Legislator Case Law & Legislation
1122/2024 AI generated

Supreme Court dismisses Church of Greece's appeal on ownership and orders full legal costs.

Case Number 1122/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Church of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting its claim to ownership of a building. The court held that the Church's possession lacked the intent of a true owner and that a prior seizure cancellation notice lacked real property status. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the Church was ordered to pay the full legal costs of the losing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 1041, 1049, 1010 of the Civil Code; Article 220 of the Code of Civil Procedure: Possession without the intent of a true owner does not establish ownership, and a seizure cancellation notice lacks real property character, preventing the imposition of obligations on bona fide third parties.

Keywords

AI generated
ownership claim possession intent seizure cancellation real property status legal costs award public legal entity civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 974 of the Civil Code
Article 1041 of the Civil Code
Article 1049 of the Civil Code
Article 1010 of the Code of Civil Procedure
Article 220 of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 22(3) of Law 3693/1957
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1122 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1122/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ιασίου αρ. 1 και εκπροσωπείται νόμιμα (Α.Φ.Μ. 090010272, ΔΟΥ Δ' Αθηνών), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Πωβαρέτο και Ιωάννη Σούζα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Λ. του Η., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πατρινιά-Μαρία Αδαμοπούλου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2711/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2341/2021 του Εφετείου Αθηνών (2ο Τμήμα Δημόσιο). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον, με την από 20-9-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20-09-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2341/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου κατά της 2711/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η από 10-05-2018 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία το αναιρεσείον ζήτησε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στις αναφερόμενες ειδικότερα στην αγωγή οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ...

της Αθήνας. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή η ένσταση τακτικής χρησικτησίας που προέβαλε ο εναγόμενος κατά της αγωγής και απορρίφθηκε η αντένσταση διακοπής της χρησικτησίας, που προέβαλε κατά της ένστασης αυτής το ενάγον. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, κατά δε το άρθρο 1041 ιδίου Κώδικα, εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία).

Τέλος, κατά το άρθρο 1049 του ΑΚ, "Η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει ή αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου. Η διακοπή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος. Οι διατάξεις για τη διακοπή της παραγραφής με την έγερση της αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως".

Αν και η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται μόνο στην έγερση διεκδικητικής αγωγής, το νόημά της είναι ότι η χρησικτησία διακόπτεται, όταν το δικαίωμα που πρόκειται να κριθεί βάσει αυτής, δηλαδή η κυριότητα, γίνεται επίδικο. Επομένως, διακοπή της χρησικτησίας επάγεται κάθε πράξη, που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπόζοντος και φέρει το δικαίωμα κυριότητας σε δικαστική διάγνωση, ανεξάρτητα από το δικονομικό τύπο με τον οποίο εμφανίζεται η πράξη αυτή.

Κατά συνέπεια, η χρησικτησία θα διακοπεί μόνο υπέρ του ενάγοντος και των διαδόχων του, είτε με την επίδοση αγωγής αναγνωριστικής κυριότητας του τελευταίου ή πουβλικιανής αγωγής ή αγωγής διανομής κοινού πράγματος, είτε με την άσκηση ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή διεκδικητικής ανακοπής τρίτου κατά το άρθρο 936 ΚΠολΔ στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην ίδια διαδικασία, με την άσκηση αγωγής διεκδίκησης πλειστηριασθέντος πράγματος κατά το άρθρο 1020 ΚΠολΔ (ΑΠ 929/2018, ΑΠ 1014/2017, ΑΠ 1750/2012, ΑΠ 1073/1996).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 1010 και 220 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατ' άρθρο 933 ιδίου Κώδικα ανακοπή για ακύρωση του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού ακινήτου, για να είναι τυπικά παραδεκτή, πρέπει να εγγράφεται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την κατάθεσή της στο βιβλία διεκδικήσεων της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο, ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση αυτή.

