Legislator Case Law & Legislation
1119/2024 AI generated

Supreme Court annuls appellate decision and retains case for substantive trial on procedural grounds.

Case Number 1119/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the second-instance judgment of the Athens Court of Appeal regarding the fifth appeal ground. The court held that the appellate court erred by failing to examine the appeal in its entirety due to a prior intervention, violating the principle of res judicata. Consequently, the case is retained for a new substantive trial by the same panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(16), 580(3), 579(1), 570(2) of the Code of Civil Procedure: When an appeal is lodged against a judgment rendered after an intervention, the appellate court must examine the appeal in its entirety; if the appeal is admissible, the case is retained for substantive trial by the same court.

Keywords

AI generated
intervention in litigation res judicata principle retention of case substantive trial Code of Civil Procedure appellate jurisdiction procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 82 of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 579(1) of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1119 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1119/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ..." και το διακριτικό τίτλο "... ...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπατσίκη που ανακάλεσε την από 12/10/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: 1) Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Γέρακα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Μ. του Δ., 3) Φ. Μ. του Δ., κατοίκων Γέρακα Αττικής, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 15/9/2008 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την από 19/11/2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3757/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1705/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 18/11/2016 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1320/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1705/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, εκδόθηκε η 4310/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 82 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι "όποιος προσθέτως παρεμβαίνει έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει υποχρέωση να δεχθεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασής του...

Αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση". Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. "ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του" και του άρθρου 558 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους", σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν απευθύνεται κατ' αρχάς η αναίρεση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός εάν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή εάν η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

Ο προσθέτως παρεμβάς όμως πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, διαφορετικά δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 220/2023, ΑΠ 389/2022, ΑΠ 972/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπέρ της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση α) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", β) ο Κ. Μ. του Δ. και γ) ο Φ. Μ. του Δ.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. 1543Ε/11.5.2022, 1541Ε/11.5.2022 και 1542Ε/11.5.2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν.

Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολική διάδοχος της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ... Α.Ε.", ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους προσθέτως παρεμβαίνοντες να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε σ' αυτούς νομίμως και εμπροθέσμως.

Οι προσθέτως παρεμβαίνοντες, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία των προσθέτως παρεμβαινόντων (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 23.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 4310/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1320/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, που είχε αναιρέσει την υπ' αριθ. 1705/2016 απόφαση του ιδίου Εφετείου.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο Αθηνών, συνεκδικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων α) την από 20.12.2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, β) την από 17.7.2015 έφεση των παρεμπιπτόντως εναγομένων, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", Κ. Μ. και Φ. Μ. και γ) την από 24.6.2019 πρόσθετη παρέμβαση των ανωτέρω εκκαλούντων υπέρ της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, απέρριψε την από 20.12.2014 έφεση και την από 24.6.2019 πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την από 17.7.2015 έφεση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε κατά τα λοιπά την ίδια έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που αφορά τις από 15.9.2008 και από 19.11.2010 παρεμπίπτουσες αγωγές και διακρατώντας και δικάζοντας τις παρεμπίπτουσες αγωγές, δέχθηκε αυτές ως ουσία βάσιμες.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).

Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν καθίσταται "αδιάστικτα βέβαιο" ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως με επίκληση προσκόμισε και κυρίως την από 29-12-2005 επιστολή της προς την αναιρεσίβλητη, από την οποία αποδεικνύονταν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της, ότι αφενός η ολοκλήρωση της σύμβασης πώλησης και η καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος είχε ρητά εξαρτηθεί από την έκδοση των πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου και αφετέρου ότι αυτό είχε πραγματικό ελάττωμα, συνιστάμενο στην αδυναμία έκδοσης άδειας και πινακίδων κυκλοφορίας, καθώς και ότι, στην περίπτωση που τα έλαβε υπόψη του, αν τα εκτίμησε με την ανάλογη βαρύτητα, με αποτέλεσμα έτσι να δημιουργείται αμφιβολία, αν τα έγγραφα αυτά τα έλαβε υπόψη του και δεν στηρίχθηκε μόνον στις καταθέσεις των μαρτύρων.

Ο λόγος αυτός, καθ' ο μέρος αφορά όλα τα λοιπά έγγραφα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, εκτός από την από 29-12-2005 επιστολή της προς την αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους που προσκομίσθηκαν και, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο.

Καθ' όσον δε αφορά τη μη λήψη υπόψη της ανωτέρω επιστολής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στο περιεχόμενό της, που διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης και επισκοπούμενης απόφασης, προκύπτει, αναμφιβόλως, ότι ελήφθη υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 116/2020, ΑΠ 404/2019, ΑΠ 792/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Τέλος, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών, με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.

Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 98/2017, ΑΠ 224/2016).

Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη (ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1401/2019, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1625/2018, ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 696/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ. 10 και 11 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείτο η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, τις οποίες αυτούσιες ενσωμάτωσε στις ενώπιόν του (Εφετείου) προτάσεις και ειδικότερα:

α) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτά από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, και δη τον ισχυρισμό της ότι ουδέποτε συνομολογήθηκε και τέθηκε αίρεση επί της επίδικης σύμβασης πώλησης, β) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις, κατά τον ανωτέρω τρόπο, υποβληθείσες ενώπιόν του (Εφετείου) προτάσεις της της πρωτοβάθμιας δίκης και γ) διότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την κατά τα ανωτέρω επαναφορά ενώπιόν του του πρωτοδίκως υποβληθέντος αυτού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης καθώς και την επίκληση και προσκομιδή από αυτήν των αποδεικτικών μέσων, που με τις ίδιες αυτές προτάσεις της επικαλέσθηκε και προσκόμισε.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, καθ' ο μέρος αφορά σε παραβίαση από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά άρνηση της αναιρεσίβλητης στον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό της, ότι η σύμβαση πώλησης του επιδίκου φορτηγού αυτοκινήτου δεν ολοκληρώθηκε, διότι δεν επληρώθη η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε, ήτοι της έκδοσης άδειας και πινακίδων κυκλοφορίας για το εν λόγω φορτηγό αυτοκίνητο.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθ' ο μέρος αφορά σε παραβίαση από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι τη λήψη υπόψη από το Εφετείο του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις, κατά τον ανωτέρω τρόπο, υποβληθείσες ενώπιόν του (Εφετείου) προτάσεις της της πρωτοβάθμιας δίκης, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που η αναιρεσίβλητη υπέβαλε στο Εφετείο, πράγματι ενσωμάτωσε σε αυτές τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, με τις οποίες γίνεται επίκληση προσκομιδής αποδεικτικών μέσων, όμως στο τέλος τους οι προτάσεις αυτές καλύπτονται από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κ.

Π. Π., δια του οποίου παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο και επομένως, αφού κατέστησαν ενιαίες με τις κατ' έφεση προτάσεις της, παραδεκτώς με αυτές η εφεσίβλητη επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία και πρωτοδίκως είχε επικαλεσθεί, ενώ επιπλέον γίνεται σαφής επίκληση των προσκομιζομένων εγγράφων - αποδεικτικών μέσων και στις σελίδες 3 έως και 13 των ως άνω ενώπιον του Εφετείου κατατεθεισών προτάσεων της αναιρεσίβλητης.

Με τον ν.1665/1986 "Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης" καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, ένας σύγχρονος οικονομικός - νομικός θεσμός, γνωστός διεθνώς με τον όρο "leasing". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1-3 του νόμου αυτού, συνάγεται ότι σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορεί να συνάψει μόνο ανώνυμη εταιρία, που έχει συσταθεί με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια τέτοιων εργασιών.

Η εταιρία αυτή υποχρεώνεται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση κινητού ή ακινήτου πράγματος, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του αντισυμβαλλομένου της, παρέχοντας συγχρόνως σ' αυτόν το δικαίωμα ή να αγοράσει το πράγμα ή να ανανεώσει τη σύμβαση. Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αποτελεί χρηματοδοτικό μηχανισμό, που αποσκοπεί στην απόκτηση εκ μέρους του μισθωτή κεφαλαιουχικών αγαθών μεγάλης αξίας, με ολική χρηματοδότηση της αξίας τους από την εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρία, η οποία αγοράζει το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενός της μισθωτής, και το παραχωρεί κατά χρήση σ' αυτόν, ενδιαφερόμενη μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου, πλέον του κέρδους της, που επιτυγχάνεται με την είσπραξη του μισθώματος που συμφωνήθηκε.

Στο βασικό τύπο της χρηματοδοτικής μίσθωσης ο υποψήφιος επαγγελματίας, που χρειάζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμά του ορισμένο κεφαλαιουχικό αγαθό, απευθύνεται στον αντίστοιχο επιχειρηματία, που εμπορεύεται το αγαθό αυτό, και διαπραγματεύεται μαζί του την τιμή, τις τεχνικές προδιαγραφές και γενικότερα ο,τιδήποτε έχει σχέση με το εν λόγω αγαθό.

Ακολούθως, προσφεύγει σε μία ανώνυμη εταιρία, η οποία αγοράζει το αγαθό που της υπέδειξε ο επιχειρηματίας καταβάλλοντας το τίμημα. Η εταιρία δίνει εντολή στον προμηθευτή να παραδώσει κατευθείαν το πράγμα στον ενδιαφερόμενο, με τον οποίο έχει συνάψει χρηματοδοτική μίσθωση. Η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος γίνεται έναντι μισθώματος.

Έτσι, η χρηματοδοτική μίσθωση δεν είναι απλή σύμβαση μίσθωσης πράγματος, αλλά σύνθετη σύμβαση, η οποία έχει στοιχεία: 1) σύμβασης μίσθωσης, παραλλαγμένης όμως σε πολλά σημεία από τον τύπο που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 574 επ. ΑΚ, 2) σύμβασης εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της σύμβασης πώλησης, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, 3) σύμβασης εκχώρησης της απαίτησης από την εταιρία - εκμισθώτρια προς το μισθωτή, την οποία έχει αυτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση της πώλησης, ώστε να μπορεί εκείνος, ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις, ως δικαιούχος, να εξαναγκάζει τον προμηθευτή - πωλητή σε τήρηση των υποχρεώσεών του.

Πρόκειται για εκχώρηση συγκεκριμένων απαιτήσεων (λόγω ύπαρξης ελαττωμάτων ή έλλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων κ.λ.π) και όχι για τη μεταβίβαση ολόκληρου του συμβατικού δεσμού και 4) συμφώνου προαιρέσεως, συμφωνίας δηλαδή μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή, με την οποία παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωσή του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντας και το συμφωνηθέν τίμημα), είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.

