αναιρετήριο, εντούτοις το πραγματικό τους προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, από το όλο περιεχόμενο αυτού και συνεπώς, κατά τούτο ο 2ος αναιρετικός λόγος κρίνεται αρκούντως ορισμένος και παραδεκτός (ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 146/2018).

Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση που επιτρεπτά επισκοπείται κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων (1ου και 2ου), προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, περί των πραγμάτων κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα διάδικα μέρη γίνεται επίκληση και προσκομίζεται η 213/2009 τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού που εκδόθηκε μεταξύ άλλων και των στην παρούσα δίκη διαδίκων υπό την αυτήν ιδιότητα παρισταμένων και αφορούσε και την καταβολή αποζημιώσεως κατ' άρθρ. 928 εδ.

β' Α.Κ. στην ενάγουσα για την στέρηση της διατροφής της λόγω της θανάτωσης του συζύγου της σε τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι ο πρώτος εναγόμενος Α. Π. και ήδη πρώτος εφεσίβλητος και εκκαλών των υπό κρίση εφέσεων, οδηγώντας στις 18-11-2004 το υπ' αριθ. ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητό του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη στην πρώτη έφεση, κινούμενος επί της Ν.Ε.Ο.

Αντιρρίου - Ιωαννίνων από αποκλειστική υπαιτιότητά του, με βάση τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αμέλεια αυτού, αφού εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, έγινε πρόξενος τροχαίου ατυχήματος κατά το οποίο συγκρούσθηκε με το υπ' αριθ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο σύζυγος της ενάγουσας Γ.

Κ., με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου. Ακολούθως δε η ίδια απόφαση επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη αποζημίωση λόγω στερήσεως της διατροφής της μετά τη θανάτωση ως άνω του συζύγου της το ποσό των 549,05 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 5-12-2004 έως 5-12-2014 ενεχομένων των εναγομένων εις ολόκληρο για την πληρωμή του, αναπροσαρμοζόμενου σε ποσοστό 4% ανά διετία.

Από το δεδικασμένο που προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ των αυτών διαδίκων, δεσμεύεται το δικάζον ήδη την ένδικη αγωγή δικαστήριο, η οποία έχει την αυτή ιστορική και νομική αιτία με την προηγούμενη αγωγή της ιδίας ενάγουσας κατά της ιδίας εναγομένης, με την οποία ένδικη αγωγή, αυτή (ενάγουσα) ζητά την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω της στερήσεως της διατροφής της μετά τη θανάτωση του συζύγου της για το επόμενο χρονικό διάστημα 2014 - 2033, τόσον όσον αφορά την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου όσον και ως προς το ύψος της αποζημιώσεως που επιδικάσθηκε για το προηγούμενο επίδικο στη πρώτη αγωγή χρονικό διάστημα όχι όμως και για την οφειλόμενη αποζημίωση για το επόμενο επίδικο στη δεύτερη αγωγή χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα με την προηγούμενη 213/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού κρίθηκε ότι ο αποβιώσας σε ηλικία 46 ετών σύζυγος της ενάγουσας κατά τον αμέσως προ του θανάτου του χρόνο ασκούσε ατομική επιχείρηση - βιοτεχνία ανδρικών εσωρούχων στο ... που του απέδιδε μηνιαία κέρδη 3.200 ευρώ και πιθανολογήθηκε ότι θα εξακολουθούσε να έχει και στο επίδικο της πρώτης αγωγής διάστημα (2004 - 2014) και επιπλέον αποκέρδαινε το ποσό των 1.381 ευρώ μηνιαίως από την εκμετάλλευση με μίσθωση ακινήτου του.