Η παράλειψη της εγγραφής αυτής, η οποία συνεπάγεται την απόρριψη της ανακοπής ως απαράδεκτης, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι η εγγραφή της ανακοπής καθιερώνεται από το νόμο ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της από λόγους δημοσίας τάξεως, δηλαδή προς προστασία των καλής πίστεως τρίτων και δεν ενδιαφέρει μόνο τους διαδίκους (ΑΠ 1860/2005, ΑΠ 130/2003, ΑΠ 1158/1998).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ ΑΠ 20/2005, Ολ ΑΠ 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, με το μοναδικό λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το Εφετείο, απέρριψε τον προταθέντα με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και επαναφερθέντα με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ισχυρισμό του (αντένσταση) περί διακοπής της τακτικής χρησικτησίας του αναιρεσιβλήτου στις 17-06-2019, οπότε και επιδόθηκε σ' αυτόν η από 2-06-1999 ανακοπή της Ε.

Σ. κατά του πλειστηριασμού και της 1353/10-3-1999 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού, στις 22-05-2001, οπότε συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η ως άνω ανακοπή, στις 27-07-2001, οπότε δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 3989/2001 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί της ανακοπής, την 01-10-2001, οπότε κατετέθη η έφεση της ανακόπτουσας Ε.

Σ., στις 07-02-2002, οπότε συζητήθηκε η ανωτέρω έφεση και στις 28-06-2002, οπότε δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 6129/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία τελεσιδίκως ακυρώθηκε ο ανωτέρω πλειστηριασμός, με αποτέλεσμα κατά το χρόνο του θανάτου της Ε. Σ., την 16-08-2009, να μην έχει συμπληρωθεί η απαιτούμενη, κατ' άρθρο 1041 ΑΚ, δεκαετής νομή γι την κτήση της κυριότητας της επίδικης πολυώροφης οικοδομής και του οικοπέδου της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου με τακτική χρησικτησία.

Ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό του (αντένσταση) ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στα ένδικα μέσα με τα οποία κατάγεται σε δίκη το δικαίωμα της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου και επομένως δεν επιφέρει τη διακοπή της χρησικτησίας κατά το άρθρο 1049 ΑΚ, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή.

Ότι ειδικότερα, η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά του πλειστηριασμού έχει άμεσες έννομες συνέπειες ως προς το ζήτημα της κυριότητας του ανακόπτοντος και ότι για το λόγο αυτό, άλλωστε, επιβάλλεται από τα άρθρα 1010 και 220 ΚΠολΔ η εγγραφή της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων. Ότι, επίσης, αν ο πλειστηριασμός ακινήτου ακυρωθεί με την άσκηση της ανακοπής, καθίσταται νομικά ελαττωματική η μεταβίβαση του πλειστηριασθέντος προς τον υπερθεματιστή και συνακόλουθα, ο καθού η εκτέλεση κύριος του ακινήτου θεωρείται ότι ουδέποτε απώλεσε αυτό κατά κυριότητα, αφού η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στον υπερθεματιστή και η μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, ως τίτλος μετάθεσης της κυριότητας, ουδέν αποτέλεσμα επάγεται.

Ότι για το λόγο αυτό, με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά του πλειστηριασμού, ο οποίος αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, φέρεται προς διάγνωση η νομιμότητα της με παράγωγο τρόπο μετάθεσης της κυριότητας από τον καθού η εκτέλεση στον υπερθεματιστή. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της: "Ο Θ.

Κ., με εκτελεστό τίτλο την 12489/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά της ήδη αποβιώσασας Ε. Σ. για την ικανοποίηση απαίτησης συνολικού ύψους 33.056.289 δρχ. Δυνάμει του ανωτέρω εκτελεστού τίτλου και της 452/18-2-1998 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.

Π., που επιδόθηκε στην οφειλέτιδα στις 19-2-1998, σύμφωνα με την 3397 Β/19-2-1998 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, ο Θ. Κ. κατέσχεσε στις 18-2-1998 μία πολυώροφη οικοδομή (πολυκατοικία) κυριότητας, τότε, της Ε. Σ., που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ... αριθ. 28, είναι δε κτισμένη επί οικοπέδου εμβαδού 133,88 τ.μ., κυριότητας, επίσης, τότε, της ανωτέρω, αποτελούμενη (η πολυκατοικία) από υπόγειο, πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο, τρίτο όροφο, τέταρτο όροφο (1η εσοχή), πέμπτο όροφο (2η εσοχή) και δώμα στην ταράτσα.