Η σύμβαση μίσθωσης και η πώληση αποτελούν δύο ξεχωριστές συμβάσεις, με διαφορετικά πρόσωπα (ανά δύο) η καθεμία, δηλαδή υπάρχει τριγωνική απλή σχηματική σχέση και όχι τριμερής. Στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ο εκμισθωτής (εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης) και ο προμηθευτής (κατασκευαστής ή έμπορος) συνδέονται μεταξύ τους με τη σύμβαση πώλησης, την οποία ο πρώτος καταρτίζει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του μισθωτή, που ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος και, εκτός από άλλα, πρέπει να συμφωνείται:

α) ότι η παράδοση του πράγματος από τον προμηθευτή θα γίνει απευθείας στο μισθωτή, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή παρέμβαση του εκμισθωτή, β) ότι τα δικαιώματα του εκμισθωτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης λόγω μη εκπλήρωσης, πλημμελούς εκπλήρωσης, υπερημερίας ως προς την παράδοση ή εγκατάσταση του πράγματος, ελαττωμάτων αυτού κλπ εκχωρούνται στο μισθωτή.

Έτσι, ενώ ο μισθωτής, κατά κανόνα, δεν συνδέεται με κάποια συμβατική σχέση με τον προμηθευτή, με βάση τα δικαιώματα από την πώληση που του έχουν εκχωρηθεί από τον εκμισθωτή, μπορεί, ασκώντας αυτά στο όνομά του και για λογαριασμό του, να στραφεί κατά του προμηθευτή και να τον εξαναγκάσει σε τήρηση των υποχρεώσεών του, ζητώντας π.χ.

την αποκατάσταση της δικής του ζημίας, αφού η σύμβαση εκχώρησης, ως εκποιητική δικαιοπραξία, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα όχι την ανάληψη κάποιας ενοχικής υποχρέωσης από τον εκχωρητή, αλλά την απώλεια της απαίτησης γι' αυτόν υπέρ του εκδοχέα (ΑΠ 940/2020, ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 239/2015, ΑΠ 454/2013). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.

α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ ΑΠ 23/2023, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 574, 713, 455, 361, 201, 202, 1034, 1036, 1037, 1038, 1039, 1040 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του Ν. 1665/1986 περί χρηματοδοτικών μισθώσεων, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η υποσχετική δικαιοπραξία μεταξύ των διαδίκων της κύριας αγωγής, ήτοι να πωλήσει η ενάγουσα στην εναγομένη εταιρία LEASING, προβαίνοντας, αντίστοιχα, η μεν πρώτη στις απαραίτητες διαδικαστικές ενέργειες (έκδοση τιμολογίου κλπ) και η δεύτερη στην καταβολή του τιμήματος της πώλησης, ουδόλως τέθηκε υπό την αναβλητική αίρεση της προηγούμενης έκδοσης νέας άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων στο όνομα της μελλοντικής μισθώτριας σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και μη συμβαλλομένης εδώ, επιμελεία μάλιστα της τελευταίας.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα στην κύρια αγωγή, Ε. Κ., κυρία ενός φορτηγού οχήματος και συγκεκριμένα ενός ειδικού οχήματος οδικής βοήθειας, τύπου βαρέων οχημάτων, μάρκας Mercedes, τύπου actors, χρώματος λευκού, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αριθμό πλαισίου ..., αριθμό κινητήρα ..., με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας, 02-09-2005, που μπορούσε να κυκλοφορεί μέχρι τις 31-12-2005, εντός του νομού της έδρας του, κατά την άδεια ιδιωτικής χρήσεως φορτηγού οχήματος οδικής βοήθειας που διέθετε.

Για την αγορά του οχήματος εκδήλωσε ενδιαφέρον, η ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "..." (παρεμπιπτόντως εναγομένη), η οποία δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων, στους τομείς της εκμετάλλευσης, φορτηγών, γερανών, περονοφόρων και ανυψωτικών μηχανημάτων και της παροχής οδικής βοήθειας, δια του νομίμου εκπροσώπου της Κ.

Μ.. Το εν λόγω δε όχημα επιθυμούσε να προμηθευτεί για τις ανάγκες της επιχείρησής της, καθώς το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είχε καταρτίσει σύμβαση με την ανώνυμη εταιρία "... ΑΕ", βάσει της οποίας θα παρείχε στην τελευταία, υπηρεσίες οδικής βοήθειας. Συμφωνήθηκε δε μεταξύ των μερών το τίμημα στο ποσό των 140.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ποσοστού 19% και συνολικά σε 166.600 ευρώ.

Έναντι του τιμήματος, η παρεμπιπτόντως εναγομένη, κατέβαλε στην πωλήτρια, Ε. Κ., σε μετρητά, το ποσό των 15.000 ευρώ. Για την πώληση, η ενάγουσα εξέδωσε το με αριθμό 1/2-11-2005 προτιμολόγιο στο όνομα της παρεμπιπτόντως εναγομένης εταιρίας και την από 2-11-2005 απόδειξη είσπραξης ποσού 15.000 ευρώ, με αναγραφόμενη αιτία, "προκαταβολή" για την αγορά του παραπάνω οχήματος.

