Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding joint bank account ownership and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeal in Larissa. The appellant argued the lower court distorted the content of a bank account document by incorrectly identifying the sister as a co-owner, while the court held that the appellate decision was a procedural document, not a proof document, and correctly interpreted the evidence. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 1 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; Articles 1 para. 1 and 2, 2 and 3 of Law 5368/1932: An appeal against a final judgment is inadmissible if the contested document is a procedural record rather than a proof document, and the lower court's interpretation of the evidence regarding joint account ownership is not considered a distortion of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1137 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1137/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Λ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χατζηαναγνώστου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Λ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Γούλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14.03.2018 και με αριθ. κατάθ.16/14.03.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 530/29.12.2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 και 3 του Ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ. 951/1971 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' Ν.Δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2). "Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχονται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.
Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως η απαλλαγή αύτη δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" (άρθρο 2). "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου είτε, εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων, ως και της απόρου χήρας, ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως.
Επί των καταθέσεων τούτων αργούσιν αι περί απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων διατάξεις" (άρθρο 3). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 Ν.Δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491, 493 ΑΚ και 117 ΕισΝΑΚ, συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.
Την απαίτηση αυτή έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του Ν. 5638/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχου το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση.
Περαιτέρω από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.
Από αυτά παρέπεται, ότι η απαίτηση του μη αναλαβόντος έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, για την καταβολή του ανήκοντος σ' αυτόν από την μεταξύ τους σχέση ποσοστού της κατάθεσης, περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), οι οποίοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν από τον αναλαβόντα την καταβολή σ' αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, είτε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης είτε ποσοστό αυτής, ανάλογο με το ανήκον στον κληρονομηθέντα, μη λειτουργούντος στην περίπτωση αυτή του τεθέντος στο λογαριασμό προσθέτου όρου, ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού στην περίπτωση που η ανάληψη έλαβε χώρα πριν την πλήρωση της αίρεσης (το θάνατο του συνδικαιούχου) ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό (ΑΠ 1785/2014, ΑΠ 486/2010, ΑΠ 1550/ 2007).
Η έκταση δε της εξουσίας του κάθε δικαιούχου να διαθέσει και τελικώς, να ωφεληθεί από τις άνω ευχέρειες, ως δικαιούχος του κοινού λογαριασμού, μπορεί να ρυθμίζεται και από την εσωτερική σχέση τους, που προσδιορίζεται από τυχόν αντίστοιχη συμφωνία τους και η οποία μπορεί να είναι εντολή, δάνειο, ή και δωρεά, με τέτοια δε συμφωνία μπορεί να ρυθμίζεται αλλιώς και η έκταση του κατά το άρθρο 493 ΑΚ τεκμηρίου για το δικαίωμα (και την αντίστοιχη αναγωγή) σε ίσα μέρη καθενός από τους περισσότερους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 1357/ 2002).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν υποβολής της από 2.9.1996 αίτησης του Λ.
Τ. του Β., ανοίχτηκε κατά την ίδια ημερομηνία στην Εγνατία Τράπεζα, ο με αριθμός …-…./… κοινός λογαριασμός, με κύριο δικαιούχο τον ίδιο (Λ. Τ.) και συνδικαιούχους την ενάγουσα και την εναγομένη, οι οποίες είναι θυγατέρες του. Ο Λ. Τ. τροφοδοτούσε τον λογαριασμό αυτό με δικά του αποκλειστικά χρηματικά ποσά και όρισε συνδικαιούχες τις δύο του κόρες, δηλαδή την ενάγουσα και την εναγομένη, προκειμένου να τον εξυπηρετούν εάν υπήρχε ανάγκη, ενόψει και του ότι ήτανε διαζευγμένος με την μητέρα των διαδίκων από το έτος 1985, είχε όμως ο ίδιος τη διαχείριση και είχε συμφωνηθεί ανάμεσα στους τρεις (τον πατέρα και τις δύο κόρες) ότι οι δύο κόρες του θα προέβαιναν σε αναλήψεις χρηματικών ποσών και γενικά θα κινούσαν τον λογαριασμό, μόνο κατόπιν δικής του εντολής.