Μετά την επιβολή της κατάσχεσης, η Ε. Σ., με την 7406/26-2-1999 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Θ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ..., υπήγαγε την ως άνω πολυκατοικία στις διατάξεις του ν. 3741/1929 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας... Η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας ήταν άκυρη έναντι του κατασχόντος, αλλά και έναντι του μελλοντικού υπερθεματιστή και δεν μπορούσε να αντιταχθεί από την οφειλέτιδα καθ' ης η εκτέλεση έναντι αυτών, καθώς προσέκρουε στην οριζόμενη από το άρθρο 997 παρ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ απαγόρευση διάθεσης του κατασχεθέντος ακινήτου, δεδομένου ότι συνιστά αλλοίωση του δικαιώματος κυριότητας που επήλθε με τη βούληση της δικαιούχου... Εν συνεχεία, την 10-3-1999, η ανωτέρω κατασχεθείσα πολυώροφη οικοδομή με το οικόπεδο αυτής, ως ενιαίο ακίνητο, εκτέθηκε με επίσπευση του Θ. Κ. σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Μ. Π., ως αρχειοφύλακα της αρχικής επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, πρώην συμβολαιογράφου Αθηνών, Έ. Σ.-Π., με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 87.500.000 δρχ. Η ανωτέρω οικοδομή με το οικόπεδο αυτής, κατακυρώθηκε στο όνομα του τελευταίου υπερθεματιστή Α. Ν. του Κ., αντί πλειστηριάσματος ποσού 210.061.000 δραχμών, συνταχθείσης προς τούτο της 1353/10-3-1999 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της ως άνω συμβολαιογράφου.

Ο Α. Ν. δήλωσε, αμέσως μετά την κατακύρωση, ότι ενεργούσε για λογαριασμό του εφεσιβλήτου - εναγομένου, ο οποίος και αποδέχθηκε την υπέρ αυτού πλειοδοσία και κατακύρωση με την ... πράξη της ανωτέρω συμβολαιογράφου και κατέθεσε το πλειστηρίασμα. Περαιτέρω, συντάχθηκε η 1367/22-3-1999 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιος ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νομίμως στις 23-3-1999, με επιμέλεια του εφεσιβλήτου - εναγόμενου υπερθεματιστή, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 4212 και με αύξοντα αριθμό 32.

Κατόπιν τούτου, ο εφεσίβλητος - εναγόμενος, όπως προκύπτει από την 7686/29-3-1999 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Ε. Κ. και τις συνοδεύουσες αυτή από 29-3-1999 απόδειξη παραλαβής δικογράφου, που θυροκολλήθηκε, του Α.Τ. Κολωνακίου και από 30-3-1999 βεβαίωση των ΕΛ.ΤΑ., επέδωσε στην Ε.

Σ. ακριβές αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της ανωτέρω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, με την κάτωθι αυτού από 29-3-1999 επιταγή προς εκτέλεση, με την οποία η τελευταία επιτασσόταν να παραδώσει και αποδώσει στον εφεσίβλητο - εναγόμενο υπερθεματιστή το ανωτέρω ακίνητο. Ωστόσο, η Ε. Σ. δεν συμμορφώθηκε εκουσίως στην ανωτέρω επιταγή, μετά την πάροδο της τριήμερης προθεσμίας του άρθρου 926 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, την 2-4-1999 απέβαλε αυτή από το ανωτέρω ακίνητο και εγκαταστάθηκε σε αυτό ο ίδιος, συνταχθείσας προς τούτο της 78/2-4-1999 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Β.

Ε. Κ.. Ακολούθως, η Ε. Σ., με την από 2-6-1999 με αριθμό κατάθεσης 6235/1999 ανακοπή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Θ. Κ. και του υπερθεματιστή εναγόμενου - εφεσίβλητου, η οποία εναγράφη στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ..., ζήτησε την ακύρωση του διενεργηθέντος ως άνω πλειστηριασμού και της 1353/10-3-1999 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού για τους αναφερόμενους εκεί λόγους.