Από την πλευρά της η ενάγουσα δικαιούχος ασκούσε το επάγγελμα της εκπαιδευτικού - καθηγήτριας δημοσίας εκπαίδευσης, λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό 1.200 ευρώ, της οποίας η ανάλογη για τη διατροφή της δαπάνη, με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των δύο συζύγων υπολογίσθηκε σε 700 ευρώ μηνιαίως και με βάση την αναλογία των οικονομικών δυνατοτήτων των δύο συζύγων 78,5% για τον θανόντα και 21,5% για την ενάγουσα δικαιούχο κρίθηκε ότι η συμμετοχή του θανόντος στη διατροφή της ενάγουσας συζύγου του ήταν (700 χ 78,5% =) 549,05 ευρώ, το οποίο ποσό επιδικάσθηκε σε αυτή ως αποζημίωσή της για τη στέρηση της διατροφής της μετά τη θανάτωση του συζύγου της, αναπροσαρμοζόμενο σε ποσοστό 4% ανά διετία ενώ για το υπόλοιπο μετά το έτος 2014 χρονικό διάστημα απέρριψε το ίδιο αίτημα ως πρόωρα ασκηθέν.

Περαιτέρω με την ένδικη δεύτερη υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα υποστηρίζει ότι το επίδικο στην αγωγή της αυτή διάστημα 2014-2033 τα έσοδα του θανόντος συζύγου της από την ως άνω ατομική επιχείρηση, που θα εξακολουθούσε να διατηρεί, θα αυξάνονταν σε 3.800 ευρώ μηνιαίως, ενώ η ίδια ως συνταξιούχος πλέον καθηγήτρια ελάμβανε από το δημόσιο από τον Ιούλιο 2014 μηνιαία σύνταξη 1.200 ευρώ, τη δε αναγκαία για τη διατροφή της δαπάνη υπολογίζει αυξημένη έναντι του πρώτου ως άνω επιδίκου διαστήματος σε 950 ευρώ μηνιαίως.

Έτσι με βάση την ίδια ως άνω αναλογία των οικονομικών δυνατοτήτων τους, ζήτησε να της επιδικαστεί ως μηνιαία αποζημίωση λόγω στερήσεως της διατροφής της το ποσό των (950 χ 78,5% =) 745,75 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο σε ποσοστό 4% ανά διετία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι τα μηνιαία έσοδα του θανόντος το επίδικο διάστημα από 5-12-2014, λόγω της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα θα μειώνονταν και πιθανολογείται ότι θα ανέρχονταν από την ως άνω ατομική βιοτεχνία σε 1.600 ευρώ μηνιαίως και επιπλέον θα ελάμβανε μηνιαία μισθώματα 1.425,20 ευρώ από την εκμίσθωση ακινήτων του και συνολικά 3.025 ευρώ μηνιαίως.

Επίσης υπολόγισε την αναγκαία και ανάλογη διατροφή της ενάγουσας με βάση τις ως άνω οικονομικές δυνατότητες αυτής και του συζύγου της σε 500 ευρώ μηνιαίως και με βάση την αναλογία της οικογενειακής οικονομικής δυνατότητας 73% για το θανόντα σύζυγο και 27% για την ενάγουσα σύζυγο κρίθηκε ότι η συμμετοχή του θανόντος στη διατροφή της ενάγουσας ήταν (500 € χ 73% =) 365 ευρώ, το οποίο ποσό επιδικάσθηκε στην ενάγουσα ως αποζημίωσή της για τη στέρηση της διατροφής της το μεταγενέστερο από 5-12-2014 έως 5-12-2019 χρονικό διάστημα, ενώ για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα και μέχρι το έτος 2033 η αγωγή απορρίφθηκε ως πρόωρα ασκηθείσα γιατί δεν μπορεί να διαγνωσθεί η πιθανή εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης των δύο συζύγων και να κριθεί το ποσό της διατροφής.

Με το ως άνω ποσό αποζημίωσης επιβαρύνθηκε και υποχρεώθηκε να καταβάλει ο πρώτος εναγόμενος υπαίτιος οδηγός, ενώ αναφορικά με τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, αφού κρίθηκε ότι με την αποζημίωση που κατέβαλε με βάση την προγενέστερη ως άνω 213/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, υπερκαλύφθηκε το οφειλόμενο από αυτή ασφάλισμα από το ένδικο ατύχημα των 500.000 ευρώ και πλέον ουδεμία υποχρέωση έχει.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται η ενάγουσα και ο πρώτος εναγόμενος με τις υπό κρίση εφέσεις τους και ζητούν η ενάγουσα την εξ ολοκλήρου παραδοχή της αγωγής της και κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ο δε εναγόμενος την απόρριψη της αγωγής εναντίον του. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεώς του και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ενώ συνεκτιμάται και η υπ' αριθ.

