Legislator Case Law & Legislation
1121/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to vague grounds and failure to pay filing fee.

Case Number 1121/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Herakleion's appeal against the final judgment of the Eastern Crete Court of Appeal. The appellant argued that the lower court distorted specific municipal council documents regarding property purchase payments, but the court rejected this claim as the appeal grounds were too vague and failed to specify the exact factual assertions or document contents. Furthermore, the court noted the appellant had not paid the required filing fee, leading to the dismissal of the request for retrial and an order for the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure; Art. 28 para. 4 of Law 2579/1998: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the material facts or document contents alleged to be distorted, and if the required filing fee has not been paid.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds filing fee requirement distortion of documents legal costs award final judgment procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 28 para. 4 of Law 2579/1998
Art. 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 para. 2 of Law 3463/2006
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1121 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1121/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ", με ΑΦΜ ... ΔΟΥ Ηρακλείου, που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης, επί της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κατίκα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "Κ.Ε.Κ Τεχνικών Σχολών του Επιμελητηρίου Ηρακλείου" (πρώην Τεχνικών Σχολών Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ηρακλείου), που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Αποστολάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 423/4426/741/1997 μη οριστική, 396/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 02-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 26/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από τη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ο Δήμος Ν. ... Ηρακλείου, ο οποίος συνενώθηκε στη συνέχεια με τον ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Ηρακλείου, με αποτέλεσμα ο αναιρεσείων να συνεχίσει τη δίκη ως διάδοχος του αρχικού ενάγοντος, άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου την από 05-01-1989 διεκδικητική αγωγή, με την οποία είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί ενός ακινήτου εμβαδού 29.259 τ.μ., που βρίσκεται στην Αλικαρνασσό νομού Ηρακλείου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του το αποδώσει.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 423/1997 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδείξει την προβληθείσα κατά της αγωγής ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, και στη συνέχεια, η 396/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ανωτέρω ένσταση του εναγομένου και απορρίφθηκε η αγωγή.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Δήμος άσκησε την από 30-04-2013 έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενη 26/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του Εφετείου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην κυριότητα του αρχικού ενάγοντος Δήμου Ν. ... (ως διαδόχου της κοινότητας Ν. ...

από το έτος 1989, σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 4 ΦΕΚ 54/17.2.1989), περιήλθε το με αριθμό ... κληροτεμάχιο, εκτάσεως 29.259 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με αεροδρόμιο Ηρακλείου, νότια με ..., ανατολικά με το αριθμ. ... κληροτεμάχιο με ιδιοκτησία κληρονόμου Χ. Το κληροτεμάχιο αυτό απέκτησε η κοινότητα Ν. ..., την οποία διαδέχθηκε ο αρχικώς ενάγων Δήμος Ν. ..., μεταξύ άλλων κληροτεμαχίων, με το από ...-1932 πρακτικό τακτοποίησης αγροκτήματος Ν. ..., που κυρώθηκε με την απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με αριθμό ...-1935, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ ...) και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου (τόμ. ...

αρ. ...). Μετέπειτα, το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε τη νομιμότητα του εν λόγω κτητικού τίτλου υποστηρίζοντας ότι η τότε κοινότητα Ν. ... ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του κληροτεμαχίου αυτού, αφού, μετά από το παραπάνω πρακτικό, δεν επακολούθησε η έκδοση και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ειδικής προς τούτο απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς Ελληνικού Δημοσίου αποτελεί τον τίτλο κυριότητας του κληροτεμαχίου.

Η άποψη αυτή είχε διατυπωθεί στη με αριθμό 559/1954 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της Κοινότητας Ν. Αλικαρνασού, περί ακυρώσεως της με αριθμό 233/1953 αποφάσεως Επιτροπής Απαλλοτριώσεων. Ακολούθως, η κοινότητα Ν. ... (την οποία διαδέχθηκε ο ενάγων Δήμος Ν. ...), άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 1-9-1979 αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή επί των κληροτεμαχίων, που απέκτησε με το παραπάνω πρακτικό και εκδόθηκε η με αριθμό 198/1980 απόφασή του, που απέρριψε την αγωγή αυτή κατά τη βάση της για τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας από την προαναφερόμενη κοινότητα.

