Legislator Case Law & Legislation
682/2020 AI generated

Supreme Court remands expropriation appeal regarding land compensation and benefit evidence to lower court.

Case Number 682/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final expropriation decision, remanding the case for further proceedings. The appellants argued that the land was fully expropriated and should not be subject to land contribution, while the respondent contended the benefit evidence was insufficient. The court accepted the first ground, finding the lower court erred in rejecting the claim for compensation on the expropriated surface area, but dismissed the inadmissibility of the second ground due to the appeal's scope.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case to a different panel of the lower court when an appeal is partially allowed, requiring the lower court to re-examine the merits of the contested issues.

Keywords

AI generated
expropriation compensation benefit evidence land contribution appeal remand civil procedure code partial allowance judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(3) of Law 2882/2001
Article 276(1) and 281(2) of Law 3463/2006
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 682 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 682/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1) Ε. Β. του Π., κατοίκου ... και 2) Σ. Β. του Π., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παπασωτηρίου.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Δήμου Αγίων Αναργύρων - Καματερού Αττικής, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ε. Π. του Β., 2) Γ. Π. του Β., 3) Κ. Π. του Β., 4) Α. συζ. Ε. Σ., το γένος Κ. Ζ., 5) Ε. Α. του Α., κατοίκων ... και 6) συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υπαλλήλων και Συνταξιούχων Σιδηροδρομικών ΣΥΝ.ΠΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3ος, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παπαδήμα και ο 6ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Ψαρράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ΔΗΜΟΥ ΚΑΜΑΤΕΡΟΥ (μετά την έκδοση της 307/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18-9-2008 αίτηση των ήδη αναιρεσειουσών, την από 2-10-2009 διά των προτάσεων ανταίτηση των ήδη 1ης έως και 5ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την ασκηθείσα διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση του ήδη 6ου αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκε η 900/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-12-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 8-3-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την ουσιαστική παραδοχή του 1ου λόγου της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και κατά τα τέσσερα σκέλη αυτού και την απόρριψη του 2ου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23-3-2018 κλήση των αναιρεσειουσών επαναφέρεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η κρινόμενη από 2-12-2010 (αρ. κατ. 1224/2010) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 900/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - Ν. 2882/2001. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και απευθύνεται παραδεκτά κατά του αναιρεσιβλήτου-ΟΤΑ, που εκπροσωπείται από το Δήμαρχο Αγίων Αναργύρων - Καματερού, ο οποίος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Κωνσταντίνο Μαυροειδή με βάση την υπ' αριθμ. 54/2006 απόφαση του αναιρεσιβλήτου Δήμου, με την οποία διορίστηκε με πάγια αντιμισθία με σχέση έμμισθης εντολής, ενώ επίσης, για το παραδεκτό της ανωτέρω εκπροσώπησης προσκομίζεται η με αρ. ...10-2019 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσιβλήτου Δήμου, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 περ. 1γ και 1ε του Ν. 3852/2010 (ΑΠ 322/2019, ΑΠ 54/2018, ΑΠ 2002/2017, ΑΠ 537/2014).

Κατά το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δικ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.

Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.

Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014, ΑΠ 111/2012). Εξάλλου, ο κυρίως παρεμβαίνων δεν είναι προς κάποιον από τους κυρίους διαδίκους ομόδικος, απλός ή αναγκαίος (άρθρο 79 σε συνδ.

άρθρ. 74 και 76 ΚΠολΔ), ούτε εξομοιώνεται με ομόδικο, με συνέπεια, όταν ασκείται από κάποιον κύριο διάδικο αίτηση αναίρεσης, να μην είναι αναγκαίο για το παραδεκτό της, να απευθύνεται αυτή και κατ' εκείνου, που στη δίκη επί της ουσίας έχει ασκήσει κυρία παρέμβαση (ΑΠ 1417/2010, ΑΠ 975/2008, ΑΠ 807/2005, ΑΠ 1423/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι με την από 18-9-2008 (αρ. κατ. ...2006) αίτηση, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου οι αιτούσες και ήδη αναιρεσείουσες ισχυρίστηκαν, ότι είναι συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθεμιά ενός ακινήτου 3.407,90 Μ2, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους ρυμοτομίας δυνάμει της υπ' …1998 Πράξης Εφαρμογής, που κυρώθηκε με την με αρ.

