Legislator Case Law & Legislation
584/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on property boundaries while dismissing claims regarding deceased heir's rights.

Case Number 584/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the defendants lacked standing and that the property description was inconsistent with historical records. The court rejected the standing argument as it infringed on the final appellate evaluation of inheritance acquisition but found merit in the boundary discrepancy claim. Consequently, the appeal was dismissed regarding the deceased heir but allowed regarding the specific 350 square meter portion of the property, remanding that section for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 3, 580 para. 3, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when specific grounds are admissible and meritorious while dismissing others based on final appellate evaluations, remanding the admissible portion for retrial.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance property boundary dispute heir standing rights remand for retrial Code of Civil Procedure inheritance acquisition court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 3, 580 para. 3, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 974, 999, 1000, 1033, 1094, 1710 para. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 584 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 584/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Λάμπρο Καρέλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 9η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πικράκη, που ανακάλεσε την από 18-12-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, παραστάθηκε και δήλωσε ότι διορθώνει το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τους αναιρεσίβλητους, όπως αναλυτικότερα αναφέρεται με τις προτάσεις του.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ε. Κ. του Ν. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Σιουγγάρη, 2.Μ. συζ. Γ. Ψ., το γένος Ν. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε, 3. Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Σιουγγάρη, 4. Ν. Π. του Ί., κατοίκου .... Στο σημείο αυτό η ανωτέρω δικηγόρος Μαρία Σιουγγάρη δήλωσε ότι η 2η αναιρεσίβλητη πέθανε στις 17-8-2008 και κληρονομήθηκε από την 4η αναιρεσίβλητη Ν. Π. του Ί., η οποία συνεχίζει τη δίκη που διακόπηκε βίαια και παρίσταται μόνο με την ιδιότητα της ως νόμιμη κληρονόμος της 2ης και όχι ατομικά και την οποία εκπροσωπεί η παραπάνω δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 39/2015 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της κλήσης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος, που ορίστηκε εισηγητής, ανέγνωσε την από 128-12-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή, της από 13-11-2015 αιτήσεως αναιρέσεως της 39/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 39/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 251/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή διεκδικητική αγωγή ακινήτου των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και της Ευαγγελίας Ν. Κ. κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση, με εξαίρεση τις δεύτερη και τέταρτη από τους αναιρεσίβλητους, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού χωρισθεί η υπόθεση ως προς τις παραπάνω δεύτερη και τέταρτη αναιρεσίβλητες, κατ' άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, αφού, ενόψει του ανωτέρω αντικειμένου της δίκης, υφίσταται απλή ομοδικία μεταξύ τούτων και των λοιπών αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 1225/2017, 1414/2014).

2. Ως προς τις παραπάνω δεύτερη και τέταρτη από τους αναιρεσίβλητους, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για τους εξής λόγους: Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ. α' , 287, 291, 292 και 313 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, πεθάνει κάποιος διάδικος.

Αν, όμως, ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή, πολύ περισσότερο, μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν, δηλαδή, δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 740/2016).

Περαιτέρω, η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του.

Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 558 εδ. α' ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, σε περίπτωση θανάτου κάποιου απ' αυτούς, κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναίρεσης, είχε λάβει, με οποιονδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του.

Διαφορετικά, η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς, δηλαδή, ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτησή της με τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του θανόντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της υπόθεσης.

Αν, όμως, ο θάνατος του διαδίκου είχε γνωστοποιηθεί στον αναιρεσείοντα πριν από την άσκηση της αναίρεσης με οποιονδήποτε τρόπο και, παρ' όλα αυτά, η αναίρεση ασκήθηκε κατά του θανόντος, τότε είναι άκυρη, αφού στρέφεται κατά ανύπαρκτου, σύμφωνα με το άρθρο 35 ΑΚ, προσώπου (ΑΠ 1282/2009, 65/2006). Άκυρη, επίσης, είναι η αναίρεση, όταν ασκείται κατά των κληρονόμων του διαδίκου, παρ' όλο που ο τελευταίος, κατά το χρόνο άσκησής της, αλλά και κατά το χρόνο εκδίκασής της, βρίσκεται στη ζωή, αφού στρέφεται τότε κατά προσώπου που δεν ήταν διάδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Η ακυρότητα, για τις παραπάνω αιτίες, επειδή ανάγεται στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος (άρθρο 62 ΚΠολΔ), εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρα 73, 558, 573 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους προκύπτουν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήτοι να προηγήθηκε της άσκησης της αναίρεσης ο θάνατος του αναιρεσίβλητου και ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση της αναίρεσης, να γνώριζε το γεγονός τούτο (ΑΠ 1282/2009, 65/2006), ενώ, προκειμένου να ασκηθεί έγκυρα η αναίρεση κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, δεν απαιτείται να γνωρίζει ο αναιρεσείων ότι ο αντίδικός του αυτός βρίσκεται, κατά την άσκηση της αναίρεσης, στη ζωή, αφού, αντίθετα, ο νόμος απαιτεί τη γνώση του θανάτου του, ως προϋπόθεση ακυρότητας της αναίρεσης, όταν αυτή ασκείται, παρά το θάνατό του, εναντίον του.

Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, η παραίτηση από το δικόγραφο ενδίκου μέσου, που έχει ως αποτέλεσμα, να θεωρείται τούτο πως δεν ασκήθηκε, μπορεί να γίνει με σχετική δήλωση αυτού που το άσκησε, η οποία καταχωρείται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του.

Η δήλωση, όμως, του διαδίκου, που παρίσταται στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση ενδίκου μέσου που άσκησε, σύμφωνα με την οποία το ένδικο μέσο "δεν εισάγεται" ως προς κάποιον ή κάποιους από εκείνους κατά των οποίων στρέφεται, δεν ισοδυναμεί με παραίτησή του, διότι δήλωση με τέτοιο περιεχόμενο δεν προβλέπεται στον ΚΠολΔ, αλλά πρέπει να νοηθεί ως δήλωση παραίτησης του διαδίκου αυτού από το δικαίωμα κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης που άσκησε και, εφόσον πληρούται ο τύπος που απαιτείται από τα άρθρα 297 και 299 ΚΠολΔ, δηλαδή, καταχώριση της δήλωσης αυτής στα πρακτικά ή επίδοση δικογράφου στον αντίδικο, έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται πως η κλήση για συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν ασκήθηκε, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, που προβλέπει για την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής όμοιο αποτέλεσμα, δηλαδή ανάκληση της διαδικαστικής πράξης.