…2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μεσολογγίου που προσκομίζει η ενάγουσα και έχει ληφθεί μετά νόμιμης κλήτευσης των εναγομένων αντιδίκων της για να χρησιμεύσει στην προηγούμενη ως άνω μεταξύ των διαδίκων δίκη που αφορά προγενέστερο χρόνο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα που έχει γεννηθεί το έτος 1958, ηλικίας δηλαδή το έτος 2014 56 ετών και είναι εκπαιδευτικός - καθηγήτρια δημόσιας εκπαίδευσης, όπως εκθέτει στην αγωγή της από τον μήνα Ιούλιο 2014 έχει συνταξιοδοτηθεί, εισπράττοντας ως σύνταξη το ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως. Σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα ενημερωτικά σημειώματα του Υπουργείου Οικονομικών οι μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές αυτής μειώθηκαν σε 968,40 ευρώ από τον Οκτώβριο 2015 και σε 952,62 ευρώ από το Νοέμβριο 2017, λόγω των δημοσιονομικών μέτρων που ελήφθησαν μετά την οικονομική κρίση στην Ελλάδα.

Επίσης μετά τη θανάτωση του συζύγου της στο ένδικο ατύχημα λαμβάνει σύνταξη από τον ασφαλιστικό οργανισμό Ο.Α.Ε.Ε. - Τ.Ε.Β.Ε. που ασφάλιζε αυτόν το ποσό των 162,39 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ποσό μηνιαίας σύνταξης από την ίδια αιτία μειώθηκε σε 133,07 ευρώ από το Σεπτέμβριο 2017. Επίσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ως άνω συζύγου λαμβάνει, αναλογία κατά την κληρονομική μερίδα της (1/4) από τις ως άνω εμπορικές μισθώσεις και συνολικά 5.515,50 ευρώ το έτος 2013 και 4.275,60 ευρώ το έτος 2014.

Από τις ως άνω αιτίες το συνολικό εισόδημα που δήλωνε αυτή σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος που εξέδιδε το Υπουργείο Οικονομικών, ανέρχονταν σε 26.277,78 ευρώ για το οικονομικό έτος 2014, 20.946,02 ευρώ για το φορολογικό έτος 2014, 19.090 ευρώ για το φορολογικό έτος 2015 και 20.086,02 ευρώ για το φορολογικό έτος 2016.

Από τα ως άνω συνάγεται ότι το μηνιαίο εισόδημα και αντίστοιχα οι οικονομικές δυνατότητες αυτής το επίδικο χρονικό διάστημα από το έτος 2014 και στη συνέχεια ανέρχονται στο ποσό των 1.700 ευρώ μηνιαίως. Έτσι ακόμα και αν δεχθούμε ότι οι διατροφικές ανάγκες της ενάγουσας αυξήθηκαν κατά το επίδικο διάστημα από 700 ευρώ σε 950 ευρώ, όπως αυτή υποστηρίζει με την αγωγή της, υπερκαλύπτονται οι ανάγκες αυτές από το ως άνω εισόδημά της.

Από την πλευρά του ο θανών σύζυγος της ενάγουσας που πέθανε το έτος 2004 στο ένδικο ατύχημα, ασκούσε επί τουλάχιστον 10 έτη προ του θανάτου του ατομική επιχείρηση - βιοτεχνία ανδρικών εσωρούχων που λειτουργούσε αρχικά στη ... και στη συνέχεια στο ... από την οποία δραστηριότητα η 213/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών που έκρινε για προηγούμενο διάστημα εκτίμησε ότι το προ του θανάτου του διάστημα είχε μηνιαίο εισόδημα 3.200 ευρώ.

Αυτός όμως για το προηγούμενο του θανάτου του έτος 2003 εμφανίζεται να έχει δηλώσει συνολικό εισόδημα σύμφωνα με το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό εισόδημα 30.421,89 ευρώ, ενώ το αμέσως προηγούμενο έτος 2002 σύμφωνα με το αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα έχει δηλώσει συνολικό εισόδημα 12.050,34 ευρώ, ενώ αναφέρεται σύμφωνα με τις φορολογικές δηλώσεις του και σε ζημίες προηγουμένων ετών.