πρωτοκόλλου .../25-2-2002 απόφαση της Νομαρχίας Αθηνών και διορθώθηκε με την υπ' αρ. .../2-7-2007 απόφαση της Νομαρχίας Αθηνών, ότι το ακίνητο αυτό βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο ..., με αριθμό κτηματογράφησης ... στον κτηματολογικό πίνακα, που συνοδεύει την Πράξη Εφαρμογής και έχει θεωρηθεί στις 2-7-2007 από τους υπαλλήλους Α.

Μ., Ά. Ξ. και Ι. Λ. της Νομαρχίας Αθηνών, ότι με την υπ' αριθμ. 307/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι αποζημίωσης και καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης το ποσό των 450 ευρώ/Μ2 εδάφους, ότι σύμφωνα με τον Κτηματολογικό Πίνακα, επιφάνεια 1.013,16 Μ2, που υπολογίστηκε με την Πράξη Εφαρμογής, αποτελεί υποχρεωτική εισφορά γης σε βάρος της ιδιοκτησίας τους και αυτοαποζημιώνεται, ενώ, επιφάνεια 3.291,75 Μ2 ρυμοτομήθηκε και ότι, μετά από την αφαίρεση της εισφοράς γης, ο Δήμος είναι υπόχρεος να τις αποζημιώσει συνολικά για 2.278,54 Μ2 εδάφους.

Με το ιστορικό αυτό ζητούσαν 1) να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος στο ποσό των 1.250 ευρώ/Μ2 εδάφους και να ανατραπεί το τεκμήριο ωφέλειας της πλήρως απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους, καθώς επίσης 2) να αποζημιωθούν με την ίδια τιμή μονάδος και για την έκταση των 1.013,16 Μ2 που υπολογίστηκε με την Πράξη Εφαρμογής ως εισφορά γης και αυτοαποζημιούμενη, καθόσον δεν ωφελήθηκαν από τη ρυμοτόμηση της ιδιοκτησίας τους, η οποία πλήρως απαλλοτριώθηκε.

Εξάλλου, ο καθού η ως άνω αίτηση Δήμος Καματερού και ήδη καθού η κλήση - αναιρεσίβλητος άσκησε την από 15-9-2008 (αρ. κατ. 930/2008) αίτηση, με την οποία ζητούσε να καθοριστεί ως οριστική τιμή μονάδος ποσό μικρότερο του προσωρινού προσδιορισμού και ειδικότερα, 102,71 ευρώ ανά Μ2 εδάφους. Επίσης, ενώπιον του Εφετείου άσκησαν ανταίτηση, με τις από 2-10-2009 προτάσεις τους, που κρίθηκε ως κυρία παρέμβαση, οι ήδη 1η έως και την 5η καθών η κλήση - 1η έως και 5η αναιρεσίβλητοι, τότε ανταιτούντες, ως ιδιοκτήτες των με αριθμό Κτηματολογικού Πίνακα (ΑΚ) ..., ...

ακινήτων, υπόχρεων προς αποζημίωση ιδιοκτησιών και ζήτησαν να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος στο ποσό των 80 ευρώ ανά Μ2 εδάφους. Παράλληλα, ο ήδη 6ος καθού η κλήση - 6ος αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός, με την επωνυμία "ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΣΙΔΡΗΡΟΔΡΟΜΙΚΩΝ ΣΥΝ.ΠΕ" άσκησε με τις από 29-9-2009 προτάσεις του κύρια παρέμβαση, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης της με ΑΚ ...

ιδιοκτησίας των αναιρεσειουσών και να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης σε 1.200 ευρώ ανά Μ2 εδάφους. Οι δύο κύριες αντίθετες αιτήσεις των ήδη διαδίκων σήμερα συνεκδικάστηκαν με τις δύο κύριες παρεμβάσεις και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που, όσον αφορά την κύρια παρέμβαση του Συνεταιρισμού την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω του δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 307/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί αναγνώρισης δικαιούχων (άρθρο 26 παρ. 3 Ν. 2882/2011 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ).

