Appeal dismissed as inadmissible due to continued default judgment suspension preventing the appeal period from starting.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the contested judgment remained subject to default judgment suspension. The appellants challenged a labor court decision that had been rendered in absentia against a water utility company, which had not been served. The court ruled that the suspension of the default judgment prevented the appeal period from commencing, thereby blocking the appeal. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 503(1) and 144(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal period for a judgment subject to default judgment suspension does not commence until the suspension is lifted, rendering an appeal inadmissible if the suspension persists.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 864 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 864/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Α., 2)Γ. Α., 3)Β. Α., 4)Π. Α., 5)Π. Α., 6)Σ. Α., 7)Β. Β., 8)Π. Β., 9)Ν. Β., 10)Χ. Β., 11)Χ. Β., 12)Β. Γ., 13)Π. Γ., 14)Β. Δ., 15)Ν. Δ., 16)Λ. Δ., 17)Γ. Δ., 18)Π. Δ., 19)Κ. Ζ., 20)Δ. Κ., 21)Π. Κ., 22)Α. Κ., 23)Κ. Κ., 24)Α. Κ., 25)Χ. Κ., 26)Π. Κ., 27)Α. Κ., 28)Δ. Κ., 29)Γ. Κ., 30)Α. Κ., 31)Π. Κ., 32)Σ. Λ., 33)Ι. Λ., 34)Γ. Μ., 35)Δ. Μ., 36)Δ. Μ., 37)Β. Μ., 38)Γ. Μ., 39)Η. Μ., 40)Α. Μ., 41)Δ. Μ., 42)Π. Μ., 43)Β. Μ., 44)Κ. Μ., 45)Β.
Μ., 46)Κ. Μ., 47)Χ. Ν., 48)Π. Ν., 49)Σ. Π., 50)Σ. Π., 51)Ν. Π., 52)Π. Π., 53)Α. Π., 54)Α. Π., 55)Ά. Π., 56)Α. Π., 57)Π. Ρ., 58)Α. Ρ., 59)Δ. Ρ., 60)Α. Ρ., 61)Λ. Σ., 62)Δ. Σ., 63)Τ. Σ., 64)Β. Σ., 65)Ε. Σ., 66)Σ. Σ., 67)Ν. Σ., 68)Γ. Τ., 69)Α. Τ., 70)Ε. Τ., 71)Ι. Χ., 72)Α. Χ., 73)Δ. Χ., 74)Β. Α., 75)α)Σ. Α., β)Α. Α. και γ)Κ. Α., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Θ. Α., 76)Ι. Β., 77)Γ. Γ., 78)Β. Γ., 79)Γ. Γ., 80)Β.
Δ., 81)Δ. Ζ., 82)Κ. Ζ., 83)Η. Η., 84)Σ. Κ., 85)Σ. Κ., 86)Ε. Λ., 87)Ι. Λ., 88)Θ. Μ., 89)Δ. Μ., 90)Β. Π., 91)Ι. Χ. και 92)Κ. Κ., όλων κατοίκων ... πλην των 18ου, 19ου, 25ου, 47ου, 53ου, 64ου, 72ης, 75ου και 88ου. Οι 18ος, 19ος, 25ος, 47ος, 53ος, 64ος, 72η, 75ος, 86ος και 88ος δεν παραστάθηκαν και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι α)ο Π.
Δ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Ε. Μ. και τον Η. Δ., β)ο Κ. Ζ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Σ. Θ., την Ε. Ζ. και τον Β. Ζ., γ)ο Χ. Κ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Α. Ν., την Μ. Κ. και τον Π. Κ., δ)ο Χ. Ν. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Χ. Ν., Α. Ν. και την Μ. Ν., ε)ο Α. Π. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Λ.
Π., την Χ. Π. και την Κ. Π., στ)ο Β. Σ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Π. Π., τον Α. Σ. και Α. Σ., ζ)η Α. Χ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Σ. Χ., τον Π. Χ. και την Ε. Χ., η)ο Θ. Α. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Σ. Α., την Κ. Α. και Α. Α., και θ)ο Θ. Μ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Β. Δ., τον Σ. Μ., τον Ν. Μ. και τον Κ.