Ο λογαριασμός αυτός έκλεισε στις 18.10.2010 χωρίς καμία μεταβολή σχετικά με τους δικαιούχους. Στις 1.6.2010 η εναγομένη ανέλαβε από τον κοινό αυτό λογαριασμό το ποσό των 437.000 ευρώ και στις 18.10.2010 ανέλαβε από τον ίδιο λογαριασμό το υπόλοιπο ποσό των 453,56 ευρώ και έκλεισε τον λογαριασμό..., τα οποία ποσά ανήκαν στον Λ.
Τ.. Η εναγομένη αρνείται ότι το αναληφθέν από τον επίδικο λογαριασμό συνολικό ποσό των 437.453,56 ευρώ, ανήκε αποκλειστικά στον Λ. Τ. και ισχυρίζεται ότι το χρηματικό αυτό ποσό ανήκε αποκλειστικά και εξ ολοκλήρου στην ίδια, προερχόμενο κατά το ποσό των 230.000 ευρώ από πώληση ακινήτου της και κατά το υπόλοιπο ποσό των 200.000 ευρώ από δωρεά του πατέρα της Λ.
Τ.. Η εναγομένη στις 10.3.2006 δυνάμει του με αριθμό …/….3.2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Νικολέττας Μιστάρα, πώλησε ένα οικόπεδο εμβαδού 1158,29 τ.μ. που βρίσκεται στη Λάρισα... αντί του τιμήματος των 273.037,93 ευρώ, ποσό το οποίο στο συμβόλαιο αναγράφεται τόσο ως πραγματικό καταβληθέν τίμημα όσο και ως αξία αντικειμενικού προσδιορισμού.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το πραγματικό τίμημα ανέρχονταν στο ποσό των 230.000 ευρώ, το οποίο και κατέθεσε αυθημερόν με τον πατέρα της στον με αριθμό … κοινό λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου με συνδικαιούχους, την ίδια(εναγομένη), τον πατέρα της και την ενάγουσα και την 13.3.2006 συνήψε την με αριθμό Τ/… μηνιαία προθεσμιακή κατάθεση των 230.000 ευρώ, η οποία έληξε την 13.4.2006 και το ποσό αυτής το οποίο μαζί με τους τόκους ανήλθε σε 230.481,27 ευρώ κατατέθηκε στον ίδιο λογαριασμό.
Η πραγματοποίηση της κατάθεσης των 230.000 ευρώ στον ανωτέρω λογαριασμό και η παραπάνω προθεσμιακή κατάθεση αποδεικνύονται από σχετικά τραπεζικά έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση. Περαιτέρω, εκθέτει ότι τελικά στις 18.12.2006 ο πατέρας της της πρότεινε να μεταφέρει το συνολικό ποσό των 430.000 ευρώ, που ήταν κατατεθειμένο στον παραπάνω λογαριασμό, στην Εγνατία Τράπεζα, διότι έδινε μεγαλύτερο επιτόκιο στις προθεσμιακές καταθέσεις από τη Τράπεζα Κύπρου, όπου βρισκόταν κατατεθειμένο αυτό.
Ότι το ποσό αυτό των 430.000 ευρώ, προερχόταν από το ποσό των 230.000 ευρώ, όπως παραπάνω εκτίθεται και από το ποσό των 148.657,68 ευρώ, το οποίο προερχόταν από τη λήξη της με αριθμό … προθεσμιακής κατάθεσης του πατέρα της και το οποίο κατέθεσε στις 28.4.2006 στον με αριθμό … κοινό λογαριασμό με δικαιούχους αυτόν και την ίδια και ποσό 47.967,41 που κατατέθηκε στις 10.5.2006 προερχόμενο από τη λήξη της με αριθμό … προθεσμιακής του κατάθεσης την οποία είχε συνάψει την 9.1.2006 με χρήματά του μέσω του με αριθμό … λογαριασμού του στον οποίο συνδικαιούχοι ήτανε και οι τρεις, δηλαδή ο πατέρας της, η ίδια και η ενάγουσα.