Επομένως, κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον του ως άνω Συνεταιρισμού και ήδη 6ου καθού η κλήση - 6ου αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειουσών να στραφούν εναντίον του, εφόσον ο Συνεταιρισμός δεν είναι πλέον αντίδικος αυτών, ούτε επίσης αναγκαίος ομόδικος, υπό την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ του Συνεταιρισμού - 6ου αναιρεσιβλήτου και σε βάρος των αναιρεσειουσών, οι οποίες επομένως δεν υφίστανται βλάβη και δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον (άρθρ. 558 ΚΠολΔ) για έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον ανωτέρω Συνεταιρισμό, ως προς τον οποίο πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Επίσης, οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του 6ου αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμού, κατ' άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ, σε συνδ. άρθρο 22 παρ. 3 Ν. 2882/2001 (ΑΠ 452/2018, ΑΠ 239/2016, ΑΠ 1129/2014), ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9 και 12 του Ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (όπως οι διατάξεις αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 5α του Ν. 1512/1985 και με το άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 2242/1994), για την επέκταση σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενέστερων του 1923, προκύπτει ότι καταρτίζεται και εγκρίνεται, με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

γενικό πολεοδομικό σχέδιο, ακολούθως συντάσσεται και εγκρίνεται με π.δ/μα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. πολεοδομική μελέτη και τέλος καταρτίζεται πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, συνοδευόμενη από κτηματολογικό διάγραμμα εφαρμογής και πίνακα εφαρμογής, η οποία κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο.

Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης. Για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων, που αυτή προβλέπει, καθιερώνεται, σε αρμονία με το άρθρο 24 παρ. 3 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 19/2002), εκτός των άλλων, και υποχρέωση, εισφοράς σε γη εκ μέρους των ιδιοκτητών. Η εισφορά σε γη πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής, η οποία καθορίζει τα τμήματα που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά σε γη.

Η σύνταξη της πράξης εφαρμογής στηρίζεται σε προβλεπόμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις (άρθρ. 8 του Ν. 1337/1983) αντικειμενικά κριτήρια, που είναι συμβατά ως εύλογα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 17 παρ. 1, 24 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος (Ολ.ΣτΕ 2057 και 2058/1994). Η αντικειμενικότητα γενικά των πιο πάνω κριτηρίων για όλες τις περιπτώσεις δεν αποκλείει στον ιδιοκτήτη ακινήτου το δικαίωμα να επικαλεσθεί, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ωφελήθηκε από τη ρυμοτόμηση της ιδιοκτησίας του, ώστε, από τις ίδιες διατάξεις δεν καθιερώνεται αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, αλλά μαχητό.

Τα εδαφικά τμήματα που προέρχονται από την εισφορά γης διατίθενται κατά πρώτο για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων μέσα στην ίδια πολεοδομική ενότητα και ακολούθως, για την παραχώρηση οικοπέδων σε ιδιοκτήτες της ίδιας πολεοδομικής ενότητας των οποίων τα οικόπεδα ρυμοτομούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο, με το οποίο αυτά βαρύνονται με εισφορά γης.

Μετά την κύρωσή της, με απόφαση του Νομάρχη, η πράξη εφαρμογής, η οποία μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται με αυτή στα ακίνητα. Με τη μεταγραφή, ειδικότερα, της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σε αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για την εκτέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ΝΔ/τος από 17.7.1923 και του ΝΔ/τος 797/1971 (ήδη του Ν. 2882/2001 - Κ.Α.Α.Α).

Αν, λοιπόν, πρόκειται για μεταβολή, που δεν εμπίπτει στην περίπτωση, στην οποία οφείλεται αποζημίωση, π.χ. για τα επικείμενα ή για απομείωση της αξίας του απομένοντος από την ιδιοκτησία μετά τη ρυμοτομία με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, επέρχεται άμεση απόσβεση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος στο τμήμα, που αφαιρέθηκε ως εισφορά γης.

Αν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου αμφισβητεί το μέγεθος της ιδιοκτησίας, καθώς και το μέγεθος της εισφοράς σε γη, όπως αυτή καθορίστηκε με την πράξη εφαρμογής, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της πράξης αυτής ή την αναμόρφωσή της από την αρμόδια διοικητική αρχή, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3212/2003, με την οποία αντικαταστάθηκε η περ.

ε` της παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 1337/ 1983 μέσα σε εύλογο χρόνο για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται διορθωτική πράξη, εφ` όσον δε η αυτούσια διόρθωση δεν είναι δυνατή κατά τις αρχές της καλής πίστεως και της ασφάλειας του δικαίου, οι διαφορές που προκύπτουν από τη σύνταξη της διορθωτικής πράξης μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση.

