Legislator Case Law & Legislation
1165/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to prove non-consideration of evidence in car damage case.

Case Number 1165/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of her car damage claim. The appellant argued that the Court of First Instance failed to consider specific documentary evidence, including photos of the accident site and an autopsy report, which she submitted during the trial. The court ruled that the lower court had actually considered all submitted evidence and was not required to explicitly evaluate each item separately, thus finding no grounds for the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of evidence is admissible only if the appeal specifies the exact evidence omitted, its content, the issue it was intended to prove, and the impact of its omission on the judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility non-consideration of evidence car damage liability documentary evidence court of first instance Code of Civil Procedure burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Article 681 of the First Book of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 paragraph 1b of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 297 of the Code of Civil Procedure
Article 298 of the Code of Civil Procedure
Article 300 of the Code of Civil Procedure
Article 330 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 gamma of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1165 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1165/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Μ. του Β., συζ. Ι. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 318/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2583/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη κρινόμενη από 25-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτών (άρθρ. 681 Α' ΚΠολΔ) με αριθμό 2583/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας κατά της υπ' αριθ. 318/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ` ουσίαν η αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση αυτής (η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 22-4-2020, η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης άρχιζε στις 23-4-2020 και έληγε στις 23-4-2022, η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 26-6-2020, πριν τη λήξη της διετούς προθεσμίας (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ` αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της (άρθρο 300 ΑΚ).

Ακόμη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ` εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Ειδικότερα, στο άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που έγινε το επίδικο ατύχημα, προβλέπονται τα ακόλουθα: Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1). Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ. 2). Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων... κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (παρ. 3 εδ.

α`). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ίδιου ΚΟΚ "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εδάφ. α` και ε` του αυτού ΚΟΚ, "οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (ΑΠ 1090/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/ 1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 22.4.2016 περί ώρα 8.30' π.μ.

η ενάγουσα - εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) βρισκόταν πεζή στο δεξιό πεζοδρόμιο της οδού Μουσών αρ. 7 στη συμβολή με την οδό Β. Παύλου στο Ψυχικό Αττικής. Η οδός Μουσών είναι μονόδρομος από Καρέα προς Γαλάτσι, με μικρή ανωφέρεια. Επικρατούσε φως ημέρας και η άσφαλτος ήταν ξηρά. Η ενάγουσα επιθυμούσε να περάσει απέναντι για να μεταβεί στην εργασία της, στο εκεί ευρισκόμενο μαιευτήριο Λ…….

Η οδός Μουσών είναι πλάτους 6,90 μ. με μία λωρίδα κυκλοφορίας, στο αριστερό μέρος της βρίσκονταν σταθμευμένα οχήματα, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή. Στον άνω τόπο και χρόνο, η ενάγουσα επιχείρησε να διασχίσει την οδό τρέχοντας, κατήλθε στο οδόστρωμα σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και αμέσως, αφού έκανε μερικά βήματα, η υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας …….. δίκυκλη μοτοσυκλέττα, που οδηγούσε ο Α. Κ., ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, που εκινείτο στην οδό, επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της στην αριστερή πλευρά του σώματος της ενάγουσας, με αποτέλεσμα η τελευταία να πέσει στο οδόστρωμα σε απόσταση μερικών μέτρων, να τραυματισθεί και να υποστεί κάκωση κεφαλής, θώρακος, αριστερού γόνατος, κατάγματα στις πτέρυγες του ιερού οστού, αριστερού άνω και κάτω ηβοϊσχιακού κλάδου και κατάγματα τρίτης και πέμπτης πλευράς θώρακος.

Ο οδηγός, ο οποίος δεν έπεσε στο οδόστρωμα και δεν τραυματίσθηκε, μετέφερε τη μοτοσυκλέττα του στη συνέχεια στο άκρο αριστερό της οδού για να μην εμποδίζει τα διερχόμενα οχήματα, όπου και ανευρέθη από τα όργανα της Τροχαίας και καταγράφηκε στο σχεδιάγραμμα. Πριν από το σημείο του ατυχήματος υπάρχουν ρυθμιστικές πινακίδες ορίου ταχύτητας (40 χλμ/ώρα), προειδοποίησης για διάβαση πεζών, ενώ υπάρχει στο απέναντι πεζοδρόμιο και φωτεινή σηματοδότηση με κίτρινο παλλόμενο φως κυκλικής μορφής, το οποίο δεν αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας, αλλά αναφέρεται από τα εμπλακέντα μέρη και απεικονίζεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες.

