Legislator Case Law & Legislation
1146/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for arguments not raised in lower courts.

Case Number 1146/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court erred by considering a defense of suspension not raised previously and by ruling on bills issued under a suspensive injunction. The court rejected these claims as inadmissible because they relied on factual assertions that were never presented to the first or second instance courts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562(2) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; Arguments based on facts not raised in lower courts are inadmissible, and appeals founded on erroneous premises regarding the lower court's handling of unraised defenses are baseless.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unraised defense factual premise error cassation grounds procedural requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 22 of Law 5960/1933
Article 1 of Law 5960/1933
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1146 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1146/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK ERGASIAS», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «CREAM ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ», που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 03.11.2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 668/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5260/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12.12.2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται, μόνο εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει, κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι, με τη μεταβίβαση προς αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιούνταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης, σε αυτόν, της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση του.

Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.

Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται – ως ένα είδος pactum fiduciale – ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933.

Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ 1758/2017, ΑΠ 741/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

[ΙΙ] Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο:

« [...] Η ανακόπτουσα εξέδωσε στην, Αθήνα στις 31.05.2011 τις υπ’ αριθμ. ... και ... μεταχρονολογημένες δίγραμμες τραπεζικές επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 185.000 και 184.000 ευρώ αντίστοιχα, πληρωτέες σε διαταγή της εταιρείας ΜΟDERΝ TIMES Α.Ε. Οι επιταγές αυτές, όπως και σειρά άλλων επιταγών έκδοσης της ανακόπτουσας σε διαταγή της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, εκδόθηκαν χάριν καταβολής του τιμήματος συνολικού ποσού 2.380.000 ευρώ.

που όφειλε η ανακόπτουσα στην εταιρεία ΜΟDERΝ TIMES Α.Ε. από μεταξύ τους συμβάσεις πώλησης τηλεοπτικών προγραμμάτων, δυνάμει του από 18.05.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού. Τα ως άνω τηλεοπτικά προγράμματα πώλησε η ανακόπτουσα στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΛΤΕΡ, έναντι συνολικού τιμήματος 2.737.000 ευρώ δυνάμει του από 19.05.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, με σκοπό από την μεταπώληση των προγραμμάτων αυτών την επίτευξη κέρδους.

Κατόπιν τριμερούς συμφωνίας μεταξύ της ανακόπτουσας, της εταιρείας ΜΟDERN ΤΙΜΕS Α.Ε. και του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού ΑΛΤΕΡ, η πληρωμή των επιταγών αυτών που εκδόθηκαν από την ανακόπτουσα σε διαταγή της δεύτερης ανώνυμης εταιρείας, χάριν καταβολής του τιμήματος εκ των πωλήσεων τηλεοπτικών προγραμμάτων στην ανακόπτουσα, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της πληρωμής των αντίστοιχων επιταγών που εξέδωσε ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΛΤΕΡ σε διαταγή της ανακόπτουσας, χάριν καταβολής του τιμήματος από τις αντίστοιχες μεταξύ τους συμβάσεις πώλησης τηλεοπτικών προγραμμάτων.

Τα πιο πάνω προκύπτουν από την επισκόπηση των προαναφερθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών και των υπ’ αριθμ. …/16-2-2011 και …/22-7-2008 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ, από τα οποία προκύπτει ότι η εταιρεία με την επωνυμία ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε. (Alter Chanel) τύγχανε κοινών συμφερόντων με την εταιρεία ΜΟDERΝ ΤΙΜΕS Α.Ε., με μερική ταυτότητα μελών των Δ.Σ και μεταξύ τους συγγενική σχέση.