Κανένα άλλος ειδικότερος όρος, αίρεση ή άλλο δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων μερών κατά την πώληση, ούτε οι διάδικοι ισχυρίζονται σχετικά, η δε αγοράστρια - παρεμπιπτόντως εναγομένη παρέλαβε εν συνεχεία το όχημα ανεπιφύλακτα, ως απόλυτου αρεσκείας και αποδοχής της και σύμφωνα με τη χρήση που προοριζόταν, και μάλιστα ενόψει του ότι το χρειαζόταν άμεσα, την επόμενη ημέρα (3-11-2005), καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της ενάγουσας - πωλήτριας, δυνάμει του υπό την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση μίσθωσης, με την οποία η ενάγουσα εκμίσθωσε στην τελευταία το συγκεκριμένο όχημα για το χρονικό διάστημα από 3-11-2005 μέχρι 17-11-2005, αντί μισθώματος 300 ευρώ, ώστε η παρεμπιπτόντως εναγομένη - μισθώτρια παρέλαβε το όχημα αυθημερόν.

Η τελευταία, επειδή δεν διέθετε τα αναγκαία για την καταβολή του τιμήματος κεφάλαια, συμφώνησε με την ενάγουσα - πωλήτρια στην κύρια αγωγή, για την απόκτησή του μέσω σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, που θα κατάρτιζε με την εναγομένη στην κύρια αγωγή, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "... ...", η οποία είναι εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά την έννοια του ν. 1665/1986.

Το αίτημα της παρεμπιπτόντως εναγομένης εταιρίας προς την ανωτέρω εναγομένη εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης έγινε δεκτό από την τελευταία και στις 30-11-2005, υπογράφηκε μεταξύ τους, η με αριθμό 008060 συμφωνία περί σύναψης χρηματοδοτικής μίσθωσης, που περιλαμβάνει τους γενικούς όρους της σύμβασης αυτής. Με τον υπό στοιχ. 1.1 όρο της άνω συμφωνίας, η εναγομένη εταιρία - εκμισθώτρια δήλωσε ότι προτίθεται να εκμισθώνει στη μισθώτρια (παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία) κινητά πράγματα και στην προκειμένη περίπτωση το προαναφερόμενο όχημα, υπό τους αναφερόμενους όρους, όπως αυτοί θα εξειδικεύονται με την υπογραφή της συμφωνίας, με τους ειδικότερους όρους της χρηματοδοτικής μίσθωσης, ενώ με τους όρους υπό στοιχεία 2.1 και 2.2 της ίδιας όπως παραπάνω συμφωνίας, η εναγομένη (εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης), ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα στην προμηθεύτρια-ενάγουσα (πωλήτρια) στην ίδια αγωγή, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, αμέσως μετά την υπογραφή του σχετικού παραρτήματος, υπό τους όρους ότι, α) η μισθώτρια (παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία) θα έχει παραδώσει στην εναγομένη (εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης) το πιστοποιητικό αποδοχής μισθίου, το τιμολόγιο του προμηθευτή και αντίγραφο του δελτίου αποστολής, β) δεν υφίσταται ανεξόφλητη οφειλή προς την εναγομένη (εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης) από οποιαδήποτε αιτία και γ) έχουν συσταθεί νόμιμα οι εμπράγματες ή άλλες ασφάλειες που θα ασφαλίζουν τη σύμβαση.

Επιπλέον, στην ίδια όπως παραπάνω σύμβαση με αριθμό 008060, συνομολογήθηκε, ότι, "η επιλογή του προμηθευτή και του μισθίου και η συνομολόγηση του τιμήματος και των λοιπών όρων αγοράς του μισθίου είναι αποκλειστική ευθύνη του μισθωτή...", ότι "η παραγγελία και ο έλεγχος του μισθίου γίνονται απευθείας από το μισθωτή, ο οποίος αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για την ακρίβεια και ορθότητα της παραγγελίας, καθώς επίσης και για τις προδιαγραφές ή οδηγίες που έχουν σχέση με την κατασκευή, ποιότητα, σχεδιασμό, λειτουργία, αγορά, μεταφορά παράδοση, εγκατάσταση και συντήρηση του μισθίου....", ότι, "η εκμισθώτρια παρέχει στο μισθωτή την εντολή παραλαβής του μισθίου" (όρος 3.1, 2) και ότι σε περίπτωση, που το μίσθιο είναι μηχάνημα έργου ο μισθωτής υποχρεούται να προβεί αμέσως σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε το μίσθιο να λάβει αριθμό κυκλοφορίας εντός μηνός από την έναρξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης (όρος 30.2).

Η εναγομένη χρηματοδοτική εκμισθώτρια, με την από 29-12-2005 επιστολή, αφού γνωστοποίησε στην κυρίως ενάγουσα- πωλήτρια, ότι είχε συμφωνήσει με την παρεμπιπτόντως εναγομένη την κατάρτιση σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και ότι είχαν υπογραφεί μεταξύ τους, οι με αριθμούς 008060 και 008060-10/30-11-2005 συμφωνίες γενικών και ειδικών όρων χρηματοδοτικής μίσθωσης, δήλωσε ότι θα εξοφλήσει την αξία του μισθίου (τίμημα) πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, εφόσον πληρωθούν οι αναφερόμενοι στην επιστολή όροι.