Αυτός που ήταν ηλικίας 46 ετών στο χρόνο του θανάτου του και εκτιμάται ότι θα συνέχιζε να εργάζεται στην ίδια ως άνω επαγγελματική δραστηριότητα είτε σε κάποια άλλη μέχρι το 65° έτος της ηλικίας του που θα συνταξιοδοτείτο, με δεδομένο ότι σήμερα όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες που διαθέτουν μικρές - ατομικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα δεν μπορούν να αντέξουν στον ανταγωνισμό των πολυκαταστημάτων που διαθέτουν αντίστοιχα χαμηλού κόστους εμπορεύματα εισαγωγής και τη μείωση της εμπορικής ζήτησης και του οικονομικού τζίρου, λόγω της μεγάλης οικονομικής κρίσης που έχει ενσκύψει στην Ελλάδα και καταφεύγουν στη συνταξιοδότηση ως μόνο μέσον που μπορεί να τους αποφέρει κάποιο σίγουρο εισόδημα.

Έτσι παντού στον κλάδο των ελευθέρων επαγγελματιών ακούγεται "να προλάβει να συνταξιοδοτηθεί", ενώ όσοι απέχουν χρονικά από τη δυνατότητα συνταξιοδότησης, μη μπορώντας να αντέξουν τα μειωμένα έσοδα και τα υπέρμετρα βάρη κλείνουν τις επιχειρήσεις τους και εξαφανίζονται από την οικονομική ζωή. Ειδικά στον κλάδο της βιοτεχνίας ενδυμάτων που εδραστηριοποιείτο ο θανών σύζυγος της ενάγουσας, αυτός περιήλθε υπό κατάρρευση και εκατοντάδες μικρές - επαρχιακές επιχειρήσεις οδηγήθηκαν σε κλείσιμο.

Έτσι η πιθανή εξέλιξη της επιχειρήσεως και οικονομικής καταστάσεως του θανόντος αυτού μετά το έτος 2010 που βάθυνε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα θεωρείται αβέβαιη και είναι πολύ πιθανό να μην μπορούσε να συνεχίζει υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα και σε κάθε περίπτωση η κερδοφορία του θα είχε περιορισθεί κάτω του 40%.

Σημειωτέον η επιχείρηση αυτή διέκοψε δραστηριότητα λίγο μετά τα θάνατό του. Εκτιμάται δε με βάσιμη πιθανότητα ότι τα εισοδήματα και οι οικονομικές δυνατότητες του συζύγου αυτού εάν δεν μεσολαβούσε ο θάνατός του στο ατύχημα και εξακολουθούσε να ζει μετά το έτος 2014 δεν θα υπερέβαιναν αυτά της ενάγουσας δηλαδή 20.000 ετησίως, αλλά μπορεί και να υπολείπονταν αυτής, ενώ η ενάγουσα ως κληρονόμος του λαμβάνει ως άνω μέρος των μισθωμάτων καθώς και αναλογία της συντάξεώς του.

Δηλαδή δεν προκύπτει κάποια διαφορά υπέρ της ενάγουσας, αφού πιθανολογείται ότι οι οικονομικές δυνατότητες και αντίστοιχα οι δυνατότητες συμμετοχής των δύο συζύγων στις οικογενειακές δαπάνες θα ήταν ίσες, ώστε να μπορεί να αξιώσει η ενάγουσα κάποιο ποσό με το οποίο ο εναγόμενος θα συμμετείχε στη διατροφή της ως αποζημίωση λόγω της στέρησης της διατροφής της από τη θανάτωση του συζύγου της στο ατύχημα.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά ως άνω και επιδίκασε στην ενάγουσα αποζημίωση λόγω στερήσεως της διατροφής της το διάστημα 5-12-2014 έως 5-12-2019 το ποσό των 365 ευρώ μηνιαίως εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και έλαβε υπόψη κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της δεύτερης υπό κρίση εφέσεως που πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος.