Μ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Άδρευσης Καλαμάτας - ΔΕΥΑΚ," που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ε. Τέφου - Φωτέα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Κ. Γ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/6/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 14/9/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, το άρθρο 665 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, το οποίο όριζε ότι ‘ ‘ Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή’ ‘ , καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591-681Δ’ ) του ΚΠολΔ και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645.
Εξάλλου, το άρθρο ένατο του ως άνω κεφαλαίου του ν. 4335/2015, με τον τίτλο ‘ ‘ Μεταβατικές και άλλες διατάξεις’ ‘ ορίζει στην μεν παράγραφο 2 ότι ‘ ‘ Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές ‘ ‘ , στη δε παράγραφο 4 ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016’ ‘ .
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, ‘ ‘ Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο’ ‘ , ενώ κατά το άρθρο 24 παρ. 1 του ίδιου εισαγωγικού νόμου ‘ ‘ Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση.
Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12’ ‘ . Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1-1-2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 665 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έπαυσε να ισχύει από 1-1-2016.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3 και 621 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά το νόμο 4335/2015, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 98 του νόμου αυτού, και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013),η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 70/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο. Αρχική δικάσιμος αυτής ορίσθηκε ενώπιον του Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου η 27-9-2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (14-3-2017).
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν παρέστησαν στο ακροατήριο αυτού, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσείοντες Π.
Δ., Κ. Ζ., Χ. Κ., Χ. Ν., Α. Π., Α. Χ., Θ. Α., Ε. Λ. και Θ. Μ. (18ος, 19ος, 25ος, 47ος, 53ος, 72η, 75ος και 88ος στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης). Όπως, όμως, γνωστοποιήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο αυτοί απεβίωσαν κατά τις παρακάτω αναφερόμενες ημερομηνίες και τη δίκη επαναλαμβάνουν οι πλησιέστεροι συγγενείς τους και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, τους οποίους πλέον εκπροσωπεί.
Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα (απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης) προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων Δ. Π. απεβίωσε στις 25-5-2014 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Ε.
Μ. (σύζυγο) και Η. Δ. (γυιό). Ο Κ. Ζ. απεβίωσε στις 5-12-2011 και κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους συγγενείς του Σ. Θ. (σύζυγος) και Ε. και Β. Ζ. (τέκνα). Ο Χ. Κ. απεβίωσε στις 10-3-2011 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή τη σύζυγό του Α. Ν. και τα τέκνα του Μ. Κ. και Π. Κ.. Ο Χ. Ν. απεβίωσε στις 15-2-2012 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Χ.
Ν. και τα τέκνα του Α. Ν. και Μ. Ν.. Ο Α. Π. απεβίωσε στις 25-10-2010 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Λ. Π. και τα τέκνα του Χ. και Κ. Π.. Ο Β. Σ. απεβίωσε στις 29-7-2016 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Π. Π. (σύζυγο), Α. και Α. Σ. (τέκνα). Η Α. Χ. απεβίωσε στις 2-5-2011 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή τα τέκνα της Σ., Π.
και Ε. Χ.. Ο Θ. Α. απεβίωσε στις 2-9-2007 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Σ. Α. και τα τέκνα του Κ. και Α. Α.. Ο Θ. Μ. απεβίωσε στις 6-2-2015 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Β. Δ. (σύζυγο) και Σ., Ν. και Κ. Μ. (τέκνα). Περαιτέρω, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσείων Ε.
Λ. (86ος στην αίτηση αναίρεσης). Εξάλλου, στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκαν αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, εκτός από τους πιο πάνω κληρονόμους των αρχικών εναγόντων Π. Δ., Κ. Ζ., Χ. Κ., Χ. Ν., Α. Π., Β. Σ., Α. Χ., Θ. Α. και Θ. Μ., οι λοιποί αναιρεσείοντες, οι οποίοι με τις παρακάτω αναφερόμενες εξουσιοδοτήσεις χορήγησαν πληρεξουσιότητα σ’ αυτόν για να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες από τον πρώτο έως το δέκατο έβδομο, από τον εικοστό έως τον εικοστό δεύτερο, ο εικοστός τέταρτος, από τον εικοστό έκτο έως τον τριακοστό, από τον τριακοστό δεύτερο έως τον τεσσαρακοστό έκτο, από τον τεσσαρακοστό όγδοο έως τον πεντηκοστό, ο πεντηκοστός δεύτερος, ο πεντηκοστός τέταρτος και πέμπτος, από τον πεντηκοστό έβδομο έως τον εξηκοστό τρίτο, η εξηκοστή πέμπτη, από τον εξηκοστό έβδομο έως τον εξηκοστό όγδοο, η εβδομηκοστή και ο εβδομηκοστός πρώτος, οι εβδομηκοστοί τρίτος και τέταρτος, από τον εβδομηκοστό έκτο έως τον ογδοηκοστό πέμπτο, ο ογδοηκοστός έβδομος και από τον ογδοηκοστό ένατο έως τον εννενηκοστό δεύτερο και οι κληρονόμοι των ανωτέρω θανόντων αρχικών εναγόντων χορήγησαν πληρεξουσιότητα στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους με εξουσιοδοτήσεις, στις οποίες βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής των ως άνω αναιρεσειόντων, οι οποίες έχουν δοθεί μετά την 1-1-2016.
Οι παραπάνω πληρεξουσιότητες, εφόσον δόθηκαν μετά την 1-1-2016, δεν είναι νόμιμες, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με συνέπεια οι εν λόγω αναιρεσείοντες να θεωρούνται δικονομικά απόντες. Αντίθετα, οι αναιρεσείοντες Κ. Κ., Π. Κ., Ν. Π., Α. Π., Σ. Σ. και Α. Τ. (με αύξοντα αριθμό στην αίτηση αναίρεσης ...) χορήγησαν πληρεξουσιότητα στον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο με εξουσιοδότηση, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 665 παρ. 2 ΚΠολΔ, στις 11-5-2012 οι 23ος, 31ος, 51ος, 66η και 69ος και στις 23-12-2015 η 56η.
Οι εξουσιοδοτήσεις αυτές είναι νόμιμες, αφού δόθηκαν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 665 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες, που είναι απόντες, να ερευνηθεί αν αυτοί έχουν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο της 27-9-2016 ή έστω για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Οι παρόντες αναιρεσείοντες ισχυρίζονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν ότι προσκομίζουν και επικαλούνται ‘ ‘ την υπ’ αριθμ. ..... (δεν αναφέρουν αριθμό) έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν.
Γ., από την οποία εμφαίνεται ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αναίρεσης του αντιδίκου μετά της σχετικής κλήσης προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα στον αντίδικο (Σχ. 4)’ ‘ , πλην όμως δεν προσκομίζουν κάποια έκθεση επιδόσεως, από την οποία να προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης με την κάτω απ’ αυτή, από 29-1-2016, πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου με την οποία ορίζεται δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 27η Σεπτεμβρίου 2016 ενώπιον του παρόντος Τμήματος, με αριθμό πινακίου … και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ.
Επομένως, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσειόντων, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω μη εμφανισθέντες εξ αυτών και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς και να προχωρήσει η έρευνα της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παρίστανται νομίμως.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1περ.β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 31/2016, 179/2014, ).
Επομένως η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αμέσως τη δυνατότητα άσκησης απ` αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1εδ.β’ περ.β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους, Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αναίρεσης από τον ερημοδικασθέντα, δηλαδή κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρο 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης απ` αυτόν ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον όμως ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, όπως απαιτεί το άρθρο 98 περ.β’ ΚΠολΔ ( ΟλΑΠ 17/2013).
