Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting substantive arguments regarding bill of exchange validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision, ruling the request inadmissible due to procedural defects. The appellant bank challenged the lower court's finding that the defendant's failure to deliver grain prevented the bills of exchange from having legal effect. The court determined the appeal was procedurally flawed and the substantive arguments regarding Article 22 of the 1933 Law on Bills of Exchange were unsupported by the established facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where the appellant fails to substantiate procedural requirements or fails to prove that the lower court's application of substantive law regarding the validity of negotiable instruments was erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 654 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 654/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Γιαννόπουλο και Πολυτίμη Παπαθανασοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Δ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2011 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1921/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/6/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επιδόσεως: ...04-03-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Σ. και, .../29-08-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Κ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την παρούσα δικάσιμο, έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, στο δεύτερο αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από την .../28-08-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Κ., προκύπτει η νόμιμη και εμπρόθεσμη, με την επιμέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης, επίδοση στο σωματείο με την επωνυμία "Σύνδεσμος Βιομηχάνων Βορείου Ελλάδος", το οποίο είχε παρέμβει, στο Εφετείο, προσθέτως, υπέρ αυτής, επικυρωμένου αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την παρούσα δικάσιμο (άρθρα 81 παρ. 3, 82 και 110 παρ. 2, 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Επομένως, παραδεκτά και νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και, εφόσον τα ως άνω, νόμιμα, κλητευθέντα πρόσωπα (νομικό και φυσικό) δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 68, 74, 76, 556 και 558 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν την αίτηση αναίρεσης ασκεί ο ομόδικος, δεν νομιμοποιείται να τη στρέψει και κατά του ομοδίκου του, ο οποίος μπορεί να συμμετάσχει στη δίκη, με την άσκηση κοινής ή αυτοτελούς αίτησης αναίρεσης, είτε και εμφανιζόμενος στον Άρειο Πάγο, ως διάδικος (σε αναγκαστική ομοδικία). Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις, που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη υπέρ του ομοδίκου βλαπτική για τον αναιρεσείοντα και ευνοϊκή για τον αναιρεσίβλητο, ομόδικό του (ΟλΑΠ 15/1996, ΟλΑΠ 24/1997, ΑΠ 893/2018, ΑΠ 590/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της, κρίνοντας ότι ματαιώθηκε η αιτία έκδοσης, από την πρώτη αναιρεσίβλητη, σε διαταγή του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, των ενδίκων επιταγών, τις οποίες ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει, με οπισθογράφηση, στην αναιρεσείουσα, κακής πίστεως κομίστρια, κατά το χρόνο απόκτησης αυτών, δέχθηκε τη με αρ.
κατάθ. 126/02-11-2011 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά της αναιρεσείουσας και του δεύτερου αναιρεσίβλητου (συνεναγομένων), αναγνωρίζοντας ότι: "...1] ο πρώτος εναγόμενος δεν έχει αξίωση σε βάρος της ενάγουσας από την από 20-7-2011 σύμβαση πώλησης, πέραν της καταβολής σε αυτόν του ποσού των τριάντα δύο χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών [32.879,073) Και, 2] ότι η ενάγουσα δεν οφείλει τα ποσά των υπ' αριθμούς ...
επιταγών ύψους 230.000 ευρώ, 230.000 ευρώ και 235.000 ευρώ αντίστοιχα, που εξέδωσε η ίδια σε διαταγή του πρώτου εναγομένου, ο οποίος τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στη δεύτερη εναγομένη, που είναι και η νόμιμη κομίστριά τους, πλην του ποσού των τριάντα δύο χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών [32.879,073]...".
Έτσι, η αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτη, αφού απευθύνεται κατά ομοδίκου της αναιρεσείουσας, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη υπέρ αυτού και συγχρόνως βλαπτική σε βάρος της, ούτε είναι τέτοιες οι προαναφερθείσες διατάξεις της προσβαλλομένης, που αφορούν τον ως άνω ομόδικό της και, γι' αυτό, ελλείπει το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας να επιδιώξει την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως κατά τις ρηθείσες, ως προς αυτόν διατάξεις.
Επομένως, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, η ένδικη αναίρεση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 1668/2008, ΑΠ 269/1993).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933 "περί επιταγής", τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.