Το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας δεν απεικονίζει το σημείο της οδού, όπου συνέβη ο τραυματισμός της ενάγουσας, σημειώνει όμως ότι βρέθηκαν θραύσματα από τη μοτοσυκλέττα σε απόσταση 14 μέτρων από τη διάβαση πεζών προς το αριστερό μέρος της οδού, στο ύψος των σταθμευμένων οχημάτων, χωρίς να βεβαιώνεται από τα επιληφθέντα όργανα της Τροχαίας Κηφισιάς ή να αποδεικνύεται ότι το σημείο αυτό αποτελεί το σημείο πρόσκρουσης της μοτοσυκλέττας στην πεζή, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, ενώ κηλίδα αίματος της παθούσας βρέθηκε πλησίον του δεξιού άκρου της οδού, χωρίς να προσδιορίζεται στο σχεδιάγραμμα η ακριβής απόσταση από το δεξιό πεζοδρόμιο.

Παρόντες μάρτυρες δεν αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας ή από τους διαδίκους. Αποκλειστικά υπαίτια για το ατύχημα και τις συνέπειες αυτού είναι η ενάγουσα - εκκαλούσα, η οποία επιχείρησε να διασχίσει με διαγώνια κίνηση το ρεύμα κυκλοφορίας σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, η οποία υπήρχε όμως σε απόσταση 14 μέτρων περίπου δεξιά, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει επαρκώς, όπως όφειλε και μπορούσε, σύμφωνα με τις ατομικές της ικανότητες αλλά και με την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού ανθρώπου, την κυκλοφορία των οχημάτων και να σταθμίσει αν πράγματι μπορεί να το διασχίσει χωρίς κίνδυνο ή παρεμπόδιση της κυκλοφορίας των οχημάτων (παράβαση άρθρου 38 παρ. 4 ν. 2696/1999), αφού η οδός είναι ευθεία και θα μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί την μοτοσυκλέττα, βγαίνοντας μάλιστα πίσω από ψηλό θάμνο που υπήρχε στο πεζοδρόμιο, ο οποίος δυσκόλευε την ορατότητα στους οδηγούς, σε πολύ μικρή απόσταση (περί τα 4-5 μέτρα) από την μοτοσυκλέττα, με συνέπεια να αιφνιδιάσει τον άνω οδηγό, ο οποίος δεν είχε το χρόνο να αντιδράσει πέρα από το να πραγματοποιήσει μικρό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, και να προκληθεί το ατύχημα.

Αναφορά ότι βγήκε πίσω από το θάμνο έκανε και η ενάγουσα εξεταζόμενη ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμ. ΙΜ 1755/2019 απόφασή του έκρινε τον κατηγορούμενο οδηγό της μοτοσυκλέττας αθώο της σωματικής βλάβης της παθούσας. Κατά της απόφασης αυτής έχει ασκηθεί έφεση από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέττας δεν αποδείχθηκε, καθώς εκινείτο κανονικά εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας (40 χλμ/ώρα) και δεν μπορούσε να αντιληφθεί νωρίτερα την κίνηση της πεζής, όπως προαναφέρθηκε. Η μοτοσυκλέττα μάλιστα, ακινητοποιήθηκε αμέσως μετά, χωρίς να πέσει στο οδόστρωμα. Δεν μπορούσε, άλλωστε, να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, όπως ισχυρίσθηκε η ενάγουσα, αφού η κίνηση των οχημάτων ήταν πυκνή (βλ.

και την έκθεση αυτοψίας αλλά και την κατάθεση του συζύγου της ενάγουσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος δεν ήταν παρών στο ατύχημα, ενημερώθηκε από τη σύζυγό του, γνωρίζει όμως την περιοχή και έκανε λόγο για αυξημένη κίνηση οχημάτων), ενώ και η οδός έχει ανωφέρεια. Ενδεικτικό του αιφνιδιασμού του οδηγού της μοτοσυκλέττας είναι η έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης.

Εάν η ενάγουσα επεδείκνυε την αρμόζουσα προσοχή, θα είχε εντοπίσει τη μοτοσυκλέττα του ασφαλισμένου στην εναγομένη εταιρία οδηγού να κινείται στην οδό και θα ανέμενε τη διέλευση αυτής πριν κατέλθει στο οδόστρωμα, όπως όφειλε, χωρίς να προκληθεί ατύχημα, ανεξάρτητα από την ταχύτητα αυτής. Η ενάγουσα εξέθετε στην αγωγή της αρχικά ότι ήλεγξε την οδό Μουσών προς τα αριστερά και δεν υπήρχε όχημα σε κοντινή απόσταση και ότι την ώρα που διέσχιζε το οδόστρωμα εμφανίσθηκε η μοτοσυκλέττα με ταχύτητα 80-90 χλμ.