Με τη με αριθμό 142/1982 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε επί εφέσεως της τότε Κοινότητας Ν. ... κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, απορρίφθηκε ομοίως η βάση της αγωγής για τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητάς της. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε εν μέρει με τη με αριθμό 626/1986 απόφαση του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο με τη με αριθμό 507/1988 απόφασή του, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 173 και 198 ΠΔ 31/1935 και 164 ΒΔ 29/1949, έκρινε ότι τότε η Κοινότητας Ν. ...

και μετέπειτα Δήμος Ν. ..., νόμιμα απέκτησε την κυριότητα των κληροτεμαχίων, μεταξύ των οποίων και του επιδίκου, με το ανωτέρω πρακτικό. Η αμφισβήτηση ως προς την έννοια αυτών των διατάξεων, που δημιουργήθηκε μετά από την έκδοση των παραπάνω αντίθετων αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων ΣτΕ και ΑΠ, ήρθη εν τέλει με την απόφαση με αριθμό 31/1990 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μεταξύ της Κοινότητας Ν. ...

και του Ελληνικού Δημοσίου και από τη δημοσίευσή της ισχύει έναντι όλων ως προς το νομικό θέμα που έκρινε, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 51 παρ. 1 Ν. 345/1976 περί Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι νομίμως η Κοινότητα Ν. ... και μετέπειτα Δήμος Ν. ... απέκτησε την κυριότητα των κληροτεμαχίων, διότι αρκεί η μεταγραφή της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία επικυρώνεται η οριστική διανομή και δεν απαιτείται ουδεμία άλλη ειδική πράξη του Υπουργού.

Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό που νόμιμα προέβαλε το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντα κατ' άρθρο 281 ΑΚ, με αντίστοιχο αίτημα απόρριψης της αγωγής σε περίπτωση αποδοχής του, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής (όπως προκύπτει από την επισκόπηση των με χρονολογία 18.3.1997 προτάσεων του εναγομένου, σελ. 9), αποδείχθηκαν τα εξής:

Πριν από την έκδοση της προαναφερόμενης με αριθμό 233/1953 απόφασης του Επιτροπής Απαλλοτριώσεων προηγήθηκε η με αριθ. .../1950 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με την οποία παραχωρήθηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο έκταση 20 στρεμμάτων από το με αριθμό 7 τεμάχιο (τμήμα του επιδίκου) αντί τιμήματος 426.800 δρχ. ανά στρέμμα.

Το ποσό αυτό συνολικού ύψους 8.536.000 δρχ. κατέβαλε ο τότε Δήμος Ηρακλείου (ο οποίος αποτελούσε ξεχωριστό ΝΠΔΔ μέχρι την 1-1-2011, που συγχωνεύθηκε με τον αρχικό ενάγοντα Δήμο Ν. ... στον νυν εκκαλούντα Δήμο), με το με αριθ. ...-1951 χρηματικό ένταλμα στην τότε φερόμενη ως ιδιοκτήτρια κοινότητα Ν. ... στις 17-2-1951, η οποία το εισέπραξε ανεπιφύλακτα (βλ.

τη με αριθμό 4/1951 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του τότε Δήμου Ηρακλείου, πριν τη συνένωσή του με τον Δήμο Ν. ...), με την οποία εγκρίνεται η καταβολή πιστώσεως ποσού 8.536.000 δρχ. προς την τότε κοινότητα Ν. ... σε συνδ. με τη με αριθ. πρωτ. ...-1951 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου και το με αριθ. πρωτ. ...-1992 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών του Δήμου Ηρακλείου, από το οποίο προκύπτει ότι το με αριθ. ...

