Supreme Court dismisses appeal on evidence admissibility, ruling witness affidavit from party member is inadmissible. The court rejects the claim that the witness's affidavit should be considered as a party examination. The court holds that the witness's affidavit is inadmissible because the witness is a party member and not a third party. The court rejects the appeal because the witness's affidavit is inadmissible as the witness is a party member and not a third party. The court dismisses the appeal because the witness's affidavit is inadmissible as the witness is a party member and not a third party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision to admit a contract claim. The appellant argued that a witness affidavit should be treated as a party examination rather than a third-party witness statement. The court rejected this, ruling that the witness was a member of the appellant's company and thus could not provide a valid third-party witness statement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 415, 237(6) of the Code of Civil Procedure; A witness affidavit provided by a party member is inadmissible as a third-party witness statement and cannot be evaluated as a party examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1132 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1132/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10762/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1828/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/5/2022 αίτησή της και τους από 17/10/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 24-5-2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 17-10-2023 πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1828/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 10762/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε απορρίψει την αγωγή της και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης - αναιρεσείουσας, να της καταβάλει το ποσό των 146.470 ευρώ, εντόκως, για απαίτησή της από σύμβαση παροχής υπηρεσιών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1). Επίσης, παραδεκτοί είναι και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ.
τη με αριθμό 668Ε/18-10-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, Μ. Ζ.). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 1640/2022) και ακολούθως να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά), είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, η οποία εν γνώσει του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντύπωσης στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει, τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσο και επί σύμβασης, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της σύμβασης απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων, ότι η σύμβαση που συνήφθη δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής, κατά τη δεύτερη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ (ΑΠ 236/2023).
Οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία, δεν αποτελούν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, ενδεχομένως δε να αποτελέσουν επιχειρήματα, τα οποία υποβοηθούν το δικαστήριο να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 1585/2017, ΑΠ 342/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένηςατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 782/2023, ΑΠ 420/2022).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 236/2023, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 138 ΑΚ, διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες, στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ζήτημα της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης παροχής υπηρεσιών και της μη εικονικότητας αυτής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τους άνω αναιρετικούς λόγους, μέρος, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία µε την επωνυμία, ... (αναιρεσίβλητη) ασχολείται, κατά το καταστατικό της, µε την ανέγερση, εκμετάλλευση, οργάνωση και λειτουργία σταθμών αυτοκινήτων.
Δυνάμει του από 5-9-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης ετερόρρυθµης εταιρείας, μεταξύ της ενάγουσας, του Π. Π., του Ν. Φ., ως ομορρύθμων εταίρων και της Ε. Ρ., ως ετερορρύθµου εταίρου, συνεστήθη η εναγοµένη ετερόρρυθµη εταιρεία µε την επωνυμία, ... (αναιρεσείουσα). Σκοπός της τελευταίας αυτής εταιρείας, κατά το άρθρο 3 του καταστατικού σύστασης αυτής, ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, και η εκμετάλλευση χώρων στάθµευσης αυτοκινήτων.
Επιπλέον, µε το άρθρο 7 του καταστατικού της εναγοµένης, άπαντα τα ομόρρυθµα µέλη συμφωνήθηκε ότι θα εκπροσωπούν την εναγοµένη, είτε από κοινού, είτε χωριστά, δικαστικ? και εξώδικα. Η εναγοµένη ήδη εκμεταλλεύεται τέσσερις µισθωµένους σταθμούς αυτοκινήτων, εκ των οποίων, δύο στην περιοχή του Πειραιά, έναν στην περιοχή Παγκρατίου και έναν στην περιοχή της Κηφισιάς.
Από την έναρξη λειτουργίας αυτής (εναγοµένης εταιρείας), όπως αποδεικνύεται από το µε αριθμό πρωτοκόλλου 14239/2011 αποδεικτικό υποβολής γνωστοποίησης, η εναγοµένη δεν διατηρούσε λογιστήριο στην έδρα της, αλλά τα βιβλία και στοιχεία είχε παραδώσει στην ενάγουσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη). Περαιτέρω, απεδείχθη ότι δυνάμει, προφορικής - ενόψει του ότι δεν προσκοµίζεται έγγραφο - συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων την 1-2-2012, η ενάγουσα εταιρεία, ανέλαβε έναντι αμοιβής εκ ποσού ευρώ 1.000 μηνιαίως, πλέον ΦΠΑ, για αόριστο χρ?νο, το management της εναγοµένης εταιρείας, δηλαδή, όπως ο όρος αυτός προσδιορίζεται µε την ένδικη αγωγ? και δεν αμφισβητείται, το περιεχόµενο του όρου αυτού, ειδικώς απ? την εναγοµένη, τη διοικητική, λογιστική και φοροτεχνικ? υποστήριξη της εναγοµένης, και δη, µε ίδια µέσα και προσωπικό, (α) τη συγκρότηση και λειτουργία του λογιστηρίου της εναγοµένης, στην έδρα της (ενάγουσας), µε την τήρηση και ενηµέρωση των φορολογικών βιβλίων και στοιχείων αυτής, και την εκτέλεση όλων των ενεργειών (τόσο ηλεκτρονικ? µέσω του συστήµατος taxis, όσο και δια της φυσικής παραστάσεως στις φορολογικές υπηρεσίες), οι οποίες επιβάλλοντο για τη συμμόρφωση της εναγοµένης στους φορολογικούς νόμους, ιδίως την τακτική καθηµερινή λογιστική αποτύπωση και προσήκουσα καταχώριση όλων των δοσοληψιών και ταμειακών κινήσεων, τις εργασίες τέλους μηνός (εκτύπωση βιβλίων, περιοδική δήλωση ΦΠΑ, δήλωση ΦΜΥ, κατάσταση συμφωνητικών κ.λπ.), (β) τη σύνταξη και υποβολή όλων των φορολογικών (περιοδικών και οριστικών) δηλώσεων (εισοδήματος, ΦΠΑ, καταστάσεων πελατών - προμηθευτών κ.λπ.) και την εκπροσώπησή της ενώπιον των φορο-λογικών αρχών, (γ) τη συμμόρφωση της εναγοµένης στην ασφαλιστική νοµοθεσία και την εκπροσώπησή της ενώπιον όλων των ασφαλιστικών οργανισμών του προσωπικού της, (δ) τον υπολογισμό των αποδοχών, τη σύνταξη των καταστάσεων µισθοδοσ?ας και την έκδοση των ατομικών αποδείξεων µισθοδοσίας των μισθωτών της εναγοµένης, την υπόδειξη µέτρων ορθής εφαρµογής απ? την εναγοµένη των κειμένων διατάξεων (αγορανομικών, πολεοδομικών, πυρασφάλειας, τοποθετήσεως επιγραφών και διαφημιστικών πινακίδων κλπ) που αφορούσαν τη λειτουργία των σταθμών αυτοκινήτων και την επαφή και εκπροσώπησή της ενώπιον των εποπτευόντων φορέων, (στ) την επί µηνιαίας βάσεως κατάρτιση και έκδοση όλων των τιμολογίων των στεγάστρων των μονίμων πελατών, όλων των σταθμών της εναγοµένης.