Σε κάθε όμως περίπτωση το δικαίωμα της κυριότητας στο επιπλέον τμήμα ακινήτου, που έπρεπε να είχε χορηγηθεί με την πράξη εφαρμογής, καθώς και στο τμήμα, που δεν έπρεπε να περιληφθεί στην εισφορά σε γη, μετατρέπεται σε αξίωση χρηματικής αποζημίωσης, την ικανοποίηση της οποίας μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης με τον καθορισμό της από το αρμόδιο Εφετείο (Πολιτικό) στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 2155/2013, ΑΠ 356/2007).

Εξάλλου, το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 1337/1983 ορίζει ότι "ως ιδιοκτησία νοείται το άθροισμα των ιδιοκτησιών γης ενός και του αυτού ιδιοκτήτη, που βρίσκεται στα όρια της περιοχής". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 1349/1983 σε συνδ.

με το άρθρο 6 παρ. 14 του Ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα) οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, που ήδη με τις ως άνω διατάξεις αυξήθηκε σε είκοσι πέντε μέτρα (ΑΠ 53/2018, ΑΠ 346/2012), με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Κατά δε την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".

Έτσι με τη διάταξη της παρ. 3 του ως άνω άρθρου εισάγεται τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από την διάνοιξη εθνικής οδού.

Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (παρ. 1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει, ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και γι' αυτήν (ΑΠ 346/2012, ΑΠ 1009/2011).

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/2004).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α'), που είναι πλέον μαχητό, κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείo, κατά την ειδική διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 410/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 του Κώδικα περί βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας (ΠΔ 14/7/27-7-1999- ΦΕΚ Δ'/27-7-1999) ορίζεται ότι "υπόχρεοι προς καταβολή αποζημίωσης και αυτοαποζημίωσης ακινήτων τα οποία καταλαμβάνονται από τους προβλεπόμενους από το εγκεκριμένο σχέδιο κοινοχρήστους χώρους, δηλαδή, οδούς πλατείες, άλση κ.λπ.

είναι αποκλειστικώς ο Δήμος ως και οι παρόδιοι ωφελούμενοι ιδιοκτήτες". Περαιτέρω, το άρθρο 24 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζει ότι "για να αναγνωριστεί μια περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή, συμμετέχουν υποχρεωτικά χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων, που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης, το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι "...οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου....", κατά δε την παρ. 5 αυτού ορίζεται ότι "...οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους". Τέλος, το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι "...καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει".

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 8/1999).

Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο (Ολ.ΑΠ 714/1978). Επίσης, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρ. 9 του Ν. 3193/2003, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη, ιδίως και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται, κυρίως, από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1409/2011, ΑΠ 877/07).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζητήσεως στο δικαστήριο".

Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη". Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης" (Ολ.ΑΠ 5/2002).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 320/2016, ΑΠ 1592/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 290 ΠΔ 14/1999, 24 παρ. 3 Συντ/τος, 1 παρ. 3 και 3 εδ.

α' του Ν. 653/1977, 33 παρ. 1 έως 4 και 6 του Ν. 2971/2001 και 13 παρ. 3 του Ν.1337/1983, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, με το να απορρίψει ως μη νόμιμο το σωρευόμενο στην αίτησή τους αίτημα για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, που επιβλήθηκε σε βάρος της ιδιοκτησίας τους, επιφάνειας 1.013,16 Μ2 ως υποχρεωτική εισφορά γης και αυτοαποζημιούμενη, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, διότι, μετά την ρυμοτόμηση της ανωτέρω επιφάνειας των 1.013,16 Μ2 για τη διαμόρφωση της οδού ...

του Δήμου Καματερού, ουδεμία έκταση από αυτήν (δηλαδή των 1.013,16 Μ2) απέμεινε και συνακόλουθα, οι αναιρεσείουσες δεν ωφελήθηκαν από τη ρυμοτομία. Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 έως 3, 6 έως 9 και 12 του Ν. 1337/1983 με την αιτίαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών απορρίφθηκε το αίτημά τους περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, διότι η επίδικη ιδιοκτησία τους, έκτασης 1.013,16 Μ2 καταλήφθηκε εξ ολοκλήρου από τον Δήμο Καματερού για την διαμόρφωση της διανοιγείσας ως άνω δημοτικής οδού, επί της οποίας η απομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας τους, που εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης, δεν ωφελήθηκε, διότι δεν απέκτησε πρόσωπο επί της δημοτικής οδού, με συνέπεια να επιβληθεί σε βάρος της ιδιοκτησίας τους παρά το νόμο η υποχρέωση εισφοράς γης και αυτοαποζημίωσης.