Από τη διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται, ότι, κατ' εξαίρεση μόνο, επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, αφενός τελούσε εν γνώσει της ύπαρξης των ως άνω ενστάσεων κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια, υπό την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ' αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ως άνω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία, χωρίς τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, δεν θα επιτυγχανόταν.
Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση (ΑΠ 1347/2018, ΑΠ 1317/2017, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 362/2014, ΑΠ 662/2010, ΑΠ 830/2008, ΑΠ 1456/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της, τα ακόλουθα: "...Μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας, η οποία δραστηριοποιείται στη βιομηχανική παραγωγή ζυμαρικών και σιμιγδαλιού και του πρώτου εναγομένου, ο οποίος είναι έμπορος σιτηρών με έδρα το ..., υφίστατο από το έτος 2006, εμπορική συνεργασία στα πλαίσια της οποίας ο εναγόμενος προμήθευε την ενάγουσα με μεγάλες ποσότητες σκληρού σίτου, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεων, με πρόβλεψη απώτερης πάντοτε ημερομηνίας παράδοσης, η οποία γινόταν σταδιακά λόγω της αδυναμίας εκ μέρους της ενάγουσας, αποθήκευσης όλης της απαιτούμενης ετησίως ποσότητας σίτου στις αποθήκες της, ενώ το τίμημα της πώλησης καλυπτόταν προκαταβολικά με μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως της ενάγουσας, η πληρωμή των οποίων συναρτάτο πάντοτε με τις οριζόμενες στις συμβάσεις καταληκτικές ημερομηνίες παράδοσης του εμπορεύματος.
Στις 24-1-2011 συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου σύμβαση πώλησης 3.000 μετρικών τόκων σκληρού σίτου με τίμημα 290 ευρώ ανά μετρικό τόνο, με απαλλαγή του ΦΠΑ. Η παράδοση του προϊόντος συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά και σύμφωνα με τη ζήτηση επί μέρους ποσοτήτων υπό της ενάγουσας έως τις 15-5-2011, για την αποπληρωμή δε του τιμήματος η ενάγουσα εξέδωσε σε διαταγή του πρώτου εναγομένου επτά μεταχρονολογημένες επιταγές πληρωτέες από την Τράπεζα Κύπρου ποσού 125.000 ευρώ οι έξι από αυτές και 120.000 ευρώ η έβδομη με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης των επιταγών την 15-7-2011.
Έως τον Μάρτιο του 2011 ο εναγόμενος παρέδιδε κανονικά ποσότητες σιταριού σε εκτέλεση προηγηθείσας μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβασης αγοραπωλησίας που καταρτίστηκε στις 20-7-2010. Περί τα τέλη Μαρτίου, ο πρώτος εναγόμενος έπαψε να προμηθεύει την ενάγουσα με σίτο, κατόπιν δε αυτού η τελευταία με την υπ' αριθμό κατάθεσης 203/8-4-2011 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, ζήτησε να τεθούν υπό μεσεγγύηση οι ανωτέρω επτά επιταγές.
Συγχρόνως ζήτησε και έλαβε προσωρινή διαταγή με την οποία απαγορεύθηκε η εμφάνιση των επιταγών αυτών προς πληρωμής έως τη συζήτηση της αίτησης. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 25-5-2011 η συζήτηση της αίτησης αναβλήθηκε συναινούντων των διαδίκων για τις 6-7-2011, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο να παραδώσει τη συμφωνηθείσα ποσότητα σίτου, συγχρόνως δε διατηρήθηκε η προσωρινή διαταγή που είχε χορηγηθεί έως την εκτέλεση της σύμβασης.
Στις 2-6-2011 ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας δέχθηκε τηλεφώνημα από το διευθυντή του Επιχειρηματικού Κέντρου Β. Ελλάδος της δεύτερης εναγομένης τράπεζας Ε. Μ., ο οποίος αφού τον ενημέρωσε ότι οι επτά επιταγές είχαν ενεχυραστεί στην τράπεζα, ζήτησε να μάθει αν είχε παραδοθεί η ποσότητα των 3.000 μ.τ. που είχε αναλάβει να παραδώσει ο πρώτος εναγόμενος έως την 15-5-2011.