Ενόψει του περιεχομένου αυτού της παραπάνω δήλωσης, ήτοι ότι το ένδικο μέσο δεν φέρεται για συζήτηση, δεν αποκλείεται η επανεισαγωγή του για συζήτηση σε νέα δικάσιμο. Σε περίπτωση τέτοιας δήλωσης, δεν ερευνάται, αν το ένδικο μέσο είναι βάσιμο ως προς εκείνον που αφορά η δήλωση, ενώ αν ο τελευταίος είναι απών, η συζήτηση κηρύσσεται ως προς αυτόν ματαιωμένη (ΑΠ 673/2013, 674/2011, 610/2011, 148/2011, 1080/2008).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, προκύπτουν τα εξής: Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκείται και κατά των:

α) Μ. συζ. Γ. Ψ., το γένος Ν. Κ., η οποία υπήρξε αντίδικος (αρχικώς ενάγουσα) του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος στην πρωτοβάθμια δίκη και

β) "Π. Ν. του Ί....ως κληρονόμου της αρχικώς εναγομένης (προφανώς, εννοεί: εναγούσης) Ε. Κ.", η οποία Ε. Κ. υπήρξε και αυτή αντίδικος (εφεσίβλητη) του αναιρεσείοντος στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Η τελευταία αυτή απόφαση εκδόθηκε μετά από έφεση του αναιρεσείοντος και κατά των "2) Μ. συζ. Γ. Ψ., το γένος Ν. Κ....και 4) Ε. συζ. Α. Π., το γένος Ν. Κ.". Η εν λόγω έφεση συζητήθηκε στις 13-1-2015. Πριν από τη συζήτησή της και, συγκεκριμένα, στις 13-1-2015 και ώρα 08:10, οι εφεσίβλητοι κατέθεσαν τις από 9-1-2015 προτάσεις τους, στις οποίες αναφέρονται ως εφεσίβλητοι και οι "2) Π. Ν. του Ι. - Δ....ως καθολική διάδοχος της αρχικής ενάγουσας και εφεσιβλήτου και ήδη αποβιωσάσης Μ. συζύγου Γ. Ψ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., οδός ......και 4) Ε. σύζυγος Α. Π., το γένος Ν. Κ., κάτοικος ..., οδός ...", στο κείμενο δε των προτάσεων αυτών αναφέρεται, πλην άλλων και ότι "δηλώνεται η βίαιη διακοπή της δίκης στο πρόσωπο της 2ης εφεσιβλήτου Μ. συζύγου Γ. Ψ., το γένος Ν. Κ., λόγω του θανάτου της σύμφωνα με την ….1 - Ψ - 2008 πράξη του ληξιάρχου Δήμου …. και η συνέχισή της από την καθολική διάδοχό της Ν. Π. του Ι. - Δ., σύμφωνα με την από 20/1/2004 ιδιόγραφη διαθήκη της αρχικής εφεσιβλήτου, η οποία δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών (πρακτικό 26988/2010) και κηρύχθηκε κυρία...".

Συνεπώς, από τις ανωτέρω προτάσεις των αντιδίκων του, προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων γνώριζε από τις 13-1-2015, πριν, δηλαδή, από την άσκηση, στις 16-11-2015, της υπό κρίση αίτησής του, ότι η αρχική αντίδικός του Μ. σύζ. Γ. Ψ., το γένος Ν. Κ. είχε ήδη πεθάνει και ότι κληρονόμος της ήταν η ανωτέρω Ν. Π., ενώ δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι είχε γνωστοποιηθεί σ' αυτόν με οποιονδήποτε τρόπο ότι είχε πεθάνει η άλλη αρχική αντίδικός του Ε.

Κ., η οποία, κατά τους ισχυρισμούς των διαδίκων, βρίσκεται και σήμερα στη ζωή. Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τις παραπάνω αναιρεσίβλητες Μ. Ψ. και Ν. Π., ως προς μεν την πρώτη Μ. Ψ., διότι, κατά το χρόνο άσκησής της, αυτή είχε ήδη πεθάνει, γεγονός που γνώριζε ο αναιρεσείων και, συνεπώς, ασκείται η αίτησή του κατά ανύπαρκτου προσώπου, ως προς δε τη δεύτερη Ν.

Π., επειδή αυτή δεν υπήρξε διάδικος (αντίδικος του αναιρεσείοντος) στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται στη ζωή η διάδικος στη δίκη αυτή Ε. Κ., ως κληρονόμος της οποίας φέρεται με την αίτηση η εν λόγω Ν. Π.. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος με τις προτάσεις του στο Δικαστήριο τούτο, ότι "ως προς την εκ των άνω Π.

Ν., διορθώνω κατά το ότι είναι κληρονόμος της...Μ.Ν. Κ. και όχι της Ευαγγελίας Ν. Κ., όπως από παραδρομή αναφέρεται στην αναίρεσή μου", στερείται εννόμων αποτελεσμάτων, διότι επέρχεται, έτσι, μεταβολή των αρχικών υποκειμένων της έννομης σχέσης της προκείμενης αναιρετικής δίκης, καθόσον στη θέση της αρχικής αναιρεσίβλητης Μ.

Ψ. - Κ. υπεισέρχεται, ως αναιρεσίβλητη, η Ν. Π. και, συνεπώς, δεν πρόκειται για επιτρεπόμενη, κατά τα άρθρα 223 και 224 ΚΠολΔ, διόρθωση, επειδή η Ν. Π. φέρεται με την αναίρεση ως κληρονόμος της Ε. Κ., αλλά, στην πραγματικότητα, για άσκηση νέας αναίρεσης, με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, ήτοι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 111, 495 επ.

και 552 επ. ΚΠολΔ και με αναιρεσίβλητη τη Ν. Π., ως κληρονόμο της Μ. Ψ.. Στερείται, επίσης, εννόμων αποτελεσμάτων ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος με τις ίδιες προτάσεις του, ότι "η αναίρεσή μου εισάγεται μόνο ως προς τους...Ε. Κ., Π. Ν. και Β. Κ.", υπονοώντας, χωρίς να το αναφέρει, ότι δεν εισάγεται ως προς τη θανούσα Μ.

Ψ. και τη Ν. Π. ως κληρονόμο της Ε. Κ.. Στερείται δε και ο ισχυρισμός αυτός εννόμων αποτελεσμάτων, πρωτίστως, διότι υποβλήθηκε με τις προτάσεις και όχι με κάποιον από τους παραπάνω τρόπους, που προβλέπει ο νόμος και, ως εκ τούτου, δεν επιφέρει τις προεκτεθείσες έννομες συνέπειες της ματαίωσης της συζήτησης της υπόθεσης ως προς εκείνους, για τους οποίους δεν εισάγεται.