Εξάλλου, με το συναφές Γ' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών κανόνων δικαίου του άρθρου 4 παρ. 1 και 5 του ισχύοντος Συντάγματος, τις οποίες το Εφετείο δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, διότι, αν και η ιδιοκτησία τους ρυμοτομήθηκε ολόκληρη, οι αναιρεσείουσες δεν αντιμετωπίσθηκαν με ισότητα σε σχέση με τους λοιπούς παρόδιους ιδιοκτήτες, των οποίων οι ιδιοκτησίες μετά τη ρυμοτόμησή τους, απέκτησαν πρόσωπο επί της διανοιγείσας δημοτικής οδού ..., καθώς και επί των λοιπών κοινόχρηστων οδών, πλατειών και χώρων και συνεπώς, αυτοί είναι ωφελούμενοι παρόδιοι.

Τέλος με το συναφές Δ' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντ/τος, του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να μην εφαρμόσει τις ανωτέρω διατάξεις, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προύποθέσεις για την εφαρμογή τους και με το να απορρίψει το αίτημά τους για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης των 1.013,16 Μ2 της ιδιοκτησίας τους, κρίνοντας τούτο ως αμάχητο τεκμήριο, χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις περί απρόσκοπτης δικαστικής προστασίας της περιουσίας κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των Αρχών της δίκαιης δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο για το ερευνώμενο ως άνω ζήτημα, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά τα τέσσερα συναφή σκέλη αυτού, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 18-9-2008 (BAB ...2006) αίτηση των δικαιούχων της αποζημίωσης Ε.

και Σ. Β. ζητείται να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το ακίνητο, που φέρεται ότι τους ανήκει, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας, δυνάμει της υπ' αριθ. …/98 πράξης εφαρμογής, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. .../196/25-2-2002 απόφαση της Νομαρχίας Αθηνών, όπως διορθώθηκε και κυρώθηκε η διορθωτική της πράξη με την υπ' αριθ.

πρωτ. .../449/2-7-2007 απόφαση της Νομαρχίας Αθηνών στο ποσό των 1.250 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους, δηλαδή μεγαλύτερο του ποσού των 450 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους, που καθορίστηκε προσωρινά με την υπ' αριθμ. 307/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης, ζητούν όπως παραδεκτά εκτιμάται το σχετικό αίτημα της αγωγής τους, ν' αποζημιωθούν με την ίδια τιμή μονάδας για την έκταση των 1.013,16 τ.μ.

που υπολογίστηκε με την ως άνω πράξη εφαρμογής ως εισφορά γης. Όσον αφορά το πρώτο αίτημά της, η αίτηση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Εφετείου στις 7-10-2008 δηλαδή εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση (15-4-2008) της υπ' αριθμ. 307/2008 απόφασης του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, αφού δεν αποδεικνύεται κοινοποίησή της, προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρ. 20 § 1, 2, 3 Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 13 § 1, 2, 18, 2ο ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 2985/2002.

Πρέπει, δε, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, αφού τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, κατ' άρθρο 17 § 3, 4 ΚΑΑΑ, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά αλλά και την υπ' αριθμ. 307/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όσον αφορά το δεύτερο αίτημά της (δηλαδή να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και για την επιφάνεια των 1.036,16 τ.μ., που κατά τον κτηματολογικό πίνακα αποτελεί εισφορά γης), πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω:

Όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9 και 12 του Ν 1337/1983 "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (όπως οι διατάξεις αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με το άρθρο 8 § 5α του ν. 2242/1994), για την επέκταση των σχεδίων πόλεων, καθώς και των οικισμών, που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενεστέρων του 1923, καταρτίζεται και εγκρίνεται, με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

γενικό πολεοδομικό σχέδιο, ακολούθως συντάσσεται και εγκρίνεται με π.δ., που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, πολεοδομική μελέτη και τέλος καταρτίζεται πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, συνοδευόμενη από κτηματολογικό διάγραμμα εφαρμογής και πίνακα εφαρμογής, η οποία κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο.

Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης. Για τη δημιουργία των κοινοχρήστων χώρων, που αυτή προβλέπει, καθιερώνεται σε αρμονία με το άρθρο 24 § 3 του Συντάγματος, εκτός των άλλων και υποχρέωση εισφοράς σε γη εκ μέρους των ιδιοκτητών... Η εισφορά σε γη πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής.