Η κομίστρια εταιρεία των επίδικων επιταγών ΜΟDERΝ ΤIΜΕS Α.Ε. στις 08.04.2011, όπως συνομολογείται από αμφότερες τις πλευρές των διαδίκων μερών, μεταβίβασε αυτές με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα. προς εξασφάλιση δανείων που της χορήγησε η τελευταία, η δε καθ’ ης η ανακοπή εμφάνισε τις επίδικες επιταγές εμπρόθεσμα στις 31.05.2011 προς πληρωμή, πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησης από την εκδότρια και ανακόπτουσα εταιρεία, με επαρκές όμως υπόλοιπο, γεγονός που βεβαιώθηκε από την καθ’ ης η ανακοπή Τράπεζα κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης της πληρώτριας Τράπεζας στα σώματα των δύο επιταγών, βάσει δε αυτών εκδόθηκε στη συνέχεια η υπ’ αριθμ. 24384/2011 ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Οι επίδικες μεταχρονολογημένες δίγραμμες τραπεζικές επιταγές είχαν δοθεί προς αντικατάσταση άλλων παλαιότερων επιταγών, λόγω του ότι και οι αντίστοιχες επιταγές έκδοσης του τηλεοπτικού σταθμού ΑΛΤΕΡ σε διαταγή της ανακόπτουσας, υπό την αίρεση πληρωμής των οποίων τελούσε και η πληρωμή των επιδίκων, επίσης αντικαταστάθηκαν επανειλημμένως με άλλες ισόποσες με μεταγενέστερη φερόμενη ημερομηνία έκδοσης, λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΛΤΕΡ.

Η καθ’ ης η ανακοπή χρηματοδοτούσε τόσο την εταιρεία ΜΟDERΝ ΤΙΜΕS Α.Ε. όσο και τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΛΤΕΡ, μέσω της χορήγησης διαδοχικών δανείων, για την εξασφάλιση της πληρωμής των οποίων δεχόταν από τις εταιρείες αυτές ως ενέχυρο, επιταγές όπως οι επίδικες. Αποδεικνύεται έτσι ότι η καθ' ης η ανακοπή, κατά το χρόνο κτήσης των επιδίκων επιταγών ως ενέχυρο, γνώριζε δια των νομίμων εκπροσώπων της ότι η πληρωμή αυτών τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της προηγούμενης πληρωμής αντίστοιχων επιταγών έκδοσης του τηλεοπτικού σταθμού ΑΛΤΕΡ, πράγμα που επιρρωνύεται από το ύψος και τη συχνότητα των μεταξύ τους συναλλαγών κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από το γεγονός της επανειλημμένης αντικατάστασης των επιταγών κατά το χρονικό διάστημα από 2009 έως 2011 που δεχόταν η καθ’ ης η ανακοπή ως ενέχυρο από τις ως άνω εταιρείες, και μάλιστα δίχως την επιβολή τόκου, εν όψει και του ελέγχου που διεξάγει η καθ’ ης η ανακοπή, σύμφωνα και με όσα επιτάσσουν σχετικές εγκύκλιοι της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση μεταχρονολογημένων επιταγών καθώς και επιταγών που αφορούν προκαταβολές τιμημάτων από συμβάσεις πώλησης, κατά τη συνήθη τραπεζική πρακτική.

Η καθ’ ης η ανακοπή δέχθηκε τις επίδικες επιταγές, γνωρίζοντας ότι έτσι απέκοπτε την εκδότρια αυτών από τη δυνατότητα προβολής της ήδη γεγεννημένης ένστασης έναντι της αμέσως συμβαλλομένης και λήπτριας των επιταγών αυτών και ενήργησε έτσι προς βλάβη της ανακόπτουσας, εν όψει και του ότι είχε ιδιαίτερο συμφέρον να διασφαλίσει εν μέρει τις δανειακές της απαιτήσεις κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ελεύθερη Τηλεόραση» ύψους 10,7 εκατομμυρίων ευρώ.

Κατά το χρόνο δε μεταβίβασης στην καθ’ ης η ανακοπή Τράπεζα των επίδικων επιταγών (08.04.2011), ήταν ευρέως γνωστά τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΛΤΕΡ, ο οποίος τελικά υπήχθη στη διαδικασία συνδιαλλαγής κατ’ άρθρο 99 - 106 ν. 3588/2007 με την υπ’ αριθμ. 861/11-8-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [...]».

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ’ αριθμ. 24384/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 Ν. 5960/1933, και δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση νόμιμης βάσης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα αν η αναιρεσείουσα και κομίστρια των επίμαχων επιταγών κατά το χρόνο της κτήσης τους ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της αναιρεσίβλητης. Από τις εκτεθείσες δε πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το εν λόγω κρίσιμο ζήτημα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της αναφερόμενης πιο πάνω διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν επαρκώς οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι:

(α) Η καθ’ ης η ανακοπή χρηματοδοτούσε τόσο την εταιρεία ΜΟDERΝ ΤΙΜΕ Α.Ε. όσο και τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΛΤΕΡ, μέσω της χορήγησης διαδοχικών δανείων, για την εξασφάλιση της πληρωμής των οποίων δεχόταν από τις εταιρείες αυτές ως ενέχυρο, επιταγές όπως οι επίδικες.