Η αμοιβή της ενάγουσας για τις ανωτέρω υπηρεσίες αναπροσαρµόσθηκε την 1-10-2012 στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως, πλέον ΦΠΑ, µε έγγραφο σχετικό προσκομιζόµενο συμφωνητικό, ενώ μειώθηκε από 2-1-2015 και εφεξής στο ποσό των ευρώ 2.000 µηνιαίως, πλέον ΦΠΑ. Η ενάγουσα στα πλαίσια της εν λόγω σύμβασης, παρείχε µέσω του προσωπικού της τις ανωτέρω αναληφθείσες εργασίες και δη τηρούσε και ενηµέρωνε τα φορολογικά βιβλία και στοιχεία της εναγοµένης, προέβαινε σε τακτική καθηµερινή λογιστική αποτύπωση και προσήκουσα καταχώριση όλων των δοσοληψιών και ταμειακών κινήσεων (εκτύπωση βιβλίων, περιοδικ? δήλωση ΦΠΑ, δήλωση ΦΜΥ, κατάσταση συμφωνητικών), συνέτασσε και υπέβαλε όλες τις φορολογικές (περιοδικές και οριστικές) δηλώσεις (εισοδήματος, ΦΠΑ, καταστάσεων πελατών - προμηθευτών) της εναγοµένης, εκπροσωπούσε αυτήν ενώπιον των φορολογικών αρχών, φρόντιζε για τη συμμόρφωση της εναγοµένης στην ασφαλιστική νοµοθεσία και την εκπροσώπησή της ενώπιον όλων των ασφαλιστικ?ν οργανισμών του προσωπικού της, προέβαινε σε υπολογισμό των αποδοχών, σε σύνταξη των καταστάσεων µισθοδοσίας και στην έκδοση των ατομικών αποδείξεων µισθοδοσίας των μισθωτών της εναγοµένης, υπεδείκνυε προς την εναγοµένη τα µέτρα ορθής εφαρµογής υπ' αυτής (εναγομένης) των κειμένων διατάξεων (αγορανομικών, πολεοδοµικών, πυρασφάλειας, τοποθετήσεως επιγραφών και διαφημιστικών πινα-κίδων), οι οποίες αφορούσαν τη λειτουργία των σταθμών αυτοκινήτων και την επαφή και εκπροσώπησή της ενώπιον των εποπτευόντων φορέων και προέβαινε, επί µηνιαίας βάσεως, σε κατάρτιση και έκδοση όλων των τιμολογίων των στεγάστρων των μονίμων πελατών, όλων των σταθμών της εναγοµένης.
Η συνεργασία των διαδίκων συνεχίσθηκε έως την 2-11-2016, οπότε και διεκόπη, κατ' απαίτηση των δύο ανωτέρω φυσικών προσώπων ομορρύθμων µελών της εναγοµένης. Έκτοτε έπαψε η ενάγουσα ναι παρέχει τις ανωτέρω υπηρεσίες της στην εναγοµένη. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνεργασίας, η εναγοµένη κατέβαλε την ανωτέρω συνομολογηθείσα αμοιβή έως και μηνός Νοεμβρίου 2012 και συνεχίζει να οφείλει, την ανωτέρω συνομολογηθείσα αμοιβή της ενάγουσας, για το διάστηµα από μηνός Δεκεμβρίου 2012 έως και μηνός Οκτωβρίου 2016.
Η εναγομένη, δίχως να αρνείται την κατάρτιση της ανωτέρω από 1-2-2012 συµβάσεως και των συμφωνιών τροποποιήσεως αυτής, κατά την 1-10-2012 και 2-1-2015, καθώς επίσης και την έννοια των υπηρεσιών management, το οποίο µε την ανωτέρω σύμβαση συνομολογήθηκε, όπως αυτό προσδιορίζεται υπό της εναγούσης µε την ένδικη αγωγή, εν τούτοις, δια των εγγράφων προτάσεών της ισχυρίζεται τα ακόλουθα: (α) αν και κατά το συμφωνητικό σύστασης της εναγοµένης διαχειριστές και ταμίες ορίσθηκαν όλα τα ανωτέρω ομόρρυθµα µέλη, οι µεν Π.
Π. και Ν. Φ., ανέλαβαν τη διεύθυνση των σταθμών αυτοκινήτων, ήτοι τη διαχείριση της καθημερινής λειτουργίας αυτών, η δε νόμιμη εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας, Μ. Δ. την οικονομική διαχείριση, τη διαχείριση του ταμείου και την εκπροσώπηση της εναγομένης έναντι τρίτων, των αρχών και ασφαλιστικ?ν οργανισμών ( ....), τις οποίες η ανωτέρω ενάγουσα εταιρεία εκτελούσε χωρίς αμοιβή, στα πλαίσια της διαχειριστικής της εξουσίας του άρθρου 7 του καταστατικο? (..... ), (β) τα βιβλία και στοιχεία της εναγοµένης ευρίσκοντο στην έδρα της ενάγουσας κατ' απαίτηση της νομίμου εκπροσώπου αυτής, Μ.
Δ., προκειµένου η ίδια και ο λογιστής της Α. Β. ελέγχει τα οικονομικά δεδοµένα της εναγομένης (......), (γ) όλες τις λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες για λογαριασμό της εναγοµένης και δη καταχωρήσεις των εσόδων και εξόδων στα βιβλία της, υπολογισμό ΦΠΑ και εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ, υποβολή ηλεκτρονικά των αντίστοιχων δηλώσεων στο ΙΚΑ και την εφορία, την ετήσια σύνταξη της φορολογικής δήλωσης, εκτελούσε η λογίστρια Σ.