Αυτή καθορίζει τα τμήματα, που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά σε γη. Τα εδαφικά τμήματα, που προέρχονται από την εισφορά γης, διατίθενται, κατά πρώτο, για τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων, μέσα στην ίδια πολεοδομική ενότητα και ακολούθως για την παραχώρηση οικοπέδων σε ιδιοκτήτες της ίδιας πολεοδομικής ενότητας, των οποίων τα οικόπεδα ρυμοτομούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο, με το οποίο αυτά βαρύνονται με εισφορά γης.

Κατά της πράξης εφαρμογής επιτρέπονται ενστάσεις ενώπιον του Νομάρχη. Μετά την κύρωσή της, με απόφαση του Νομάρχη, η πράξη εφαρμογής, η οποία μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής, που επέρχεται μ' αυτή στα ακίνητα.

Με τη μεταγραφή, ειδικότερα, της πράξης εφαρμογής, επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σ' αυτή μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από εκείνες, για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για την εκτέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ. από 17-7-1923 και του ν.δ. 797/71 ήδη του ν. 2882/2001... Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, το δεύτερο, ως άνω αίτημα της από 18.9.2008 αίτησης δεν είναι νόμιμο και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού οι φερόμενες ιδιοκτήτριες είναι υπόχρεες, κατά την πράξη εφαρμογής, που έγινε αμετάκλητη, εισφοράς γης και δεν αποζημιώνονται για την εν λόγω έκταση της ιδιοκτησίας τους, που τις βάρυνε ως εισφορά γης...".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο κρίνοντας ως μη νόμιμη την αίτηση των αναιρεσειουσών υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το να δεχθεί, ότι οι αναιρεσείουσες δεν έχουν τη δυνατότητα να επιδιώξουν δικαστικά τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης από το αρμόδιο πολιτικό Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 έως 3, 6 έως 9, 12 και 13 παρ. 3 του Ν. 1337/1983, των άρθρων 1 παρ. 3 εδ.

α' του Ν. 653/1977, των άρθρων 33 παρ. 1-4 και 6 του Ν. 2971/2001, το άρθρο 290 του ΠΔ 14/1999, το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 και τις συνταγματικές διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, αξιώνοντας περισσότερα περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή τους. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά στη νομική σκέψη της παρούσας, μετά την μεταγραφή στο οικείο Υποθηκοφυλακείο της Πράξης Εφαρμογής, αυτή καθίσταται αμετάκλητη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων σε εισφορά γης, όπως και κάθε μεταβολής, που επέρχεται στα ακίνητα, πλην όμως το τμήμα του ακινήτου που δεν έπρεπε να περιληφθεί στην εισφορά σε γη μετατρέπεται σε αξίωση αποζημίωσης, την ικανοποίηση της οποίας μπορεί ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης να αξιώσει από το αρμόδιο Πολιτικό Τμήμα και να αποδείξει την έλλειψη ωφέλειας από τη ρυμοτομία της ιδιοκτησίας του, η οποία εντεύθεν δεν έπρεπε να περιληφθεί στην εισφορά σε γη, διότι το τεκμήριο ωφέλειας είναι πλέον μαχητό.

Επομένως, η ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ και συνεπώς, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ως προς όλα τα σκέλη αυτού.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η ένσταση παθητικής νομιμοποίησης της αίτησης αναίρεσης την οποία προβάλλουν οι 1η έως την 5η των αναιρεσιβλήτων, η οποία άλλωστε ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρ. 68 και 73 ΚΠολΔ και συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1429/2018) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης στις σελίδες 7α και β' αυτής, που επισκοπούνται παραδεκτά για τις ανάγκες του δικονομικού ως άνω ζητήματος της παθητικής νομιμοποίησης των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι μετά τη ρυμοτόμηση της ιδιοκτησίας των αναιρεσειουσών, επιφάνειας 3.407,90 Μ2, απέμεινε επιφάνεια 116,20 Μ2 η οποία προσκυρώθηκε σε όμορα ακίνητα του ..., μεταξύ των οποίων ρητά μνημονεύονται οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, ιδιοκτήτες των με αρ. ..., ...