Στη συνέχεια την 10.5.2006 η εναγομένη και ο Λ. Τ. συνένωσαν τα δύο ως άνω χρηματικά ποσά των 148.780,32 ευρώ και 47.967,41 ευρώ σε ένα συνολικό ποσό 196.747,73 ευρώ και συνήψαν την με αριθμό … προθεσμιακή κατάθεση. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι στις 13.6.2006 πρόσθεσαν με τον πατέρα της στην με αριθμό …. προθεσμιακή τους κατάθεση ποσού 196.747,73 ευρώ και το δικό της ποσό των 231.456,94 ευρώ και έτσι είχαν το συνολικό ποσό των 428.204,67 ευρώ και την 18.12.2006 έληξε η ανωτέρω με αριθμό … προθεσμιακή τους κατάθεση και κατατέθηκε στον παραπάνω λογαριασμό το ποσό των 434.986,16 ευρώ.
Στις 18.12.2006 κατατέθηκε στον επίδικο με αριθμό …-…./…. κοινό λογαριασμό το χρηματικό ποσό των 430.000 ευρώ με κατάθεση επιταγής άλλης τράπεζας και εμφάνισε αυτός λογιστικό υπόλοιπο 443.734,69 ευρώ και αυθημερόν συστάθηκε προθεσμιακή κατάθεση του ποσού αυτού. Όπως εμφαίνεται από την κίνηση του με αριθμό … κοινού λογαριασμού του Λ.
Τ. και της εναγόμενης στις 18.12.2006 εκδίδεται τραπεζική επιταγή ποσού 430.000 ευρώ. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό αποτελεί το παραπάνω ποσό, το οποίο ανήκει στην ίδια. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό των 230.000 ευρώ, αποτελεί το τίμημα από την πώληση του οικοπέδου, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, αναγράφεται στο συμβόλαιο το ποσό των 273.037,93 ευρώ, τόσο ως πραγματικό όσο και ως αξία αντικειμενικού προσδιορισμού, χωρίς η εναγομένη να δίνει εξήγηση γιατί αναγράφηκε τίμημα-μεγαλύτερο από το πραγματικά καταβληθέν, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνήθως στις συναλλαγές γίνεται το αντίθετο, δηλαδή εμφαίνεται στα συμβολαιογραφικά έγγραφα τίμημα μικρότερο από το πραγματικό, κυρίως για φορολογικούς λόγους.
Επιπλέον, η κατάθεση του ποσού των 230.000 ευρώ στον ανωτέρω με αριθμό … λογαριασμό γίνεται στις 10.3.2006 από τον Λ. Τ.... χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν προέβη η ίδια στην κατάθεση του ποσού, αφού σ' αυτήν καταβλήθηκε και αυτή ήτανε δικαιούχος του. Τον ισχυρισμό της αυτό αποδυναμώνει σημαντικά, πέραν των ανωτέρω και το γεγονός ότι, ενώ πρόκειται για δικά της αποκλειστικά χρήματα από την πώληση του ακινήτου της, η κατάθεση αυτών γίνεται σε κοινό λογαριασμό και των τριών, ενώ το αναμενόμενο θα ήταν να κατατεθεί σε λογαριασμό δικό της, πολύ δε περισσότερο ενόψει του ότι, όπως η ίδια διατείνεται, προέβη στην πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου, κατόπιν προτροπής του πατέρα της, προκειμένου μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής της τον Ιούνιο του 2005, με το τίμημα που θα εισέπραττε και ένα χρηματικό ποσό που θα της δώριζε ο ίδιος...
να εξασφαλίσει ένα κεφάλαιο από τους τόκου του οποίου να μπορεί να συντηρείται, διότι δεν εργαζόταν. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω ποσά των 148.657,68 ευρώ, το οποίο προερχόταν από τη λήξη της με αριθμό … προθεσμιακής κατάθεσης του πατέρα της και το οποίο κατέθεσε στις 28.4.2006 στον με αριθμό … κοινό λογαριασμό με δικαιούχους αυτόν και την ίδια, και το ποσό των 47.967,41 ευρώ που κατατέθηκε στις 10.5.2006 προερχόμενο από τη λήξη της με αριθμό … προθεσμιακής του κατάθεσης την οποία είχε συνάψει την 9.1.2006 με χρήματά του μέσω του με αριθμό … λογαριασμού του στον οποίο συνδικαιούχοι ήτανε και οι τρεις, δηλαδή ο πατέρας της, η ίδια και η ενάγουσα, αποτελούσαν δωρεά του πατέρα της προς αυτήν.