Π., η οποία ελάµβανε υπ' αυτής (εναγομένης) αμοιβή και δη το ποσό των ευρώ 600 μηνιαίως, µόνο δε η υπογραφή των ετήσιων φορολογικών δηλώσεων εγίνετο από τον λογιστή της ενάγουσας Α. Β., διότι η ανωτέρω λογίστρια Σ. Π. δεν είχε δικαίωμα υπογραφής (........), χωρίς να έχουν στις εργασίες αυτές καμία ανάμειξη οι λογιστές που απασχολούσε η ενάγουσα, µε εξαίρεση την τυπική υπογραφή του Α.
Β. (.......) στις ετήσιες φορολογικές της δηλώσεις, (δ) η επίδικη από 1-2-2012 σύμβαση είναι εικονική, ήτοι δεν έγινε στα σοβαρά, παρά µόνον κατά το φαινόμενο και δη όπως αναφέρει στη σελίδα 3 των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθµίου Δικαστηρίου "... Ειδικότερα, τα συμβαλλόμενα µέρη, δηλαδή η εταιρεία µας και η αντίδικος, ουδέποτε θέλησαν την επέλευση των εννόµων αποτελεσμάτων της σύμβασης, δηλαδή, τη δηµιουργία αφενός της υποχρέωσης της αντιδίκου να προσφέρει στην εταιρεία µας τις εκεί προβλεπόμενες υπηρεσίες και αφετέρου της υποχρέωσης της εταιρείας µας να καταβάλει την αντίστοιχη αμοιβή, αλλά η σύμβαση αυτή συνήφθη, προκειµένου, χωρίς να προσφέρει πράγματι στην εταιρεία µας καμία υπηρεσία και χωρίς να της καταβάλει η εταιρεία µας καμία αμοιβή, να εκδίδονται από την αντίδικο τα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, πράγμα που συνέφερε αμφότερες τις εταιρείες αφού, αφ? ενός µεν εκπιπτόταν φορολογικώς η σχετική δαπάνη και συμψηφιζόταν ο αντίστοιχος ΦΠΑ για λογαριασμό της εταιρείας µας, αφ' ετέρου δε η αντίδικος εμφάνιζε μεγάλο κύκλο εργασιών και, έτσι φαινόταν ως αξιόπιστη και αξιόχρεη έναντι των πιστωτικ?ν ιδρυμάτων από τα οποία έχει λάβει δάνειο...", (ε) αρνείται ότι κατέβαλε οιαδήποτε αμοιβή στην ενάγουσα ακόµη και για τους δέκα πρώτους µήνες λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, για τους οποίους η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει εξοφληθεί, ισχυριζόµενη ότι κανένα εκ των ανωτέρω τιμολογίων δεν εξοφλήθηκε, ότι αυτά ήταν εικονικ? (......).
Δια της προσθήκης δε των προτάσεών της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμ?ου Δικαστηρίου (......), αλλά και δια των εγγράφων, ενώπιόν µας, προτάσεων (....) αναφέρει ότι τα παραστατικά που προσεκόµισε η ενάγουσα ήταν εικονικά, ακόμη και οι εξοφλητικές αποδείξεις της περιόδου 2 - 10/2012, ουδέποτε δε κατεβλήβη κανένα ποσό υπ' αυτής στην ενάγουσα.
Περαιτέρω, δικαιολογεί τη µη περαι-τέρω, ήτοι μετά το µήνα Οκτώβριο 2012, έκδοση υπό της εναγούσης εξοφλητικών, των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών της ενάγουσας, αποδείξεων, εκ του λόγου ότι έως και τον µήνα Οκτώβριο 2012, δεν είχε τεθεί σε ισχύ φορολογική ρύθμιση, η οποία έκτοτε ίσχυσε, µε την οποία η φορολογική νοµοθεσία υποχρεώνει τις εταιρείες να πραγματοποιούν όλες τις, άνω των 500 ευρώ, συναλλαγές τους, µε επιταγή ή τραπεζική κατάθεση.
Εκ του λόγου τούτου, έως τον µήνα Οκτώβριο 2012, οι λογιστές της ενάγουσας ηδύναντο να εγγράφουν στα σχετικά φορολογικά βιβλία εικονικές πληρωμές, ακολούθως, εν τούτοις, ενόψει της νομοθετικής μεταβολής, δεν ηδύνατο να εγγράφουν εικονικές εξοφλήσεις και, εκ του λόγου τούτου, μετά τον 10ο του 2012 εμφανίζονται ανεξόφλητα τα υπόλοιπα τιμολόγια, αν και όλα είναι εικονικά και κανένα ουδέποτε είχε πράγματι εξοφληθεί.
Από τη συνεκτίµηση του συνόλου των αποδείξεων δεν κρίνεται βάσιµος ο ισχυρισμός της εναγοµένης ότι η επικαλούμενη υπό της εναγούσης µε την ένδικη αγωγή σύμβαση παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών υπ' αυτής στην εναγομένη και δη έναντι της ανωτέρω αμοιβής, τυγχάνει εικονική. Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο άγεται, από τη συνεκτίµηση του συνόλου των αποδείξεων, και ιδίως: (α) από τη σαφ? κατάθεση της μάρτυρος Σ.
Π., που περιέχεται στην προαναφερομένη µε αριθμό ... ?νορκη βεβαίωση, κατά την οποία, η ίδια, κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά και μεταγενέστερα, έως της δόσεως της εν λόγω ενόρκου βεβαιώσεως, εργαζόταν και εργάζεται ως υπάλληλος στο λογιστήριο της ενάγουσας, περίπου, είκοσι ώρες, ορισμένες ηµέρες κάθε µήνα, κυρίως κατά τις απογευματινές ώρες, και λαμβάνει από την ενάγουσα αμοιβή εκ ποσού 250 ευρώ.
Περαιτέρω, η ίδια κατέθεσε ότι, έως τον µήνα Νοέμβριο 2016, υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του, έως πρόσφατα επικεφαλής του λογιστηρίου της ενάγουσας, Α. Β., ασχολείτο µε καταχωρίσεις και εγγραφές των λογιστικών κινήσεων κ.λπ. στοιχείων τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγοµένης. Το τελευταίο δε έπραττε, στα πλαίσια της σύμβασης που είχε καταρτισθεί μεταξύ εναγοµένης και ενάγουσας, µε την οποία η τελευταία είχε αναλάβει την τήρηση του λογιστηρίου της εναγοµένης και την εκπροσώπησή της έναντι της εφορίας, του ΙΚΑ και των τραπεζών.