Ο εκπρόσωπος της ενάγουσας του γνωστοποίησε τη δέσμευση του εναγομένου να παραδώσει το σύνολο των 3.000 μ.τ. έως τις 30-6-2011. Του έκανε επίσης γνωστό ότι εφόσον εκτελεστεί πλήρως η σύμβαση, δεν θα υπάρξει αντίρρηση για την πληρωμή των επιταγών. Παραταύτα, έως τις 22-6-2011 ο εναγόμενος είχε παραδώσει μόνο 100 μ.τ.
σίτου. Κατόπιν αυτού την 1-7-2011 πραγματοποιήθηκε τριμερής συνάντηση των εκπροσώπων της δεύτερης εναγομένης Ν. και Μ., του εκπροσώπου της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου Σ. Δ. στα γραφεία της δεύτερης εναγομένης. Κατά τη συνάντηση αυτή, συμφωνήθηκε να χορηγηθεί στον πρώτο εναγόμενο νέα παράταση της προθεσμίας παράδοσης του προϊόντος και να συμπεριληφθεί προς διευκόλυνσή του, στις τιμολογήσεις και ο ΦΠΑ, ούτως ώστε το ποσό των 870.000 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές να καλύπτει μειωμένη ποσότητα σίτου, ήτοι 2.665 μ.
τ. περίπου αντί για τους αρχικά συμφωνηθέντες 3.000 μ. τ. Περαιτέρω συμφωνήθηκε να γίνει εκκαθάριση στις 14.7.2011 της ποσότητας που θα έχει έως τότε παραδοθεί και να καταβάλει η ενάγουσα στο δανειακό λογαριασμό που τηρούσε ο πρώτος εναγόμενος στη δεύτερη εναγομένη τράπεζα την αναλογούσα, στην ποσότητα αυτή, αξία, για δε την αξία της υπολειπόμενης ποσότητας να εκδώσει η ενάγουσα ισόποσες επιταγές σε αντικατάσταση των προηγουμένων.
Έως τις 13-7-2011 ο πρώτος εναγόμενος είχε παραδώσει ποσότητα 534 τόνων μόνο. Στις 14-7-2011 έγινε νέα τριμερής συνάντηση των διαδίκων στα γραφεία της δεύτερης εναγομένης τράπεζας κατά την οποία αποφασίστηκε: 1] να καταβάλει η ενάγουσα στη δεύτερη εναγομένη το ποσό των 175.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία του σίτου, που μέχρι τότε είχε παραδώσει ο πρώτος εναγόμενος στην ενάγουσα, 2] να εκδώσει η ενάγουσα τρεις νέες επιταγές συνολικής αξίας 695.000 ευρώ για το υπόλοιπο της αξίας του σίτου που όφειλε να της παραδώσει ο πρώτος εναγόμενος [870.000 - 175.000= 695.000] με ημερομηνίες έκδοσης 31-8-2011, 27-9-2011 και 31-10-2011 και 3] να επιστρέψει η δεύτερη εναγομένη τράπεζα τις επτά [7] επιταγές.
Η συμφωνία αυτή έγινε, όπως η ίδια η τράπεζα συνομολογεί με τις προτάσεις της [σελ. 4], προκειμένου να μην αναγκαστεί η ενάγουσα να πληρώσει την αξία των επιταγών τη στιγμή που δεν είχε παραλάβει το σύνολο του εμπορεύματος. Στις 18-7-2011 η ενάγουσα έδωσε εντολή να μεταφερθεί το ποσό των 175.000 ευρώ από το λογαριασμό όψεως που αυτή διατηρούσε στο κατάστημα της δεύτερης εναγομένης στο Κιλκίς, στον δανειακό λογαριασμό του πρώτου εναγομένου που τηρούσε η εναγομένη τράπεζα για την εξυπηρέτηση της υπ' αριθμό .../10-5-2001 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό που είχε χορηγήσει στον εναγόμενο.
Παραταύτα η δεύτερη εναγόμενη εμφάνισε τις ως άνω επτά επιταγές προς πληρωμή την ίδια ημέρα [18-7-2011] παραβαίνοντας τη συμφωνία που είχε ήδη καταρτίσει και μόνο όταν διαπίστωσε ότι αυτές δεν μπορούν να πληρωθούν συνεπεία της προσωρινής διαταγής που απαγόρευε την πληρωμή τους, προέβη στην επιστροφή τους, προκειμένου να λάβει νέες.