Τέλος, στερείται εννόμων αποτελεσμάτων και η δήλωση της ανωτέρω πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, που έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά της δίκης, ότι "η 2η αναιρεσίβλητη (Μ. Ψ.) πέθανε στις 17-8-2008 και κληρονομήθηκε από την...Ν. Π., η οποία συνεχίζει τη δίκη που διακόπηκε βίαια και παρίσταται μόνο με την ιδιότητά της ως νόμιμη κληρονόμος της 2ης (Μ.

Ψ.) και όχι ατομικά και την οποία εκπροσωπεί η παραπάνω δικηγόρος". Στερείται δε εννόμων αποτελεσμάτων η δήλωση αυτή, διότι, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων γνώριζε, κατά την άσκηση της αναίρεσης, ότι η αναιρεσίβλητη Μ. Ψ. είχε ήδη πεθάνει, συνέχιση της δίκης από την κληρονόμο της Ν. Π. με την ανωτέρω δήλωση αυτής δεν είναι δυνατή, καθόσον, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, δεν υπάρχει πλέον στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για τη βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω του θανάτου της αρχικώς εναγομένης - εφεσίβλητης - αναιρεσίβλητης Μ.

Ψ., αφού το εν λόγω διακοπτικό γεγονός, το οποίο γνώριζε ο αναιρεσείων, δεν επήλθε μετά την άσκηση (στις 16-11-2015) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δηλαδή, ενόσω είναι εκκρεμής η παρούσα δίκη, αλλά πολύ νωρίτερα (στις 17-8-2008).

Συνεπώς, η συμμετοχή στη δίκη αυτή της Ν. Π., ως εκ διαθήκης κληρονόμου της Μ. Ψ., είναι απαράδεκτη.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία του διαδίκου, αν και αυτός, στην πραγματικότητα, δεν ομολόγησε (ΑΠ 1831/2008).

Για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αυτός, θα πρέπει από την ανύπαρκτη ομολογία να έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχτηκε πραγματικό γεγονός, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, επέδρασε, δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασής του, αφού, κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ, αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τέτοια γεγονότα, ήτοι γεγονότα που ανήκουν στο πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1043/2013, 1042/2013).

Συνιστά δε τέτοιο γεγονός, στην περίπτωση της διεκδικητικής αγωγής, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την κυριότητά του σε παράγωγο τρόπο, η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του στο επίδικο, αφού, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, μόνο αν ο τελευταίος είναι κύριος του ακινήτου, αποκτά και ο ίδιος την κυριότητά του με τη μεταβίβασή της, οπότε μπορεί και να το διεκδικήσει και, συνεπώς, ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεχτεί ότι η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος στο επίδικο αποδεικνύεται από ανύπαρκτη στην πραγματικότητα ομολογία του εναγομένου.

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν με την από 19-11-2007 διεκδικητική αγωγή τους, ότι έγιναν συγκύριοι του ακινήτου που διεκδικούν με την αγωγή τους αυτή από τον αναιρεσείοντα, εμβαδού 4,5 περίπου στρεμμάτων, με παράγωγο αποκλειστικά τρόπο και, συγκεκριμένα, ως συγκληρονόμοι της κυρίας του ακινήτου αυτού μητέρας τους Ό.

Κ., που πέθανε και την κληρονομία της οποίας αποδέχτηκαν με τη νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική δήλωσή τους που αναφέρουν. Ο αναιρεσείων, αμυνόμενος κατά της αγωγής αυτής, ισχυρίσθηκε με τις από 18-2-2009 προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, στη συνέχεια και στο Εφετείο με την από 23-2-2010 έφεσή του κατά της 251/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή, ότι η ανωτέρω μητέρα των αναιρεσιβλήτων ήταν κυρία του επιδίκου, πλην του τμήματος αυτού που αναφέρει στα παραπάνω δικόγραφά του και το οποίο ανήκε στον ίδιο.

Συγκεκριμένα, εκθέτει στα δικόγραφά του αυτά ότι "το επίδικο ακίνητο και συγκεκριμένα αυτό που περιγράφεται στην αγωγή, μετ' αφαίρεση τμήματος σχήματος παραλληλογράμμου που βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του, εμβαδού 350 Μ2, με διαστάσεις 35 μ. στη βόρεια και νότια πλευρά του και 10 μ. στην ανατολική και δυτική πλευρά του, ανήκε πράγματι στους καθών (αναιρεσιβλήτους) από κληρονομία της μητέρας των...Αμέσως μετά την αγορά του παραπάνω ακινήτου (είναι το επίδικο πλην του ανωτέρω τμήματος των 350 τμ)...ευθυγράμμισα τη βόρεια πλευρά του...η οποία ήταν τεθλασμένη, προσθέτοντας σε αυτό και τμήμα του βορειοδυτικώς αυτού κειμένου αυτοτελούς ακινήτου μου, που εισερχόταν στο πρώην ακίνητο του καθού (των καθών, αναιρεσιβλήτων), εμβαδού τούτου 350 Μ2 περίπου, σχήματος παραλληλογράμμου, με διαστάσεις 35 μ.

στη βόρεια και νότια πλευρά του και 10 μέτρα στην ανατολική και δυτική πλευρά αυτού, όπως προανέφερα. Έτσι το ακίνητο αυτό έλαβε τη μορφή του κανονικού παραλληλογράμμου, όπως είναι σήμερα".

Συνεπώς, ο αναιρεσείων ομολόγησε με τα παραπάνω δικόγραφά του την κυριότητα της ανωτέρω δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο, με εξαίρεση το παραπάνω τμήμα αυτού των 350 τμ. Ως προς το τμήμα αυτό, όχι μόνο δεν ομολόγησε την κυριότητα της ανωτέρω δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, αλλά, αντίθετα, ρητά την αμφισβήτησε και την αρνήθηκε. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχτηκε, ως προς το ουσιώδες, σύμφωνα με τα ανωτέρω, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της κυριότητας της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων στο παραπάνω τμήμα των 350 τμ του επιδίκου, ότι αυτή (κυριότητα) "συνομολογείται από τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα)" και, συνεπώς, ότι αποδεικνύεται από το αποδεικτικό αυτό μέσο και, στη συνέχεια, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η παραπάνω αγωγή. Με την κρίση του, όμως, αυτή, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, αφού, κατά τα ανωτέρω, ο αναιρεσείων δεν ομολόγησε, ώστε να συναχθεί από την ομολογία του αυτή η αντίστοιχη απόδειξη, αλλά, αντίθετα, ρητά αμφισβήτησε την κυριότητα της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων στο τμήμα των 350 τμ του επιδίκου.