Παράλληλα, η ίδια, κατά την ίδια κατάθεση, µία ή δύο φορές κάθε µήνα παραλάμβανε από τους σταθμούς της εναγοµένης στον Πειραιά τα στελέχη των αποδείξεων και παραστατικών που εκδίδοντο απ? την εναγοµένη και τα μετέφερε στο λογιστήριο της ενάγουσας όπου εγίνοντο οι εγγραφές. Επιπλέον, περιστασιακά και µε βάση εξουσιοδότηση, διεκπεραίωνε, πρωινές ώρες, τυπικές διατυπώσεις που δεν μπορούσαν να γίνουν ηλεκτρονικά στο ΙΚΑ ή τον ΟΑΕΔ ή την εφορία.
Το σύνολο των λοιπών εργασιών και δη την καθημερινή λογιστική αποτύπωση και καταχώρηση όλων των δοσοληψιών και ταμειακών κινήσεων, τις εργασίες τέλους του μηνός και δη εκτύπωση βιβλίων, περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, ΦΜΥ κ.λ.π., τέλους τριμήνου, τέλους έτους, όλες τις φορολογικές δηλώσεις σε σχέση µε όλους του φορολογικούς νόμους, υπολογισμό αποδοχ?ν, σύνταξη καταστάσεων µισθοδοσίας εργαζομένων εναγοµένης και αναφορά των υπερωριών τους, έκδοση των τιμολογίων των στεγάστρων των μονίμων πελατών, όλων των σταθμών και γενικά όλων των υποχρεώσεων της εναγοµένης µε βάση τη φορολογική, εργατικ? και ασφαλιστικ? νομοθεσία αλλά και τις σχέσεις µε τις διάφορες υπηρεσίες εκτελούνταν από το λογιστήριο της ενάγουσας και το προσωπικό της.
Μάλιστα, κατά την ίδια κατάθεση, η ενάγουσα διέθετε ειδικ? ηλεκτρονικά προγράµµατα για τα οποία καταβάλει ετήσιες συνδρομές για τη συντήρησή τους και τη συνεχή αναβάθµισή τους. Κατά την ίδια μάρτυρα, η ενάγουσα εταιρεία, έχει συμπεριλάβει την ανωτέρω συμφωνηθείσα για το επίδικο έργο αμοιβή της στις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις της και έχει φορολογηθεί για τις αμοιβές που εμφανίζονται στα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, καταβάλλοντας τον αναλογούντα, στα ποσά της αμοιβής της, φόρο εισοδήματος, καθώς επίσης έχει αποδώσει και τον αναλογούντα ΦΠΑ.
Η κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος κρίνεται πειστική, δεδομένου ότι κανένα συμφέρον απ? την έκβαση της παρούσας δίκης δεν έχει, οι δε αιτιάσεις της εναγοµένης ότι προέβη στην εν λόγω µαρτυρικ? κατάθεση διότι πιέστηκε από την ενάγουσα ή φοβούμενη για το ότι εισέπραττε απ? την εναγομένη αμοιβές, τις οποίες δεν εδήλωνε στην φορολογική αρχ? (.....), ή διότι ο σύζυγός της Δ.
Τ. εργάζεται στην εταιρεία ... ως υπεύθυνος του σταθμού επ? της Ζωοδόχου Πηγής αρ. 2, δεν ενισχύονται απ? κάποιο αποδεικτικό µέσο ....... Αντίθετα, η αλήθεια της κατάθεσης της εν λόγω μάρτυρος, ενισχύεται εκ του γεγονότος ότι, µετά την διακοπή της συνεργασίας της ενάγουσας µε την εναγοµένη, η τελευταία διέκοψε και τη συνεργασία της µε την ανωτέρω μάρτυρα.
Οι αιτιάσεις της εναγοµένης ότι διέκοψε τη συνεργασία της µε την ανωτέρω μάρτυρα εκ του λόγου ότι, η τελευταία, δεν ηδύνατο να υπογράφει τις φορολογικές δηλώσεις της (εναγοµένης), δεν κρίνονται πειστικές, δεδομένου ότι παράλληλα η ίδια αναφέρει ότι, ακολούθως, η ίδια (εναγομένη) κατήρτισε σύμβαση συνεργασίας, ?χι µε έναν αλλά µε δύο λογιστές φοροτεχνικούς και δη τον Ε.
Μ. και την Μ. Τ. και όχι με έναν. (β) Εάν πράγματι η, αρχικώς καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων, απ? 1-2-2012 σύμβαση, την οποία επικαλείται η ενάγουσα µε την ένδικη αγωγ? της - την κατάρτιση της οποίας δεν αμφισβητεί ειδικώς η εναγοµένη, η οποία περιορίζεται µόνον να αναφέρει ότι αυτή καταρτίσθηκε µόνον κατά το φαινόμενο-, ήταν εικονική, δεν δικαιολογείται επαρκώς υπό της εναγοµένης ποίος ο λόγος τροποποίησης αυτής ως προς την αμοιβή της ενάγουσας, ακολούθως τόσο µε βάση το συμφωνητικό της 1-10-2012, το οποίο φέρει τη µη αμφισβητούμενη υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εναγοµένης, όσο και ακολούθως την 2-1-2015, οπότε, αν και δεν προσκοµίζεται υπό της εναγούσης έγγραφη σύμβαση υπογεγραμμένη από την εναγοµένη, από την τελευταία (εναγομένη) δεν αμφισβητείται ειδικώς ότι πράγματι έλαβε χώρα την 2-1-2015 µείωση της αμοιβής.
Ποίος δηλαδή ο λόγος να τροποποιηθεί μία εικονική σύμβαση. (γ) οι αιτιάσεις της εναγοµένης ότι μετά τον µήνα Οκτώβριο του 2012, δεν συνέχισαν να εκδίδονται εικονικές εξοφλητικές αποδείξεις, προκειµένου να δικαιολογήσει την ύπαρξη και καταχώρηση στα βιβλία των διαδίκων, εξοφλητικών αποδείξεων της αµοιβ?ς της ενάγουσας απ? την επίδικη σύμβαση από μηνός Φεβρουαρίου έτους 2012 έως και μηνός Οκτωβρίου 2012, διότι πλέον, κατά την εναγομένη, για αμοιβές άνω των 500 ευρώ, κατά τη φορολογική νομοθεσία έπρεπε να καταβάλλεται η αμοιβή µέσω τραπεζικού ιδρύματος, δεν κρ?νονται πειστικές.