Ακολούθως η δεύτερη υπό κρίση έφεση του εναγομένου Α. Π. πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να απορριφθεί κατ' ουσία η πρώτη υπό κρίση έφεση της ενάγουσας που ζητεί την επιδίκαση μεγαλύτερης αποζημιώσεως από την ίδια αιτία...". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος της υπόθεσης, κατέληξε ορθά στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο της ήδη αμετάκλητης υπ' αριθμ. 213/2009 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών, ως προς το ύψος της αποζημίωσης, που δικαιούται η αναιρεσείουσα λόγω στέρησης διατροφής από τη θανάτωση του συζύγου της στο τροχαίο δυστύχημα και την πορεία της επιχείρησης του συζύγου της για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, που αφορούσε την αρχική αγωγή της, δηλαδή έως τις 5-12-2014 και, αφού ερεύνησε τα εισοδήματα των συζύγων για το μετά το έτος 2014 χρονικό διάστημα, όπως άλλωστε ρητά αναφέρει στη σελίδα 8 της απόφασής του, πιθανολόγησε ότι το εισόδημα της αναιρεσείουσας δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 20.000 ευρώ ετησίως, μετά το 2014 και ότι τα εισοδήματα του συζύγου της, εάν αυτός θα ζούσε έως της συνταξιοδότησή του, σε ηλικία 65 ετών, θα είχαν μειωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης της Χώρας μας.

Επίσης, το Εφετείο, ως ενισχυτικό επιχείρημα της ανωτέρω παραδοχής του, που άντλησε από το αποδεικτικό υλικό, δέχτηκε ότι η επιχείρηση - βιοτεχνία ενδυμάτων διέκοψε την εμπορική της δραστηριότητα, λίγο χρόνο μετά το θάνατο του συζύγου της αναιρεσείουσας λόγω της δυσμενούς οικονομικής κρίσης. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Πατρών έκρινε το προηγούμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 5-12-2004 έως 5-12-2014, ενώ η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης στο δηλωθέν από τον θανόντα εισοδημά του, για τα έτη 2002 -2003 και στην οικονομική κρίση που ενέσκυψε μετά το 2010 είναι εντελώς διηγηματική και σε κάθε περίπτωση πλεοναστική, χωρίς να επιδρά στο διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς αλυσιτελώς προβάλλεται η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας, εφόσον από το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν επανέκρινε τα οικονομικά στοιχεία του θανόντος έως τις 5-12-2014, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά αντίθετα έκρινε αυτά για το μεταγενέστερο του έτους 2014 χρονικό διάστημα.

Εξάλλου, το Εφετείο νόμιμα ερεύνησε τα εισοδήματα των συζύγων για το μετά το έτος 2014 χρονικό διάστημα, όπως ρητά αναφέρει, τα οποία ήταν το αντικείμενο έρευνας της ένδικης (2ης στη σειρά) αγωγής της αναιρεσείουσας και αποτελούσαν διαφορετικό αντικείμενο δίκης, που δεν είχε κριθεί.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δεσμεύεται για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (μετά το 2014) από το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 213/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, η οποία είχε κρίνει το προγενέστερο του έτους 2014 χρονικό διάστημα. Συνακόλουθα ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ (παραβίαση δεδικασμένου) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Πλέον των ανωτέρω επίσης, ουδεμία αντίφαση υπάρχει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ως προς τη συνεισφορά του αποβιώσαντος συζύγου της αναιρεσείουσας για το μεταγενέστερο επίδικο διάστημα, μετά το έτος 2014 και για τα εισοδήματα αυτού, για τα οποία το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχτηκε ότι δεν θα υπερέβαιναν τα εισοδήματα της αναιρεσείουσας, πιθανολογώντας μάλιστα ότι τα αυτά ήταν πιθανόν να υπολείπονται εκείνα της αναιρεσείουσας, διότι το ύψος των εισοδημάτων του για το μετά το έτος 2014 χρονικό διάστημα δεν είχε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση της αρχικής αγωγής και το πρώτον ερευνήθηκε κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής.

Συχρόνως, με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία παραθέτει το ύψος των εισοδημάτων των συζύγων και την έλλειψη δυνατότητας συνεισφοράς του συζύγου, με βάση τα φορολογικά στοιχεία, που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα για τα δικά της εισοδήματα, αλλά και για τα εισοδήματα του συζύγου της και δέχτηκε ότι η οικονομική κρίση έπληξε την επαγγελματική δραστηριότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, όπως ήταν και η επιχείρηση του θανόντος συζύγου.