Συνεπώς, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ανωτέρω τμήμα των 350 τμ του επιδίκου, ενώ παρέλκει, ως προς το τμήμα αυτό, η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι, όμως, θα πρέπει να ερευνηθούν ως προς το υπόλοιπο τμήμα των 4.150 τμ του επιδίκου ακινήτου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω.

4. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν μ' αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, απ' το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1959/2007).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 39/2015 απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, ότι "η Ό.

Κ., μητέρα των εναγόντων, ήταν κυρία ενός αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δδ …. του δήμου …. και νυν …., εκτάσεως 4,5 στρεμμάτων περίπου, συνορευόμενο βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Σ. (εναγομένου), νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. Ρ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. Σ., ανατολικά με ιδιοκτησία Α.

Τ. και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. Κ. και αγροτικό δρόμο. Η κυριότητά της στο ακίνητο αυτό συνομολογείται από τον εναγόμενο. Η προαναφερόμενη Ό. Κ. απεβίωσε στις 25-1-1986 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τους ενάγοντες (τέκνα της) και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα. Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων ήταν και το παραπάνω ακίνητο.

Την κληρονομιά αυτή οι ενάγοντες την αποδέχθηκαν δυνάμει του ….111/16-9-1986 δηλωτικού αποδοχής του συμβολαιογράφου Ε. Κ., την οποία μετέγραψαν στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στις 23-10-1987 με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 210429. Επειδή η κληρονομούμενη κατοικούσε μόνιμα στην πόλη των …. και λόγω της ηλικίας της δεν μπορούσε να επιμελείται αυτοπροσώπως της περιουσίας της και μάλιστα αυτής που βρισκόταν εκτός ….., το 1983 συμφώνησε με τον εναγόμενο, με τον οποίο διατηρούσαν σχέσεις λόγω γειτονίας των ακινήτων τους και του παραχώρησε τη χρήση του προαναφερόμενου ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα, με την υποχρέωση να το καλλιεργεί για δικό του λογαριασμό και να το επιβλέπει για δικό της λογαριασμό.

Μετά το θάνατό της, ο τρίτος των εναγόντων Β. Κ., ενεργών και για λογαριασμό των λοιπών συγκληρονόμων, ήλθε σε επαφή με τον εναγόμενο και συμφώνησαν ο τελευταίος να προβεί σε δενδροφύτευση του ακινήτου με ελαιόδεντρα, για λογαριασμό των εναγόντων και με δικά τους έξοδα. Για το λόγο αυτό συνέταξαν το από 23-10-1987 συμφωνητικό, το οποίο φέρει τις υπογραφές του εναγομένου και του τρίτου των εναγόντων.

Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, ο εναγόμενος προχώρησε στο φύτευμα ελαιοδέντρων, 28 τον αριθμό και μάλιστα περιμετρικά του ακινήτου και αφέθηκε κενό το υπόλοιπο ακίνητο, το οποίο χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος για καλλιέργειες σιτηρών και κηπευτικών. Το έτος 1990 οι διάδικοι συμφώνησαν άτυπα να παραχωρήσουν τη χρήση του ακινήτου στον εναγόμενο, χωρίς αντάλλαγμα, με την υποχρέωση ο τελευταίος να έχει την επίβλεψη αυτού από τυχόν τρίτους καταπατητές και θα απέδιδε τη χρήση του όταν θα του εζητείτο.

Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, ο εναγόμενος καλλιεργούσε το ακίνητο με σιτηρά και κηπευτικά, συνέλεγε τον ελαιόκαρπο και επέβλεπε αυτό. Οι ενάγοντες, όταν έρχονταν στην Κρήτη, επισκεπτόταν το ακίνητο και συναντούσαν τον εναγόμενο. Το έτος 2007 έγινε πρόταση στους ενάγοντες να πωλήσουν το ακίνητο αυτό σε ενδιαφερόμενο αγοραστή.

Στα πλαίσια αυτά, ο τρίτος των εναγόντων ήλθε στην Κρήτη και στις 19-9-2007 μαζί με τοπογράφο μηχανικό μετέβη στο ακίνητο για εμβαδομέτρηση αυτού και σύνταξη σχετικού τοπογραφικού σχεδιαγράμματος, απαραίτητο για τη σύνταξη συμβολαίου. Τότε ο εναγόμενος για πρώτη φορά, συνεπικουρούμενος από τα παιδιά του, δεν επέτρεψαν στον τρίτο ενάγοντα να προβεί στην εμβαδομέτρηση του ακινήτου, ισχυριζόμενος ότι ό ίδιος είναι κύριος του ακινήτου, αφού οι ίδιοι του το πούλησαν ατύπως το έτος 1986, καταβάλλοντάς τους το ποσό των 800.000 δραχμών δια χειρός του εξαδέλφου τους Β.

Π., ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος αυτών. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό του αυτό ισχυρίστηκε ότι η καταβολή των χρημάτων έγινε στον εκπρόσωπό τους Β. Π., συγγενή τους, τέλη του έτους 1986, παρουσία του μάρτυρά του Γ. Μ.. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέβαλε τις ενστάσεις ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και δήλωσε ότι "αμφισβητεί τη χρονολογία σύνταξης του από 23-10-1987 συμφωνητικού".

Με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι έγινε συμφωνία για εμφύτευση ελαιοδέντρων στο επίδικο, πριν όμως από την προαναφερόμενη ημερομηνία, αλλά δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία αυτή αφού στη συνέχεια χώρισε η άτυπη αγοραπωλησία...Με τις ίδιες προτάσεις του ισχυρίζεται ότι το συμφωνητικό αυτό "είναι πλαστό κατά την υπογραφή μου στη δεύτερη σελίδα, όπου και η χρονολογία αυτού και νοθευμένο στο περιεχόμενό του, με χειρόγραφες από αυτούς διαγραφές και προσθήκες".

