Legislator Case Law & Legislation
115/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in voluntary land correction case due to lack of appeal grounds under voluntary jurisdiction rules.

Case Number 115/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision correcting land registry entries for a deceased woman's heirs. The State argued the appeal was admissible, but the Court found the underlying dispute was resolved under voluntary jurisdiction procedures. Consequently, the Court ruled that no appeal grounds exist for voluntary jurisdiction cases, leading to the dismissal of the appeal and the State's liability for court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 559 of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction proceedings, the appellate ground regarding the number of appeal reasons does not apply, and appeals based on this ground are inadmissible.

Keywords

AI generated
voluntary jurisdiction land registry correction inadmissible appeal appeal grounds court costs liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 115 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 115/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γ. Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Δ. του Τ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο-Σάββα Μαρινάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2007 αίτηση της Α. Κ. και του ήδη β' αναιρεσιβλήτου και την από 12-5-2008 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 275/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-5-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 20.5.2020 αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της 275/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 142/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αίτηση του αναιρεσίβλητου και της αποβιώσασας μητέρας του για τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής του αναφερομένου σε αυτήν ακινήτου στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Α' Κορίνθου, και είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αιτούντες, 1) Α. Κ. του Χ., χήρα Α. Μ., πρώην χήρα Τ. Δ. και 2) Ν. Δ. άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 5.11.2007 αίτησή τους, την οποία κοινοποίησαν προς το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Με την αίτηση αυτή εξέθεταν, ότι είναι συγκύριοι με παράγωγο τρόπο κατά τα αντίστοιχα ποσοστά 8,33% και 25% εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου που βρίσκεται στον οικισμό ..., στην ειδική θέση "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος … του Δήμου ... και συγκεκριμένα με κληρονομική διαδοχή, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος την 1.2.1966 συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν με την .../…….2007 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Βραχατίου Π.

Π., ενώ ο δεύτερος εξ αυτών κατέστη συγκύριος και επί πλέον ποσοστού 11,11% του ιδίου ακινήτου εξ αγοράς με το .../……..1972 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ζευγολατιού Ι. Κ.. Επικαλούμενοι δε ότι, από της επαγωγής σε αυτούς της κληρονομίας, το έτος 1966, οπότε παρέλαβαν τη νομή του ως άνω ακινήτου, ο καθένας κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, και ο δεύτερος για το επί πλέον ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί αυτού από το έτος 1972, ασκούσαν με διάνοια (συγ)κυρίων και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας όλες τις αναφερόμενες στην αίτηση διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, καθιστάμενοι (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά τα ίδια εξ αδιαιρέτου ποσοστά και με πρωτότυπο τρόπο με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, πλην όμως, κατά τη κτηματογράφηση της περιοχής και κατά τον κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών για τα ακίνητα, που βρίσκονται στην περιοχή … του Δήμου …, το εν λόγω ακίνητο κατά το συνολικό ποσοστό αυτών των 44,44% εξ αδιαιρέτου καταχωρήθηκε στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Α' Κορίνθου με ΚΑΕΚ ...

ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ζήτησαν να διαταχθεί η διόρθωση της εν λόγω ανακριβούς πρώτης εγγραφής ώστε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα από το εσφαλμένο "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί το ορθό δηλαδή το σχετικό δικαίωμα συγκυριότητάς τους επί των συγκεκριμένου ακινήτου. Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την παραπάνω αίτηση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 12.5.2008 κύρια παρέμβασή του, με την οποία ισχυριζόμενο ότι το επίδικο ουδέποτε ανήκε στην κυριότητα (συγκυριότητα) των αιτούντων, αλλά, αντιθέτως, εμπίπτει εντός των με αριθμούς … και … κτημάτων, τα οποία απέκτησε ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, άλλως πρωτοτύπως, καθώς αυτά βρίσκονται σε παλαιό αιγιαλό, που από το έτος 1936 είχε αποβάλει τα χαρακτηριστικά του ως τέτοιου και αποτελεί τμήμα καταγεγραμμένων Δημοσίων Κτημάτων, που δηλώθηκαν αρχικά στο Εθνικό Κτηματολόγιο δυνάμει της .../……..2001 δήλωσης του Ν. 2308/1995 από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Κορινθίας ζήτησε να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και διάγραμμα ώστε, αντί της ανακριβούς εγγραφής "άγνωστος ιδιοκτήτης", να καταχωριστεί το ίδιο ως αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου (γεωτεμάχιο) με ΚΑΕΚ ....