Μετά την καταβολή του ποσού των 175.000 ευρώ από την ενάγουσα και την ανεπιτυχή προσπάθεια της δεύτερης εναγομένης να εισπράξει τις επιταγές, πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση των διαδίκων στο κατάστημα της δεύτερης εναγομένης στην οδό ... στη Θεσσαλονίκη, όπου ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Σ. Κ. εξέδωσε για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρίας σε διαταγή του πρώτου εναγομένου για την κάλυψη της αξίας της υπόλοιπης προς παράδοση ποσότητας στο πλαίσιο της τριμερούς συμφωνίας που είχε προηγηθεί, τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες από την τράπεζα Eurobank EFG, ήτοι την υπ' αριθμό ...
επιταγή ποσού 230.000 ευρώ με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31-8-2011, την υπ' αριθμό ... επιταγή ποσού 230.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 27-9-2011 και την υπ' αριθμό ... επιταγή ποσού 235.000 ευρώ με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31-10-2011. Τις επιταγές αυτές μεταβίβασε αυθημερόν με οπισθογράφηση ο πρώτος εναγόμενος στη δεύτερη εναγομένη τράπεζα, η οποία τις καταχώρησε στο υπ' αριθμό .../20-7-2011 πινάκιο μεταχρονολογημένων επιταγών.
Ταυτόχρονα υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου και σε σχέση πάντα με τα συμφωνηθέντα στις 14-7-2011 η από 20-7-2011 σύμβαση αγοραπωλησίας ποσότητας 2.120 μ. τ. σκληρού σίτου με τιμή 290 ευρώ συν ΦΠΑ 13%, η οποία συμφωνήθηκε παραδοτέα σταδιακά και ειδικότερα 702 μ.τ. μέχρι την 31-8-2011 [φερόμενη ημερομηνία έκδοσης της πρώτης επιταγής] 702 μ.τ μέχρι την 27-9-2011 [φερόμενη ημερομηνία έκδοσης της δεύτερης επιταγής] και 716 μ.τ.
μέχρι την 31- 10-2011 [φερόμενη ημερομηνία έκδοσης της τρίτης επιταγής]. Την ίδια ημέρα η δεύτερη εναγομένη τράπεζα παρέδωσε στην ενάγουσα τις επτά επιταγές με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-7-2011, οι οποίες ακυρώθηκαν. Αντίγραφο της νέας σύμβασης απεστάλη την επομένη ημέρα στη δεύτερη εναγομένη τράπεζα. Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι η τράπεζα κατά την κτήση των τριών νέων επιταγών, γνώριζε ότι η πληρωμή τους εξαρτήθηκε από την παράδοση των αντίστοιχων ποσοτήτων προϊόντος σίτου και ότι χωρίς την παράδοση των συμφωνημένων ποσοτήτων σίτου, αυτές στερούνταν αιτίας, τις παρέλαβε δε εν γνώσει της ότι με την απόκτηση των τίτλων είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή της ένστασης αυτής από την ενάγουσα και ότι επιτυγχάνεται έτσι η είσπραξη των επιταγών, η οποία, χωρίς τη μεταβίβασή τους προς αυτήν, ως τρίτης κομίστριας από οπισθογράφηση, δεν θα επιτυγχάνονταν.
Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη τράπεζα ενέκρινε τελικά την αντικατάσταση των επτά επιταγών με τις τρεις νέες επιταγές μόνο αφού προηγουμένως, επιχείρησε ανεπιτυχώς να τις εισπράξει, όπως ανωτέρω εκτέθηκε. Η τράπεζα εξάλλου λόγω της πρόσβασης που είχε στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ, γνώριζε για τη ραγδαία επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του δευτέρου εναγομένου και την αδυναμία του να ανταποκριθεί πλήρως στις συμβατικές του υποχρεώσεις από την ως άνω πώληση.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος παρά τα συμφωνηθέντα έως τις 4-8-2011 είχε παραδώσει μόνο 371.960 κιλά σκληρού σίτου αξίας 121.891,29 ευρώ. Η ενάγουσα προκειμένου να διευκολύνει τον εναγόμενο να προμηθευτεί ολόκληρη την οφειλόμενη ποσότητα των 702 μ.τ., την οποία, έπρεπε να της παραδώσει έως την 30-8-2011 ώστε να πληρωθεί η πρώτη επιταγή του, του κατέβαλε κατά την παραπάνω ημερομηνία σε μετρητά το ποσό των 100.000 ευρώ.