Σε άλλο σημείο των προτάσεων εκθέτει ότι "Εξ όσων όμως θυμάμαι, τότε έθεσα την υπογραφή μου σε μια σελίδα μόνο ενός εγγράφου που μου παρουσίασαν και αυτό γιατί μου έδωσαν και φωτοτυπία του εγγράφου αυτού...στο πίσω μέρος δεν υπάρχει ημερομηνία...Αν στο πίσω μέρος του συμφωνητικού είχαν θέσει ως χρονολογία συντάξεως το έτος 1987, εκ παραδρομής ή σκοπίμως για τους λόγους που αυτοί γνωρίζουν, την υπογραφή μου κάτω από αυτήν πρέπει να την έχουν πλαστογραφήσει.

Άλλως να την έχουν υφαρπάξει, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι είμαι σχεδόν αγράμματος...και είναι αδιάφορο αν η συμφωνία για την αγορά έγινε το 1986 ή το 1987, αφού έκτοτε απόκτησα κυριότητα με χρησικτησία...Όμως ο ίδιος ο μάρτυρας του εναγομένου και γιος αυτού εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όταν του επεδείχθη το προαναφερόμενο συμφωνητικό, κατέθεσε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή του πατέρα του.

Ο δε μάρτυρας του εναγομένου Γ. Μ., τον οποίο ο εναγόμενος κατονομάζει ως παρόντα στην καταβολή των χρημάτων στον εκπρόσωπο των εναγομένων Β. Π., ο οποίος έχει αποβιώσει από το έτος 2002, εξεταζόμενος ενώπιον συμβολαιογράφου, κατέθεσε ότι: "Τότε ο Ε. Σ.ς μου είπε ότι συμφώνησε να αγοράσει το ακίνητο των Κ. και μου ζήτησε να περάσουμε πριν το σκάψιμο από το μετόχι του για να δώσει το ποσό που συμφωνήθηκε για την αγορά του ακινήτου αυτού στον αντιπρόσωπο των Κ., δηλαδή στο Β.

Π.. Προφανώς ήθελε να με έχει σαν μάρτυρα στην αγορά αυτή. Πράγματι ήλθε στην πλατεία και ο Β. Π. και όλοι μαζί πήγαμε στο μετόχι του Σ., όπου ο Σ. μπροστά μου του έδωσε το αντίτιμο της πωλήσεως που θυμάμαι καλά ήταν 800.000 δραχμές. Μάλιστα ο Σ. του είπε να φροντίσει ώστε να γίνουν γρήγορα τα συμβόλαια...". Η κατάθεση αυτή του μάρτυρα έρχεται σε αντίθεση με την κοινή πείρα και λογική, αφού δεν είναι συνηθισμένο στις κρατούσες στην περιοχή συναλλαγές ο εκπρόσωπος των εναγόντων να λαμβάνει για λογαριασμό τους τόσο μεγάλο για την εποχή ποσό, χωρίς να παραδίδει καμία έστω και πρόχειρη απόδειξη έστω, να πηγαίνει στην αγροικία του εναγομένου και ο τελευταίος να έχει στην κατοχή του το ποσό αυτό και να του το παραδίδει, χωρίς και ο ίδιος να του ζητεί απόδειξη.

Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι την ίδια ημέρα 23-10-1987 που έγινε η μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομιάς από τους ενάγοντες, συντάσσεται το προαναφερόμενο συμφωνητικό, την ύπαρξη του οποίου εμμέσως συνομολογεί ο εναγόμενος, συμφωνούν για την αξιοποίηση του ακινήτου και ο εναγόμενος να ισχυρίζεται ότι η καταβολή των χρημάτων έγινε τέλη του έτους 1986.

Τούτο δε το επικαλείται για να ισχυριστεί περαιτέρω ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του η εικοσαετής νομή. Περαιτέρω όμως ισχυρίζεται ότι και αν ακόμη η συμφωνία έγινε το έτος 1987 και πάλι η καταβολή έγινε, ασχέτως του χρόνου της καταβολής, για να στοιχειοθετήσει την επικαλούμενη από αυτόν ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους των εναγόντων.

Μάλιστα όταν το έτος 2006 ο αγοραστής του όμορου ακινήτου και μάρτυρας των εναγόντων Μ. Ρ. προχώρησε στην οριοθέτηση του ακινήτου του και εισήλθε εντός του επιδίκου ακινήτου, ο εναγόμενος ενημέρωσε τους ενάγοντες, δηλώνοντας στο μάρτυρα ότι το ακίνητο ανήκει στους ενάγοντες, οι οποίοι κατοικούν στην ….

και ότι το καλλιεργούσε κατ' εντολή τους (βλ. κατάθεσή του). Μάλιστα αυτός συμμορφώθηκε μετά από παρέμβαση του δικηγόρου των εναγόντων και λύθηκε εξωδικαστικά η διαφορά. Μετά από όλα τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε τη χρήση του επίδικου δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου και στα πλαίσια της χρήσης αυτής προέβαινε στην καλλιέργεια και διαρρύθμιση των χώρων για την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών του.

Δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες άτυπα το έτος 1986 ή 1987 του μεταβίβασαν το ακίνητο αντί του προαναφερόμενου ποσού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την από 19-11-2007 και με αριθμό κατάθεσης 6859/2007 αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 17-11-2007...οι ενάγοντες κατήγγειλαν τη μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου.

Με την παραπάνω καταγγελία λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση χρησιδανείου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, αν και με συνοπτική αιτιολογία και έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στους ενάγοντες το επίδικο ακίνητο, δεν έσφαλε, αλλά ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και πρέπει, συμπληρουμένης μερικώς της αιτιολογίας, να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της εφέσεως ως ουσία αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 119 έως 120 ιδίου Κώδικος στοιχείων, και τους λόγους εφέσεως. Ως λόγοι εφέσεως νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις, οι συνιστάμενες, ως επί το πλείστον, εις παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου.

Οι παραδρομές του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος της εφέσεως πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα τα οποία αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν, κατά το αίτημα της εφέσεως, την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της.

Τοιουτοτρόπως, λόγος εφέσεως περί παραβάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τυγχάνει παντελώς αόριστος, εάν δεν μνημονεύεται συγχρόνως σ' αυτόν ποίος ο παραβιασθείς κανών δικαίου και με ποίο τρόπο εχώρησε η παραβίασης αυτού...Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα έστω και της ίδιας δίκης.

Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση...Περαιτέρω αν η αγωγή ή ένσταση απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως νόμω αβάσιμη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτονται, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση...Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, ο οποίος εμπεριέχεται ως σύνολο στον πρώτο ως ενιαίος, αλλά είναι αυτοτελής, ο εκκαλών παραπονείται επί λέξει: "διότι δεν έλαβε υπόψιν της τα νομίμως προσαχθέντα από μένα αποδεικτικά μέσα (οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισα) και πάντως εκτίμησε αυτά εσφαλμένα και δεν ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά το νόμο.