Εάν πράγματι ο Λ. Τ. επιθυμούσε να της κάνει δωρεά τα παραπάνω χρηματικά ποσά, θα φρόντιζε να είναι κατατεθειμένα σε λογαριασμό της ίδιας ή έστω σε κοινό με δικαιούχους αυτόν και την εναγομένη και δεν θα τα κατέθετε σε λογαριασμό με συνδικαιούχο και την ενάγουσα, δεδομένου ότι υπήρχαν λογαριασμοί κοινοί με δικαιούχο τον Λ.
Τ. και την εναγομένη μόνο, χωρίς συμμετοχή της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο πατέρας της με τα παραπάνω χρηματικά ποσά, θέλησε να της εξασφαλίσει μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής της τον Ιούνιο του 2005 ένα σταθερό εισόδημα επειδή δεν εργαζόταν, δεν συνάδει με την κατάθεση των ανωτέρω χρηματικών ποσών στον επίδικο λογαριασμό αλλά και σε άλλους κοινούς λογαριασμούς με συνδικαιούχο και την ενάγουσα, αλλά αντίθετα βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τον εν λόγω ισχυρισμό της, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, όπως προκύπτει από τους τηρούμενους λογαριασμούς και τις κινήσεις αυτών, ο πατέρας της ως επιχειρηματίας είχε μεγάλη εμπειρία και γνώση των συναλλαγών αυτών και συνεπώς δεν είχε λόγο, ούτε άλλωστε και η εναγομένη δίνει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γι' αυτό να καταθέσει τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά στον επίδικο λογαριασμό, ενώ γνώριζε ότι δικαιούχος αυτών είναι και η ενάγουσα.
Άλλωστε όπως αποδείχθηκε αλλά και δεν αμφισβητείται από τις διαδίκους, ο πατέρας τους ασχολούνταν και ρύθμιζε τον επίδικο λογαριασμό και την προθεσμιακή κατάθεση αυτού, προέβαινε ο ίδιος στις κινήσεις αυτού, όπως άλλωστε και των λοιπών τραπεζικών λογαριασμών και των αντίστοιχων προθεσμιακών καταθέσεων και συνεπώς εάν ήθελε να εξασφαλίσει με το χρηματικό ποσό των 430.000 ευρώ την εναγομένη, οπωσδήποτε θα φρόντιζε να είναι κατατεθειμένα σε λογαριασμό με δικαιούχο μόνο την εναγομένη.
Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο Λ. Τ. μεταβίβασε στην ενάγουσα και στην εναγομένη την κυριότητα ορισμένων ακινήτων του όσο βρισκόταν στη ζωή και από το γεγονός ότι απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, προκύπτει σαφής βούλησή του ότι, όσα από τα περιουσιακά του στοιχεία ήθελε να περιέλθουν σε κάθε μία από τις κόρες του τα μεταβίβασε σ' αυτές όσο ζούσε, ενώ για τα λοιπά, μεταξύ των οποίων και ο επίδικος λογαριασμός, επιθυμούσε να περιέλθουν σ' αυτές με εξ αδιαθέτου διαδοχή, δηλαδή κατά το ήμισυ στην κάθε μία, ενόψει του ήταν οι μοναδικές κληρονόμοι του...
Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι το σύνολο του χρηματικού ποσού της κατάθεσης στον επίδικο κοινό λογαριασμό ανήκε στον Λ. Τ. και ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγομένης, ότι αυτή προέβη στην πιο πάνω ανάληψη, διότι το ποσό του επίδικου λογαριασμού της ανήκε και συνεπώς οι λοιποί συνδικαιούχοι, δηλαδή ο πατέρας της αλλά και η ενάγουσα δεν έχουν δικαίωμα αναγωγής, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η εναγομένη δεν απέδειξε την ουσιαστική βασιμότητά του, αφού ο ισχυρισμός της δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο...