Συγκεκριµένα, ως προς το φορολογικό καθεστώς που ίσχυε κατά την επίδικη περίοδο πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα ........ Ως εκ τούτου, από το συνδυασμό των άνω διατάξεων, η υποχρέωση εξόφλησης δαπάνης από τη λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των πεντακοσίων ευρώ άρχισε να ισχύει εν τέλει απ? 1-1-2014, ενώ ήδη από την έναρξη ισχύος του ΚΦΑΣ (έτος 2012), αλλά και προηγούμενα υπό το καθεστώς του ΚΒΣ από το έτος 2010, απαιτείτο για την απόδειξη συναλλαγής από το λήπτη φορολογικού στοιχείου που αφορά αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και άνω η τμηµατική ή ολική εξόφληση να γίνεται µέσω τραπεζικού λογαριασμού ή µε επιταγή έκδοσης του λήπτη του στοιχείου.
Επομένως, δεν επήλθε η επικαλούμενη από την εναγοµένη νομοθετικ? µεταβολή, μετά τον µήνα Οκτώβριο 2012. Εάν πράγματι η επίδικη σύμβαση ήταν εικονική, ενόψει των ανωτέρω ρυθμίσεων της φορολογικής νοµοθεσίας, τα διάδικα µέρη και ιδίως η εναγοµένη, λήπτρια των ανωτέρω τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, είχε κάθε συμφέρον να διατηρεί τη συμφωνηθείσα αμοιβή κάτω των 3.000 ευρώ και όχι να προβεί σε τροποποίηση μίας εικονικής σύμβασης, την οποία κατήρτισε για να τύχει φορολογικών ωφελημάτων, µε τον κίνδυνο να της επιβληθούν κυρώσεις.
Και κυρίως (δ) ενόψει της έγγραφης, κατά τα άνω, απόδειξης της επικαλούμενης από την ενάγουσα επίδικης σύμβασης από 1-10-2012 και εφεξής, η εναγομένη δεν επικαλείται, όπως ήταν αναμενόμενο και λογικό, την υπό των διαδίκων κατάρτιση αντεγγράφου, στο οποίο αμφότεροι οι διάδικοι να δηλώνουν σαφώς ότι η επίδικη σύμβαση είχε καταρτισθεί μεταξύ τους, µόνον κατά το φαινόμενο και µε σαφή δήλωση των μερών ότι οι διάδικοι δεν επιθυμούσαν τη γένεση αξιώσεων υπέρ της ενάγουσας απ? την επίδικη σύμβαση.
Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της εναγοµένης, ενόψει του ότι όλοι οι μάρτυρες απασχολούνται στα επιµέρους πρατήρια τα οποία εκμεταλλεύεται η εναγοµένη και δεν απεδείχθη ότι έχουν ιδία αντίληψη για τις συνθήκες κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, ενόψει μάλιστα του ότι η κατάρτιση της επ?δικης σύμβασης αποδεικνύεται και δια του απ? 1-10-2012 εγγράφου.
Επομένως, τυγχάνει αβάσιμη στην ουσία της η ένσταση της εναγοµένης περί εικονικότητας της επ?δικης σύμβασης. Εξάλλου, οι αιτιάσεις της εναγοµένης ότι η ενάγουσα είχε συμφέρον απ? την ανωτέρω σύμβαση προκειµένου να εμφανίζει πιστοληπτική ικανότητα έναντι τρίτων διότι ελάµβανε κατά το ίδιο χρονικό διάστηµα δάνεια από τράπεζες, ομοίως δεν κρίνονται πειστικές δεδομένου ότι η ίδια δια των ενώπιόν µας εγγράφων προτάσεών της (.....), αναφέρει ότι πλην του έτους 2012, που η ενάγουσα εμφάνισε κέρδη ποσού ευρώ 13.591,94, ακολούθως εμφάνιζε ζημίες και δη το έτος 2013 ζημία εκ ποσού ευρώ 93.865,27, το έτος 2014 ζημίες εκ ποσού ευρώ 51.467,05, το έτος 2015 ζημίες εκ ποσού ευρώ 35.905,65 και το έτος 2016 ζημίες εκ ποσού ευρώ 7.391,08.
Και είναι αλήθεια ότι τυγχάνει απορίας άξιον, αν και η ενάγουσα εμφάνιζε ζημίες, καθόλη την ανωτέρω περίοδο, δεν αξίωνε παρά ταύτα την επίδικη αμοιβή της απ? την εναγοµένη, πλην, όμως, εκ µόνου του λόγου τούτου, δεν δύναται να αχθεί το παρ?ν Δικαστήριο σε απόφαση ότι η επίδικη σύμβαση τυγχάνει εικονική. .....
Διαφορετικά κρίνοντας η εκκαλουµένη απόφαση, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή, δεχόµενη ως βάσιµη στην ουσία της την ένσταση της εναγοµένης, περί εικονικότητας της επίδικης σύμβασης, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, γενοµένου δεκτού του, σχετικού λόγου της ?νδικης έφεσης, περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων υπό της εκκαλουµένης αποφάσεως, να εξαφανισθεί αυτή (εκκαλουμένη απόφαση) και, ακολούθως, το παρόν Δικαστήριο αφού κρατήσει την υπόθεση, να αναδικάσει την ένδικη αγωγή.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, κρίνεται ότι η ανωτέρω σύμβαση των διαδίκων ήταν έγκυρη, η ενάγουσα παρείχε τις ανωτέρω αποδειχθείσες και µε την αγωγή περιγραφόµενες υπηρεσίες, ενόψει δε της µη ειδικής αμφισβήτησης της έννοιας του όρου management που ανέλαβε η ενάγουσα, όπως αυτή αναλύεται στην αγωγή ........