Επίσης, το Εφετείο και για να ενισχύσει την κρίση αυτή αναφέρθηκε στη διακοπή της λειτουργίας της βιοτεχνίας λίγο μετά το θάνατό του συζύγου της αναιρεσείουσας, γεγονός που, άλλωστε, δεν θα συνέβαινε σε μια εύρωστη οικονομικά βιοτεχνία. Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι τα περιστατικά, που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 928 εδ.

β' σε συνδ. με άρθρ. 1389-1390 ΑΚ, τους οποίους το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο και συνεπώς δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Συνακόλουθα, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστή ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).

Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 928 εδ. β' ΑΚ, παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η οικονομική κρίση της Χώρας του έτους 2010, δεν έπληξε τις επιχειρήσεις - βιοτεχνίες, που είχαν ανοδική πορεία, όπως ήταν η βιοτεχνία του συζύγου της (αναιρεσείουσας), αλλά μόνο τις μικρές ατομικές επιχειρήσεις, που δεν αντέχουν την ανταγωνιστικότητα των πολυκαταστημάτων και έτσι το Εφετείο κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο σύζυγός της, εάν ζούσε έως το 65ο έτος της ηλικίας του, δεν θα είχε δήθεν αύξηση εσόδων από την επιχειρηματική δραστηριότητα της υγιούς βιοτεχνίας του και ότι επομένως, δήθεν αυτή (αναιρεσείουσα) δεν θα εδικαιούτο αποζημίωση για στέρηση διατροφής λόγω της θανάτωσης αυτού, εφόσον δήθεν οι δυνατότητες συμμετοχής των συζύγων στις οικογενειακές δαπάνες θα ήταν ισότιμες.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των ανωτέρω διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, αλλά υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως Δικαστηρίου ουσίας αναφορικά με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ζήτημα της επιδίκασης αποζημίωσης για στέρηση διατροφής της (αναιρεσείουσας) από τη θανάτωση του συζύγου της και της συνεισφοράς αυτού στις οικογενειακές δαπάνες κατά το κρινόμενο διάστημα, μετά το έτος 2014.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 371/2008).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 αρ. 1 περ. δ' και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 256 παρ. 1 στοιχ. Δ', 262 παρ. 1, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (13-1-2016), σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (άρθρ. 115 αρ. 2 ΚΠολΔ), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 2 αυτού.

Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας, που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση, ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ` έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής (ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως), αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 1674/2017, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 84/2015, ΑΠ 1043/2010).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για την παραδεκτή προβολή του λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον. Υφίσταται έννομο συμφέρον, όταν ο προτεινόμενος λόγος μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον, όταν η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την εξαφάνιση της προσβαλλομένης (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1960/2009).

Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, (όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης για τη στέρηση της διατροφής της από τη θανάτωση του συζύγου της, την ένσταση συνυπολογισμού της σύνταξης χηρείας, ύψους 133,07 ευρώ, που αυτή εισπράττει από τον Ασφαλιστικό Οργανισμό του συζύγου της, (ΟΑΕΕ - ΤΕΒΕ), την οποία ένσταση ο 1ος αναιρεσίβλητος είχε υποβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απαραδέκτως, μόνο με τις προτάσεις του, χωρίς αυτή να καταχωρηθεί στα πρακτικά, παρά το νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκκαλουμένη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ. σελ. 6α αυτής) απέρριψε τον ισχυρισμό του τότε 1ου εναγομένου και ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου περί συνυπολογισμού της σύνταξης χηρείας στο ποσό της αποζημίωσης για τη στέρηση διατροφής της αναιρεσείουσας, τότε ενάγουσας, που είχε προταθεί μόνο με τις προτάσεις του, ως απαράδεκτο, διότι δεν είχε προταθεί και προφορικά, κατ' άρθρ. 238 ΚΠολΔ και σε κάθε περίπτωση ως νομικά αβάσιμο, κρίνοντας ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικαιούται σωρευτικά την αποζημίωση για στέρηση διατροφής και την τυχόν σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της.