Η ανακοπή, η οποία κοινοποιήθηκε στον εφεσίβλητο - εναγόμενο στις 17-6-1999, απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό με την 3989/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έπειτα από την άσκηση της από 1-10-2001 με αριθμό κατάθεσης 8732/4-10-2001 έφεσης της Ε. Σ. κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η ανακοπή έγινε τελεσίδικα δεκτή και ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός και η έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού με την 6129/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 28-6-2002 και σημειώθηκε στις 23-9-2002 στο περιθώριο των Βιβλίων Διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στο τόμο ..., όπου είχε εγγραφεί η ως άνω ανακοπή.

Την αναίρεση της εφετειακής απόφασης ζήτησαν, τόσο ο Θ. Κ., όσο και ο εφεσίβλητος - εναγόμενος, με τις από 23-10-2002, με αριθμό κατάθεσης 1231/29-10-2002 και από 6-9-2002, με αριθμό κατάθεσης ..., αντίστοιχα, αιτήσεις τους ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι οποίες απορρίφθηκαν με τις 1266/2004 και 739/2006 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, και έτσι κατέστη αμετάκλητη η 6129/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η ανακοπή της Ε. Σ. έγινε δεκτή και ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός και η έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου για το λόγο ότι, κανείς από τους συμμετέχοντες στον ως άνω πλειστηριασμό πλειοδότες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο αντιπρόσωπος του εναγόμενου - εφεσιβλήτου Α.

Ν., δεν κατέβαλε, πριν πλειοδοτήσει, την εγγύηση που καθορίζει ο νόμος, ανερχόμενη στο 1/3 της τιμής πρώτης προσφοράς, που αποτελούσε προϋπόθεση για την έγκυρη συμμετοχή τους στον πλειστηριασμό, τη διενέργεια του πλειστηριασμού και την κατακύρωση στον αντιπρόσωπο του εναγόμενου - εφεσιβλήτου. Μετά την, κατά τα ανωτέρω, ακύρωση του πλειστηριασμού, με την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η μεταβίβαση του πλειστηριασθέντος ακινήτου (πολυκατοικίας με το οικόπεδό της) προς τον εφεσίβλητο - εναγόμενο υπερθεματιστή, κατέστη νομικά ελαττωματική και συνακόλουθα η καθ' ης η αναγκαστική εκτέλεση Ε.

Σ. θεωρείται ότι ουδέποτε απώλεσε αυτό κατά κυριότητα, καθόσον είναι άκυρη η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στον εναγόμενο - εφεσίβλητο, ο οποίος δεν κατέστη κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και επομένως η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ως τίτλος μετάθεσης της κυριότητας με τη μεταγραφή, δεν επάγεται το μεταβιβαστικό της κυριότητας αποτέλεσμα.

Επίσης, μετά την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού, η οποία ενεργεί ex tunc, η ανωτέρω σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας κατέστη πλέον ισχυρή έναντι πάντων, δηλαδή και έναντι του εφεσίβλητου - εναγόμενου, ενώ επήλθε άρση της κατάσχεσης, σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, από 23-3-1999, η οποία (κατάσχεση) δεν αναβίωσε (βλ.

το απόσπασμα από το βιβλίο κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, από το οποίο προκύπτει η εγγραφή της επίδικης κατασχέσεως με αριθμό ... και στο περιθώριο, η άρση της, στις 23-3-1999). Περαιτέρω, μετά τη μεταγραφή της περίληψης της πιο πάνω κατακυρωτικής έκθεσης, που έγινε στις 23-3-1999, ο εφεσίβλητος - εναγόμενος απέκτησε, κατά τα ανωτέρω, στις 2-4-1999, και τη φυσική εξουσίαση του επιδίκου ακινήτου (πολυκατοικίας και του οικοπέδου στο οποίο είναι κτισμένη), με διάνοια κυρίου (βούληση εξουσίασης), δηλαδή επιλήφθηκε της νομής αυτού, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, την ανωτέρω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και με τα προσόντα αυτά άσκησε τη νομή επί τους ανωτέρω ενιαίου ακινήτου, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι τη δημοσίευση, στις 28-6-2002, της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε τελεσίδικα ο πλειστηριασμός, προβαίνοντας σε όλες της υλικές πράξεις που προσιδιάζουν σε αυτό (ακίνητο).