Παρόλα αυτά ο εναγόμενος την επομένη απέστειλε μόνο 33.530 κιλά σκληρού σίτου αξίας 10.987,78 ευρώ. Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα απέστειλε στον πρώτο εναγόμενο την από 22-8-2011 εξώδικη δήλωση με την οποία τον καλούσε να παραδώσει έως τις 25-8-2011 το υπόλοιπο της οφειλομένης ποσότητας που αντιστοιχεί στην υπόλοιπη αξία της πρώτης επιταγής με φερόμενη ημερομηνία την 31-8-2011 δηλώνοντας ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας θα αποκρούσει όλη την παροχή μη έχοντας πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης.
Την ίδια δήλωση η ενάγουσα κοινοποίησε στη δεύτερη εναγομένη τράπεζα. Ωστόσο ο εναγόμενος δεν παρέδωσε οποιαδήποτε ποσότητα. Ενόψει των παραπάνω ήτοι, ότι αποδείχθηκε η έλλειψη [ματαίωση] της αιτίας έκδοσης των ενδίκων επιταγών και η ύπαρξη κακής πίστης της δεύτερης εναγομένης που τις κατείχε ως νόμιμη κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως λόγω ενεχύρου και της γνώσης της ότι θα υποστεί βλάβη η ενάγουσα εάν τις εμφανίσει αυτή [η δεύτερη εναγομένη] προς πληρωμή, γεγονός που αποδέχθηκε, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και να αναγνωριστεί 1] ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν έχει αξίωση σε βάρος της ενάγουσας από την από 20-7-2011 σύμβαση πώλησης πλην της καταβολής του τιμήματος για τις ποσότητες σίτου συνολικού βάρους 405.490 κιλών που της παρέδωσε έως την άσκηση της αγωγής, το οποίο ανέρχεται σε 132.879,073 ευρώ, αφού αφαιρεθεί από αυτό, το ποσό των 100.000 ευρώ, που η ενάγουσα του κατέβαλε σε μετρητά, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα στις 4-8-2011 και 2] ότι η ενάγουσα δεν οφείλει τα αναγραφόμενα στις υπ' αριθμ. ...
επιταγές ποσά των 230.000 ευρώ, 230.000 ευρώ και 235.000 ευρώ αντίστοιχα, τις οποίες εξέδωσε η ίδια σε διαταγή του πρώτου εναγομένου και κατέχει η δεύτερη εναγομένη ως εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος, πλην του ποσού των 32.879,073 ευρώ....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι: α) Ήδη πριν τις 13.7.2011 ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε περιέλθει υπαιτίως σε υπερημερία περί την εκπλήρωση της ένδικης σύμβασης πώλησης σίτου, στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη αναιρεσίβλητη του είχε παραδώσει επτά επιταγές.
β) Ότι στις 14.7.2011 πραγματοποιήθηκε τριμερής συνάντηση, στην οποία συμμετείχαν οι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας τράπεζας και της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθώς και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και συμφωνήθηκε, κατ' αυτή, να καταβάλλει η πρώτη αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα το ποσό των 175.000 €, που αντιστοιχούσε στην έως τότε ποσότητα σίτου, την οποία της είχε παραδώσει ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και να επιστραφούν, από την αναιρεσείουσα τράπεζα, σ' αυτή (δεύτερη αναιρεσίβλητη) οι επτά επιταγές αξίας 870.000 €, αφού ο δεύτερος δεν της είχε παραδώσει τη συμβατικώς συμφωνηθείσα ποσότητα σίτου, στην οποία αντιστοιχούσαν αυτές, αλλά μόνο μικρό μέρος της, την αξία της οποίας, του κατέβαλε αυτή μετρητοίς, στις 18.8.2011.
γ) Ότι καίτοι αποδέχθηκε τη συμφωνία αυτή η αναιρεσείουσα, στη συνέχεια επιχείρησε, στις 18.7.2011, να σφραγίσει και τις επτά αρχικές επιταγές, ενόσω μάλιστα είχε εισπράξει ήδη το ποσόν των 175.000 € που, κατά τα παραπάνω, είχε συμφωνηθεί να της καταβληθεί και ότι η απόπειρα αυτή απέτυχε, διότι στο μεταξύ η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε πετύχει την έκδοση προσωρινής διαταγής από το πρωτοδικείο Κιλκίς, που απαγόρευε την πληρωμή τους.