(β) Η καθ’ ης η ανακοπή, κατά το χρόνο κτήσης των επιδίκων επιταγών, ως ενέχυρο, γνώριζε, δια των νομίμων εκπροσώπων της, ότι η πληρωμή αυτών τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της προηγούμενης πληρωμής αντίστοιχων επιταγών έκδοσης του τηλεοπτικού σταθμού ΑΛΤΕΡ, από το γεγονός της επανειλημμένης αντικατάστασης των επιταγών κατά το χρονικό διάστημα από 2009 έως 2011 που δεχόταν η καθ’ ης η ανακοπή ως ενέχυρο από τις ως άνω εταιρείες, και μάλιστα δίχως την επιβολή τόκου, εν όψει και του ελέγχου που διεξάγει η καθ’ ης η ανακοπή, σύμφωνα και με όσα επιτάσσουν σχετικές εγκύκλιοι της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση μεταχρονολογημένων επιταγών καθώς και επιταγών που αφορούν προκαταβολές τιμημάτων από συμβάσεις πώλησης, κατά τη συνήθη τραπεζική πρακτική.

(γ) Η καθ’ ης η ανακοπή δέχθηκε τις επίδικες επιταγές, γνωρίζοντας ότι έτσι απέκοπτε την εκδότρια αυτών από τη δυνατότητα προβολής της ήδη γεγεννημένης ένστασης έναντι της αμέσως συμβαλλομένης και λήπτριας των επιταγών αυτών και ενήργησε έτσι προς βλάβη της ανακόπτουσας, εν όψει και του ότι είχε ιδιαίτερο συμφέρον να διασφαλίσει εν μέρει τις δανειακές της απαιτήσεις κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ελεύθερη Τηλεόραση» ύψους 10,7 εκατομμυρίων ευρώ.

Ενόψει αυτών οι πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (πρώτο, δεύτερο και τέταρτο σκέλη του) και αριθμ. 19 (τρίτο σκέλος του) ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

[ΙΙΙ] Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται:

(α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας,

(β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και

(γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000). Όπως δε προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 4/2020, OλΑΠ 43/1990, ΑΠ 1616/2017, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 621/2009, ΑΠ 1705/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη ανακοπή, μολονότι δεν αναφερόταν σ' αυτή ο «ειδικότερος χρόνος κτήσης» των επίμαχων επιταγών, ούτε τα συγκεκριμένα πρόσωπα, που ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, «γνώριζαν ότι η πληρωμή των επίμαχων επιταγών, που είχαν δοθεί, σ’ αυτή ως ενέχυρο, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της πληρωμής των αντίστοιχων επιταγών του τηλεοπτικού σταθμού ΑΛΤΕΡ» και ότι τον ισχυρισμό αυτόν είχε προτείνει στα δικαστήρια της ουσίας. Ο λόγος, όμως, αυτός της αναιρέσεως, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον αυτών προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας, καθ’ ης η ανακοπή και της ένδικης έφεσής της, αντίστοιχα.

[IV] Ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 654/2020, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 1668/2008, ΑΠ 269/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, από την αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο με το να λάβει υπόψη του ένσταση επίσχεσης, που δεν είχε προβάλει η ήδη αναιρεσίβλητη, ανακόπτουσα και, ακόμη, ότι οι επίμαχες επιταγές είχαν εκδοθεί υπό τη διαλυτική αίρεση της προηγούμενης πληρωμής άλλων αντιστοίχων επιταγών από την εκδότριά τους ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α. Ε. Και, επιπλέον, ότι εφόσον δεν εξοφλήθηκαν οι τελευταίες οι πρώτες (επίμαχες) είναι άκυρες, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, όμως, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, ως προς όλες τις ανωτέρω αιτιάσεις του, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχθηκε, αφενός, ένσταση επίσχεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, ανακόπτουσας και, αφετέρου, ότι οι ένδικες επιταγές είχαν εκδοθεί υπό διαλυτική αίρεση, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, καθόλου, δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή τέτοια περιστατικά.

[V] Κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με αυτές, σχετικού, αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.12.2017 αίτηση αναίρεσης της 5260/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης

αποχωρησάσης

από την Υπηρεσία,

ο αρχαιότερος της

συνθέσεως Αρεοπαγίτης

και ήδη Αντιπρόεδρος

του Αρείου Πάγου)