ακινήτων ως υπόχρεοι σε αποζημίωση των αναιρεσειουσών, οι οποίες επομένως δικαιολογούν έννομο συμφέρον να στραφούν εναντίον των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων. Εκτός τούτου, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 4β σε συνδ. με τη σελ. 2α αυτής), οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι είχαν ασκήσει με τις από 2-10-2009 προτάσεις τους, ανταίτηση ενώπιον του Εφετείου εναντίον των ήδη αναιρεσειουσών, η οποία κρίθηκε ως κυρία παρέμβαση, με την οποία αξίωναν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης σε 80 ευρώ/Μ2, έναντι ποσού 1.250 ευρώ/Μ2, που αξίωναν οι ήδη αναιρεσείουσες.

Επίσης, εκτός των ανωτέρω, πρέπει να επισημανθεί, ότι και ο αναιρεσίβλητος Δήμος με τις με ίδια ημερομηνία με τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, από 8-11-2019 προτάσεις του, που κατατέθηκαν στις 12-11-2019 (βλ. την πράξη κατάθεσης του αρμόδιου Γραμματέα στην τελευταία σελίδα αυτών) προέβαλε επικουρικώς, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό, ότι οι αναιρεσείουσες δικαιούνται αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση της ιδιοκτησίας τους, την ένσταση πενταετούς παραγραφής εν επιδικία του άρθρου 90 Ν. 2362/1999 (παραγραφή αξιώσεων κατά του Δημοσίου) σε συνδ.

με τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 3 ΚΠολΔ, διότι, όπως ισχυρίζεται, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 23-2-2010, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός όμως προβάλλεται απαράδεκτα κατ' άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, διότι στην αναιρετική δίκη δεν είναι παραδεκτή μετά την τελεσίδικη απόφαση η έρευνα νέων ισχυρισμών, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012).

Τέλος, και ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου Δήμου, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, περί έλλειψης δικαιοδοσίας, διότι όπως υποστηρίζει η ένδικη διαφορά αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Δικαστηρίων πρέπει να απορριφθεί, διότι οι αναιρεσείουσες δεν αμφισβήτησαν το κύρος και τη νομιμότητα της κρίσης των διοικητικών οργάνων κατά τη σύνταξη της Πράξης Εφαρμογής, αλλά με την ένδικη αίτησή τους ζήτησαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης στο ποσό των 1.250 ευρώ/Μ2 της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους και την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, διότι η ιδιοκτησία τους δεν ωφελήθηκε από τη ρυμοτόμηση της οδού ..., εφόσον το ακίνητό τους απαλλοτριώθηκε στο σύνολό του και ότι συνεπώς, όπως υποστηρίζουν στη αίτησή τους, δεν υποχρεούνται σε εισφορά γης, ζήτημα που μετά την καθιέρωση του μαχητού τεκμηρίου ωφέλειας, θα προκύψει από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα των αναιρεσειουσών περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, ώστε να αποζημιωθούν και για την έκταση της ιδιοκτησίας τους επιφάνειας 1.013,16 Μ2, η οποία υπολογίστηκε ως εισφορά γης και αυτοαποζημιούμενη.

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού 1ου αναιρετικού λόγου, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, περί έλλειψης νόμιμης βάσης, ο οποίος επίσης αποβλέπει στην αποδοχή της αναίρεσης και πλήττει το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι προβάλλεται απαράδεκτα, εφόσον το Εφετείο δεν εξέδωσε ουσιαστική κρίση για το ερευνώμενο ως άνω ζήτημα (ΑΠ Ολ. 44/1990, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 140/2010).

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος αυτής στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι (πλην του 6ου τούτων Συνεταιρισμού) λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρ. 22 παρ. 3 Ν. 2882/2001) στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, εκ των οποίων ο αναιρεσίβλητος Δήμος βαρύνεται σε μειωμένα δικαστικά έξοδα (άρθρα 276 παρ. 1, 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006 - Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδ. 285 Ν. 3852/2010 - Πρόγραμμα Καλλικράτης και άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 2-12-2010 (αρ. κατ. 1224/2010) αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 900/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001) κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται εναντίον του 6ου αναιρεσιβλήτου - 6ου καθού η κλήση Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Παραθεριστικός, Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υπαλλήλων και Συνταξιούχων Σιδηροδρομικών ΣΥΝ.ΠΕ".

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του 6ου αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμού, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Αναιρεί κατά τα λοιπά την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος αυτής στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους - καθών η κλήση (πλην του 6ου τούτων Συνεταιρισμού) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, εκ των οποίων ο αναιρεσίβλητος Δήμος σε μειωμένη δικαστική δαπάνη ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