δ) Ότι, στη συνέχεια, στις 20.7.2011 πραγματοποιήθηκε και νέα συνάντηση των δύο αναιρεσιβλήτων σε κατάστημα της αναιρεσείουσας στη Θεσσαλονίκη, όπου ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξέδωσε για λογαριασμό της και σε διαταγή του δευτέρου αναιρεσίβλητου για την κάλυψη της αξίας της υπόλοιπης προς παράδοση ποσότητας σίτου, στο πλαίσιο της τριμερούς συμφωνίας, που είχε προηγηθεί, τις ένδικες, μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες ο τελευταίος μεταβίβασε αυθημερόν στη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, ενώ την ίδια ημέρα υπογράφηκε και νέο συμφωνητικό εντός του καταστήματος της τελευταίας, με το οποίο ανέλαβε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος να παραδώσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη τις μη παραδοθείσες, εισέτι ποσότητες σίτου, των οποίων το τίμημα αντιστοιχούσε στο ποσό των ως άνω επιταγών και οι οποίες ποσότητες, ενώ έπρεπε να είχαν, ήδη, παραδοθεί, τμηματικά, μέχρι τις 15-5-2011, δεν είχαν παραδοθεί μέχρι και την ημερομηνία αυτή (20-07-2011) και με βάση τις παραδοχές του αυτές (το Εφετείο) κατέληξε στο δικανικό πόρισμα ότι κατά το χρόνο απόκτησης των επίδικων επιταγών στις 20-07-2011, η αναιρεσείουσα, τραπεζική εταιρεία ενήργησε εν γνώσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την ένδικη αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, περί του ότι η πληρωμή των συγκεκριμένων επιταγών εξαρτήθηκε από την παράδοση των αντίστοιχων ποσοτήτων σίτου και ότι χωρίς την παράδοση αυτή, αυτές στερούνταν αιτίας και ακόμη περισσότερο ενήργησε προς βλάβη της τελευταίας, καθόσον με τον τρόπο αυτό επεδίωκε (η αναιρεσείουσα) την πληρωμή των επιταγών προς όφελός της, τελώντας σε γνώση ότι ήταν δυνατόν να ματαιωθεί, έτσι η προβολή της σχετικής ένστασης της ως άνω αντιδίκου της, έναντι του λήπτη των επιταγών, δεν παραβίασε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933.
Και τούτο διότι, οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου πληρούν το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης και δικαιολογούν την εφαρμογή της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ενώ αυτές διατυπώθηκαν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς λογικά άλματα, κενά και αντιφάσεις, πράγμα που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας ή μη της εφαρμογής της ρηθείσας διάταξης και δικαιολογεί τη συναγωγή του ως άνω, σαφούς, δικανικού του πορίσματος.
Σημειουμένου ότι, τα μεταγενέστερα του ως άνω κρίσιμου χρόνου (της απόκτησης από την αναιρεσείουσα των ενδίκων επιταγών) περιστατικά, τα οποία αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη, αναφορικά με την εξέλιξη της ένδικης συμβατικής σχέσης της πρώτης αναιρεσίβλητης με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, εναγόμενο και τη σχετική, περί αυτών, γνώση της αναιρεσείουσας, ανάγονται στην επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, προς αιτιολόγηση και ενίσχυση του ως άνω, σαφούς, αποδεικτικού του πορίσματος και δεν επηρεάζουν την ορθότητά του.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, κατά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις τους, κρίνονται αβάσιμοι. Αβάσιμος κρίνεται ο πρώτος λόγος και κατά την αιτίασή του για, ευθεία, παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ. Τούτο διότι, η αιτίαση αυτή, στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο εφάρμοσε αυτή τη διάταξη, ενώ, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν την εφάρμοσε, ούτε και ήταν, ενόψει των παραδοχών του αυτών, εφαρμοστέα.
ΙV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, που, επίσης, νίκησε, δεν δικαιούται δικαστικά έξοδα, έναντι της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, αφού αυτός, λόγω της απουσίας του, δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-06-2018 αίτηση αναίρεσης της 1921/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου