Legislator Case Law & Legislation
1121/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final court ruling for failure to prove procedural errors under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1121/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment rendered in absentia by the Single Member Court of First Instance. The appellant argued that the lower court improperly considered an unsubmitted document and misinterpreted facts, but the court found these claims insufficient to constitute grounds for appeal. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)b, 577, 309(1), 321, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the final judgment is shown to be legally flawed under specific statutory grounds, and mere disagreement with factual assessment or consideration of evidence not explicitly excluded by law does not constitute a valid ground for appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure final judgment appeal admissibility evidence submission legal costs judgment in absentia procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)b of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 309(1) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 198 et seq. of the Code of Civil Procedure
Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1121 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1121/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ρ. του Θ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Νάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Ο ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με τον ν. 3226/2004 και την 240/2019 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης οδοντιατρικής εταιρίας με την επωνυμία "….Α.Ε." και τον διακριτκό τίτλο "….., που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Γ. του Ι., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης. Ο 2ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δακουρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως υπέρ του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και κατά του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "….", που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-01-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, 15-02-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου και την από 18-04-2016 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2437/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 698/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1β, 577, 309 εδ.1, 321, 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, και όχι κατά το χρόνο της συζήτησης αυτής ( Ολ. ΑΠ18/2001, ΑΠ 1488/2018, ΑΠ 864/2017), είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1200/2001, ΑΠ 1189/2021), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ1βΚΠολΔ.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ17/2013). Και αυτό γιατί η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ.577 παρ1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1εδ.β'περ.β'ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.

Το έννομο συμφέρον εξ άλλου του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιμπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 45/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία (και συνεπώς δυναμένη να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας), 698/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων (συνδεομένων ως προστηθέντος και προστήσασας με δεσμό απλής ομοδικίας), απέρριψε την από 3-4-2017 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αρ.2437/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσείοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης.

Ωστόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η παραπάνω προσβαλλόμενη (698/2019/) απόφαση του Εφετείου επιδόθηκε (βλ. την 693Γ/22-10-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ. Β.) μόνο στον δεύτερο από τους ερήμην δικασθέντες εφεσίβλητους (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), όχι όμως και στην πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ.1 σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε επίκληση τέτοιας επίδοσης γίνεται από τον αναιρεσείοντα, ούτε και επίκληση ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει εξακολουθητικά δικαίωμα άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και να καθίσταται έτσι απαράδεκτη ως προς αυτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 45/2020, ΑΠ 430/2009).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη, παρότι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα που επισπεύδει τη συζήτηση, με την επίδοση ακριβούς αντιγράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ.

την προσκομιζόμενη με επίκληση 1703Γ'/8-2-2021 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ. Β.), δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο (παρά το γεγονός ότι η επωνυμία της συμπεριλαμβάνεται στην προμετωπίδα των προτάσεων που κατατέθεσε ο νομοτύπως παρασταθείς δεύτερος αναιρεσίβλητος), το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση, παρά την απουσία της εν λόγω αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, και να απορρίψει ως προς αυτήν ως απαράδεκτη την ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσεπίκληση, στην οποία σώρευσε και παρεμπίπτουσα αγωγή, καλώντας την ασφαλιστική εταιρεία "…AE", στην οποία είχε ασφαλίσει την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, να παρέμβει στη δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ του ιδίου, της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) εταιρείας "….", ως προστήσασας, και του αναιρεσείοντος με την άσκηση της ένδικης αγωγής του.

Η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία άσκησε υπέρ του δευτέρου αναιρεσιβλήτου πρόσθετη παρέμβαση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την κυρία αγωγή, την προσεπίκληση με τη σωρευθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε την κύρια και την παρεμπίπτουσα αγωγή κατά ένα μέρος και απέρριψε την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτες λόγω του εκπροθέσμου αυτών, η ασκηθείσα δε κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης έφεση του ενάγοντος απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη από αυτόν απόφαση, που εκδόθηκε με παρούσα την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

Η τελευταία άσκησε παραδεκτά (πρβλ.ΟλΑΠ1/1996, ΑΠ1525/2003, ΑΠ338/1973) υπέρ του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ασφαλισμένου της, πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. τις με αρ. 11392β', 11393β', 11394β'/14-6-2021 εκθέσεις επιδόσεως του οικείου δικογράφου από τον δικαστικό επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Π. Τ.