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επί της αιτήσεως και της κυρίας παρεμβάσεως, με την 142/2009 απόφασή του, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αίτηση και διέταξε τη διόρθωση ώστε, αντί της εσφαλμένης καταχώρισης "άγνωστος ιδιοκτήτης", να καταχωριστούν οι αιτούντες ως συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας, ενώ απέρριψε την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά την εκδίκαση της οποίας ο εκεί δεύτερος εφεσίβλητος, Ν. Δ., δήλωσε την βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της πρώτης εφεσίβλητης μητέρας του και την εκούσια επανάληψή της στο όνομά του, παρισταμένου με την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου της.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 275/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 περ. α' Ν. 2664/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 4164/2013, στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κύριας παρέμβασης. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή.

Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Η κατάθεση και κοινοποίηση, σύμφωνα με τα παραπάνω, της αίτησης για τη διόρθωση της εγγραφής διακόπτει την προθεσμία για την έγερση της αγωγής της παραγράφου 2..

Με την αίτηση της περίπτωσης α' μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 ΑΚ, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώρηση του δικαιώματος στο φερόμενο στο μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με αυτή φέρεται τούτο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" ο επικαλούμενος ότι είναι κύριος αυτού ή δικαιούχος οποιουδήποτε άλλου εγγραπτέου στο Κτηματολόγιο δικαιώματος, θα επιτύχει τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής, με την άσκηση της σχετικής αιτήσεως ενώπιον του Κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρι να ορισθεί, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος κατά την καταχώρηση της πρώτης εγγραφής και η διόρθωση της τελευταίας, σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση οποιουδήποτε αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση αλλά έλλειψη διαπιστώσεως του υπάρχοντος δικαιώματος.

Συνεπώς, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ζητείται μόνο η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής και όχι η αναγνώριση της κυριότητας του αιτούντος, ανεξαρτήτως του ότι ερευνάται από το Δικαστήριο ως προϋπόθεση η ύπαρξη του επικαλούμενου δικαιώματος της κυριότητας για την αιτούμενη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.

Η ως άνω αίτηση δεν στρέφεται κατά ουδενός, το δε Ελληνικό Δημόσιο, όπως ο ΟΚΧΕ και οι Προϊστάμενοι των Κτηματολογικών Γραφείων στα πλαίσια των δικών της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν καθίστανται διάδικοι. Η διαδικασία διόρθωσης των ανακριβών πρώτων εγγραφών με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο δικαίωμα ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας με παράλληλη υποχρέωση κοινοποίησης της αίτησης στο Ελληνικό Δημόσιο προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τον Ν. 3481/2006, λόγω της μεταβολής της αξιολογικής νομοθετικής αντίληψης ως προς τη φύση των ως άνω διαφορών, που δεν περιέχουν κατά κανόνα αμφισβήτηση, διότι από την εγγραφή υπέρ "αγνώστου ιδιοκτήτη" και μόνο, δεν δημιουργείται πραγματική ιδιωτική διαφορά μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων και πάντως όχι μεταξύ του ενάγοντος και του ΟΚΧΕ, καθώς το αιτούμενο είναι η διαπίστωση του εγγραπτέου δικαιώματος του δικαιούχου.

Κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2. του ΑΚ και 12 παρ. 1 ζ' του Ν. 2664/1998.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 967 ΑΚ μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας" που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρ. 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001 παρ. 1 του ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, "η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της".

Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες. Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνικά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός (βλ.

άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2971/2001). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 3 και 5 του ν. 2971/2001, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή δεν είναι έδαφος βρεχόμενο από τις μεγαλύτερες αναβάσεις των θαλασσίων κυμάτων.

Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία. Έτσι το τμήμα γης που συμπεριλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού χωρίς να είναι πράγματι αιγιαλός δεν αποχαρακτηρίζεται μεν ως αιγιαλός, λογίζεται όμως κατά το άρθρ. 4§1 του α.ν. 2344/1940 ότι κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέο υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της επιτροπής καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού.

Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού Δικαστηρίου, το οποίο δε δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια.(ΑΠ. 851/2022, ΑΠ 598/2016, ΑΠ. 38/2015).

Εξάλλου, ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη και η παρόχθια ζώνη είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΚ 968 και άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2971/2001, αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ. Ββ. ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10-7-1837), ενώ κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταγράφονται ως δημόσια κτήματα. (ΑΠ 851/2022, ΑΠ 712/2020).

Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Επομένως, ο αιγιαλός, έστω και αν απωλέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου (βλ.

και άρθρο 2 παρ. 5 ν. 2971/2001) περιέρχεται όμως στην ιδιωτική περιουσία αυτού. (ΑΠ. 712/2020, ΑΠ 283/2019, Ο ισχυρισμός ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού και ότι επομένως δεν μπορεί να περιέλθει στην κυριότητα ιδιώτη συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία είναι ορισμένη με μόνη την επίκληση ότι το διεκδικούμενο είναι αιγιαλός ή παλαιός αιγιαλός. (ΑΠ 1141/2019, 217/2019).

Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 4 ν.3127/2003 ("τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις") αναγνωρίζεται κυριότητα υπό ορισμένες προϋποθέσεις (νομή για 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, νομή για τριάντα χρόνια, εκτός αν ο νομεύς κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί).

Το κείμενο των παρ. 1 και 2 της εν λόγω διατάξεως έχει ως ακολούθως: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ", ήτοι μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. (ΑΠ 187/2017).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί τέτοιου ακινήτου έναντι του Δημοσίου προϋποθέτει: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν.3127/2003) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων, 3) να νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.

α' και β' του ίδιου νόμου και όχι, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του.

Τούτο προκύπτει τόσον από την γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση "νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών" και όχι νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όσο και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ενόψει της σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης για τον μετά την 11-9-1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή.

Άλλωστε, στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται όσον αφορά το άρθρο 4 η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

Οι προαναφερόμενες δε διατάξεις του ν. 3127/2003 εφαρμόζονται σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 1813/2017) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, παρέχοντάς του τη δυνατότητα με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς δηλαδή τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των αυστηρότερων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει.

Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 Α Κ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ.

Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος, δε, νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από την 19-3-2003, υποβολή τόσο δήλωσης ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση, προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ' αυτής, από το χρονικό δε σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση των ενεργειών αυτών, ήτοι ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αυτό αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο. (ΑΠ 585/2021, ΑΠ807/2019, ΑΠ 1813/2017).

Δεν συνιστά πράξη διατάραξης η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα η οποία αντιμετωπίζεται με αναγνωριστική αγωγή, ούτε συνιστούν διαταρακτικές της νομής πράξεις η προβολή και μόνο δικαιώματος νομής από το Ελληνικό Δημόσιο σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, η καταχώρηση του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος, ή η έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής (ΟλΑΠ 11/2015, ΑΠ 443/2021, ΑΠ 1023/2013).

Επί πλέον, όσον αφορά στην κακή πίστη λεκτέα τα εξής: Κατ` άρθρο 1042ΑΚ ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Άρα καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής:

α) γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος, καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντιθέτως κατά το άρθρον 4 ν.3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσης της νομής υπό εκατέρου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν.3127/2003 καθίσταται σαφές, ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλ` αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του.(ΑΠ 525/2020, ΑΠ165/2017).