Ειδικότερα, με την ανωτέρω επιστολή της η εναγομένη χρηματοδοτική εκμισθώτρια αποδέχεται κατ' ουσίαν την πρόταση περί πώλησης του συγκεκριμένου οχήματος στην παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία, επιλογής της τελευταίας και περαιτέρω αναφέρεται στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών ζητώντας:

όσον αφορά την ενάγουσα - προμηθεύτρια να της παραδώσει (στην εναγόμενη χρηματοδοτική εκμισθώτρια): α) τιμολόγιο πώλησης, εκδιδόμενο σύμφωνα με τον ΚΒΣ, νόμιμα συμπληρωμένο στο όνομά της, ως αγοράστριας, με πλήρη περιγραφή του οχήματος, των τεχνικών χαρακτηριστικών του, του σειριακού αριθμού, του έτους κατασκευής καθώς και για το ότι αυτό είναι καινούργιο ή μεταχειρισμένο, κατά περίπτωση και β) αντίγραφο του δελτίου αποστολής στο όνομα της μισθώτριας (παρεμπιπτόντως εναγομένης), με την ένδειξη, "κατ' εντολή και για λογαριασμό της "... ..."", υπογεγραμμένο και σφραγισμένο από τη μισθώτρια.

Ενώ όσον αφορά τη μισθώτρια (παρεμπιπτόντως εναγομένη) αυτή είχε τις εξής συμβατικές υποχρεώσεις-όρους ως αναφέρονταν στην ίδια επιστολή, ήτοι α) να της παραδώσει τη συμβολαιογραφική πράξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης, από την οποία θα προκύπτει ότι η μισθώτρια παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο και είναι της απολύτου αποδοχής της, με ανέκκλητη εντολή εξόφλησης του τιμολογίου, β) ότι της έχει καταβάλει το πρώτο μίσθωμα και τα διαχειριστικά έξοδα της χρηματοδοτικής μίσθωσης, καθώς και τα λοιπά έξοδα που επιρρίπτονται στο μισθωτή, γ) να της αποστείλει αντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος και δ) να έχουν πληρωθεί τυχόν άλλοι όροι, που έχουν ειδικώς μεταξύ τους συνομολογήσει (η εναγομένη χρηματοδοτική εκμισθώτρια με τη μισθώτρια).

Σημειώνεται ότι τους "άλλους όρους που τυχόν έχουν ειδικώς συμφωνηθεί μεταξύ της ίδιας και μισθώτριας εταιρίας ουδόλως παραθέτει, ενώ δεν συγνωστοποιεί με την ανωτέρω επιστολή στην ενάγουσα - πωλήτρια το περιεχόμενο των ανωτέρω συμβάσεων χρηματοδοτικής συμβάσεως μισθώσεως με την μισθώτρια -παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία.

Στην ίδια δε ανωτέρω επιστολή αναφέρεται ακόμη, ότι: "2. Η ως άνω σύμβαση πώλησης θεωρείται ολοκληρωμένη μόνο μετά τη σύναψη των ανωτέρω και με την προϋπόθεση, ότι θα έχουν εκδοθεί οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του αναφερόμενου φορτηγού" και ότι "η ματαίωση για οποιοδήποτε λόγο της υπογραφής της (της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης), επιφέρει και τη ματαίωση της πώλησης, χωρίς να θεμελιώνεται οποιαδήποτε υποχρέωσή μας προς αποζημίωση", αντίθετα στην περίπτωση αυτή, η πωλήτρια οφείλει να της επιστρέψει την τυχόν δοθείσα προκαταβολή, εντόκως από την ημέρα εκταμιεύσεως αυτής.

Η επιστολή αυτή κατ' άρθ 191ΑΚ αποτελεί σαφώς πρόταση προς σύναψη πώλησης, η δε ενάγουσα απεδέχθη και για το λόγο αυτό απέστειλε στην εναγομένη αγοράστρια - εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης το με αριθμό 1/4-1-2006 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής προς αυτήν, με πλήρη περιγραφή του πωλούμενου οχήματος, υπογεγραμμένο και σφραγισμένο από την παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία, με την ένδειξη κατ' εντολή και για λογαριασμό της "... ...".

Παράλληλα δε, κατέθεσε (η ενάγουσα) στην αρμόδια Υπηρεσία της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών του Ανατολικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, την άδεια κυκλοφορίας και τις πινακίδες του άνω ενάριθμου μέχρι τότε φορτηγού αυτοκινήτου, εκδοθείσας προς τούτο της με αριθμό πρωτοκ. 6010/2-1-2006 βεβαίωσης της ανωτέρω Υπηρεσίας, ενώ κατέβαλε και τις ανάλογες για τη μεταβίβαση οικονομικές επιβαρύνσεις και τον ειδικό φόρο υπεραξίας.

Τα ανωτέρω έγγραφα (τιμολόγιο και αντίγραφο της υποβληθείσας δήλωσης υπεραξίας), προσκομίστηκαν αρμοδίως στην αρμόδια Υπηρεσία, ώστε μετά και την ολοκλήρωση όλων των διατυπώσεων, στις 9-1-2006, καταχωρήθηκε η σχετική μεταβίβαση στο βιβλιάριο μεταβολών του οχήματος, λαμβάνοντας αριθμό 122887 ώστε ολοκληρώθηκε και η εμπράγματη σύμβαση της μεταβίβασης της κυριότητας του πωληθέντος φορτηγού αυτοκινήτου και η εναγομένη εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατέστη, κυρία του οχήματος κατά το νόμο.

Την επομένη της μεταβίβασης της κυριότητας του οχήματος στην εναγομένη εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης, στις 10-1-2006, καταρτίστηκε με το με αριθμό 86652/10-1-2006 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π., μεταξύ της ανωτέρω εναγομένης - κυρίας πλέον του οχήματος και της παρεμπιπτόντως εναγομένης, σε εκτέλεση της με αριθμούς 008060 και 008060-0/30-11-2005, σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχε συναφθεί μεταξύ τους, και των γενικών και ειδικών όρων αυτής, όπου η μεν εναγομένη - εκμισθώτρια, δήλωσε ότι έχει την πλήρη και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή του άνω οχήματος, από 9-1-2006, δυνάμει σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας αυτού από την (ενάγουσα - πωλήτρια) Ε.

Κ. (άρθρο 1 της σύμβασης), το οποίο εκμίσθωσε στην παρεμπιπτόντως εναγομένη και παρέδωσε σε αυτή (μισθώτρια) τη χρήση του, -(ήδη δε βρισκόταν στην κατοχή της τελευταίας κατά τα προεκτεθέντα)-, η δε η παρεμπιπτόντως εναγομένη - μισθώτρια δήλωσε, ότι παρέλαβε το όχημα ανεπιφύλακτα, ότι αυτό είναι της απόλυτης αποδοχής της, σε άριστη κατάσταση και σύμφωνο με τη χρήση που το προορίζει, ώστε εντέλλεται η εναγομένη εκμισθώτρια, δυνάμει σχετικής εντολής και πληρεξουσιότητας, να προβεί σε κάθε σχετική πράξη, προκειμένου να καταβάλει στην ενάγουσα - πωλήτρια, το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης, πλέον ΦΠΑ (άρθρα 7.2 και 8.4 της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης).

Με την σύμβαση δε αυτή η μισθώτρια ανέλαβε την υποχρέωση, με δική της φροντίδα και δαπάνες να λάβει όλες τις απαραίτητες άδειες ή εγκρίσεις για τη χρήση του μισθίου οχήματος, που αφορούν είτε το πρόσωπο της ίδιας ως μισθώτριας (πχ άδεια οδικού μεταφορέα), είτε το ίδιο το φορτηγό αυτοκίνητο, στις οποίες περιλαμβάνονται η έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων κυκλοφορίας (άρθρο 7.4 της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης).

Λόγω δε του ότι η εναγομένη εκμισθώτρια δεν μετείχε στη διαδικασία επιλογής του άνω οχήματος και του προμηθευτή, αποκλείστηκε οποιαδήποτε ευθύνη αυτής ως εκμισθώτριας, για ελαττώματα ή έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων, για μη εκπλήρωση, υπερημερία ή πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, εκχωρώντας μάλιστα όλα τα σχετικά δικαιώματα και αξιώσεις της, κατά της ενάγουσας πωλήτριας, εξαιτίας ελαττωμάτων, ή έλλειψης συνομολογημένων ιδιοτήτων, περιλαμβανομένων ιδίως του δικαιώματος υπαναχώρησης και της αξίωσης αποζημίωσης, από τη σύμβαση πώλησης.

Σύμφωνα δε, με τους υπό στοιχεία 13.1 και 13.2 όρους της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, σε συνδυασμό και με το άρθρο 18 της από 30-11-2005 συμφωνίας, πρόκειται για εκχώρηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων και όχι για μεταβίβαση ολόκληρου του συμβατικού δεσμού και έτσι, ακόμα και μετά την κατάρτιση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, υπόχρεη για την καταβολή του τιμήματος, έναντι της ενάγουσας πωλήτριας, είναι η εναγομένη αγοράστρια του οχήματος, δυνάμει της σύμβασης πώλησης που κατάρτισαν.

Ενόψει του ότι η σύμβαση Leasing και η πώληση αποτελούν δύο ξεχωριστές συμβάσεις με διαφορετικά πρόσωπα (ανά δύο) η καθεμία, στην σύμβαση πώλησης η εταιρία Leasing και ο προμηθευτής συνδέονται μεταξύ τους, ενώ ο μισθωτής δεν συνδέεται με τον προμηθευτή (πωλητή) κατά κανόνα με κάποια συμβατική σχέση, παρά μόνο στο πλαίσιο της εκ μέρους της εκμισθώτριας εταιρίας τυχόν γενομένης εκχώρησης των από την πώληση δικαιωμάτων της, όπως αναλυτικά αναφέρεται στη σχετική ανωτέρω νομική σκέψη, εν προκειμένω η ολοκλήρωση της ένδικης σύμβασης πώλησης μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης εταιρίας δεν εξαρτήθηκε κατά το χρόνο της συνομολόγησης της από την έκδοση αδείας κυκλοφορίας και πινακίδων του οχήματος, υπό τον τύπο αναβλητικής αίρεσης, όπως απαραδέκτως προτείνει η τελευταία.

Η κατάρτιση της σύμβασης πώλησης (υποσχετική τοιαύτη) έγινε δια της αντιπροσώπου της εκμισθώτριας εταιρείας, της παρεμπιπτόντως εναγομένης εταιρίας-μισθώτριας, η οποία επέλεξε το άνω πωληθέν όχημα, που τόσο κατά το χρόνο της πώλησης, όσο και κατά το χρόνο της μεταβίβασης της κυριότητάς του από την πωλήτρια ενάγουσα στην εναγομένη εκμισθώτρια, διέθετε άδεια κυκλοφορίας φορτηγού ιδιωτικής χρήσεως, οχήματος οδικής βοήθειας, σύμφωνα δε με την άδεια αυτή, μπορούσε να κυκλοφορεί εντός των ορίων του νομού του, μέχρι τις 30-12-2005, γεγονός το οποίο αναγραφόταν στην άδεια κυκλοφορίας αυτού.

Η περαιτέρω συμφωνία, μετά την ολοκλήρωση της εμπράγματης σύμβασης της μεταβίβασης της κυριότητας του πωληθέντος φορτηγού αυτοκινήτου την 9-1-2006 στην εναγομένη, και ενόσω είχε λήξει η άδεια κυκλοφορίας αυτού, να εκδοθούν νέα άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας ενόψει ακριβώς ότι η εναγομένη εταιρία leasing απέβλεπε στην εν συνεχεία εκμίσθωση αυτού, αφορά όρο της συνδεόμενης χρηματοδοτικής σύμβασης μεταξύ της τελευταίας και της παρεμπιπτόντως εναγομένης -μισθώτριας ήτοι υποχρέωση μόνον της τελευταίας.

Τα ανωτέρω συνάδουν με την φύση της μεταξύ των συμβάσεως μισθώσεως ενόψει του ότι η εκμισθώτρια εταιρία leasing απέκτησε το όχημα κατά κυριότητα, αποβλέποντας και πριν ακόμα την καταβολή του τιμήματος στην πωλήτρια ενάγουσα, να εκμισθώσει αυτό κατά του όρους χρηματοδοτικής σύμβασης καταρτισθείσας με την παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία - μισθώτρια, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση της έκδοσης της άδειας κυκλοφορίας και των πινακίδων του οχήματος στο όνομα της, η δε εκμισθώτρια διατήρησε το δικαίωμα καταγγελίας αυτής (χρηματοδοτικής σύμβασης) σε περίπτωση μη τήρησης του όρου αυτού εκ μέρους της μισθώτριας εταιρείας και αντίστοιχα αποζημίωσής της, χωρίς αντίστοιχα υποχρέωση αποζημιώσεως της πωλήτριας από την ματαίωση (λόγω καταγγελίας) της χρηματοδοτικής σύμβασης και της συνδεομένης με αυτήν σύμβαση πώλησης.

Ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-πωλήτρια δέχτηκε να καταρτίσει σύμβαση πώλησης με την εναγομένη εταιρία leasing προβαίνοντας η ίδια στην προεκπλήρωση της παράδοσης του οχήματος σε αυτήν, μεταβιβάσεως και της κυριότητας αυτού, αποδεχόμενη ταυτόχρονα όρο να μην λάβει το συμφωνηθέν τίμημα σε περίπτωση που τρίτος και δη η μη συμβαλλομένη στην σύμβαση πώλησης, παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία - μισθώτρια σε σύμβαση χρηματοδοτική σύμβασης, δεν προέβαινε στις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση νέας άδειας και πινακίδων κυκλοφορίας στο όνομα της (μισθώτριας), αναλαμβάνοντας μάλιστα μόνη και αποκλειστικά τον κίνδυνο να στερηθεί το όχημα και ταυτόχρονα να μην λάβει ούτε το τίμημα, χωρίς αντίστοιχο όφελος, όταν μάλιστα οι ενέργειες αυτές δεν θα μπορούσαν να λάβουν χώρα προ της ολοκλήρωσης και της μεταβίβασης της κυριότητας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η υποσχετική δικαιοπραξία μεταξύ των διαδίκων της κύριας αγωγής ήτοι να πωλήσει η ενάγουσα στην εναγομένη εταιρία leasing, προβαίνοντας αντίστοιχα η μεν πρώτη στις απαραίτητες διαδικαστικές ενέργειες (όπως παραπάνω έκδοση τιμολογίου κλπ) και η δεύτερη στη καταβολή του τιμήματος της πώλησης, ουδόλως τέθηκε υπό την αναβλητική αίρεση της προηγουμένης έκδοσης νέας άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων στο όνομα της μελλοντικής μισθώτριας σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και μη συμβαλλόμενης εδώ, επιμελεία μάλιστα της τελευταίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη.

Η πρόταση περί κατάρτισης σύμβασης πώλησης του συγκεκριμένου οχήματος εκ μέρους της εναγομένης εταιρίας leasing με την από 29-12-2005 επιστολή της προς την ενάγουσα πωλήτρια, ερμηνευομένη κατά τις διατάξεις των άρθρων 200 και 288ΑΚ ουσιαστικά αποτελεί αποδοχή της προηγούμενης από 2-11-2015 πρότασης και συμφωνίας του αντιπροσώπου-μισθώτριας αυτής και της ενάγουσας στη σύναψη της εν λόγω πώλησης, η δε αναφορά περί έκδοσης νέας άδειας και πινακίδες κυκλοφορίας στο όνομα της μισθώτριας δεν είχε σκοπό να θέσει την όλη σύμβαση υπό αίρεση αλλά να επισημάνει την υποχρέωση της ενάγουσας πωλήτριας να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στην αγοράστρια το όχημα, προβαίνοντας σε όλες τις απαραίτητες νόμιμες ενέργειες (έκδοση τιμολογίου, καταβολή φόρου, κατάθεση παλιών πινακίδων) ώστε εν συνεχεία να είναι δυνατή και η εκποιητική δικαιοπραξία.

Σε κάθε δε περίπτωση εφόσον ήταν δυνατή η έκδοση νέας άδειας και πινακίδων κυκλοφορίας τότε, σύμφωνα με την συνδεόμενη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μεταξύ της ίδιας και της παρεμπιπτόντως εναγομένης και δη κατά τον όρο 30.2 αυτής, η τελευταία (μισθώτρια) όφειλε να ενεργήσει, με δικές της δαπάνες, ώστε να λάβει σε δεύτερο στάδιο τις απαραίτητες άδειες για την χρήση από την ίδια του εν λόγω οχήματος για τις ανάγκες της επιχείρησής της, στις οποίες περιλαμβάνονταν πρωτίστως η έκδοση νέας άδειας και πινακίδες κυκλοφορίας στο όνομα της.