στους διαδίκους ), η οποία πρέπει να συνεκδικασθεί με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας") (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 237/2016).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.

Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011), θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια (ΑΠ 655/2019, ΑΠ1478/2018, ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016).

Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017). Μάλιστα, οφείλει ο ιατρός να παρέχει την ιατρική του συνδρομή όχι μόνο, όπως ορίζει το άρθρον 330 ΑΚ, δηλαδή κατά το μέτρο της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, αλλά με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει (ΑΠ668/2022, ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 864/2020, ΑΠ1683/2014).

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, AΠ 368/2021, ΑΠ 864/2020, ΑΠ 80/2018, ΑΠ 467/2017, ΑΠ 211/2017).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ1/2020, ΟλΑΠ4/2018, ΟλΑΠ6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε παραβιάσεις ουσιαστικού κανόνα δικαίου σε αντιδιαστολή με τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (OλAΠ 2/2001, ΑΠ1012/2020, ΑΠ1419/2019, ΑΠ1249/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Ωστόσο, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ917/2020, ΑΠ3/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος) είναι οδοντίατρος και παρέχει οδοντιατρικές υπηρεσίες στο πολυοδοντιατρείο της πρώτης εναγομένης οδοντιατρικής εταιρίας (πρώτης αναιρεσίβλητης), της οποίας ο σκοπός είναι η παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας οδοντικής υγείας.

Τη 12-10-2010 ο ενάγων, ηλικίας τότε 57 ετών, αντιμετωπίζοντας σημαντικά προβλήματα που έχρηζαν οδοντιατρικής φροντίδας επισκέφθηκε τον δεύτερο εναγόμενο στο ιατρείο της πρώτης εναγόμενης εταιρίας. Κατά την επίσκεψή του αυτή διαπιστώθηκε ότι α) στην κάτω γνάθο δεν είχε δόντια στις θέσεις 31, 35, 36, 37, 38, 46 και 47, β) στην άνω γνάθο δεν είχε δόντια στις θέσεις 17, 25 και 28 και γ) αντιμετώπιζε πρόβλημα ουλίτιδας, η οποία είχε προκαλέσει υποχώρηση των ούλων και μείωση του οστικού όγκου των δοντιών, με αποτέλεσμα τα δόντια στις θέσεις 18, 24 και 48 να εμφανίζουν κινητικότητα και πόνο.

Την ίδια ημέρα και μετά την ανωτέρω διάγνωση, τοποθετήθηκε προσωρινό δόντι στη θέση 31, ενώ στο σχέδιο εργασιών που εκπονήθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο περιλαμβανόταν, εκτός από τον καθαρισμό των ούλων, η εξαγωγή του δοντιού στη θέση 48, η απονεύρωση του δοντιού στη θέση 43 και η τοποθέτηση οδοντικών εμφυτευμάτων, γεφυρών και θηκών σε όσα δόντια θα κρινόταν απαραίτητο, τη χρονική στιγμή που θα το αποφάσιζε ο ενάγων.

Σημειώνεται ότι τα οδοντικά εμφυτεύματα είναι κυλινδρικές κατασκευές από τιτάνιο μήκους από 6 έως 20 χιλιοστά και διαμέτρου 3 έως 6 χιλιοστά, που τοποθετούνται από τον χειρουργό μέσα στο κόκκαλο της άνω ή κάτω γνάθου και αντικαθιστούν την ρίζα του χαμένου δοντιού. Πάνω στο εμφύτευμα τοποθετείται το κολόβωμα, ήτοι μια μεταλλική κατασκευή από τιτάνιο που μοιάζει με τροχισμένο δόντι, και πάνω στο κολόβωμα τοποθετείται η τελική προσθετική αποκατάσταση (θήκη-γέφυρα).

Το βασικό βιολογικό φαινόμενο, κατά το οποίο συνδέεται το ξένο υποκατάστατο εμφύτευμα με τον ζώντα οστίτη ιστό, είναι η οστεοενσωμάτωση, η επιτυχία της οποίας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, ανάμεσα στους οποίους, η ποιότητα του οστού, η ηλικία και η γενική κατάσταση της υγείας του ασθενή. Την 17.11.10 ο ενάγων επισκέφθηκε και πάλι τον δεύτερο των εναγομένων, οπότε και πραγματοποιήθηκαν, με την συμφωνία των εν λόγω διαδίκων, οι κάτωθι οδοντιατρικές εργασίες :

εξαγωγή του οπίσθιου δοντιού στη θέση 48 και τοποθέτηση εμφυτευμάτων στις θέσεις 36, 37 και 47, τα οποία στην προκειμένη περίπτωση κρίθηκε ότι αποτελούσαν την πιο ενδεδειγμένη θεραπεία για την αποκατάσταση των χαμένων φυσικών δοντιών του ενάγοντος. Οι εν λόγω εργασίες αποτυπώνονται στον από 15.04.16 πίνακα εργασιών της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, το δε περιεχόμενο του συγκεκριμένου πίνακα το παρόν Δικαστήριο θεωρεί ακριβές, αφού αυτός συντασσόταν αμέσως μετά ή κατά την διάρκεια της εκάστοτε επίσκεψης του ενάγοντος, διαδικασία που τηρείται από τους εναγόμενους για όλους τους ασθενείς τους.

Στις τρεις επόμενες επισκέψεις του ενάγοντος στο ως άνω πολυοδοντιατρείο, οι οποίες έλαβαν χώρα την 23.11.10, 02.12.10 και 07.12.10 αντίστοιχα, ο δεύτερος εναγόμενος ασχολήθηκε με το δόντι στη θέση 24 (άνω γνάθο), το οποίο ήταν μη υγιές, εμφάνιζε υποχώρηση οστού της τάξης του 65%, κύστη στη ρίζα του και έφερε θήκη, κάτω από την οποία παρουσίαζε μεγάλη φθορά.

Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος, αφού προχώρησε σε πολύριζη απονεύρωση αυτού, αφαίρεσε την θήκη και την 07.12.10 πραγματοποίησε την εξαγωγή του (βλ. ήδη αναφερόμενο από 15.04.16 πίνακα εργασιών σε συνδυασμό με την από 09.12.10 πανοραμική ακτινογραφία). Ακολούθως, την 09.12.10, τοποθετήθηκαν εμφυτεύματα στις θέσεις 14 και 25 (άνω γνάθο) και επιπλέον τοποθετήθηκε προσωρινά γέφυρα (με τη χρήση του υλικού temb bond) στις θέσεις από 23 έως 27 (και πάλι στην άνω γνάθο).

Η συγκεκριμένη γέφυρα (των θέσεων 23-27) τοποθετήθηκε μόνιμα την 27.06.11, ενώ στην επίσκεψη που πραγματοποιήθηκε την 02.02.11 τοποθετήθηκε γέφυρα στις θέσεις από 22 έως 11 (άνω γνάθο), αφού προηγουμένως είχαν τροχιστεί τα δόντια της συγκεκριμένης γέφυρας. Όλες οι θεραπευτικές και αποκαταστατικές εργασίες, που έλαβαν χώρα στην στοματική κοιλότητα του ενάγοντος, ολοκληρώθηκαν το Μάρτιο του έτους 2013, ενώ την 12.07.13 εκδόθηκε για αυτές από την πρώτη εναγόμενη εταιρία η υπ' αριθμ, 4437 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 7.000,00 ευρώ.

Σε αυτές περιλαμβανόταν, συμπερασματικά, η τοποθέτηση συνολικά πέντε εμφυτευμάτων στις θέσεις 14, 25 (του άνω φραγμού), 36, 37 και 47 (του κάτω φραγμού) και γεφυρών στις θέσεις 12 έως 17, 23 έως 27, 22 έως 11 και 34 έως 37. Ωστόσο, το τοποθετημένο στη θέση 25 της άνω γνάθου οδοντικό εμφύτευμα χρειάστηκε να αφαιρεθεί την 17.01.11 καθόσον δεν οστεοενσωματώθηκε, δεν μπόρεσε, δηλαδή να συνδεθεί λειτουργικά και δομικά με τον οστίτη ιστό.

Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποια λανθασμένη ενέργεια του δεύτερου εναγόμενου, αλλά αποτελεί (την πιο συνηθισμένη) επιπλοκή της θεραπείας με οδοντικά εμφυτεύματα,.... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε πως λίγους μήνες πριν ολοκληρωθούν οι προπεριγραφόμενες χειρουργικές και οδοντιατρικές εργασίες, ήτοι ήδη από τον Ιανουάριο του έτους 2013, ο ενάγων είχε αρχίσει να εμφανίζει συμπτώματα πόνου, καυσαλγίας και δυσαρθρίας, τα οποία δεν υποχωρούσαν.

Για το λόγο αυτό, την 05.02,13, επισκέφθηκε το ιατρείο του οδοντιάτρου εξειδικευμένου στην Γναθοπροσωπική Ακτινοδιαγνωστική Χ. Α., ο οποίος, μετά από την διενέργεια τομογραφίας στην άνω και κάτω γνάθο του ενάγοντος και αφού διαπίστωσε την ύπαρξη μεγάλου αριθμού αποκαταστάσεων στα δόντια του άνω φραγμού και πολλών αποκαταστάσεων στα δόντια του κάτω φραγμού, παρατήρησε ήπια φατνιολυσία (αποδυνάμωση) στα δόντια του άνω φραγμού και γενικευμένη ήπια φατνιολυσία στα δόντια του κάτω φραγμού.

Επιπλέον χαρακτήρισε τα εναπομείναντα (μετά από την αφαίρεση του οδοντικού εμφυτεύματος της θέσης 25) τέσσερα εμφυτεύματα, ως φορτισμένα (δηλ. οστεοενσωματωμένα), Ωστόσο, διαπίστωσε πως το εμφύτευμα στη θέση 36 είχε διατρυπήσει το γλωσσικό συμπαγές πέταλο, τούτο δε το βεβαιώνει στην από 05.02.13 ιατρική γνωμάτευσή του.

Ακολούθως, την 20.02.13, ο ενάγων επισκέφθηκε ξανά τον δεύτερο εναγόμενο στο ιατρείο που διατηρούσε στην πρώτη εξ αυτών. Κατά την επίσκεψη αυτή και προκειμένου να εξαλειφθεί η αιτία του πόνου, που εξακολουθούσε να αισθάνεται o ενάγων, o δεύτερος εναγόμενος προχώρησε στην εξαγωγή του δοντιού στη θέση 34, καθόσον αυτό ήταν ένα μη υγιές δόντι, στο οποίο την 28.08.12 είχε διενεργηθεί ακροριζεκτομή, και στη θέση αυτού τοποθέτησε οδοντικό εμφύτευμα.

Καθόσον όμως τα συμπτώματα του χρόνιου ερεθισμού, της ελαφράς διόγκωσης και καυσαλγίας στη γλωσσική επιφάνεια του αριστερού οπίσθιου τεταρτημορίου της κάτω γνάθου δεν υποχωρούσαν, ο ενάγων, την 05.04.13, επισκέφθηκε τον καθηγητή οδοντιατρικής κ. Τ., διευθυντή του εργαστηρίου οδοντοφατνιακής χειρουργικής, χειρουργικής εμφυτευματολογίας και ακτινολογίας στόματος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ο τελευταίος, μετά από κλινική εξέταση του ενάγοντος και λαμβάνοντας υπόψη τις ήδη διενεργηθείσες αξονικές τομογραφίες, διαπίστωσε και αυτός την διάτρηση του γλωσσικού οστικού πετάλου της κάτω γνάθου αριστερά, στη θέση του πρώτου γομφίου (36), εντοπίζοντας ως αιτία αυτής (διάτρησης) το ακρορριζικό τμήμα του οδοντικού εμφυτεύματος που είχε τοποθετηθεί και το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως στήριγμα της εκεί προσθετικής αποκατάστασης (γέφυρας).

Τα παραπάνω βεβαιώνει στην από 22.04.13 ιατρική του γνωμάτευση, συμπληρώνοντας πως η ως άνω διάτρηση αιτιολογεί πλήρως τόσο την κλινική εικόνα, όσο και την συμπτωματολογία που αναφέρει ο ασθενής και συνιστά ως θεραπευτική αντιμετώπιση του ανακύψαντος προβλήματος την αποκοπή της προσθετικής αποκατάστασης και την χειρουργική αφαίρεση του οδοντικού εμφυτεύματος της θέσης 36.

Για το λόγο αυτό ο ως άνω καθηγητής οδοντιατρικής κ. Τ. προχώρησε, την 20.05.13, αρχικά στην αποκοπή της γέφυρας που είχε τοποθετηθεί στις θέσεις 34 έως 37 στην κάτω γνάθο του ενάγοντος και στη συνέχεια στην χειρουργική αφαίρεση του ήδη οστεοενσωματωμένου εμφυτεύματος. Τέλος, την εκ νέου κατασκευή γέφυρας στην ως άνω περιοχή (34 έως 37), στηριζόμενη στα εμφυτεύματα στις θέσεις 34 και 37 ανέλαβε έτερος οδοντίατρος - χειρουργός, ο Θ.

Κ. Με βάση όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος των κυρίως εναγομένων, προστηθείς της πρώτης εναγομένης, επέδειξε κατά την εκτέλεση δύο εκ των προαναφερόμενων οδοντιατρικών εργασιών, στον ενάγοντα, αμελή συμπεριφορά, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης του σώματος και της υγείας του. Ειδικότερα αυτός, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε, ως εκ του επαγγέλματος του και μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να καταβάλει, δεν τήρησε τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της οδοντιατρικής επιστήμης και α) προέβη διεγχειρητικά κατά την τοποθέτηση του εμφυτεύματος στη θέση 36, στην διάτρηση του γλωσσικού συμπαγούς πετάλου του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να προκληθεί σε αυτόν ερεθισμός, ελαφρά διόγκωση και καυσαλγία στην γλωσσική επιφάνεια του αριστερού οπίσθιου τεταρτημορίου της κάτω γνάθου...

και β) η τοποθέτηση του εμφυτεύματος στη θέση 34 έγινε οριακά στην επιφάνεια του γλωσσικού πετάλου, με αποτέλεσμα την δημιουργία ερεθισμού και επώδυνης ενόχλησης στην συγκεκριμένη περιοχή.... Από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, που αποτελεί αδικοπραξία, ο ενάγων υπέστη ζημία, που συνίσταται στη βλάβη της υγείας των δοντιών του (στις θέσεις 34 και 36).

Μάλιστα, για την αποκατάσταση της βλάβης στη θέση 36, ο ενάγων χρειάστηκε, όπως ήδη εκτέθηκε, να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του συγκεκριμένου οδοντικού εμφυτεύματος, η οποία, δεδομένου ότι έλαβε χώρα δυόμιση χρόνια μετά από την τοποθέτησή του και όχι μέσα στο χρονικό διάστημα έξι έως οκτώ εβδομάδων από αυτήν (τοποθέτηση), όσο δηλαδή είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν έχει ολοκληρωθεί η οστεοενσωμάτωσή του (από 28.04.16 βεβαίωση της εταιρίας …..ΑΕΒΕ, αντιπροσώπου στην Ελλάδα της ελβετικής εταιρίας ….

που κατασκευάζει τα επίμαχα εμφυτεύματα, με βάση τα στοιχεία της ταυτότητάς τους), ήταν αρκετά επίπονη και περίπλοκη. Η διενέργεια αυτής της επιπλέον χειρουργικής επέμβασης υπήρξε απότοκος της αμελούς συμπεριφοράς του δευτέρου εναγομένου και είχε ως αποτέλεσμα τη σωματική καταπόνηση και την ψυχική ταλαιπωρία του ενάγοντος.

Μάλιστα, ο τελευταίος από την τοποθέτηση του εμφυτεύματος στη Θέση 36 (την 17.11.10) μέχρι και την χειρουργική αφαίρεσή του (20.05.13), εξακολουθούσε να παρουσιάζει τα προαναφερόμενα συμπτώματα ερεθισμού, διόγκωσης και καυσαλγίας της γλωσσικής επιφάνειας του αριστερού οπίσθιου τεταρτημορίου της κάτω γνάθου.

Ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των κυρίως εναγομένων, ότι δηλαδή οι ανωτέρω σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων δεν συνδέονται αιτιωδώς με τις ιατρικές ενέργειες του δευτέρου των εναγομένων, αλλά οφείλονται σε άλλους παράγοντες, όπως ενδεχομένως στην οστική απορρόφηση που έλαβε χώρα μετά την τοποθέτηση των εμφυτευμάτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον δεν αποδείχθηκε από αυτούς που φέρουν και το σχετικό βάρος απόδειξης (άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν οι ιατρικές υπηρεσίες και το οποίο καθιερώνει νόθο αντικειμενική ευθύνη, που συνεπάγεται ότι o παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη του αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε την συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή μείωση της ευθύνης ....).

Ωστόσο, εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα οριακή - στην επιφάνεια του γλωσσικού πετάλου τοποθέτηση του εμφυτεύματος στη θέση 14, αφού σε καμία από τις προσκομιζόμενες από αυτόν ιατρικές γνωματεύσεις δεν αναφέρεται τόσο η ύπαρξη τέτοιας τοποθέτησης, όσο και η εξαιτίας αυτής πρόκληση πόνου και ενοχλήσεων σε αυτόν.

Αντιθέτως, στην από 05.02.13 ιατρική γνωμάτευση του οδοντιάτρου, εξειδικευμένου στην γναθοπροσωπική ακτινοδιαγνωστική Χ. Α., που ο ενάγων μετ' επικλήσεως προσκομίζει, διαλαμβάνεται πως "η γενικότερη επαφή του εμφυτεύματος στη θέση 14 με τον περιβάλλοντα οστίτη ιστό φαίνεται να είναι ικανοποιητική", ενώ στην από 28.08.14 γνωμάτευση του καθηγητή στοματικής γναθοπροσωπικής χειρουργικής Κ.

Α., που ομοίως ο ενάγων νομότυπα προσκομίζει, αναφέρεται πως "η οστεοενσωμάτωση του εμφυτεύματος της άνω γνάθου στη θέση 14 είναι σχετικά καλή, ωστόσο υπάρχει ήπια οστική αραίωση εγγύς και άπω". Ομοίως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί παραμόρφωσης του προσώπου του λόγω κακής ραφής των ούλων στη θέση 24.

Τέλος και αναφορικά με το εμφύτευμα στη θέση 47 της κάτω γνάθου, στην (ήδη αναφερόμενη) από 10.11.15 ιατρική γνωμάτευση του αναπληρωτή καθηγητή στοματικής και γναθοπροσωπικής της χειρουργικής κλινικής "Γ. Παπανικολάου" Σ. Δ., μνημονεύεται πως "υπάρχει σημαντική οστική απορρόφηση στο κάτω δεξιά εμφύτευμα (47), που μπορεί να δημιουργήσει περιοδοντική λοίμωξη, σε πιθανή πτώση της άμυνας του ασθενούς", ωστόσο από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε η αιτία της οστικής αυτής απορρόφησης και ειδικότερα εάν συνδέεται αυτή αιτιωδώς με συγκεκριμένη αμελή, κατά την εκτέλεση των οδοντιατρικών εργασιών, ενέργεια του δευτέρου εναγομένου.

Ενόψει των προεκτεθέντων, ο κυρίως ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη, την οποία το Δικαστήριο καθορίζει στο εύλογο κατά την κρίση του ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη του τις ως άνω συνθήκες, το είδος, την ένταση και την έκταση των σωματικών βλαβών (στις θέσεις των δοντιών 34 και 36 της κάτω γνάθου) που υπέστη ο ενάγων, την ηλικία του, την εξέλιξη της υγείας του, την ψυχική ταλαιπωρία αυτού, το βαθμό υπαιτιότητας (και δη την ένταση της αμέλειας) του δευτέρου εναγομένου, καθώς και την κοινωνική, οικονομική και προσωπική κατάσταση των διαδίκων.

Το ποσό αυτό είναι εύλογο, δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα, με την αρχή της αναλογικότητας, όπως η αρχή αυτή, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (....). Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο την εξ αμελείας αδικοπρακτική ευθύνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου και εντεύθεν την βασιμότητα της αγωγής, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, είχε δεχθεί εν μέρει την κυρία αγωγή, υποχρεώνοντας τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 5.000 ευρώ, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή, υποχρεώνοντας την παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη προσθέτως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου παρεμβαίνουσα) να καταβάλει στον δεύτερο αναιρεσίβλητο όποιο ποσό (πέραν του εξαιρετέου της ασφαλιστικής κάλυψης ποσού των 150 ευρώ ) αυτός υποχρεωθεί να καταβάλει στον αναιρεσείοντα.

Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας στο ποσό των 5.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις xρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση, αφενός μεν τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, προστηθείς της πρώτης, επέδειξε αμελή συμπεριφορά κατά την εκτέλεση στον αναιρεσείοντα δύο εκ των προαναφερόμενων οδοντιατρικών εργασιών, μη τηρώντας τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της οδοντιατρικής επιστήμης, ήτοι:

α) προέβη διεγχειρητικά κατά την τοποθέτηση του εμφυτεύματος στη θέση 36, στην διάτρηση του γλωσσικού συμπαγούς πετάλου του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να προκληθεί σε αυτόν ερεθισμός, ελαφρά διόγκωση και καυσαλγία στην γλωσσική επιφάνεια του αριστερού οπίσθιου τεταρτημορίου της κάτω γνάθου και β) προέβη στην τοποθέτηση του εμφυτεύματος στη θέση 34 οριακά στην επιφάνεια του γλωσσικού πετάλου, με αποτέλεσμα την δημιουργία ερεθισμού και επώδυνης ενόχλησης στην συγκεκριμένη περιοχή, αφετέρου δε τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως, ήτοι την έκταση των αμέσως παραπάνω σωματικών βλαβών του αναιρεσείοντος (ενόψει της απόρριψης ως αβάσιμης της αγωγής ως προς τις λοιπές εργασίες και την συνεπεία αυτών επικαλούμενη, σε μεγαλύτερη έκταση, βλάβη του), την ηλικία, την εξέλιξη της υγείας του, την ψυχική ταλαιπωρία αυτού, το βαθμό υπαιτιότητας (και δη την ένταση της αμέλειας) του δευτέρου εναγομένου, καθώς και την κοινωνική, οικονομική και προσωπική κατάσταση των διαδίκων.

Ενόψει των ανωτέρω, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειάς του κατά τον καθορισμό του επιδικασθέντος ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεύτερου αναιρεσίβλητου στα 5.000 ευρώ αντί του αιτηθέντος των 100.000 ευρώ", είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, ενώ δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, (Ολ.

Α.Π. 3/1997) , οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία( Ολ.

Α.Π. 11/1996) ή όταν παραλείψει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, ΑΠ512/2022, ΑΠ1308/2021, ΑΠ559/2020, ΑΠ282/2012).

Εν προκειμένω με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις εκ του αρ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι "δεν προέβη σε καμία αξιολόγηση του ισχυρισμού του ως προς τη βλάβη που υπέστη με το εμφύτευμα στη θέση 33 και ειδικότερα ότι δεν διέλαβε αιτιολογία ως προς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού του".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ποιά η επίδρασή του εν λόγω ισχυρισμού ( που φέρεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο) στην έκβαση της δίκης, στην οποίαν σημειωτέον ο αναιρεσείων είναι ο νικήσας διάδικος, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι από την πλημμελή παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών του δεύτερου αναιρεσίβλητου υπέστη αυτός βλάβη της υγείας του και εντεύθεν ηθική βλάβη, πέραν του ότι ο ως άνω, φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη, ισχυρισμός δεν είχε αυτοτέλεια, αλλά αποτελούσε μέρος των αγωγικών ισχυρισμών, θεμελιωτικών της ιστορικής βάσης αυτής, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ερευνήθηκαν στο σύνολό τους και ο συγκεκριμένος απορρίφθηκε σιωπηρώς ως μη αποδειχθείς.

Ως εκ των ανωτέρω, εξάλλου, δεν ιδρύεται και η εκ του αρ. 19 πλημμέλεια καθόσον το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική αιτιολογία αναφορικά με ισχυρισμό μη αυτοτελή για τον οποίο δεν προσδιορίζεται ποιά επίδραση ασκεί από μόνος του στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, ενώ ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι "το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τη γνωμάτευση του καθηγητή Δ. αναφορικά με το εμφύτευμα στη θέση 24", ενώ με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρος του, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να της αποδίδει συγκεκριμένη πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση (κατά το δεύτερο μέρος του) ότι "εσφαλμένα το Εφετείο εκτίμησε τη γνωμάτευση του ίδιου ως άνω καθηγητή αναφορικά με το εμφύτευμα στη θέση 14 και τη γνωμάτευση του Α.", (κατά το τρίτο μέρος του) ότι "εσφαλμένα εκτίμησε τις γνωματεύσεις του αυτού ως άνω καθηγητή και του οδοντιάτρου Α.

αναφορικά με το εμφύτευμα στη θέση 47", (κατά το τέταρτο μέρος του) ότι "εσφαλμένα εκτίμησε τις από 10-5-2016 και 8-11-2018 ένορκες βεβαιώσεις των Ν.Σ., Ι.Π. και Δ. Ζ. με συνέπεια να του επιδικάσει μικρότερο του αιτηθέντος ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής του βλάβης". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση επίκλησης παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ και των άλλων ως άνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Εάν δε ήθελε εκτιμηθεί κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση ότι ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια εκ του αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ "για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των από 29-8-2014, 23-3-2017 γνωματεύσεων του καθηγητή Δ. καθώς και των προμνημονευομένων ενόρκων βεβαιώσεων" είναι αβάσιμος, καθόσον από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε "από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα...

είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων... (καθώς) ...και από τις...( προμνημονευόμενες) ένορκες βεβαιώσεις", αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης (ιδιαιτέρως δε από τις συναφείς σκέψεις και παραδοχές ως ανωτέρω εκτέθηκαν), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα πιο πάνω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα.

Όσον αφορά ειδικότερα την αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, ο λόγος αυτός είναι ωσαύτως απαράδεκτος (καθ' όλα τα μέρη του), αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των ως άνω στοιχείων, η οποία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ1244/2021, ΑΠ559/2020, ΑΠ 217/2016, ΑΠ2031/2007). Κατά δε τον αρ. 11α' και 11β' της αυτής ως άνω διάταξης (559 ΚΠολΔ) "αναίρεση επιτρέπεται ...αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν...".

Εν προκειμένω με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 10 και 11 (άνευ ειδικότερου προσδιορισμού) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι " το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε πράγματα που δεν αποδείχθηκαν κάνοντας χρήση εγγράφου που προσκομίστηκε από τους αντιδίκους του και επιγράφεται ως "πίνακας εργασιών" καθώς και ότι "εσφαλμένα έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και το χρησιμοποίησε για τη στοιχειοθέτηση και θεμελίωση πραγμάτων που θεώρησε ως αληθή".

Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση των ως άνω πλημμελειών (που υπό τις παράνω αδόκιμες αιτιάσεις δεν στοιχειοθετούνται και δη εκείνη εκ του αρ. 11α', όπως ανεπιτυχώς επιχειρείται, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το συγκεκριμένο έγγραφο, που φέρεται να έλαβε υπόψη το Εφετείο "εσφαλμένα", εμπίπτει στα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ούτε εκ του αρ. 11β', αφού δεν ισχυρίζεται ότι πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε με επίκληση), πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθ.561 ΚΠολΔ).

Επί πλέον, όσον αφορά την αποδιδόμενη εκ του αρ. 10 πλημμέλεια,, οι αιτιάσεις αυτές δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της ένδικης αγωγής που να επιδρά ουσιωδώς στην έκβαση της δίκης υπό την προεκτεθείσα έννοια. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των παρόντων διαδίκων, του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και της προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνουσας που κατέθεσαν προτάσεις (άρθ.176, 183, 191 ΚΠολΔ).

Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της πενίας ή της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 198 επ ΚΠολΔ και 1,2,4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", αντίστοιχα, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έτυχε του ευεργετήματος της πενίας ή έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως ο αναιρεσείων, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1484/2018, ΑΠ 895/2018, ΑΠ 2069/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2019 αίτηση του Γ. Ρ. για αναίρεση της με αριθμό 698/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και της προσθέτως υπερ αυτού παρεμβαίνουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον καθένα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