Εξ άλλου ενδέχεται να μη συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 501 ΚΠολΔ για την άσκηση παραδεκτής και βάσιμης ανακοπής ερημοδικίας. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές και γενικότερα οι προϋποθέσεις του κύρους της ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται κυριαρχικά μόνον από το αρμόδιο γι` αυτή δικαστήριο και δεν ερευνώνται παρεμπιπτόντως από άλλο δικαστήριο, προκειμένου, σε περίπτωση έλλειψής τους, να κριθεί παραδεκτή η αναίρεση κατά της ερήμην οριστικής απόφασης που ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων (ΟλΑΠ 15/2001).
Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η άσκηση αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψή της. Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ` αυτή δεν είναι θεσπισμένη - και ούτε θα όφειλε να είναι- καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518§2 και 564§3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.
‘ Ετσι όμως η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών (ήδη από 1-1-2016 δύο ετών, μετά την τροποποίηση των ανωτέρω διατάξεων με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 70/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία’ ‘ Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης- Άρδευσης Καλαμάτας’ ‘ και με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 16/2009 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 2-3-2007 αγωγή αυτών και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, ώστε κατά το άρθρο 503 παρ.1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 παρ.2 ΚΠολΔ, να αρχίσει γι` αυτό, που δικάστηκε στο Εφετείο ερήμην, η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση κατά της απόφασης αυτής ανακοπής ερημοδικίας.
Έτσι όμως η απόφαση αυτή υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας από το αναιρεσίβλητο, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συγχωρείται κατ` αυτής αναίρεση και πρέπει συνεπώς, κατά το μέρος που ερευνάται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τέλος, οι παρόντες αναιρεσείοντες πρέπει, λόγω της ήττας τους, να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αναιρεσείοντες Ν. Α., Γ. Α., Β. Α., Π. Α., Π. Α., Σ. Α., Β. Β., Π. Β., Ν. Β., Χ. Β., Χ. Β., Β. Γ., Π. Γ., Β. Δ., Ν. Δ., Λ. Δ., Γ. Δ., Ε. Μ., Η. Δ., Σ. Θ., Ε. Ζ., Β. Ζ., Δ. Κ., Π. Κ., Α. Κ., Κ. Κ., Α. Κ., Α. Ν., Μ. Κ., Π. Κ., Π. Κ., Α. Κ., Δ. Κ., Γ. Κ., Α. Κ., Π. Κ., Σ. Λ., Ι. Λ., Γ. Μ., Δ. Μ., Δ. Μ., Β. Μ., Γ. Μ., Η. Μ., Α. Μ.,Δ. Μ., Π. Μ., Β. Μ., Κ. Μ., Β. Μ., Κ. Μ., Χ. Ν., Α. Ν., Μ. Ν., Π. Ν., Σ. Π., Σ. Π., Ν. Π., Π. Π., Λ. Π., Χ. Π., Κ. Π., Α. Π., Ά. Π., Α. Π., Π. Ρ., Α. Ρ., Δ. Ρ., Α. Ρ., Λ. Σ., Δ. Σ., Τ. Σ., Π. Π., Α. Σ., Α. Σ., Ε. Σ., Σ. Σ., Ν. Σ., Γ. Τ., Α. Τ., Ε. Τ., Σ. Χ., Π. Χ., Ε. Χ., Δ. Χ., Β. Α., Σ. Α., Α. Α., Κ. Α., Ι. Β., Γ. Γ., Β. Γ., Γ. Γ., Β. Δ., Δ. Ζ., Κ. Ζ., Η. Η., Σ. Κ., Σ. Κ., Ε. Λ., Ι. Λ., Β. Δ., Σ. Μ., Ν. Μ. και Κ. Μ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς διαδίκους την από 27-6-2014 αίτηση για αναίρεση της 70/2011 απόφασης του Πολυμελούς πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Και
Καταδικάζει τους παρόντες αναιρεσείοντες ( Κ. Κ.,Π. Κ., Ν. Π., Α. Π., Σ. Σ., Α. Τ. ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2017 .
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