Ενώ αν ελάμβανε υπόψιν της τις νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων μου επίσης έπρεπε να δεχτεί ως αληθείς τους δικούς μου ισχυρισμούς, όπως αναφέρονται στις ενσωματωμένες στην παρούσα προτάσεις μου και να δεχτεί...και την περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής των καθ ων ένστασή μου...ακόμη η εκκαλουμένη έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1045 και 281 ΑΚ.

Αν ερμήνευε και εφάρμοζε σωστά τις διατάξεις αυτές και εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις έπρεπε να δεχτεί ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικώς και να την απορρίψει". Ο λόγος αυτός της εφέσεως, κατά το σκέλος του ότι "έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1045 και 281 ΑΚ", είναι σύμφωνα με τις σκέψεις που εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύει ποίες νομικές διατάξεις και πως τις παραβίασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Περαιτέρω ο λόγος αυτός, αναφερών ότι: "Αν εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις έπρεπε να δεχτεί ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά και να την απορρίψει", είναι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη νομική σκέψη, απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε την ένσταση στην ουσία της, δεν εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις) που προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση, χωρίς καμία εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων...".

Ήτοι, δέχτηκε το Εφετείο, ότι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου των 4,5 περίπου στρεμμάτων είναι οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι και η Ε. Κ., κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από κληρονομία της μητέρας τους Ό. Κ., αληθινής κυρίας του, κατά το χρόνο θανάτου της (25-1-1986), την κληρονομία της οποίας αποδέχτηκαν με το νόμιμα μεταγραμμένο ...11/16-9-1986 έγγραφο του συμβολαιογράφου που αναφέρεται, ότι ο αναιρεσείων χρησιμοποιούσε το επίδικο με σύμβαση χρησιδανείου, που συνάφθηκε το έτος 1990 μεταξύ του ιδίου και των αναιρεσιβλήτων, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν πούλησαν άτυπα το ακίνητο αυτό στον αναιρεσείοντα αντί 800.000 δρχ.

το 1986 ή το 1987 και ότι "ο εναγόμενος (αναιρεσείων) είχε τη χρήση του επιδίκου δυνάμει (της ανωτέρω) σύμβασης χρησιδανείου και στα πλαίσια της χρήσης αυτής προέβαινε στην καλλιέργεια και διαρρύθμιση των χώρων για την καλλίτερη εξυπηρέτηση των αναγκών του. Δεν αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) άτυπα το έτος 1986 ή 1987 του μεταβίβασαν το ακίνητο αντί του προαναφερομένου (800.000 δρχ.) ποσού".

Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, αφού απέρριψε τους αντιστοίχους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που, έχοντας δεχτεί τα ίδια, είχε κάνει δεκτή τη διεκδικητική του επιδίκου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αφού είχε απορρίψει τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, λόγω άτυπης πώλησής του το έτος 1986 από τους αναιρεσιβλήτους, αντί του παραπάνω ποσού και συνεχούς έκτοτε, με διάνοια κυρίου, νομής του απ' αυτόν και για καταχρηστική, λόγω της παραπάνω πώλησης και της καταβολής του ανωτέρω ποσού, άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι πρώτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, υπό την επίκληση των αριθ. 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση: α) με τον πρώτο λόγο, για παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1045 και 281 ΑΚ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο "έπρεπε να δεχτεί τον (ισχυρισμό) περί δικής μου (αναιρεσείοντος) κυριότητας επί του επιδίκου κτηθείσα με εικοσαετή νομή μου επ' αυτού και χρησικτησία κατόπιν της άτυπης μεταβιβάσεως - αιτία πωλήσεως - που έγινε σε μένα το 1986 από τον αντιπρόσωπο των καθών, (αναιρεσιβλήτων) Β.

Π." και στο ότι "η αγωγή τους (αναιρεσιβλήτων) έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το σκοπό του μη υπάρχοντος, όπως εξετέθη, δικαιώματός των (αναιρεσιβλήτων)...διότι ενώ έχω πληρώσει (αναιρεσείων) σε αυτούς την αξία του (επιδίκου) 800.000 δρχ. από το έτος 1986, λόγω άτυπης μεταβιβάσεώς του σε μένα...εν τούτοις εκείνοι (αναιρεσίβλητοι) εκμεταλλευόμενοι το ότι δεν έχει καταρτιστεί μεταβιβαστικό συμβόλαιο μέχρι σήμερα..." και β) με τον έβδομο λόγο, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών, που συνίσταται στο ότι "υπάρχει δε έντονη αντίφαση στην προσβαλλόμενη, όταν δέχεται κατ' αρχήν ότι υπήρχε συμφωνία με τους καθών για φύτευση όλου του επιδίκου με ελαιόδενδρα και ακολούθως να δέχεται ότι φύτευσα το επίδικο μόνο περιμετρικά, χρησιμοποιώντας το ενδιάμεσο για τις δικές μου ανάγκες, ότι δηλαδή αθέτησα τη συμφωνία κατά το δοκούν και παρά ταύτα να δέχεται τελικώς,...ότι συνήφθη το 1990 σύμβαση χρησιμοποίησης του επιδίκου από εμένα χωρίς αντάλλαγμα".

Είναι δε απαράδεκτοι οι παραπάνω λόγοι, διότι, υπό το πρόσχημα θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των παραπάνω γεγονότων. Συγκεκριμένα, με τον πρώτο λόγο πλήττεται αφενός μεν η παραδοχή του Εφετείου, βάσει της οποίας απορρίφθηκε η ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, ήτοι η παραδοχή του ότι αυτός (αναιρεσείων) χρησιμοποιούσε το επίδικο με βάση σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ του ιδίου και των αντιδίκων του και δεν το νεμόταν με διάνοια κυρίου, αφετέρου δε η παραδοχή του ίδιου Δικαστηρίου, ως προς την ιστορική βάση της ένστασης του αναιρεσείοντος για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αντιδίκων του, ήτοι η παραδοχή του ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των αντιδίκων το έτος 1986 άτυπη σύμβαση πώλησης του επιδίκου και οι αναιρεσίβλητοι δεν μεταβίβασαν τότε τη νομή του επιδίκου στον αναιρεσείοντα βάσει τέτοιας σύμβασης, ούτε ότι τους κατέβαλε ο αναιρεσείων, ως τίμημα της πώλησης αυτής, το ποσό των 800.000 δρχ.