Με βάση τα παραπάνω και δεδομένου ότι ο αποβιώσας πατέρας της είχε σε βάρος της απαίτηση από την μεταξύ τους εσωτερική σχέση, προς απόδοση ολόκληρου του ποσού του επίδικου λογαριασμού το οποίο αυτή ανέλαβε, η δε απαίτησή του αυτή περιέρχεται στην εξ αδιαθέτου κληρονόμο του ενάγουσα, η οποία νομιμοποιείται να ζητήσει από την αναλαβούσα εναγομένη, κατά το ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας, δηλαδή κατά το 1/2, το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, δηλαδή το ποσό των 218.726,78 ευρώ (437.000 + 453,56 = 437.453,56:2 = 218.726,78), μη λειτουργούντος στην προκειμένη περίπτωση του τεθέντος στο λογαριασμό προσθέτου όρου, ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού εν προκειμένω η ανάληψη έλαβε χώρα πριν την πλήρωση της αίρεσης, δηλαδή πριν τον θάνατο του Λ.
Τ. και συνεπώς η εναγομένη δεν ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της επίδικης κατάθεσης με βάση τον ως άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό...". Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια και έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, υποχρεώνοντας την πρώτη να καταβάλει στη δεύτερη το χρηματικό ποσό των 218.726,78 ευρώ, που αποτελεί το οφειλόμενο στην τελευταία ποσό, κατ' ενάσκηση δικαιώματός της αναγωγής κατά το ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας, ως μη αναλαβούσας συνδικαιούχου τραπεζικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, έναντι της αναλαβούσας ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης συνδικαιούχου αντιδίκου αδελφής της.
Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερθέντες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 και 3 του Ν. 5368/1932, σε συνδυασμό με τις διατάξεις εκείνες των άρθρων 493,496 ΑΚ και 117 ΕισΝΑΚ, και τούτο διότι δέχθηκε α) ότι το σύνολο του χρηματικού ποσού της κατάθεσης στον επίδικο κοινό λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων και του πατέρα τους ανήκε στον πατέρα αυτών Λ.
Τ., ως κύριο δικαιούχο, με συνδικαιούχους τις δύο κόρες του, β)ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε από τον κοινό αυτό λογαριασμό το σύνολο του ποσού και έκλεισε τον λογαριασμό, πριν το θάνατο του πατέρα τους, παρά τη συμφωνία τους ότι οι δύο κόρες του θα προέβαιναν σε αναλήψεις χρηματικών ποσών από αυτό το λογαριασμό, μόνο κατόπιν δικής του εντολής, που δεν υπήρχε εν προκειμένω, γ) ότι ο αποβιώσας πατέρας των διαδίκων είχε σε βάρος της αναιρεσείουσας απαίτηση από την μεταξύ τους εσωτερική σχέση, προς απόδοση ολόκληρου του ποσού του επίδικου λογαριασμού το οποίο αυτή ανέλαβε, η δε απαίτησή του αυτή περιήλθε στην εξ αδιαθέτου κληρονόμο του ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία νομιμοποιούνταν να ζητήσει από την αναλαβούσα εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, κατά το ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας, δηλαδή κατά το 1/2, το αντίστοιχο χρηματικό ποσό και δ)ότι η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα, σε λογαριασμό επ' ονόματι δύο ή περισσοτέρων προσώπων από κοινού, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη δωρεά του κατατεθέντος ποσού από τον ένα δικαιούχο προς τον άλλο και μάλιστα υπό τρόπο.
Επίσης με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν αφενός την αποδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, αφετέρου την απόρριψη των προβληθέντων από την αναιρεσείουσα ισχυρισμών της - ενστάσεως - ότι μέρος της χρηματικής κατάθεσης του επίδικου κοινού λογαριασμού εκ ποσού 230.000 δεν ανήκε στον πατέρα τους, αλλά στην ίδια και αποτελούσε το τίμημα από την πώληση ακινήτου της, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 200.000 ευρώ αποτελούσε δωρεά του πατέρα της προς αυτήν.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω αιτιολογιών.
Συνεπώς, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ένατος και 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης, αντίστοιχα, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους προεκτεθέντες στην αρχή εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, και αφετέρου, εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω διατάξεων, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.
