Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds failing to state material facts for constitutional violation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant alleged violations of constitutional articles and EU directives but failed to specify the material facts underlying the alleged legal error. Consequently, the court ruled the grounds inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is inadmissible if the grounds do not summarize the material facts upon which the alleged violation of substantive law occurred.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 817 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 817/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Δροσιάς Μπάκου και Αναστασίας Κουτσαύτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Β. του Ι., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Καμπίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1529/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4405/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-2-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 13-2-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1641/ 124/2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 4405/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων, πλην της δεύτερης εξ αυτών, κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1529/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 5-3-2010 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 44964/1183/ 2010) αγωγή αυτών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της δεύτερης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας ως άνω απόφασης και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τη δεύτερη ενάγουσα, δέχθηκε ως προς αυτήν την αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, με την από 5-3-2010 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 44964/1183/2010) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (δεκατέσσερις συνολικά) ισχυρίστηκαν ότι μεταξύ αυτών και του εναγομένου ΝΠΙΔ καταρτίστηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις, τις οποίες το τελευταίο χαρακτηρίζει ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού με την παρεχόμενη εργασία τους, ως πτυχιούχοι γεωπόνοι που διενεργούσαν πραγματογνωμοσύνες και εκτιμήσεις αγροτικών ζημιών από κινδύνους που καλύπτει ασφαλιστικά το εναγόμενο, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Ότι σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, προσέφεραν την εργασία τους στο εναγόμενο κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, κατά τη λήξη των οποίων το τελευταίο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Ζητούσαν δε, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, του Π.Δ. 164/2004 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, α) να αναγνωριστεί ότι οι μεταξύ εκάστου εξ αυτών και του εναγομένου καταρτισθείσες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και ότι είναι άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησής του να τους απασχολεί.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1529/2013 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 16-11-2015 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 4405/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων, πλην της δεύτερης εξ αυτών, και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της δεύτερης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την εν λόγω διάδικο, δέχθηκε ως προς αυτήν την αγωγή, αναγνώρισε ότι η δεύτερη ενάγουσα Ε.
Β. συνδέεται με το εναγόμενο εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, σύμφωνα με τη σύμβασή της, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές της, με απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής ποσού 150 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης αυτού προς την ανωτέρω υποχρέωσή του.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υπόθεσης που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη, ενώ εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 1353/2018, ΑΠ 210/2016, ΑΠ 43/2016, ΑΠ 2097/2013, ΑΠ 87/2013). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον Ν. 4842/2021, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1471/2022).
Τέλος, η προβλεπόμενη στο άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 διοικητική διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας την εν λόγω διαδικασία ή, εφόσον αυτή τηρήθηκε, επειδή η σχετική απόφαση του ΑΣΕΠ είναι απορριπτική, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλαδή συνδέονται με το Δημόσιο κλπ.
εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία (αγωγή) ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 1471/2022, ΑΠ 1396/2013, ΑΠ 2100/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε αιτηθεί την υπαγωγή της στις διατάξεις του Π.Δ. 164/2004, η αίτησή της κρίθηκε από το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του ΕΛ.Γ.Α. (αναιρεσείοντος) και ακολούθως διαβιβάστηκε στο ΑΣΕΠ, το οποίο με την υπ' αριθ. 1458/2005 απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με τις υπ' αριθ. 138/2006 και 804/2006 αποφάσεις του, έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, μετά δε την έκδοση της ανωτέρω απορριπτικής απόφασης του ΑΣΕΠ, η οποία αποτελεί διοικητική πράξη, αρμόδια για τον έλεγχο της βασιμότητάς της και την επίλυση της σχετικής αμφισβήτησης περί συνδρομής ή όχι στην προκειμένη περίπτωση των προϋποθέσεων του Π.Δ. 164/2004 είναι τα διοικητικά δικαστήρια.
Περαιτέρω, αναφέρει το αναιρεσείον ότι τον ισχυρισμό περί έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων είχε προβάλει ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και του Εφετείου. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθόσον από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των προσκομιζομένων από την αναιρεσίβλητη προτάσεων του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (στις οποίες έχουν ενσωματωθεί και οι ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του) προκύπτει ότι με αυτές δεν προβάλλονται, έστω και ακροθιγώς, τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση του ισχυρισμού περί έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Σε κάθε όμως περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού η προβλεπόμενη στο άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 διοικητική διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας την εν λόγω διαδικασία ή, εφόσον αυτή τηρήθηκε, επειδή η σχετική απόφαση του ΑΣΕΠ είναι απορριπτική, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2053/2014).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022) και δ) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, ΑΠ 887/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ως προς τον χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης εργασίας ως αορίστου χρόνου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022).
Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1593/2017, ΑΠ 1632/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το σύνολο των νομίμως προταθέντων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς αφορούν τη φύση των παρεχόμενων από την αναιρεσίβλητη υπηρεσιών ως έκτακτων και περιοδικών, όπως οι ισχυρισμοί αυτοί εκτίθενται στα πλαίσια του δευτέρου λόγου αναίρεσης.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθόσον αφενός οι εκτιθέμενοι στα πλαίσια του δευτέρου λόγου ισχυρισμοί περί πρόσληψης της αναιρεσίβλητης για την κάλυψη έκτακτων και επειγουσών αναγκών του αναιρεσείοντος συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και αφετέρου δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 11 του Π.Δ. 164/2004, 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 21 του Ν. 2190/1994, καθώς και των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-2-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1641/ 124/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4405/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