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 966-968 και 1045 ΑΚ, ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας είναι τα εκτός συναλλαγής πράγματα, στα οποία συγκαταλέγονται τα κοινής χρήσεως και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών ακίνητα. Τα ακίνητα αυτά δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 4 του ως άνω ν. 3172/2003.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου κατά πλήρη κυριότητα και τα οποία διαχειρίζεται επ' ονόματί του (Ελληνικού Δημοσίου) το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3127/2003, αφού ο νόμος δεν διακρίνει (ΑΠ 712/2020, ΑΠ 283/2019, ΑΠ 165/2017).

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 πα. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).

Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.(ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 275/2018 αποφάσεώς του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Από κληρονομία του αποβιώσαντος στις …-…-1966 χωρίς διαθήκη Τ. Δ., συζύγου από τον πρώτο γάμο της πρώτης των αιτούντων-καθών η κυρία παρέμβαση Α.

Κ. του Χ… και πατέρα το δευτέρου των αιτούντων - καθών η κύρια παρέμβαση Ν. Δ. περιήλθε στην συγκυριότητα καθενός από αυτούς κατά ποσοστά 8,33/100 και 25/100 αντιστοίχως, εξ αδιαιρέτου, ένα οικόπεδο που βρίσκεται στον οικισμό ..., στην ειδική θέση "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος … του Δήμου ..., εντός του οικισμού …, άρτιο και μη οικοδομήσιμο, εντός του οποίου υπάρχει ισόγειο κατάστημα εμβαδού 62,32 τμ.

Το παραπάνω οικόπεδο έχει έκταση σύμφωνα με το από Οκτωβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Π., 1.929,40 τμ και κατά νεώτερη καταμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 1929 τμ και συνορεύει σύμφωνα με το προαναφερόμενο διάγραμμα, ανατολικά με δημοτική οδό και ιδιοκτησία Μ. Δ., δυτικά με το με στοιχείο Α' οικόπεδο, συνιδιοκτησίας Ν.

και Δ. Δ., βόρεια με δημοτική οδό πλάτους 9,60 μέτρων και νότια με ιδιοκτησία Μ. Δ.. Την παραπάνω κληρονομία αποδέχθηκαν οι αιτούντες με την υπ' αριθμόν .../...-...-2007 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Βραχατίου Π. Π., που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Α' Κτηματολογικού Γραφείου Κορίνθου...

Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητα του δικαιοπάροχου των αιτούντων Τ. Δ. του Ν. αρχικά κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον Δ. Σ. του Γ. δυνάμει του υπ' αριθμόν .../1939 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφο Βραχατίου Π. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένου... Τα υπόλοιπα 3/4 εξ αδιαιρέτου απέκτησαν με το ίδιο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο οι Α.

Δ. του Ν., Γ. Δ. του Ν. και Σ. Δ. του Ν.. Στη συνέχεια ακολούθησε άτυπη διανομή μεταξύ των ως άνω αδελφών, ήτοι Τ., Α.,Γ. και Σ., και το ως άνω ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στους Τ., Γ. και Σ. Δ. του Ν. και με την άσκηση επ' αυτού υπερεικοσαετούς νομής. Περαιτέρω, με αγορά από τον Σ. Δ. δυνάμει του υπ' αριθμόν .../3-1-1972 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ζευγολατειού Ι.

Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου... περιήλθε στην συγκυριότητα του δεύτερου των αιτούντων - καθ' ών η κυρία παρέμβαση και επί πλέον ποσοστό 11,11/100 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, έτσι ώστε ο δεύτερος των αιτούντων - καθ' ών η κυρία παρέμβαση κατέστη συγκύριος του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 36,11/100 (25+11,11).

Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι τμήμα του ως άνω ακινήτου, επιφανείας 510,25 τμ, αποτελεί τμήμα των καταγεγραμμένων Δημοσίων Κτημάτων με αριθμούς καταγραφής … και …, τα οποία ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και απέκτησε το ίδιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, άλλως πρωτοτύπως, καθώς αυτά βρίσκονται εντός ζώνης μεταξύ παλαιού και νέου αιγιαλού (αποτελούν παλαιό αιγιαλό), πλην όμως οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν επιβεβαιώθηκαν, αλλ' αντίθετα αναιρούνται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι από το 1966 που οι αιτούντες-καθ' ών η κυρία παρέμβαση κληρονόμησαν τα 33,33/100 εξ αδιαιρέτου (8,33+25) του επίδικου ακινήτου και από το έτος 1972 που ο δεύτερος αυτών απέκτησε και τα επιπλέον 11,11/100 εξ αδιαιρέτου αυτού, ασκούν αδιατάρακτα επί του ακινήτου και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, αρχικά καλλιεργώντας το και στη συνέχεια ανεγείροντας επ' αυτού ισόγειο κατάστημα (....../1993 άδεια οικοδομής) όπου λειτουργεί κατάστημα εποχιακού σνακ - μπαρ (....../…/Ι-…/…-…-1993 άδεια λειτουργίας καταστήματος).

Το γεγονός έκδοσης για το επίδικο ακίνητο δύο και συγκεκριμένα των από 1-3-1940 και 5-3-1940 πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, δεν συνεπάγεται την κακή πίστη των αιτούντων, καθώς τα εν λόγω πρωτόκολλα εκδόθηκαν στο όνομα του Τ. Δ. και στο όνομα του Δ. Μ. και όχι στο όνομα των αιτούντων ενώ δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι τα πρωτόκολλα αυτά εκτελέσθηκαν.

Εξάλλου και με την υπ' αριθμόν …/…-…-2003 απόφαση της από …-…-2003 Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Ενστάσεων του άρθρου 10 του ν. 2308/1995 απερρίφθησαν οι υποβληθείσες ενστάσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατόπιν εισήγησης του ΟΚΧΕ και της Κτηματολόγιο Α.Ε. Επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι το κυρίως παρεμβαίνον - εκκαλούν απέκτησε το επίδικο εδαφικό τμήμα με κάποιον από τους επικουρικά προβαλλόμενους τρόπους κτήσης κυριότητας και δη με την παραίτηση των δικαιοπαρόχων των αιτούντων από την κυριότητά τους και την από το επίδικο της ιδιότητας του αδεσπότου άλλως λόγω τακτικής άλλως λόγω έκτακτης χρησικτησίας".

Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως και είχε διατάξει τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής αυτού στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Α' Κορίνθου, ώστε αντί της ανακριβούς αναγραφής "άγνωστος ιδιοκτήτης" του επίδικου ακινήτου να αναγραφεί αυτό ως ανήκον στην (συγ)κυριότητα των αιτούντων ήτοι της μητέρας του ήδη αναιρεσίβλητου, την οποία, μετά το θάνατό της διαδέχθηκε αυτός ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, και του ίδιου κατά ποσοστά συνιδιοκτησίας 8,33% εξ αδιαιρέτου για την πρώτη και 36,11% για τον δεύτερο τούτων.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, που αφορούν στην υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, αναγνώριση κυριότητας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1042 ΑΚ, για τις προϋποθέσεις της ύπαρξης καλής πίστης στο πρόσωπο του νομέα, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας" και των άρθρων 11 Ν.Δ. 7/1923, και 10 παρ. 1 α.ν. 1540/1930,που ίσχυσαν κατά διαστήματα για τον διοικητικό προσδιορισμό του αιγιαλού από την αρμόδια Επιτροπή καθορισμού ορίων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τούτο δε, διότι, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται:

α) ότι το επίδικο ακίνητο, εντός του οποίου υπάρχει ισόγειο κατάστημα, συνολικής εκτάσεως 1.929 τ.μ., περιήλθε αρχικά στην κυριότητα (συγκυριότητα) του αναιρεσιβλήτου και της μητέρας του, κατά ποσοστά 25% και 8,33% αντιστοίχως, από εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος στις 1-2-1966 χωρίς διαθήκη πατέρα του Τ.