ένταλμα έχει πληρωθεί στην Κοινότητα Ν. ...). Επίσης, με τη με αριθ. ...-1950 απόφασή του, το Υπουργείο Γεωργίας (τ. ... , αριθ. μεταγρ. ... Υποθ/κείο Ηρακλείου), παραχώρησε έκταση περίπου 10 στρεμμάτων (επίδικο) από το με αριθ. ... τεμάχιο, δωρεάν στην Τεχνική Σχολή του Εμπορικού Επιμελητηρίου Ηρακλείου. Μετά δε την οριστική διανομή που έγινε το 1953, η παραχωρηθείσα προς το Πολυτεχνείο έκταση εμβαδού μετά από ακριβή καταμέτρηση 17.937 τ.μ.

έλαβε αριθ. τεμαχίου ... και η παραχωρηθείσα προς την Τεχνική Σχολή (η οποία δημιούργησε το έτος 1995 το ΚΕΚ Τεχνικές Σχολές του Επιμελητηρίου και ήδη εναγόμενο στην κρινόμενη αγωγή), εμβαδού 12.250 τ.μ. έλαβε αριθ. τεμαχίου ... Με τους αριθμούς δε αυτούς οι ως άνω εκτάσεις καταχωρήθηκαν στον πίνακα της διανομής στο όνομα των νομικών προσώπων (Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και Τεχνικών Σχολών), στα οποία παραχωρήθηκαν και όχι στο όνομα της Κοινότητας Ν. ..., στο οποίο καταχωρήθηκαν άλλα τεμάχια.

Στη συνέχεια, με τη με αριθ. ...-1959 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ανακλήθηκε η με αριθ. .../1950 απόφασή του σχετικά με την παραχώρηση των 20 στρεμμάτων στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και η έκταση αυτή παραχωρήθηκε στις Τεχνικές Σχολές (και ήδη εναγόμενο Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης) με τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου του Πολυτεχνείου, του τότε Δήμου Ηρακλείου (πριν τη συνένωσή του με τον αρχικό ενάγοντα Δήμο Ν. ...) και της Νομαρχίας Ηρακλείου και μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Ηρακλείου στον τόμο 174 και αρ.

μετ. 80609. Επομένως, μετά τη μεταγραφή του τίτλου, η Κοινότητα Ν. ... και μετέπειτα ο αρχικός ενάγων Δήμος γνώριζε το γεγονός της παραχώρησης του ακινήτου με τον τρόπο αυτό στις Τεχνικές Σχολές και ήδη εναγόμενο Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης. Στη συνέχεια, η τότε κοινότητα Ν. ... ζήτησε με την από 15-2-1960 αίτησή της, ασκηθείσας εναντίον του Υπουργείου Γεωργίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, την ακύρωση των με αριθ. .../1950 και ...-1959 αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας, η οποία αίτηση προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 3-4-1962.

Κατά τη συζήτηση οι Τεχνικές Σχολές (και ήδη εναγόμενο Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης) άσκησαν παρέμβαση, η οποία έγινε δεκτή, πλην όμως η αίτηση απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους (έλλειψη νομιμοποίησης), διότι η τότε κοινότητα Ν. ... δεν παρέστη για να την υποστηρίξει (βλ. τη με αριθ. 1132/1962 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας), ούτε και την επανέφερε ποτέ προς συζήτηση.

Περαιτέρω δε, η κοινότητα Ν. ... δεν διεκδίκησε ως δικαιούχος κύριος, αποζημίωση από απαλλοτρίωση τμήματος του επιδίκου για την επέκταση του αεροδρομίου Ηρακλείου, την οποία αποζημίωση έλαβε ως δικαιούχος το εναγόμενο (βλ. τη με αριθ. πρωτ. ...-1975 εξουσιοδότηση της Διοικητικής Επιτροπής των Τεχνικών Σχολών για την είσπραξη της αποζημίωσης και το με αριθ.

πρωτ. ...-1969 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού Ηρακλείου περί αναγνώρισης του εναγομένου ως δικαιούχου της αποζημίωσης). Από τότε (από την άσκηση κύριας παρέμβασης αυτού ενώπιον του ΣτΕ, όπως παραπάνω αναφέρθηκε) και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ο ενάγων Δήμος Ν. ... (διάδοχος της ομώνυμης κοινότητας), αν και γνώριζε την διεκδίκηση της κυριότητας του επιδίκου από το εναγόμενο, ουδέποτε ενόχλησε το τελευταίο δικαστικώς ή εξωδίκως για την απόδοση του επιδίκου ακινήτου, ούτε αμφισβήτησε την κυριότητά του επ' αυτού, αν και εμφανώς το τελευταίο ασκούσε πράξεις νομής και συγκεκριμένα ανήγειρε κτίσματα όπου λειτουργούσε σχολές επαγγελματικής και τεχνικής κατάρτισης.