Εν συνεχεία, μετά την επαναφορά σε ισχύ της ανωτέρω σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, συνεπεία της δημοσίευσης της απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ο εφεσίβλητος - εναγόμενος συνέχισε να ασκεί αδιαλείπτως τη νομή, πλέον, επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της ανωτέρω πολυκατοικίας, καθώς και επί του οικοπέδου, στο οποίο αυτή είναι κτισμένη, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο την ανωτέρω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης μέχρι και την 3-4-2009, οπότε συμπληρώθηκε δεκαετία, προβαίνοντας σε όλες τις υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση της εν λόγω πολυώροφης οικοδομής.

Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος - εναγόμενος αρχικά κατέστησε γνωστή σε τρίτους, την εκ μέρους του κτήση της νομής της επίδικης πολυώροφης οικοδομής και του οικοπέδου της, εν συνεχεία δε, προέβη στην ανακαίνιση ολόκληρου του κτιρίου... (Αναφέρονται στη συνέχεια στην απόφαση οι επί μέρους εργασίες του αναιρεσιβλήτου για την ανακαίνιση των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, η εγκατάσταση του ιδίου σε διαμέρισμά της και η μίσθωση σε τρίτους διαμερισμάτων της).

Τη νομή της πολυώροφης οικοδομής και του οικοπέδου της ουδέποτε απώλεσε ο εφεσίβλητος - εναγόμενος και συνέχισε να την ασκεί έως και τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου... Περαιτέρω, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, κατά τον κρίσιμο χρόνο κτήσης εκ μέρους του της νομής της πολυώροφης οικοδομής και του οικοπέδου της, είχε την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, ότι απέκτησε με παράγωγο τρόπο την κυριότητα, με τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, όσα δε αντίθετα διατείνεται το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης περί έλλειψης του στοιχείου της καλής πίστης τυγχάνουν απορριπτέα και ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης αβάσιμος.

Όπως προαναφέρθηκε, ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε για λόγο διαδικαστικό, δηλαδή για ελάττωμα που δεν ήταν δυνατό να γίνει αντιληπτό από τον επιμελή μέσο συναλασσόμενο, που όμως δεν διαθέτει ειδικές νομικές γνώσεις, και συνεπώς, δεν ήταν δυνατό να γίνει αντιληπτό από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο, οποίος δεν διαθέτει αυτές τις νομικές γνώσεις και εν προκειμένω δεν πλειοδότησε αυτοπροσώπως, αλλά μέσω τρίτου προσώπου.

Άλλωστε, η διάγνωση της ύπαρξης του ανωτέρω ελαττώματος και της συνεπεία αυτού ακυρότητας του πλειστηριασμού, υπήρξε δυσχερής ακόμη και για τα αρμόδια δικαστήρια, που επιλήφθηκαν της σχετικής ανακοπής της Ε. Σ., καθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής, που προέβαλε η ανακόπτουσα και τελικά, αυτός έγινε δεκτός από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφασή του...

Περαιτέρω ο εφεσίβλητος - εναγόμενος, έως και την 3-4-2009, οπότε και συμπληρώθηκε η δεκαετία της φυσικής εξουσίασης επί της οικοδομής και του οικοπέδου αυτής, ουδέποτε απώλεσε τη νομή, ενώ δεν προκύπτει ότι επήλθε διακοπή της χρησικτησίας, με την έγερση εκ μέρους της Ε. Σ. διεκδικητικής αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος, που να καθιστά το δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος επίδικο, εναντίον του ή εναντίον άλλου προσώπου, που κατέχει στο όνομα εκείνου.