Σύμφωνα με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων (η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005,ΟλΑΠ 25/2003,ΑΠ 757/2015, ΑΠ 953/2014, ΑΠ 2234/2013), με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης (ή αντέφεσης) που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 2234/2013, 460/2013), όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κλπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κλπ. (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2234/2013).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε, ευθέως, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 791/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και πέμπτο συναφείς λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.8 περ.β' ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός διότι δεν έλαβε υπόψη της τον ουσιώδη αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό της ότι το ποσό των 230.000 ευρώ που ανέλαβε από τον επίδικο κοινό λογαριασμό ανήκε αποκλειστικά σ' εκείνη, διότι αποτελούσε το πραγματικό τίμημα πωληθέντος ακινήτου της, για το οποίο η αγοράστρια της είχε μεταβιβάσει την ισόποση υπ' αρ…..-…/….-3-2006 τραπεζική επιταγή της Άλφα Τράπεζας, αφετέρου διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, που περιέχεται στον πρώτο λόγο της έφεσής της, και με τον οποίο δικαιολογεί γιατί στο συμβόλαιο του πωληθέντος ακινήτου της αναγράφηκε ως τίμημα το ποσό των 273.037,93 ευρώ, αντί του πραγματικού τιμήματος των 230.000 ευρώ, αντίστοιχα.
Και όσον αφορά μεν τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον τελευταίο ως άνω ισχυρισμό της, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν συνιστά "πράγμα", αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας εναγομένης, προς στήριξη της ως άνω ενστάσεως της, που επομένως, δεν έχει αυτοτέλεια.
Όσον αφορά δε τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τον ισχυρισμό ένστασή της ότι το ποσό των 230.000 ευρώ, που ανέλαβε από τον επίδικο κοινό λογαριασμό, ήταν δικό της και αποτελούσε το τίμημα από την πώληση ακινήτου της, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αντιφατικότητάς του, προς τον προπαρατεθέντα τρίτο λόγο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αυτή απέδωσε την πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη, ότι ελήφθη μεν υπόψη ο εν λόγω ισχυρισμός της, αλλά διαλαμβάνονται ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψή του.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντας από τις αποδείξεις.
Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη(ΑΠ 116/2018). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη(ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 156/2012).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης(ΑΠ 881/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ "Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.
Μόνο δε εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας επίσης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε(ΑΠ 375/2019,ΑΠ 115/2008, 1573/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων Κ. Τ. και Δ. Σ., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, και από την με αριθμό …/….6.2015 ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Λάρισας Θεανώς Ζάγουρα, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης".
Επομένως ο τέταρτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι το επίμαχο ποσό των 230.000 ευρώ του επίδικου κοινού λογαριασμού των διαδίκων αποτελούσε το τίμημα από την πώληση ακινήτου της και ανήκε στην ίδια και όχι στον πατέρα τους Λ.
Τ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον, ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην περίπτωση που το εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία έχει αντλήσει την απόδειξη, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη την εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ'ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη του τη νομίμως επικληθείσα και προσαχθείσα ενώπιόν του ως άνω υπ' αρ. 00030628-2/8-3-2006 τραπεζική επιταγή της Άλφα Τράπεζας, την οποία ισχυρίζεται ότι της είχε μεταβιβάσει η αγοράστρια και ήταν ισόποση του τιμήματος του φερομένου ως πωληθέντος από την ίδια ακινήτου της.
Το Εφετείο, όμως, όπως προκύπτει από τις προσφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η επικληθείσα από την αναιρεσείουσα ως άνω επιταγή, καθόσον κατά τη διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται, χαρακτηριστικώς, ότι "Η πραγματοποίηση της κατάθεσης των 230.000 ευρώ στον ανωτέρω λογαριασμό..
αποδεικνύονται από σχετικά τραπεζικά έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση...", πλην, όμως, δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό αυτό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι τούτο έχει. Επομένως, και ο προβαλλόμενος, ως άνω πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Με τον έβδομο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, με το να δεχθεί έμμεση ομολογία εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, των ισχυρισμών της αντιδίκου της ήδη αναιρεσίβλητης ότι ο πατέρας αυτών ασχολούνταν και ρύθμιζε τον επίδικο κοινό λογαριασμό και την προθεσμιακή κατάθεση αυτού και ότι προέβαινε ο ίδιος στις κινήσεις αυτού, όπως άλλωστε και των λοιπών τραπεζικών λογαριασμών και των αντίστοιχων προθεσμιακών καταθέσεων, παρά το ότι τους ισχυρισμούς αυτούς η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε ειδικώς.