Ειδικότερα, στο επίδικο ακίνητο έχουν ανεγερθεί με επιμέλεια του εναγομένου ήδη από το έτος 1950 τεχνικές σχολές (βλ. τη με αριθ. ...-1950 εγκριτική απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας) και άλλα κτίσματα συνολικού εμβαδού 3.800 τ.μ., με σκοπό την κατάρτιση ειδικευμένων τεχνιτών για τις ανάγκες των σημαντικότερων κλάδων βιομηχανίας, βιοτεχνίας.

Έτσι, κατά την εικοσαετία 1950-1970 δόθηκαν με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας άδειες λειτουργίας σχολών μηχανοτεχνιτών, ηλεκτροτεχνιτών, ξυλουργών, εργοδηγών, οικοδόμων και δημοσίων έργων, μέσης βαθμίδος σχεδιαστών ειδικότητας αρχιτεκτόνων - πολιτικών μηχανικών και δομικών έργων κλπ. Κατά το διάστημα λειτουργίας τους, ήτοι μέχρι το 1985, φοίτησαν σε αυτές 14.800 φοιτητές, που έλαβαν πτυχίο ισότιμο με τις Δημόσιες Τεχνικές Σχολές.

Το 1977 καταργήθηκαν οι Κατώτερες και Μέσες Σχολές Εργοδηγών και το 1982 καταργήθηκε η Ανωτέρα Σχολή Ηλεκτρονικών. Από το 1978 και έως το 1985 οι Τεχνικές Σχολές παραχώρησαν μέρος των αιθουσών τους χωρίς αντάλλαγμα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης για τη λειτουργία Φυσικομαθηματικής Σχολής. Από το 1987 έως σήμερα, εκμισθώνουν μέρος των στεγασμένων χώρων τους στο Δημόσιο Σχολείο 3ο ΕΠΑΛ Ηρακλείου.

Το 1995 δημιουργήθηκε από τις Τεχνικές Σχολές, κατόπιν σχετικών αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ), το οποίο από το 2001 συνεχίζει τη λειτουργία του, εφοδιασμένο με τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις στην εκπαίδευση και εξειδίκευση διαφόρων θεματικών ενοτήτων, όπως Περιβάλλοντος, Υγείας και Πρόνοιας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Παιδαγωγικά, Οικονομίας και Διοίκησης, Πληροφορικής, Τουριστικά και Παροχής Υπηρεσιών, Αγροτικά και Τεχνικά και Μεταφορών, και συμμετέχει σε όλες τις Προκηρύξεις Προγραμμάτων Κατάρτισης του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου ΕΣΠΑ 2007-2013.

Το κτιριακό συγκρότημα του ΚΕΚ Τεχνικές Σχολές (οδός Ικάρου και Αρχιμήδους 1), το 2011 ανακαινίστηκε και διαμορφώθηκε πλήρως για να μπορεί να παρέχεται εκεί το εκπαιδευτικό έργο του, με τη δημιουργία δύο αιθουσών πληροφορικής και μία δικασκαλίας, συνολικού εμβαδού 210 τ.μ. διεξαγωγής προγραμμάτων ΚΕΚ, αίθουσας ΣΥΥ, αίθουσας διαδικτύου, αίθουσας διοίκησης, κυλικείου, καθώς και υπαίθριου χώρου 120 τ.μ.

Είναι επίσης πιστοποιημένο Εξεταστικό Κέντρο του Οργανισμού Πιστοποίησης Δεξιοτήτων I-Skills και παρέχει τη μεθοδολογία, τη διαδικασία εξέτασης, το αυτοματοποιημένο σύστημα εξετάσεων για την απόκτηση Διπλώματος Δεξιοτήτων στους Η/Υ. Το έτος 2006 ίδρυσε (το εναγόμενο) τη Σχολή Επαγγελματικής Κατάρτισης Οδηγών Οχημάτων Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων (Σ.Ε.Κ.Ο.Ο.Μ.Ε.Ε.), προκειμένου να υλοποιεί εκπαιδευτικά προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης στους οδηγούς, που μεταφέρουν επικίνδυνα προϊόντα και να αποκτούν κατόπιν εξετάσεων το δίπλωμα ADR.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι από το έτος 1992 έως σήμερα, στον τομέα κατάρτισης έχουν καταρτισθεί 9.077 εκπαιδευόμενοι με σύνολο υλοποιημένων 358.250 ανθρωποωρών.

Συνεπώς, ενόψει των όσων αποδείχθηκαν, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η συμπεριφορά του ενάγοντος υπό τις ως άνω συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση στο εναγόμενο ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του διεκδίκησης του επιδίκου ακινήτου.

Έτσι, η εκ των υστέρων, μετά από τριάντα περίπου έτη (1960-1990) επιχείρηση ανατροπής της υφιστάμενης και παγιωμένης καταστάσεως, την οποία ο τότε ενάγων Δήμος ανέχθηκε προσδοκώντας και λαμβάνοντας για τους δημότες του οφέλη, όπως τη δωρεάν φοίτηση στις σχολές του εναγομένου των δημοτών του, υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, καθώς και του κοινωνικού και οικονομικού του δικαιώματος κυριότητας, δημιουργώντας εντόνως την εντύπωση της αδικίας, σύμφωνα με τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου και έντιμου κοινωνικού ανθρώπου.

Εκτός των άλλων, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος από τον ενάγοντα θα έχει δυσβάστακτες συνέπειες για το εναγόμενο, διότι αυτό ενήργησε σημαντικές δαπάνες και βελτιώσεις για την αξιοποίηση του επιδίκου με την ανέγερση κτισμάτων και τον εξοπλισμό αυτών για το σκοπό για τον οποίο προορίζονταν, αναβαθμίζοντας σημαντικά τούτο από οικονομική άποψη.

Η ανατροπή της υφιστάμενης καταστάσεως, δηλαδή η απόδοση του επιδίκου στον ενάγοντα, θα σημάνει την απώλεια των επενδύσεων που έχει κάνει το εναγόμενο στο επίδικο και θα επιφέρει σε αυτό μεγαλύτερη βλάβη από εκείνη που θα επιφέρει στον ενάγοντα η απώλεια 30 περίπου στρεμμάτων από τη συνολική ιδιοκτησία της των 43.168 τ.μ., δεδομένου ότι για την εξακολούθηση της ίδιας δραστηριότητας με αυτήν που είχε αναπτύξει στο επίδικο, θα χρειαστεί πολλαπλάσια κεφάλαια, τόσο για την αγορά κατάλληλου ακινήτου, όσο και την ανοικοδόμησή του.

Ενόψει τούτων το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το επίδικο δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, δηλαδή καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτει η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και κατά παραδοχή του ως άνω ερειδομένου στο άρθρο 281 ΑΚ προβληθέντος από το εναγόμενο ισχυρισμού ως βάσιμου και στην ουσία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει να καθορίζονται:

α) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε (Ολ ΑΠ 28/1998, Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 52/2019), β) το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα (ΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 11/2017), γ) Η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης (Α.Π 1282/2010), δηλαδή στην έννομη συνέπεια που εσφαλμένως διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε (ΑΠ 589/2005) και δ) εάν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής (ΑΠ 2078/2022).