Το ενάγον και εκκαλούν ισχυρίστηκε περαιτέρω ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επανέφερε δε το σχετικό ισχυρισμό με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της έφεσης, ότι η χρησικτησία του εναγόμενου και εφεσίβλητου διακόπηκε στις 17-6-1999, οπότε και επιδόθηκε σ' αυτόν η από 2-6-1999, με αριθμό κατάθεσης 6235/1999 ανακοπή της Ε.

Σ. κατά του πλειστηριασμού και της 1353/10-3-1999 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και ότι ακολούθησαν διαδικαστικές πράξεις που, επίσης, διέκοψαν την χρησικτησία και ειδικότερα, η συζήτηση της ανακοπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 22-5-2001, η δημοσίευση της 3989/2001 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επί της ανακοπής, η κατάθεση της έφεσης της ανακόπτουσας Ε.

Σ. την 1-10-2001, η συζήτηση αυτής στις 7-2-2002 και η δημοσίευση της τελεσίδικης 6129/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών στις 28-6-2002, με αποτέλεσμα, κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης Ε. Σ., την 16-8-2009, να μην έχει συμπληρωθεί η απαιτούμενη, κατ' άρθρο 1041 ΑΚ, δεκαετής νομή για την κτήση της κυριότητας της πολυώροφης οικοδομής και του οικοπέδου της εκ μέρους του εναγόμενου και εφεσίβλητου με τακτική χρησικτησία.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο IV μείζονα σκέψη, ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο επιχειρείται η προβολή αντένστασης διακοπής της χρησικτησίας, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αβάσιμος συνεπώς τυγχάνει και ο δεύτερος αντίστοιχος λόγος έφεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού. Με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ που άσκησε η Ε.

Σ. δεν κατήχθη σε δίκη το δικαίωμα της κυριότητας επί της πολυώροφης οικοδομής και του οικοπέδου της, ούτε εφέρετο αυτό προς διάγνωση, καθόσον δεν αποτελεί αντικείμενο της ανακοπής και της επ' αυτής δίκης η κυριότητα κάποιου από τους διαδίκους, αλλά η εν λόγω ανακοπή είχε, ως μοναδικό αντικείμενο το κύρος των συγκεκριμένων προσβαλλόμενων πράξεων της, σε βάρος της ανακόπτουσας, εκτελεστικής διαδικασίας, των οποίων η ανακόπτουσα επεδίωκε την ακύρωση, και συνεπώς, η άσκησή της, καθώς και η διενέργεια διαδικαστικών πράξεων εκ μέρους της ανακόπτουσας και των επιληφθέντων της ανακοπής Δικαστηρίων, δεν επέφερε τη διακοπή της χρησικτησίας του εναγόμενου - εφεσίβλητου.

Περαιτέρω, το εκκαλούν με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης διατείνεται ότι η δημοσίευση της 6129/2002 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός, κατέστησε τον εναγόμενο - εφεσίβλητο κακόπιστο νομέα της πολυώροφης οικοδομής και του οικοπέδου της, καθώς έκτοτε αυτός γνώριζε, καθόσον έλαβε γνώση της τελεσίδικης απόφασης, όπως προκύπτει από το ότι άσκησε κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης, άλλως, από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν δικαιούται να κατέχει το ακίνητο, διότι όφειλε να λάβει γνώση αυτής της απόφασης και των αυτονόητων, εν προκειμένω, συνεπειών της, καθώς, τυχόν τέτοια παράλειψη ενέχει σοβαρή εκτροπή από τους κανόνες της στοιχειώδους επιμέλειας, η οποία επιβάλλει τη λήψη γνώσης της τελεσίδικης απόφασης που δημοσιεύθηκε, από τη γραμματεία του Δικαστηρίου ή από τον δικηγόρο, που του είχε αναθέσει την υπόθεση, ο οποίος και θα τον ενημέρωνε για τις συνέπειές της, λόγω και της σοβαρότητας της υπόθεσης.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο

ΙΙΙ μείζονα σκέψη, ο σχετικός δεύτερος λόγος έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1044 ΑΚ, η απαιτούμενη για την κτήση της κυριότητας, με τακτική χρησικτησία, καλή πίστη του νεμόμενου πρέπει να υπάρχει στην αρχή, κατά την κτήση της νομής, και δεν είναι αναγκαίο να εξακολουθεί, αδιάκοπη, καθ' όλο το χρόνο της χρησικτησίας.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο

ΙΙΙ μείζονα σκέψη, εφόσον από την 2-4-1999, οπότε ο εναγόμενος - εφεσίβλητος απέκτησε τη νομή του ακινήτου, έως την 3-4-2009, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των δέκα ετών, κατά τη διάρκεια του οποίου αυτός νεμόταν, με καλή πίστη, την ενιαία οικοδομή (πολυκατοικία) με το οικόπεδο αυτής, επί της οποίας χώρησε στη συνέχεια σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών, η δε νομή του βασιζόταν στη νομίμως μεταγεγραμμένη 1367/22-3-1999 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Μ., ως νόμιμο τίτλο, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, κατά τον ανωτέρω χρόνο (3-4-1999), κατέστη κύριος του ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Η 1367/22-3-1999 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, που μεταγράφηκε, αποτελεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα επίσης στην ανωτέρω υπό στοιχείο

ΙΙΙ μείζονα σκέψη, νόμιμο τίτλο, καθόσον αποτελεί τρόπο απόκτησης της κυριότητας, ο οποίος φέρει εξωτερικά όλα τα αναγκαία, κατά το νόμο, για το κύρος του στοιχεία, πλην όμως, μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού και της έκθεσης πλειστηριασμού, ως πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας που προηγήθηκαν, εμποδίζεται η κτήση της κυριότητας παράγωγα από τον τίτλο αυτό...

Η Ε. Σ., που απεβίωσε την 16-8-2009, εγκατέστησε το εκκαλούν - ενάγον μοναδικό κληρονόμο της, σε ολόκληρη την περιουσία της, με την από 14-9-2005 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη συνεδρίασή του στις 30-4-2010, με το 2708/2010 πρακτικό και καταχωρήθηκε στο Γενικό Βιβλίο Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον ....

Για την ως άνω κληρονομιά εκδόθηκε το 216/5-7-2013 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου της Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνώ, με το οποίο πιστοποιείται ότι η ανωτέρω αποβιώσασα εγκατέστησε το εκκαλούν - ενάγον μοναδικό κληρονόμο της. Εν συνεχεία, το εκκαλούν - ενάγον, δυνάμει της 462/30-9-2016 συμβολαιογραφικής πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Μ., που έχει νομίμως μεταγραφεί στις 6-10-2016 στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον ..., αποδέχθηκε, επ' ωφελεία απογραφής, την κληρονομιά της αποβιώσασας και συγκεκριμένα αποδέχθηκε την κληρονομία της, αναφορικά με όλες τις προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, που συναπαρτίζουν την επταώροφη πολυκατοικία, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..., επί της οποίας φέρει τον αριθμό ..

και έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο εμβαδού 133,88 τ.μ. Ωστόσο, δεδομένου ότι κατά το χρόνο θανάτου της αποβιώσασας κληρονομουμένης (16-8-2009), ήτοι κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας της στο εκκαλούν - ενάγον, η αποβιώσασα δεν ήταν, πλέον, κατά τα ανωτέρω, κυρία του ακινήτου, αλλά, κύριός του είχε ήδη καταστεί ο εφεσίβλητος - εναγόμενος, από την 3-4-2009, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, το εκκαλούν - ενάγον δεν απέκτησε την κυριότητα με κληρονομική διαδοχή, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή, καθώς προϋπόθεση για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου με κληρονομική διαδοχή είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο της επαγωγής της κληρονομίας (παράγωγος τρόπος κτήσης κυριότητας...), προϋπόθεση, όμως, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού προηγουμένως απέρριψε την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί διακοπής της χρησικτησίας του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε την ένσταση που προέβαλε ο τελευταίος για την κτήση της κυριότητας της επίδικης πολυκατοικίας μετά του οικοπέδου της με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και συνακόλουθα, απέρριψε κατ' ουσίαν το αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί διακοπής της τακτικής χρησικτησίας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1049 ΚΠολΔ. Και, τούτο, διότι, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή διακοπή της χρησικτησίας προϋποθέτει έγερσης διεκδικητικής αγωγής ή άλλης παρεμφερούς πράξης, που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπόζοντος και κατάγει σε δίκη το δικαίωμα κυριότητας σε δικαστική διάγνωση.