Επομένως, κατ' αρχήν, αβάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε την ένσταση συνυπολογισμού της σύνταξης χηρείας. Περαιτέρω, από τις κατ' έφεση προτάσεις της αναιρεσείουσας, ως εκκαλούσας (βλ. σελ. 10 αυτών) και ως εφεσίβλητης (βλ. σελ. 21 αυτών) προκύπτει, ότι, για τον υπολογισμό του μηνιαίου εισοδήματός της, που ήταν προϋπόθεση για τον υπολογισμό της συνεισφοράς των συζύγων και των αναγκών της σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του συζύγου της, η ίδια ανέφερε, ότι εισπράττει το ανωτέρω ποσό χηρείας και προς απόδειξη τούτου είχε επικαλεστεί και επαναπροσκομίσει τις βεβαιώσεις αποδοχών του ανωτέρω ασφαλιστικού οργανισμού του συζύγου της, τις οποίες επίσης είχε προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις από 19-10-2015 προτάσεις της, ως σχετικό με αριθμό 15.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση συνεκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία, που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω έγγραφα για την είσπραξη της σύνταξης χηρείας, συνεκτίμησε, κατά τον καθορισμό του συνολικού μηνιαίου εισοδήματος της αναιρεσείουσας και το ποσό της χηρείας, όπως άλλωστε αυτό προέκυπτε και από τα εκκαθαριστικά σημειώματα του Υπουργείου Οικονομικών, που η αναιρεσείουσα είχε επίσης προσκομίσει για την απόδειξη του φορολογητέου εισοδήματός της, χωρίς δηλαδή, το Εφετείο να δεχτεί το ανωτέρω ποσό, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ουδόλως ερεύνησε.

Πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά με βάση τους ανωτέρω υπολογισμούς, ότι το μηνιαίο εισόδημα της αναιρεσείουσας ανέρχεται σε 1.700 ευρώ, ότι οι διατροφικές της ανάγκες ανέρχονταν σε 950 ευρώ μηνιαία και ότι αυτές υπερκαλύπτονται από το μηνιαίο εισόδημα αυτής και ότι συνεπώς, δεν δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση για στέρηση διατροφής.

Επομένως, και εάν ήθελε κριθεί, ότι εσφαλμένα συνυπολόγισε τη σύνταξη χηρείας, ποσού 133,07 ευρώ και στην περίπτωση αυτή το υπόλοιπο εισόδημα της αναιρεσείουσας ύψους 1.566,07 ευρώ, (1.700 - 133,07) θα υπερκάλυπτε τις διατροφικές της ανάγκες. Συνακόλουθα, οι αιτιάσεις της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ως εφεσίβλητης (βλ.

σελ. 24 των κατ' έφεση προτάσεών της, ως εφεσίβλητης), με τις οποίες αυτή ισχυρίστηκε, ότι ακύρως κατ' ένσταση προτάθηκε από τον ήδη 1ο αναιρεσίβλητο ο ισχυρισμός αυτού περί συνυπολογισμού της σύνταξης χηρείας ήταν αλυσιτελείς, διότι δεν επιδρούσαν, ούτε θα αλλοίωναν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αλυσιτελή ισχυρισμό.

Στην περίπτωση αυτή, όπως έχει προεκτεθεί ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 243/2015, ΑΠ 298/2012). Συμπερασματικα, το Εφετείο δεν παρέλειψε να κηρύξει παρά το νόμο δικονομικό απαράδεκτο, εφόσον δεν ερεύνησε κατ' ένσταση την σύνταξη χηρείας, αλλά, αφού συνεκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι το μηνιαίο εισόδημά της υπερκαλύπτει τις διατροφικές της ανάγκες και συνεπώς δεν δικαιούται να αξίώσει σε βάρος του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου αποζημίωση για στέρηση διατροφής λόγω θανάτωσης του συζύγου της κατά το τροχαίο δυστύχημα.

Συνακόλουθα, ο 4ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση ως αλυσιτελής, εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του 1ου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 2-10-2018 (αρ. κατ. 37/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 15/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της 2ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 2-10-2018 (αρ. κατ. 37/2018) αίτηση για την αναίρεση της ανωτέρω υπ' αριθμ. 15/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του 1ου αναιρεσιβλήτου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του 1ου αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