Σύμφωνα, όμως, και με τα προεκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποιά ήταν η επίδραση των παραπάνω ισχυρισμών στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.11 περ.β' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι, προεχόντως, αόριστος και απορριπτέος.
Σε κάθε δε περίπτωση, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός πρέπει η απόδειξη δια της ομολογίας γεγονότων να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή επί ισχυρισμού λυσιτελούς (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 694/2009, ΑΠ 703/2007),που δεν συμβαίνει, ωστόσο, εν προκειμένω, καθόσον ο αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, που φέρεται ως συνομολογηθείς από την εναγομένη αναιρεσείουσα, ότι ο πατέρας των διαδίκων ασχολούνταν και ρύθμιζε τον επίδικο κοινό λογαριασμό και την προθεσμιακή κατάθεση αυτού και ότι προέβαινε ο ίδιος στις κινήσεις αυτού, όπως άλλωστε και των λοιπών τραπεζικών λογαριασμών και των αντίστοιχων προθεσμιακών καταθέσεών του, δεν αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, αλλά αποτελεί επιχειρηματολογία της ήδη αναιρεσίβλητης εναγομένης προς στήριξη της ανωτέρω ενστάσεως της.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο, προφανώς, διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 2236/2009, ΑΠ 1176/2008).
Τα διαδικαστικά έγγραφα, όμως, της ενεστώσας δίκης, όπως είναι τα δικόγραφα της αγωγής, οι εφέσεις και οι προτάσεις των διαδίκων, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα, κατά την προδιαληφθείσα έννοια και, επομένως, δεν ιδρύεται ο παρών αναιρετικός λόγος, με την επίκληση της παραμόρφωσης του περιεχομένου τους (ΑΠ 791/2020,ΑΠ 625/2018, ΑΠ 1007/2009, ΑΠ 1517/2008, ΑΠ 1278/2008).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας, ως άνω, διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός αν εξαίρεται, αναφορικά με το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ` αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έκτο και όγδοο αναιρετικούς λόγους, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε, αφενός το περιεχόμενο του από 07.12.2015 εφετηρίου της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, αφετέρου το περιεχόμενο του εγγράφου του υπ' αριθμ.
… κοινού λογαριασμού του πατέρα των διαδίκων και της ιδίας (αναιρεσείουσας), με το να δεχθεί ότι ο λογαριασμός αυτός έχει ως συνδικαιούχο και την αντίδικο αδελφή της εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, δηλαδή με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από όσα διαλαμβάνονται στο εν λόγω έγγραφο.
Ενόψει αυτών ο μεν προαναφερόμενος έκτος λόγος αναίρεσης είναι, σύμφωνα με όσα στην προηγούμενη νομική σκέψη διαλαμβάνονται, απαράδεκτος, διότι το ανωτέρω εφετήριο αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο της ενεστώσας δίκης και όχι αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-435 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί.
Ο δε όγδοος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και, ομοίως, απορριπτέος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση, τόσο του αναφερόμενου σχετικού εγγράφου του επικαλούμενου κοινού λογαριασμού, όσο και του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης η οποία στην όγδοη (8η) σελίδα αυτής αναφέρει συγκεκριμένα ότι "...Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω ποσά των 148.657, 68 ευρώ, το οποίο προερχόταν από τη λήξη της με αριθμό … προθεσμιακής κατάθεσης του πατέρα της και το οποίο κατέθεσε στις 28.4.2006 στον με αριθμό … κοινό λογαριασμό με δικαιούχους αυτόν και την ίδια, και το ποσό των 47.967,41 ευρώ που κατατέθηκε στις 10.5.2006 προερχόμενο από τη λήξη της με αριθμό … προθεσμιακής του κατάθεσης την οποία είχε συνάψει την 9.1.2006 με χρήματά του μέσω του με αριθμό ….
λογαριασμού του στον οποίο συνδικαιούχοι ήτανε και οι τρεις, δηλαδή ο πατέρας της, η ίδια και η ενάγουσα, αποτελούσαν δωρεά του πατέρα της προς αυτήν...", προκύπτει ότι το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το επίμαχο έγγραφο, δεχόμενο ότι συνδικαιούχοι στον εν λόγω επίδικο κοινό λογαριασμό ήταν και η αντίδικος της αναιρεσείουσας αδελφή της και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό του.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.03.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 530/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