Εν προκειμένω, με τον, χωρίς αρίθμηση λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο έσφαλε κατά την εκτίμηση του νόμω και ουσία βασίμου της αγωγής του και δεν εφάρμοσε τον προσήκοντα κανόνα δικαίου και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και επομένως παραβίασε κανόνα δικαίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε με τη μη εφαρμογή του κατά την εκτίμηση από το Εφετείο του νόμω και ουσία βασίμου της αγωγής του αναιρεσείοντος, ενώ επίσης απαραδέκτως με τον ίδιο λόγο και υπό την επίκληση της αυτής ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 1190/1981, Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 779/2024, ΑΠ 179/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος, υπό την επίκληση, κατ' εκτίμηση, της παράβασης του άρθρου 559 αριθμού 11 γ' ΚΠολΔ και όχι του αριθμού 8, όπως θεωρεί, διατείνεται με τους ακόλουθους αναιρετικούς λόγους ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του:

Ειδικότερα: Με τον υπό στοιχείο α' λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, την απόφαση 507/1988 του ΑΠ, με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητά του επί των κληροτεμαχίων της διανομής κλήρων του έτους 1932, μεταξύ των οποίων και του κληροτεμαχίου 7, τμήμα του οποίου είναι το επίδικο, καθώς και την 31/1990 απόφαση του ΑΕΔ για το θέμα που έκρινε.

Με τον υπό στοιχείο ιβ' λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη το από ...-1932 πρακτικό της Επιτροπής Τακτοποιήσεως που κυρώθηκε με τη με αριθμό .../1935 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ... φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου με αριθμό .../1937 και τις με αριθμούς 507/1988 και 31/1990 αποφάσεις τους Αρείου Πάγου και Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου αντίστοιχα, με τα οποία ανταποδείχθηκε η ένσταση του αναιρεσιβλήτου.

Με τον υπό στοιχείο ιγ' λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη την νομίμως επικληθείσα και προσκομισθείσα κατάθεση του μάρτυρά του Σ. Α., που περιέχεται στις εξετάσεις μαρτύρων ενώπιον του εισηγητού δικαστού, ο οποίος μετά πληρότητας και λόγου γνώσεως, λόγω του επαγγέλματός του και της μετ' αυτού σχέσης, ανταπέδειξε την ένσταση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα αποφάσεις του ΑΠ και του ΑΕΔ, τις οποίες μάλιστα ρητά μνημονεύει, ενώ δέχεται περαιτέρω ότι με βάση τις εν λόγω αποφάσεις η Κοινότητα Ν. ...

και μετέπειτα Δήμος Ν. ..., διάδοχος του οποίου αποτελεί ο ήδη αναιρεσείων Δήμος, απέκτησε την κυριότητα των κληροτεμαχίων της οριστικής διανομής, μεταξύ των οποίων είναι και το κληροτεμάχιο αριθμ. ..., εμβαδού 29.259 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Από τις παραδοχές, επίσης, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα υπόλοιπα έγγραφα που αναφέρονται στον υπό στοιχείο ιβ' λόγο, τα οποία επίσης ρητά μνημονεύει.

Τέλος, από την κατηγορηματική διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για την εξαγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν ενώπιον του εισηγητή δικαστή και περιέχονται στη με αριθμό 1836/2007 εισηγητική έκθεση, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος Σ.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ Ολ 12/1991, ΑΠ 432/2022, ΑΠ 1293/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διατείνεται με τους ακόλουθους αναιρετικούς λόγους ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ακόλουθους ισχυρισμούς του: Με τον υπό στοιχείο β' λόγο, ότι λόγω της αντιδικίας του με το Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορούσε να ασκήσει την αγωγή του προ του έτους 1990, οπότε ήρθη η αμφισβήτηση της κυριότητας των κληροτεμαχίων του, του έτους 1932.

Με τον υπό στοιχείο γ' λόγο, ότι η παραχώρηση του επιδίκου από τον Υπουργό Γεωργίας στο αναιρεσίβλητο το έτος 1950 και 1959, καθώς επίσης και η απαλλοτρίωση τμήματος του επιδίκου το 1975 για την επέκταση του αεροδρομίου Ηρακλείου έγινε κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν σε δικαστικό αγώνα με το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο αμφισβητούσε την κυριότητα των κλήρων του, του έτους 1932, μεταξύ των οποίων και το κληροτεμάχιο 7, μέρος του οποίου είναι το επίδικο.

Ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ότι το με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομού Ηρακλείου περί αναγνώρισης αυτού (του αναιρεσιβλήτου) ως δικαιούχου αποζημίωσης για απαλλοτρίωση τμήματος για την επέκταση του αεροδρομίου Ηρακλείου το 1975 και η με αριθμό πρωτ. ... εξουσιοδότηση της Διοικητικής Επιτροπής των Τεχνικών Σχολών, με την οποία εξουσιοδοτείται ο Διευθυντής να εισπράξει την αποζημίωση, δεν έχουν αποδεικτική ισχύ για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Ότι επίσης, το έγγραφο με αριθμό πρωτ. ... της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομού Ηρακλείου και μάλιστα προγενέστερο της απαλλοτρίωσης του έτους 1975, δεν συνιστά αναγνώριση του αντιδίκου ως κυρίου του ακινήτου, απόδειξη δικαιούχου αποζημίωσης, είσπραξη της αποζημίωσης και συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Ότι, τέλος, τα έγγραφα αυτά συντάχθηκαν κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν σε αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο. Με τον υπό στοιχείο δ' λόγο, ότι το αναιρεσίβλητο γνώριζε τουλάχιστον από το έτος 1950 ότι η Κοινότητα Ν. ... βρισκόταν σε δικαστικό αγώνα με το Ελληνικό Δημόσιο για τα κληροτεμάχια της οριστικής διανομής κλήρων του αγροκτήματος Κοινότητας Ν. ...

έτους 1932, ότι το επίδικο είναι τμήμα του κληροτεμαχίου 7 και ότι η παραχώρηση του επιδίκου στο αναιρεσίβλητο έγινε παρά μη κυρίου. Με τον υπό στοιχείο ε' λόγο, ότι το αναιρεσίβλητο γνωρίζει ότι διεκδίκησε το επίδικο με την άσκηση της αίτησής του ενώπιον του Υπουργού Γεωργίας για ανάκληση των αποφάσεων παραχώρησης του επιδίκου στο αναιρεσίβλητο και ότι συνεπώς δεν δημιούργησε στο τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του.

Με τον υπό στοιχείο ζ' λόγο, ότι τα κτίρια ανεγέρθηκαν στο επίδικο κατά το χρονικό διάστημα 1950-1990, καθώς επίσης και ότι οι άδειες λειτουργίας των σχολών που δόθηκαν με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα 1950-1970, κατά τα οποία είχε δικαστική διένεξη για την κυριότητα των κληροτεμαχίων της οριστικής διανομής του έτους 1932.

Με τον υπό στοιχείο η' λόγο, ότι δεν είχε τη νομική δυνατότητα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που αφορούσε τη λειτουργία των διαφόρων σχολών στο επίδικο κατά τη διάρκεια του δικαστικού του αγώνα τόσο με το Ελληνικό Δημόσιο, όσο και με το αναιρεσίβλητο για τη διεκδίκηση του επιδίκου. Με τον υπό στοιχείο θ' λόγο, ότι από το έτος 1950 μέχρι σήμερα, το αντίδικο έχει επενδύσει και δαπανήσει στο επίδικο χρηματικά ποσά εκατομμυρίων ευρώ και ότι έχουν συμβάλει στην εκπαίδευση χιλιάδων μαθητών στις διάφορες σχολές του, που λειτουργούν σ' αυτό και ότι το κτίριο που βρίσκεται επί του επιδίκου έχει ανακαινισθεί και διαμορφωθεί πλήρως, παρά την άσκηση της ένδικης αγωγής, αντίθετα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Με τον υπό στοιχείο ι' λόγο, ότι το αναιρεσίβλητο δεν αναφέρει και δεν απέδειξε ποιες εργασίες έγιναν, τι είδους δαπάνες έγιναν, ο εξοπλισμός, τα επί μέρους κονδύλια αυτών, τα ονόματα αυτών που εκτέλεσαν τις εργασίες αυτές, πότε εκτελέστηκαν οι εργασίες, πότε πληρώθηκε η δαπάνη, ώστε να δικαιολογηθούν τα δισεκατομμύρια που ισχυρίζεται ότι δαπανήθηκαν.