απεδείχθη ότι για τις ανωτέρω υπηρεσίες της ενάγουσας, η εναγοµένη, συνεχίζει να της οφείλει τη συνομολογηθείσα κατά τα άνω αμοιβή της, για το χρονικό διάστηµα από µηνός Δεκεμβρίου του έτους 2012 έως και μηνός Οκτωβρίου 2016. ..... Επομένως, η εναγοµένη οφείλει στην ενάγουσα για την προαναφερομένη αιτία το ποσό των ευρώ 146.470 ......".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή της, δεχόμενη τον ισχυρισμό της αντιδίκου της, αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της επίδικης σύμβασης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και δικάζοντας την αγωγή, τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 146.470 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτή χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, περί εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 361 του ΑΚ και μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 138 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες.
Τούτο δε διότι, η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν το σαφές αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η ένδικη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, καταρτίστηκε σοβαρά και όχι κατά φαινόμενο και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η κατάρτισή της, τον τρόπο της κατάρτισής της και τη συνομολογηθείσα αμοιβή και επιπλέον αναφέρει και αναλύει τα επιχειρήματα που πρόβαλε η αναιρεσεσείουσα προς υποστήριξη του ισχυρισμού της περί ακυρότητας αυτής, ως εικονικής ότι δηλαδή, ''η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε, προκειμένου, χωρίς (η αναιρεσίβλητη) να προσφέρει πράγματι σ' αυτή καμία υπηρεσία και χωρίς η ίδια να της καταβάλει καμία αμοιβή, να εκδίδονται από την αναιρεσείουσα τα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, πράγμα που συνέφερε αμφότερες τις εταιρείες αφού, αφ' ενός µεν εκπιπτόταν φορολογικά η σχετική δαπάνη και συμψηφιζόταν ο αντίστοιχος ΦΠΑ για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, αφ' ετέρου δε η αναιρεσίβλητη εμφάνιζε μεγάλο κύκλο εργασιών και, έτσι φαινόταν ως αξιόπιστη και αξιόχρεη έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων απά τα οποία έχει λάβει δάνειο'', τον οποίο απέρριψε, με τις παραδοχές ότι η επίδικη σύμβαση δεν ήταν εικονική.
Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχθηκε: α) ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε την 1-2-2012, προφορικά, σύμβαση με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε έναντι αμοιβής ποσού 1.000 ευρώ μηνιαίως, πλέον ΦΠΑ, για αόριστο χρόνο, το management της εναγοµένης εταιρείας, µε ίδια µέσα και προσωπικό ...., β) ότι η αμοιβή της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) για τις άνω υπηρεσίες αναπροσαρμόστηκε, με έγγραφη συμφωνία, την 1-10-2012 στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως, πλέον ΦΠΑ, ενώ από 2-1-2015 μειώθηκε σε 2.000 ευρώ µηνιαίως, πλέον ΦΠΑ, γ) ότι σε εκτέλεση της σύμβασης, η αναιρεσίβλητη παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, μέχρι και το μήνα Οκτώβριο 2016, οπότε διακόπηκε η συνεργασία τους και ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε σ' αυτή τη συνομολογηθείσα αμοιβή της μέχρι και το μήνα Νοέμβριο 2012, ενώ της οφείλει την αμοιβή της για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2012 έως Οκτώβριο 2016, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 146.470 ευρώ, δ) ότι τις υπηρεσίες αυτές παρείχε η αναιρεσίβλητη, δια του προσωπικού της και κυρίως δια της υπαλλήλου της, Σ.
Π., η οποία κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως υπ?λληλος στο λογιστήριό της (αναιρεσίβλητης) και ε) ότι η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση έγινε σπουδαία και σοβαρά και τα μέρη ήθελαν και αποσκοπούσαν η σύμβαση αυτή να παράγει συνέπειες. Ουδεμία δε αντίφαση υφίσταται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αναφορικά με το έγγραφο ή μη, της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης παροχής υπηρεσιών, αφού το Εφετείο κατά τρόπο σαφή δέχθηκε, ότι η εν λόγω σύμβαση καταρτίστηκε προφορικά και στη συνέχεια τροποποιήθηκε ως προς το ύψος της αμοιβής, με το αναφερόμενο έγγραφο και λειτούργησε με πραγματική προσφορά των υπηρεσιών της ενάγουσας στην εναγομένη μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2016.
Τέτοια δε αντίφαση αναφορικά με τον τρόπο κατάρτισης της σύμβασης (έγγραφο ή μη) και τη μη εικονικότητα αυτής, δεν δημιουργείται από την παραδοχή του Εφετείου, ότι η εναγομένη δεν επικαλείται την υπό των διαδίκων κατάρτιση αντεγγράφου, στο οποίο αμφότεροι οι διάδικοι να δηλώνουν σαφώς ότι η επίδικη σύμβαση είχε καταρτιστεί κατά το φαινόμενο και με σαφή δήλωση των μερών ότι δεν επιθυμούσαν τη γένεση αξιώσεων υπέρ της ενάγουσας από τη σύμβαση.
Σε κάθε δε περίπτωση, η ως άνω παραδοχή αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, υπέρ της μη ύπαρξης εικονικότητας. Επομένως, οι άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνονται στους άνω λόγους με τις οποίες η τελευταία, με την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατά την απόρριψη του ισχυρισμού της περί εικονικότητας της ένδικης σύμβασης, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες και συγκεκριμένα, α) ενώ δέχθηκε ότι η προβλεπόμενη από την επίδικη σύμβαση αμοιβή ανερχόταν από 1-2-2012 έως 1-10-2012 σε 1.000 ευρώ μηνιαίως, από 1-10-2012 έως 2-1-2015 σε 3.000 ευρώ μηνιαίως και από 2-1-2015 έως 1-11-2016 σε 2.000 ευρώ μηνιαίως, ότι από το έτος 2010 για την απόδειξη συναλλαγής από το λήπτη φορολογικού στοιχείου που αφορά αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας 3.000 ευρώ και άνω απαιτείτο η τμηματική ή ολική εξόφληση να γίνεται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγή έκδοσης του λήπτη του στοιχείου και ότι από 1-1-2014 το όριο αυτό μειώθηκε στο ποσό των 500 ευρώ, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτής (αναιρεσείουσας), ότι οι εξοφλητικές αποδείξεις που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη είναι εικονικές και ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχες αποδείξεις για την περίοδο από το Νοέμβριο του 2012 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2016, διότι κατά την περίοδο αυτή η προβλεπόμενη από τη σύμβαση μηνιαία αμοιβή της αναιρεσίβλητης δεν υπολειπόταν του ορίου της υποχρεωτικής εξόφλησης μέσω τραπεζικού λογαριασμού και β) ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, καθόλη την επίδικη περίοδο, πλην, του έτους 2012, εμφάνιζε ζημίες, πράγμα που σημαίνει ότι είχε ανάγκη να εμφανίζει τα έσοδα από την επίδικη σύμβαση προς τις τράπεζες, απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι η αναιρεσίβλητη είχε συμφέρον από την ανωτέρω σύμβαση, προκειμένου να εμφανίζει πιστοληπτική ικανότητα έναντι τρίτων, διότι ελάμβανε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δάνεια από τράπεζες, είναι στο σύνολό τους απαράδεκτες, αφού οι επικαλούμενες ως άνω αντιφάσεις, αφορούν επιχειρήματα, που χρησιμοποίησε το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και όχι ζητήματα κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, έτσι ώστε σφάλμα για αντιφατικότητα των αιτιολογιών να μην ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο, εφόσον το πόρισμα του Εφετείου ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε σοβαρά και και τα μέρη ήθελαν και αποσκοπούσαν η σύμβαση αυτή να παράγει συνέπειες, είναι σαφές.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 (περ. α, β) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1297/2022).
Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα, η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 667/2023), καθώς και τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 1297/2022, ΑΠ 85/2021, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016).
Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της βάσης αυτής (ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 139/2016), ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του (523/2021, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 139/2016).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 1293/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δέχθηκε ότι, α) ''Η Σ.
Π. ..... κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά και μεταγενέστερα ......., εργαζόταν και εργάζεται ως υπάλληλος στο λογιστήριο της ενάγουσας, περίπου, είκοσι ώρες, ορισμένες ηµέρες κάθε µήνα, κυρίως κατά τις απογευματινές ώρες, και λαμβάνει από την ενάγουσα αμοιβή εκ ποσού 250 ευρώ, ότι η τελευταία, έως τον µήνα Νοέμβριο 2016 υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του, επικεφαλής του λογιστηρίου της ενάγουσας, Α.
Β., ασχολείτο µε καταχωρίσεις και εγγραφές των λογιστικών κινήσεων κ.λπ. στοιχείων τόσο της ενάγουσας ότι και της εναγοµένης, ότι τούτο έπραττε, στα πλαίσια της σύμβασης που είχε καταρτισθεί μεταξύ εναγοµένης και ενάγουσας, µε την οποία η τελευταία είχε αναλάβει την τήρηση του λογιστηρίου της εναγοµένης και την εκπροσώπησή της ?ναντι της εφορίας, του ΙΚΑ και των τραπεζών και ότι η ίδια, µία ή δύο φορές κάθε µήνα παραλάμβανε από τους σταθμούς της εναγοµένης στον Πειραιά τα στελέχη των αποδείξεων και παραστατικών που εκδίδοντο από την εναγοµένη και τα μετέφερε στο λογιστήριο της ενάγουσας όπου εγίνοντο οι εγγραφές.
Επιπλέον, περιστασιακά και µε βάση εξουσιοδότηση, διεκπεραίωνε, πρωινές ώρες, τυπικές διατυπώσεις που δεν μπορούσαν να γίνουν ηλεκτρονικά στο ΙΚΑ ή τον ΟΑΕΔ ή την εφορία '', αν και στην ένδικη αγωγή ουδεμία αναφορά γίνεται στη Σ. Π., στην εργασιακή τους σχέση και στη δυνάμει αυτής διεκπεραίωση υποθέσεών της (αναιρεσείουσας) εκ μέρους της τελευταίας, για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης.
Επίσης, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε προφορικά, αν και ισχυρισμός για προφορική κατάρτιση της σύμβασης δεν προβλήθηκε στην ένδικη αγωγή, αντίθετα η ενάγουσα επικαλείται και αναφέρεται σε έγγραφη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η οποία δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε ''πράγματα'', κατά την εκτεθείσα στην προηγούμενη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, σχετιζόμενα με τα επικαλούμενα από την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), με την ένδικη αγωγή, περί της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης παροχής υπηρεσιών από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα και την παροχή των υπηρεσιών αυτών.
Ακολούθως, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμ. 8 περ. β του ίδιου πιο πάνω άρθρου, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τα προβληθέντα από την αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό της περί εικονικότητας της εν λόγω σύμβασης και συγκεκριμένα, ότι, α) η Μ.
Δ. Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της ενάγουσας είχε αναλάβει από την αρχή την οικονομική διαχείριση της ίδιας (εναγομένης) και εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της έναντι όλων των πιστωτών και άρα, αν υπήρχε πράγματι οφειλή προς την ενάγουσα αυτή θα είχε εξοφληθεί και μάλιστα κατά προτεραιότητα και β) η ενάγουσα φέρεται ότι παρείχε τις υπηρεσίες της στην ίδια (αναιρεσείουσα) επί τέσσερα συναπτά έτη, από το Δεκέμβριο του 2012 έως Οκτώβριο του 2016, χωρίς κατά το διάστημα αυτό, να λαμβάνει αμοιβή για τις υπηρεσίες αυτές, την οποία διεκδίκησε το πρώτον με την ένδικη αγωγή.
Και ο αναιρετικός, όμως, αυτός λόγος είναι απορριπτέος ομοίως ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν ''πράγμα'' κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά απλά επιχειρήματα προς επιστήριξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της επίδικης σύμβασης, τον οποίο το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, με τις οποίες η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, δεχόμενο την αγωγή, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, κατά τα οποία, ουδείς συνεχίζει την προσφορά των εργασιών του, χωρίς να πληρώνεται, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα, ούσα ανώνυμη εταιρία, επικαλείται παροχή υπηρεσιών της επί τέσσερα συναπτά έτη χωρίς καταβολή αμοιβής, άσκησε δε την ένδικη αγωγή το πρώτον μετά τη δήθεν καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της, δεν ιδρύουν τον άνω αναιρετικό λόγο, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας και, επομένως, είναι απαράδεκτες.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικά καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 529/2023, ΑΠ 1389/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται, όμως, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σε αυτό, αν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη, από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται, είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, όπως λχ εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 879/2023, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020).
Η άνω διάταξη, του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 879/2023, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009).
Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1183/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015). Εξάλλου, ο ίδιος πιο πάνω λόγος, από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όπως ήδη εκτέθηκε, και όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, του οποίου δεν επιτρέπεται η χρήση.
Τέτοια περίπτωση προβλέπεται από το άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ενόψει του κρίσιμου χρόνου εκδίκασης της διαφοράς στις 24-5-2017, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οπότε έλαβε χώρα η εξέταση των μαρτύρων, κατά το οποίο δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου.
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 204/2023, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 1510/2011).
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ. 2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημόσιας τάξης, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 204/2023, ΑΠ 93/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι έλαβε υπόψη της, παρά το νόμο, τις με αριθμούς, ...
ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, Σ. Π. και Χ. Τ., που λήφθηκαν στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δίκης, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Γεωργίας Γιαννοπούλου, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, παρότι οι ένορκες βεβαιώσεις των ιδίων μαρτύρων, με αριθμούς 7292/15-3-2017 και 7266/18-1-2017, δεν είχαν ληφθεί υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως ανυπόστατες, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 1 και 422 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες οι διάδικοι προσκομίζουν τις προτάσεις τους και τα αποδεικτικά μέσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αυτή του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η εξέταση νέων μαρτύρων στο Εφετείο για ζητήματα που εξετάστηκαν μάρτυρες στην πρωτόδικη δίκη, επιτρέπεται αν αυτό επιβάλλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των κρίσιμων, για τη βασιμότητα ή μη του ως άνω λόγου αναίρεσης, αναφορών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, ''τις παραδεκτά προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως, το πρώτον (άρθρο 529 παρ, 1 ΚΠολΔ) ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της έκκλητης δίκης, υπ' αριθμ. ...
ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, Σ. Π. του Δ. και της Ό. και Τ. Χ. του Α. και της Τ., οι οποίες ελήφθηκαν, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Γεωργίας Γιαννοπούλου, με επιμέλεια της ενάγουσας - εκκαλούσας, κατόπιν νομότυπης, κατ' άρθρο 422 ΚΠολΔ κλήτευσης της εναγομένης - εφεσιβλήτου (υπ' αριθμ. 5825/16-9-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Β.
Δ.). Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη του τις άνω προσκομισθείσες με επίκληση, με αριθμούς ... ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν ληφθεί νομίμως κατά την ορισθείσα ημέρα και ώρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες ήταν παραδεκτές ως νέο αποδεικτικό μέσο, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, καθόσον αυτές υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν ανυπόστατες και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο αυτών.
Επομένως, ο ως άνω πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επίσης, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι, για την απόδειξη της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να διαπιστώσει την ύπαρξη κάποιας εξαίρεσης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 394 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι πρόβαλε νόμιμα τον ανωτέρω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δηλαδή των εγγράφων προτάσεων που υπέβαλε αυτή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχαν εξεταστεί οι μάρτυρες αμφοτέρων των διαδίκων και των εγγράφων προτάσεων που υπέβαλε στο εφετείο, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, τέτοιο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά αντίθετα και η ίδια επικαλέσθηκε και προσκόμισε τις με αριθμούς, ...
έξι ένορκες βεβαιώσεις, οι τέσσερις πρώτες για την απόδειξη των ισχυρισμών της και δύο για την αντίκρουση, των μαρτύρων της, Ι. Π., Ι. Κ., Κ. Κ., Ζ. Κ., Ι. Κ. και Ι. Π. (όπως άλλωστε διαλαμβάνεται και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης), ενώ δεν συντρέχει περίπτωση από το άρθρο 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί το παραδεκτό της προβολής του λόγου αυτού αναίρεσης, έστω και αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, περίπτωση που δεν επικαλείται, άλλωστε, ούτε και η αναιρεσείουσα (ΑΠ 204/2023, ΑΠ 686/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 804/2022).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και γι' αυτό δεν μπορεί να έχει (κατ' αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού, όπως και ο άμεσος αντιπρόσωπος για διαφορές από τη δικαιοπραξία στην οποία ενήργησε με την ιδιότητα αυτή.
Τούτο συνάγεται, κυρίως, από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ, το οποίο προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους. Η εξέταση αυτή, όμως, δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα (ΚΠολΔ 420), καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν το ίδιο πρόσωπο να εξετάζεται ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου ή ως άμεσος αντιπρόσωπος, λύση προδήλως άτοπη.
Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησής του είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ούτε και όταν το δικαστήριο μπορεί να αρκεσθεί και σε αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 887/2022).
Τα ανωτέρω ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου, και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά τα άρθρα 421 επ., 423 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο τρίτος που βεβαιώνει ενόρκως, καταθέτει τα περιστατικά που γνωρίζει για το αντικείμενο της απόδειξης. Άρα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοίκησης του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1389/2021).
Η έννομη δε αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης ή κατάθεσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης (ΑΠ 1085/2023, 76/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1274/2019).
Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της, Ν. Φ., που είχε ληφθεί υπόψη πρωτοδίκως, με την αιτιολογία ότι ο μάρτυρας αυτός τυγχάνει ομόρρυθμο μέλος της εναγομένης και είχε οριστεί διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής, ενώ η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, έπρεπε να ληφθεί υπόψη, ως εξέταση διαδίκου, η οποία μετά το ν. 4335/2015 υπό τη ισχύ του οποίου δόθηκε η ένορκη βεβαίωση, είναι ισότιμο και κύριο αποδεικτικό μέσο.
Ο τελευταίος μάρτυρας, όπως ρητά βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, είναι ομόρρυθμο μέλος της αναιρεσείουσας ετερόρρυθμης εταιρίας και διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η ένορκη αυτή βεβαίωση, ως μαρτυρία του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ο οποίος δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου, αλλά ταυτίζεται με τη διάδικο, είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, μη δυνάμενο να εκτιμηθεί ως εξέταση διαδίκου, κατά το άρθρο 415 ΚΠολΔ, καθόσον η εξέταση διαδίκου αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, που διατάσσεται από το δικαστήριο, με τις αναφερόμενες στο άρθρο 237 παρ. 6 ΚΠολΔ διατυπώσεις, διαφοροποιούμενο σαφώς από τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων (τρίτων), οι οποίες ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, αποτελούν και αυτές αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.
Επομένως, ορθά το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη βεβαίωση αυτή, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 24-5-2022 αίτηση και τους από 17-10-2023 πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 1828/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