Δ., την οποία κληρονομία αποδέχθηκαν οι ως άνω κληρονόμοι με την νόμιμα μεταγραμμένη .../...-...-2007 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Βραχατίου Π. Π.. β) ότι το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον Δ. Σ. του Γ.

με το νόμιμα μεταγραμμένο .../1939 συμβόλαιο, ενώ τα υπόλοιπα 3/4 εξ αδιαιρέτου απέκτησαν με το ίδιο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο τα αδέλφια του Α., Γ. και Σ., μεταξύ δε όλων των αδελφών επακολούθησε άτυπη διανομή και έτσι το ως άνω ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στους Τ., (δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου), Γ.

και Σ. Δ. του Ν. και με την άσκηση επ' αυτού υπερεικοσαετούς νομής. γ) ότι στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος με το νόμιμα μεταγραμμένο .../3-1-1972 συμβόλαιο αγόρασε από τον Σ. Δ. και επί πλέον ποσοστό 11,11/100 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, καθιστάμενος έτσι (συγ)κύριος του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 36,11/100 δ) ότι από το 1966 που ο αναιρεσίβλητος και η αρχική αιτούσα και αποβιώσασα μητέρα του, απέκτησαν εκ κληρονομίας τα 33,33/100 εξ αδιαιρέτου (8,33+25) του επίδικου ακινήτου και από το έτος 1972 που ο αναιρεσίβλητος απέκτησε και τα επιπλέον 11,11/100 εξ αδιαιρέτου αυτού, ασκούν αδιατάρακτα επί του ακινήτου και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας όλες τις αναφερόμενες πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του., δ) ότι αποδείχθηκε η αδιατάρακτη νομή του επίδικου ακινήτου, που βρίσκεται εντός του οικισμού ..., στην ειδική θέση "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ...

του Δήμου ..., κατά το χρονικό διάστημα (μεγαλύτερο των τριάντα ετών), που προηγήθηκε της ισχύος του ν. 3127/2003, και έτσι οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου και ο ίδιος ενεργώντας με καλή πίστη απέκτησαν την κυριότητά (συγκυριότητα) του βάσει των πιο πάνω τίτλων και ασκούντες συγκεκριμένες πράξεις νομής, χωρίς να συνιστά διατάραξη της νομής της μητέρας του αιτούντος και του ίδιου, ούτε να συνεπάγεται την κακή πίστη τους η έκδοση των από 1-3-1940 και 5-3-1940 πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, τα οποία, άλλωστε, δεν προκύπτει ότι τελικά εκτελέστηκαν, και δεν εκδόθηκαν στο όνομα του αναιρεσιβλήτου και της μητέρας του (αρχικών αιτούντων) αλλά στο όνομα του δικαιοπαρόχου τους Τ.

Δ. και στο όνομα τρίτου προσώπου του Δ. Μ.. Επί πλέον το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε, αποφαινόμενο εν τέλει ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 510,25 τ.μ., που περιλαμβάνεται στο ως άνω μείζον ακίνητο εμβαδού 1.929τ.μ.,δεν εμπίπτει εντός των καταγεγραμμένων Δημοσίων Κτημάτων που απέκτησε το ίδιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, ούτε βρίσκεται εντός της ζώνης μεταξύ νέου και παλαιού αιγιαλού, αποτελώντας παλαιό αιγιαλό, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το επίδικο ακίνητο, τμήμα του οποίου διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο, είχε αποκτήσει, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, κατά το χρόνο του θανάτου του το έτος 1966 ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, έκτοτε δε ο αναιρεσίβλητος και η μητέρα του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποδεχόμενοι την κληρονομία με νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη, άσκησαν επί αυτού, κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας, επιπροσθέτως δε ο αναιρεσίβλητος και σε επί πλέον ποσοστό 11,11% εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, που απέκτησε παραγώγως με νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο αγοράς το έτος 1972, συγκεκριμένες πράξεις νομής, αδιατάρακτα και με καλή πίστη για χρονικό πλέον των τριάντα ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, συντρεχόντων στο πρόσωπό τους των προϋποθέσεων του νόμου αυτού για τη κτήση του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως είναι αβάσιμοι ο πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003, του άρθρου 1042 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας" και των άρθρων 11 Ν.Δ. 7/1923, και 10 παρ. 1 α.ν. 1540/1930, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε εσφαλμένα ερμήνευσε και τις εφάρμοσε αυτές, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο ν. 3172/2003, εφόσον η νομή του αναιρεσίβλητου, της μητέρας τους και του δικαιοπαρόχου τους, επί του επιδίκου ακινήτου, δεν ήταν "αδιατάρακτη" ούτε οι ίδιοι ήταν καλής πίστης κατά το χρόνο της νομής τους σε αυτό, προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω νόμου.