Με τον υπό στοιχείο ια' λόγο, ότι από την απώλεια του ακινήτου το αναιρεσίβλητο δεν θα υποστεί ζημία επειδή έχει αποκομίσει ήδη σημαντικό όφελος από τη μακροχρόνια εκμετάλλευσή του (όπως από διάφορες εκμισθώσεις του, δίδακτρα από σπουδαστές, επιχορηγήσεις από ευρωπαϊκά προγράμματα, διαφημιστικές πινακίδες κλπ), επειδή θα αναλάβουν τον υλικό εξοπλισμό και επειδή με την πάροδο των ετών τόσο τα κτίρια όσο και ο εξοπλισμός έχουν υποστεί φθορά και η αξία τους έχει απολεσθεί.

Ότι αντίθετα, ο Δήμος του θα υποστεί μεγάλη ζημία, αφού θα απολέσει σημαντικής αξίας ακίνητο, το οποίο μπορεί να διαθέσει πολλαπλώς στους δημότες του. Ωστόσο, όλοι οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αυτοτελείς, δηλαδή, πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μάλιστα θα πρέπει να προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκαν με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, αλλά συνιστούν αιτιολογημένες αρνήσεις του αναιρεσείοντος προς απόκρουση της ένστασης του αναιρεσιβλήτου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και επιχειρήματα του τελευταίου συναγόμενα από τις αποδείξεις.

Συνεπώς, δεν ιδρύεται εν προκειμένω με τους λόγους αυτούς αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και επομένως, όλοι οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 130/2012).

Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αυτού, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου και δ) ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 2046/2022, ΑΠ 867/2019, ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005).

Με τον υπό στοιχείο στ' αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει, κατ' εκτίμηση, στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διατεινόμενος ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό 4/1951 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου, σύμφωνα με την οποία, αποφασίστηκε να καταβληθεί το ποσό της εξαγοράς του επιδίκου στο Διευθυντή της Σχολής Υπομηχανικών, ως εκπρόσωπο του Μετσόβιου Πολυτεχνείου αντί στην ιδιοκτήτρια του ακινήτου Κοινότητα Ν. ..., όπως αναφερόταν στη σχετική απόφαση παραχώρησης και της με αριθμό πρωτ. 1463/1951 εγκριτικής απόφασης της Νομαρχίας Ηρακλείου, σύμφωνα με την οποία, η απόφαση 4/1951 εγκρίνεται μόνο ως προς το σκέλος που αφορά την καταβολή του ποσού, αλλά όχι ως προς το δικαιούχο, αναφέροντας ότι δικαιούχος στο ένταλμα θα πρέπει να είναι η κοινότητα Ν. ..., στην οποία κατά κυριότητα ανήκει το ακίνητο, καθώς επίσης και του με αριθμό 141/1992 εγγράφου προς το αντίδικο, στο οποίο αναγράφεται ότι αποστέλλεται φωτοαντίγραφο από το βιβλίο του ταμείου το με αριθμό ...-1951 ένταλμα, στο οποίο "φαίνεται" ότι η κοινότητα έχει πληρωθεί το με αριθμό ...-1951 ένταλμα, ενώ δεν αποδείχθηκε η είσπραξη του ποσού της εξαγοράς από την Κοινότητα Ν. ...

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Και τούτο διότι, δεν αναφέρεται στην αίτηση ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα και ότι τα έγγραφα αυτά ο αναιρεσείων επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε στο Εφετείο.

Τέλος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο των επικαλούμενων εγγράφων και μάλιστα αυτολεξεί, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που τους προσέδωσε το δικαστήριο, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, με συνέπεια να μη μπορεί να διαγνωσθεί, σε σύγκριση με την εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο, αν το τελευταίο οδηγήθηκε σε διαγνωστικό σφάλμα.

Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί παραβόλου δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, διότι ο αναιρεσείων, ως ΝΠΔΔ, δεν έχει καταθέσει παράβολο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998.

Τέλος, ο αναιρεσείων Δήμος πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου, το οποίο υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδ.

με το άρθρο 22 παρ. 1 N. 3693/1957 (ΑΠ 1325/2022, ΑΠ124/2021, ΑΠ682/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 02-11-2018 αίτηση του Δήμου Ηρακλείου για αναίρεση της 26/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