Legislator Case Law & Legislation
115/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public service contract duration, ruling courts retain jurisdiction over labor contract nature.

Case Number 115/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a lower court judgment regarding public service employment contracts. The State argued that determining contract duration falls exclusively to the Public Service Employment Organization (ASEP) under constitutional provisions, while the appellants contended that courts have jurisdiction to recognize the true nature of employment relationships. The court ruled that the administrative procedure does not exclude the right to sue for the recognition of an indefinite-term employment contract, thereby affirming judicial jurisdiction over this issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 20, 26, 94, 95 of the Constitution; Article 103 of the Constitution; Article 103(7) of the Constitution; Article 559(4) of the Code of Civil Procedure; Presidential Decree 164/2014: The administrative procedure before relevant bodies and ASE does not exclude the right of employees to seek via lawsuit the recognition of the actual character of their employment contracts, which falls under the jurisdiction of civil courts.

Keywords

AI generated
public service employment contract duration ASEP jurisdiction labor contract nature civil court competence constitutional provisions administrative procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items b and c of the Code of Civil Procedure
Article 575 item b of the Code of Civil Procedure
Article 20 of the Constitution
Article 26 of the Constitution
Article 94 of the Constitution
Article 95 of the Constitution
Article 103 of the Constitution
Article 103(7) of the Constitution
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Presidential Decree 164/2014
Article 5(12) of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 115 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 115/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα , Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Γεωργίας Καπόρη, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Λ. -Π. του Ι., 2) Φ. Μ. του Λ., 3) Δ. Τ. του Θ., 4) Ε. Γ. του Ε., 5) Δ. Κ.-Ν. του Α., 6) Δ. Μ. του Μ. και 7) Ε. Σ. του Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η με α/α 2η παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Νικολουτσόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2087/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4528/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ: "Αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί στην αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε, εκτός από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 242 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ (ΑΠ 943/2024, 1170/2023, 3/2021, 805/2019). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, εκ των οποίων εκείνη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσίβλητος απουσιάζει ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών.

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση, ούτε αποδεικνύεται κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1603/2017, ΑΠ 526/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 794/2022, 566/2022, 1374/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο οι 1η, 3ος, 4η, 5η, 6η και 7η των αναιρεσίβλητων Α. Λ. - Π., Δ. Τ., Ε. Γ., Δ. Κ.-Ν., Δ. Μ. και Ε. Σ., αντίστοιχα, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, ούτε προκύπτει άλλωστε, κλήτευση των απολιπομένων αναιρεσιβλήτων εκ μέρους του αναιρεσείοντος ή της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, απλής ομοδίκου τους, προκειμένου να παραστούν αυτοί στη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24-10-2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Συνεπώς, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε ότι κλητεύθηκαν νόμιμα, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με την δεύτερη, παριστάμενη αναιρεσίβλητη και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς , ενώ ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη που εκπροσωπείται νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νικολουτσόπουλο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.

2.Με την κρινόμενη από 23-10-2017 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 7794/737/24.10.2017) αίτηση προσβάλλεται η με αριθμ. 4528/27.10.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το οποίο κρίνοντας επί της από 3.10.2023 έφεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμ.2087/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού τη δέχθηκε ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την 30-7-2010 (αριθμ.

έκθ. κατάθ. 148988/4981/2010) αγωγή ως προς τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο αναιρεσίβλητους, δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους τέταρτη, Πέμπτη, έκτη και έβδομη αναιρεσίβλητες και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη για τους λοιπούς ενενήντα οκτώ (98) ενάγοντες-εφεσίβλητους. Συγκεκριμένα έκρινε, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι η, συνδέουσα την τελευταία με το αναιρεσείον, εργασιακή σχέση ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καθαρίστριας σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ,αναγνώρισε ως άκυρη την γενόμενη, εκ μέρους του αναιρεσείοντος καταγγελία της εν λόγω σύμβασης εργασίας της και το υποχρέωσε ,με απειλή χρηματικής ποινής, να αποδέχεται προσηκόντως τις προσφερόμενες υπηρεσίες της και να την απασχολεί στη ίδια θέση, την ειδικότητα και με τις αντίστοιχες αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή της εξέλιξη και ένταξη και τυπικά προσόντα της.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

3. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε ,όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη νομικό σφάλμα (ΑΠ 1096/2022, 932/2022).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ19/2022, 64/2022).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 585/2020, 1065/2020, 70/2019, 887/2019).Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν ή κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με σκέλος του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης ,ερειδόμενος εκ του αριθμού 1, 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου με παράθεση αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648, 669 του Α.Κ. 103 του Συντ/τος, 20 και 21 του Ν. 2190/1994, 1, 11 πδ/τος 164/2004, 113 ν.1892/1990, 9 ν.1256/1982, 6 ν.2527/1997 και 1, 8 του Ν.2112/1920.

Με το περιεχόμενο αυτό ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω σκέλος του είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, στο δικόγραφο της αναίρεσης οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία παραδοχή της αγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1,19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ειδικότερα, περιορίζεται στο να διαλάβει στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, την κατ' αυτόν ερμηνεία των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, χωρίς ουδόλως να αναφερθεί στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο αντίθετο συμπέρασμα, αλλά επιλεκτικά παραθέτει απόσπασμα της μείζονας σκέψης της και χωρίς ν' αναφερθεί σε τι αφορά το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ποιες είναι οι αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθώς και ποιες θα έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό.

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 293/1981 ΑΠ 817/2023).

Εξάλλου, η προβλεπόμενη στο π.δ. 164/2014 διοικητική διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ, δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας τη διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλαδή συνδέονται με το Δημόσιο κλπ εξαρχής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (αγωγή) ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 1471/2022, 817/2023, 2100/2013, 1396/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης ,προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι η κρίση για το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν εναπόκειται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, αφού τελικό αρμόδιο όργανο για να κρίνει αυτό είναι η ανεξάρτητη αρχή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος, δηλαδή το ΑΣΕΠ, το οποίο παρέχει τα εχέγγυα ώστε οι προσλήψεις στο Δημόσιο και ευρύτερο τομέα να γίνονται με κριτήρια ισονομίας και αξιοκρατίας και επομένως συνάδει με τη ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και ως προς το άνω σκέλος του είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η προβλεπόμενη στο π.δ. 164/2004 διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ, δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας τη διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους.

5. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ,πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και να καταδικασθεί το αναιρεσείον , λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δεύτερης αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν.3693/1957 σε συνδ. με την παρ.2 της υπ'αριθ. 134423 οικ/8.12.1992 ΚΥΑ που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987 (ΑΠ 616/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους πρώτη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων Α. Λ. - Π., Δ. Τ., Ε. Γ., Δ. Κ. - Ν., Δ. Μ. και Ε. Σ., αντίστοιχα.

Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23-10-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ.7794/737/24.10.2017) αίτησης αναίρεσης

και

Απορρίπτει ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Φ. Μ. την ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4528/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