Επίσης, με τον έβδομο λόγο πλήττεται η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο αναιρεσείων χρησιμοποιούσε το επίδικο βάσει της παραπάνω σύμβασης χρησιδανείου και όχι λόγω παράδοσης της νομής του σε εκτέλεση άτυπης κατά το έτος 1986 πώλησής του προς αυτόν από τους αναιρεσιβλήτους αντί 800.000 δρχ. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος (έβδομος), αναφορικά με τη φύτευση του επιδίκου με ελαιόδενδρα, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου ότι οι αντίδικοι συμφώνησαν να φυτευτεί ολόκληρο το επίδικο με ελαιόδενδρα, την οποία, όμως, τούτο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε ειδικότερα παραπάνω, δεν εξέφερε.

5. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ιδίου Κώδικα και τους λόγους της έφεσης. Ως λόγοι έφεσης νοούνται οι πλημμέλειες και οι ελλείψεις, που αποδίδονται στην εκκαλουμένη απόφαση και οι οποίες συνίστανται, ως επί των πλείστον, σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου.

Οι παραδρομές αυτές είναι δυνατόν να ανάγονται είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή του δικονομικού δικαίου, είτε σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα, τα οποία αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση και δικαιολογούν, κατά το αίτημα της έφεσης, την εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμιση της απόφασης αυτής.

Έτσι, για να είναι ορισμένος λόγος έφεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται και ο τρόπος, με τον οποίο παραβιάστηκε ο κανόνας αυτός. Η αοριστία των λόγω έφεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα έστω και της ίδιας δίκης.

Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση (ΑΠ 1574/2014, 692/2008, 128/2008). Εξάλλου, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με το λόγο αναίρεσης πλήττεται μία μόνο απ' αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1005/2014, 823/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 1, 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (όχι όμως και από τον αριθ. 9 του ίδιου άρθρου, που δεν εφαρμόζεται επί των λόγων της έφεσης) αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο, εξαιτίας της αοριστίας του, το σχετικό λόγο της έφεσης του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη των ενστάσεων ιδίας κυριότητας αυτού στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία και καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθ. 1045 και 281 ΑΚ, αντίστοιχα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 23-2-2010 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, αλλά και από τις σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκαν, ορθά το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης, διότι πράγματι ο αναιρεσείων δεν ανέφερε με ποιο τρόπο παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθ. 1045 και 281 ΑΚ.

Περαιτέρω, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι και αλυσιτελής, αφού δεν πλήττονται επιτυχώς οι επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, με βάση τις οποίες απορρίφθηκαν ο σχετικώς με την ένσταση ιδίας κυριότητας λόγος έφεσης ως αβάσιμος (διότι αποδείχτηκε, ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσείων είχε τη χρήση του επιδίκου δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου), ο δε σχετικός με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

6. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 457 παρ. 2 και 3, 460, 461 και 463 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με τα δημόσια (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας. Η επίκληση και προσκόμιση ιδιωτικού εγγράφου, για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, εμπεριέχει, συνεπώς, ισχυρισμό του διαδίκου που το προσκομίζει, για τη γνησιότητά του, ο δε αντίδικός του φέρει το βάρος άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξής της, αφού αμφισβητείται.

Αν το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, το αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκείμενου περιεχομένου του που καλύπτεται από την υπογραφή και που παράγεται από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτής, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, αυτός δε που επικαλείται την πλαστότητά του φέρει και το βάρος απόδειξής της (άρθρο 463 ΚΠολΔ).

Και αν μεν αποδειχθεί, κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η πλαστότητα του περιεχομένου του, τούτο, κατά το πλαστό μέρος του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ, αν προκύψει ότι είναι γνήσιο, τότε λαμβάνεται υπόψη. Αν, όμως, το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την πλαστότητα του περιεχομένου του, λάβει ή δεν λάβει υπόψη του το έγγραφο, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο, πριν διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 825/2010, 72/2008, 655/2003).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε ειδικότερα παραπάνω, προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά γεγονότα, κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, ότι η υπογραφή, την οποία φέρει το από 23-10-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ανήκει στον αναιρεσείοντα και απέρριψε, κατόπιν αυτών, τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για πλαστότητα, ως προς την υπογραφή του και αμφισβήτηση της γνησιότητας του παραπάνω εγγράφου.

Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, αφού έλαβε υπόψη του και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων κατείχε το επίδικο ακίνητο βάσει της παραπάνω σύμβασης χρησιδανείου με τους αντιδίκους του και δεν το νεμόταν διανοία κυρίου, λόγω άτυπης πώλησής του απ' αυτούς, απορρίπτοντας, κατόπιν τούτων, τους ανωτέρω, βάσει των παραπάνω περιστατικών, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για δική του κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία και για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για απαράδεκτη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ανωτέρω συμφωνητικού, ενόψει της αμφισβήτησης της γνησιότητάς του και την πλαστότητά του που πρότεινε ο αναιρεσείων, αφενός μεν ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το παραπάνω έγγραφο, αφού από την ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία, έκρινε ότι αποδείχτηκε η γνησιότητά του ως προς την υπογραφή του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε ως απαράδεκτος, διότι, υπό το ανωτέρω πρόσχημα, πλήττεται η ανέλεγκτη, επειδή αφορά γεγονός, κρίση του Εφετείου, ήτοι η παραδοχή του για γνησιότητα του παραπάνω εγγράφου και, συγκεκριμένα, για το ότι η υπογραφή που φέρει το έγγραφο αυτό ως υπογραφή του αναιρεσείοντος, ανήκει σ' αυτόν.

7. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί, να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα πράγματα, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, καίτοι προτάθηκαν παραδεκτά ή έλαβε υπόψη του χωρίς να προταθούν, καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 748/2013, 367/2009, 1632/2007).

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι λήφθηκε μ' αυτή υπόψη ως αποδεικτικό μέσο το παραπάνω από 23-10-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς το Εφετείο που την εξέδωσε, να απορρίψει προηγουμένως τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για πλαστότητα του περιεχομένου του συμφωνητικού αυτού, που συνίσταται στο ότι οι αναιρεσίβλητοι, νοθεύοντάς το, άλλαξαν από 100 σε 35 τον αριθμό, καθώς και την αξία των ελαιοδένδρων που είχαν συμφωνήσει να φυτέψει ο αναιρεσείων στο επίδικο.