Τέτοια δε πράξη που επιφέρει διακοπή της χρησικτησίας, δεν συνιστά η άσκηση ανακοπής κατά της εκτέλεσης κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, όπως είναι η επικαλούμενη από το αναιρεσείον από 2-6-1999 ανακοπή της Ε. Σ., δεδομένου ότι με την ανακοπή αυτή δεν κατήχθη στη σχετική δίκη, που ανοίχθηκε με την έγερσή της, το δικαίωμα κυριότητας της ανακόπτουσας στο επίδικο ακίνητο, αλλά οι αντιρρήσεις της τελευταίας κατά της σε βάρος της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα περί της ακυρότητας της διαδικασίας του αναγκαστικού πλειστηριασμού του ακινήτου της.

Πολύ δε περισσότερο δεν επέφεραν διακοπή της χρησικτησίας οι υπόλοιπες διαδικαστικές πράξεις της ανακόπτουσας και των δικαστηρίων που επιλήφθηκαν της ανακοπής, τις οποίες αναφέρει το αναιρεσείον στον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο. Εξ άλλου, όπως, άλλωστε δέχεται και το αναιρεσείον με το λόγο της αναίρεσης, με την ως άνω ανακοπή κατά του πλειστηριασμού, που αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, εισήχθη προς διάγνωση στη σχετική δίκη η νομιμότητα και μόνο της μετάθεσης με παράγωγο τρόπο της κυριότητας του ακινήτου από την καθ' ης η εκτέλεση - ανακόπτουσα στον υπερθεματιστή λόγω παραβάσεων της διαδικασίας του πλειστηριασμού, που αποτέλεσε και το αντικείμενο της δίκης εκείνης, χωρίς περαιτέρω να κριθεί, έστω και παρεμπιπτόντως, δεδομένου ότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, αυτό καθευατό το δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου που εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά, ώστε να τεθεί θέμα εφαρμογής του άρθρου 1049 ΑΚ.

Το γεγονός, εξ άλλου ότι η ανακοπή για την ακύρωση του πλειστηριασμού ακινήτου, όπως η ανωτέρω ανακοπή της Ε. Σ., πρέπει να εγγράφεται, σύμφωνα με το άρθρο 1010 ΚΠολΔ, στο βιβλίο διεκδικήσεων της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο, δεν προσδίδει στην ανακοπή αυτή εμπράγματο χαρακτήρα, δεδομένου ότι, επειδή ακριβώς δεν έχει εμπράγματο χαρακτήρα, η σχετική υποχρέωση δεν θα μπορούσε να επιβληθεί με βάση το άρθρο 220 ΚΠολΔ και δεν θα παρείχετο έτσι προστασία, ενόψει της άσκησης της ανακοπής αυτής, για τους καλής πίστεως τρίτους.

Για το λόγο αυτό άλλωστε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, επιβλήθηκε η καθιέρωση της διάταξης αυτής του άρθρου 1010 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατόπιν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, διότι το αναιρεσείον, ως ΝΠΔΔ, δεν έχει καταθέσει παράβολο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν 3693/1957, οι περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου εφαρμόζονται και στις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή νομικό πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. απολαμβάνει, με βάση διάταξη νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των διατάξεων για την δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη μόνο στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (βλ. ΑΠ 760/2021, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 68/2019, ΑΠ 611/2018, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 1228/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ. 4 του Ν 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και ως εκ τούτου η σε βάρος αυτού, ως ηττηθέντος διαδίκου, δικαστική δαπάνη πρέπει να ορισθεί πλήρης. Πρέπει, επομένως, να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-09-2021 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της 2341/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