Τούτο δε, διότι, η έκδοση των ως άνω πρωτοκόλλων αποζημίωσης χρήσης του επιδίκου ακινήτου δεν αποτελεί παρενόχληση των νομέων, υπό την έννοια των σχετικών διατάξεων του ν. 3127/2003, ούτε αυτοί ήσαν νομείς κακής πίστεως επειδή τα πρωτόκολλα αυτά εκδόθηκαν στο όνομα του δικαιοπαρόχου τους το έτος 1940, καθόσον, όπως εκτέθηκε στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, η ύπαρξη των προϋποθέσεων της αδιατάρακτης νομής και της καλής πίστης πρέπει να υφίστανται στο πρόσωπο των νομέων επί τριάντα έτη πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι από 19.3.1973 μέχρι 19.3.2003, οπότε άρχισε η ισχύς του, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, και όχι οποτεδήποτε στο παρελθόν, ανεξαρτήτως του ότι μόνη η έκδοση πρωτοκόλλου αποζημίωσης χρήσης δεν αποτελεί πράξη διατάραξης εφόσον δεν έχει περιέλθει σε γνώση του νομέα.

Επίσης αβάσιμος είναι ο ίδιος δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του με το οποίο το αναιρεσείον επικαλείται παραβίαση των διατάξεων περί αιγιαλού και παραλίας, με την αιτίαση ότι οι διατάξεις του ν. 3127/2003 δεν εφαρμόζονται στα εκτός συναλλαγής πράγματα, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο παλαιός αιγιαλός ανήκει στην κατηγορία των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, ενώ, όπως εκτέθηκε στην σχετική με το ζήτημα αυτό ως άνω νομική σκέψη, ο παλαιός αιγιαλός εξακολουθεί μεν να ανήκει ex lege στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιέρχεται όμως στην ιδιωτική περιουσία αυτού, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του. 3127/2003.

Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, με τις ειδικότερες αιτιάσεις των οποίων το αναιρεσείον καταλογίζει στο Εφετείο, παράβαση όλων των ως άνω διατάξεων, διότι δέχθηκε ότι συνέτρεξαν στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου και της αρχικά αιτούσας μητέρας του την οποία αυτός διαδέχθηκε με κληρονομική διαδοχή, όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, είναι απαράδεκτοι, καθόσον υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου οι ως άνω κανόνες δικαίου, και επί πλέον ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από το νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, περί της ύπαρξης αδιατάρακτης και με καλή πίστη νομής της δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου μητέρας του και του ίδιου επί του επιδίκου ακινήτου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών, πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019).

Τέλος, λόγος αναίρεσης δημιουργείται και από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα που καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει στην ειδική αυτή διαδικασία λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και ότι το δικαστήριο ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάσσει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά τη κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανωτέρω ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης έρευνας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Το ανακριτικό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για τη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού αυτό μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης.

Συνεπώς κατά την εκούσια διαδικασία δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.(ΑΠ 976/2020, ΑΠ 528/2017, ΑΠ 560/2016, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1392/2014). Επομένως ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, εφόσον η ένδικη αίτηση του αναιρεσίβλητου και της μητέρας του εκδικάσθηκε κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν πλήττεται με τον λόγο αυτό.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 275/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.5.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 275/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