Στη συνέχεια της αγωγής της εκθέτει αντιφατικά ότι η μοτοσυκλέττα προσπέρασε προπορευόμενο όχημα με μεγάλη ταχύτητα και σε μεγάλη απόσταση από το σημείο όπου βρισκόταν η ίδια και διέσχιζε την οδό. Οι ισχυρισμοί δεν επιβεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις. Δεν συνάδουν, άλλωστε, τα ανωτέρω με την πυκνή κυκλοφορία των οχημάτων στον μονόδρομο της Μουσών.

Αλλά και στην προανακριτική της κατάθεση η ενάγουσα δεν ανέφερε τίποτα περί προσπέρασης αυτοκινήτου από τη μοτοσυκλέττα με μεγάλη ταχύτητα, την οποία αν είχε αντιληφθεί, όφειλε να αναμένει στο πεζοδρόμιο τη διέλευσή της και να μην κατέλθει στο οδόστρωμα, όταν μάλιστα βρισκόταν εκτός διαβάσεως πεζών.

Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα του οδηγού της ασφαλισμένης στην εναγομένη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία μοτοσυκλέττας στην πρόκληση ατυχήματος εις βάρος της ενάγουσας, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας με την εκκαλουμένη απόφαση ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ατύχημα ήταν η ενάγουσα, με αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας (άρθ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε στην κρίση του.

Τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμη η έφεση...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 12 § 1, 19 §§ 1, 2 και 3 και 38 του Κ.Ο.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της έννοιας της αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού αυτής για αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, κατά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν` απορριφθούν. Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε η αναιρεσείουσα και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (του τραυματισμού αυτής), καθώς και τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε αυτή για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτή διατείνεται, δεν διευκρινίζεται: α) σε ποιο ακριβώς σημείο της οδού, έγινε η πρόσκρουση της μοτοσυκλέττας επί του σώματός της, β) σε πόση απόσταση από το σημείο πρόσκρουσης της μοτοσυκλέττας επί του σώματός της επήλθε η πτώση της στο οδόστρωμα, γ) σε ποιο ακριβώς σημείο της οδού (δεξιό, μέσον ή αριστερό) κινούνταν η οδηγούμενη από τον Α.

Κ. μοτοσυκλέττα και αν προπορεύονταν αυτής ή όχι άλλα οχήματα, που περιόριζαν την ορατότητά του, δ) από ποιά απόσταση ο οδηγός της μοτοσυκλέττας μπορούσε να την αντιληφθεί από τη στιγμή που κατήλθε από το πεζοδρόμιο και εισήλθε στο οδόστρωμα, ε) γιατί ο οδηγός της μοτοσυκλέττας, ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί έγκαιρα την κάθοδό της στο οδόστρωμα, ενώ υπάρχει στο απέναντι πεζοδρόμιο και φωτεινή σηματοδότηση με κίτρινο παλλόμενο φως κυκλικής μορφής επίσης, α) ενώ διαλαμβάνει στο σκεπτικό της ότι βρέθηκαν θραύσματα από τη μοτοσυκλέττα σε απόσταση 14 μέτρων από τη διάβαση πεζών προς το αριστερό μέρος της οδού, στο ύψος των σταθμευμένων οχημάτων και κηλίδα αίματος βρέθηκε πλησίον του δεξιού άκρου της οδού, χωρίς να προσδιορίζεται στο σχεδιάγραμμα η ακριβής απόσταση από το δεξιό πεζοδρόμιο, δεν διευκρινίζεται ποιά η απόσταση των θραυσμάτων από την κηλίδα αίματος και β) ενώ δέχεται (η προσβαλλομένη) ότι υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας δεν αποδείχθηκε, καθώς εκινείτο κανονικά εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας (40 χλμ/ώρα) δεν αιτιολογεί την έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης, ούτε διευκρινίζει σε πόσα μέτρα παρασύρθηκε ή εκτινάχτηκε από το σημείο της σύγκρουσης ούτε αιτιολογεί την έκταση των πολλαπλών τραυμάτων της που προκλήθηκαν από το ατύχημα.

Οι προαναφερόμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, κατά τα λοιπά συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατ` ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 1205/2017).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020).

Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017).

Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 γ` ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτήν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης έγγραφα και συγκεκριμένα τις προσκομισθείσες ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας φωτογραφίες, που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τις επικρατούσες συνθήκες, την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που προσδιορίζουν τη θέση της πρόσκρουσης.

Από τις παραδοχές όμως της προσβαλλομένης απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα λοιπά φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, ανεξαρτήτως αν κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-6-2020 αίτηση της Χ. Μ. του Β., για αναίρεση της υπ` αριθ. 2583/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