Είναι δε αόριστος ο λόγος αυτός, διότι δεν αναφέρεται ποια επίδραση θα ασκούσε ο παραπάνω ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, δεν εξηγείται, γιατί το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης θα ήταν διαφορετικό, αν το Εφετείο δεχόταν, ότι ο αριθμός των ελαιοδένδρων που συμφώνησαν οι αντίδικοι να φυτευθούν στο επίδικο ήταν 100 και διαφορετικό αν ο αριθμός αυτός ήταν 35. 8.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε, ως προς το περιεχόμενο του παραπάνω από 23-10-1987 συμφωνητικού, ότι αναγράφεται σ' αυτό ότι "μετά το θάνατό της (Ό. Κ.) ο τρίτος των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) Β. Κ., ενεργών και για λογαριασμό των λοιπών συγκληρονόμων, ήλθε σε επαφή με τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) και συμφώνησαν ο τελευταίος να προβεί σε δενδροφύτευση του ακινήτου με ελαιόδεντρα για λογαριασμό των εναγόντων και με δικά τους έξοδα.

Για το λόγο αυτό συνέταξαν το από 23-10-1987 συμφωνητικό, το οποίο φέρει τις υπογραφές του εναγομένου και του τρίτου των εναγόντων. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εναγόμενος προχώρησε στο φύτευμα ελαιοδέντρων, 28 τον αριθμό, και μάλιστα περιμετρικά του ακινήτου και αφέθηκε κενό το υπόλοιπο ακίνητο, το οποίο χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος για καλλιέργειες σιτηρών και κηπευτικών".

Κατόπιν αυτών, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του παραπάνω συμφωνητικού, καθόσον δέχτηκε, ότι αναγράφεται σ' αυτό ότι συμφώνησαν οι αντίδικοι τη φύτευση μόνο 28 ελαιοδένδρων στο επίδικο και μόνο περιμετρικά αυτού, ενώ αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο ότι οι αντίδικοι συμφώνησαν "τη φύτευση με ελαιόδενδρα όλου του ακινήτου εμβαδού 4,5 στρεμμάτων", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου, ότι συμφώνησαν οι αντίδικοι να φυτευτούν μόνο 28 ελαιόδενδρα περιμετρικά του επιδίκου, ενώ, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, τούτο δεν διατύπωσε τέτοια κρίση, αφετέρου δε διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο, αλλά βάσει των λοιπών, κυρίως, αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύει, μαζί με τα οποία, απλώς, συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό.

9. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχαν απορριφθεί οι παραπάνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία και για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, χωρίς, όμως, να λάβει υπόψη του τα παρακάτω από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και από τα οποία, κατά τον ερευνώμενο λόγο, αποδεικνύονταν τα αντίθετα από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, ήτοι:

1) την ….56/2008 ένορκη βεβαίωση του Λ. Κ.,

2) την από 3-9-2002 υπεύθυνη δήλωση-μηχανογραφικό απόσπασμά της του Υπουργείου Γεωργίας,

3) το μηχανογραφικό Υπουργείου Γεωργίας σχετικά με τα αγροτεμάχια του αναιρεσείοντος,

4) απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη ελαιοτεμαχίου του Υπουργείου Γεωργίας με ημερομηνία εκτύπωσης Δεκέμβριος 2003,

5) το από 12-7-2004 μισθωτήριο με την από 20-7-2004 βεβαίωση κατάθεσής του στη Β' ΔΟΥ …. και

6) φωτοτυπία της πρώτης σελίδας του από 23-10-1987 συμφωνητικού που προαναφέρθηκε. Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του "τις...ένορκες βεβαιώσεις.......56/9-5-2008 των...Λ. Κ....τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται" και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

10. Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται, σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996), χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση".

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο έκτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για αντιφατικότητα και ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης "ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους ενάγοντες" (αναιρεσίβλητους), που συνίστανται (η αντίφαση και η ανεπάρκεια) στο ότι "στο αναφερόμενο στην (προσβαλλόμενη) απόφαση ...11/1986 δηλωτικό (είναι η δήλωση με την οποία οι αναιρεσίβλητοι αποδέχτηκαν την κληρονομία της μητέρας τους) περιγράφεται το ακίνητο που κληρονόμησαν οι καθών (αναιρεσίβλητοι) από τη μητέρα τους με θέση και όρια τελείως διαφορετικά εκείνων που περιγράφονται στην αγωγή των καθών και στην προσβαλλόμενη για το επίδικο ακίνητο" και στο ότι "έπρεπε η προσβαλλόμενη για να έχει νόμιμη βάση να εκθέτει με σαφήνεια, αν το επίδικο ταυτίζεται κατά θέση και όρια με εκείνο που περιγράφεται στο ως άνω ...11/1980 (1986) δηλωτικό".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, με το παραπάνω πρόσχημα, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο του γεγονότος, ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου, όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή τους, ως συγκληρονόμοι της αληθινής, κατά το χρόνο του θανάτου της (μητέρας τους) Ό.

Κ. με τη νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική δήλωσή τους αποδοχής της κληρονομίας της που αναφέρουν. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι η αντίφαση και η ανεπάρκεια που επικαλείται κατά τα ανωτέρω ο αναιρεσείων, δεν αναφέρονται καν στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά σε διάσταση μεταξύ των αιτιολογιών αυτών και του περιεχομένου του ανωτέρω ...11/1986 εγγράφου, αφετέρου δε διότι, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι του ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν με παράγωγο τρόπο την κυριότητα του επιδίκου, όπως αυτό αναφέρεται στην αγωγή, το Εφετείο, ορθά εφαρμόζοντας τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 974, 999, 1000, 1033, 1094, 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 ΑΚ, διέλαβε στην απόφασή του αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως προς το προαναφερθέν τμήμα των 4.150 τμ του επιδίκου ακινήτου. Αντίθετα, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή ως προς το παραπάνω τμήμα των 350 τμ του ακινήτου αυτού, ακολούθως δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σχετικό κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι πρώτος και τρίτος από τους αναιρεσιβλήτους, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-11-2015 αναίρεση του Ε. Σ. ως προς τις αναιρεσίβλητες Μ. συζ. Γ. Ψ., το γένος Ν. Κ. και Ν. Ί. Π., ως κληρονόμο της Ε. Κ..

Αναιρεί την 35/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ε. Ν. Κ. και Β. Ν. Κ., κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους ανωτέρω διαδίκους και ως προς το παραπάνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους Ε. Ν. Κ. και Β. Ν. Κ. στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