Εν συνεχεία και μετά την ολοκλήρωση όλων των νομίμων διατυπώσεων εκ μέρους της ενάγουσας ήτοι με την η έκδοση τιμολογίου στο όνομα της μισθώτριας κατ' εντολή της εκμισθώτριας, την κατάθεση των πινακίδων και της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος στην αρμόδια υπηρεσία και την καταβολή του φόρου υπεραξίας, καταχωρήθηκε η σχετική μεταβίβαση του οχήματος στην εναγομένη ως μεταβολή στο βιβλιάριο κυριότητας και κατοχής αυτοκινήτων κατ' αρ. 3 παρ 3 του νδ 1146/1972, όπως προστέθηκε με το άρθρο 17 του ν 1959/1991, και ολοκληρώθηκε και η εμπράγματη δικαιοπραξία μεταβίβασης του φορτηγού οχήματος.

Η δε εναγόμενη εκμισθώτρια ανωτέρω εκχώρησε στη μισθώτρια όλα τα δικαιώματα και τις αξιώσεις της, κατά της ενάγουσας πωλήτριας, εξαιτίας ελαττωμάτων, ή έλλειψης συνομολογημένων ιδιοτήτων, περιλαμβανομένων ιδίως του δικαιώματος υπαναχώρησης και της αξίωσης αποζημίωσης, από τη σύμβαση πώλησης, εξακολουθεί όμως από τη σύμβαση πώλησης να οφείλει το τίμημα και πρέπει να το καταβάλει στην ενάγουσα-πωλήτρια...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 574, 713, 455, 361, 1034, 1036, 1037 ΑΚ και τις διατάξεις του Ν. 1665/1986, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 201, 202 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστές εν προκειμένω.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, επειδή η εταιρία ... δεν διέθετε τα αναγκαία κεφάλαια για την καταβολή του τιμήματος του επίδικου φορτηγού αυτοκινήτου, συμφώνησε με την αναιρεσίβλητη - πωλήτρια για την απόκτησή του μέσω σύμβασης χρηματοδοτικής σύμβασης, την οποία και κατήρτισε με την αναιρεσείουσα εταιρία, δυνάμει της οποίας η τελευταία (αναιρεσείουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα στην πωλήτρια-αναιρεσίβλητη, η ολοκλήρωση δε της ένδικης σύμβασης πώλησης μεταξύ των διαδίκων δεν εξαρτήθηκε κατά το χρόνο της συνομολόγησής της από την έκδοση αδείας και πινακίδων κυκλοφορίας του φορτηγού, υπό τον τύπο αναβλητικής αίρεσης, καθόσον η κατάρτιση της υποσχετικής σύμβασης πώλησης έγινε δια της αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας, της εταιρίας ..., η οποία επέλεξε το πωληθέν όχημα, που διέθετε άδεια κυκλοφορίας φορτηγού IX οχήματος οδικής βοήθειας και μπορούσε να κυκλοφορεί εντός των ορίων του νομού του μέχρι τις 30-12-2005.

Η μετά την ολοκλήρωση της εμπράγματης σύμβασης της μεταβίβασης της κυριότητας του πωληθέντος φορτηγού αυτοκινήτου στις 9-1-2006 συμφωνία, να εκδοθούν νέα άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας, επειδή η αναιρεσείουσα απέβλεπε στην εν συνεχεία εκμίσθωση του οχήματος, αφορά όρο της χρηματοδοτικής σύμβασης που συνδέει την αναιρεσείουσα και την εταιρία ..., με τον οποίο η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να εκδώσει άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας του οχήματος στο όνομά της, σε περίπτωση δε μη τήρησης αυτού του όρου, η αναιρεσείουσα διατήρησε το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 201 και 202 ΑΚ, οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η κρίση του δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν απ' όσα δέχεται δεν διευκρινίζεται η θέση του στο αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια (ΑΠ 1166/2021, ΑΠ 84/2008). Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσής της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 898/2019, ΑΠ 1009/2010, ΑΠ 1183/2007).

Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο (ΑΠ 679/2018, ΑΠ 518/2018). Το άρθρο 173 ΑΚ αναφέρεται σε κάθε δήλωση βουλήσεως, ακόμη και στις μονομερείς και μη απευθυντέες, ενώ το άρθρο 200 ΑΚ μόνο στις συμβάσεις.

Συνεπώς, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στην μονομερή δήλωση βουλήσεως, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού αναζητείται η αληθινή βούληση του δηλούντος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μόνο κριτήριο την υποκειμενική άποψη, ως μη έχουσας εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων εκτός του ερμηνευομένου κειμένου που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα (ΑΠ 1166/2021, ΑΠ 105/2013, ΑΠ 1647/2009, ΑΠ 1262/2008, ΑΠ 627/2005), πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 617/2019, ΑΠ 874/2017, ΑΠ 5/2010, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 683/2010).

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τον ερμηνευτικό κανόνα των δικαιοπραξιών του άρθρου 173 ΑΚ ερμηνεύοντας εσφαλμένα τη δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας, που περιέχεται στην από 29.12.2005 επιστολή της προς την αναιρεσίβλητη - πωλήτρια, ως δήλωση βουλήσεως που συνιστά αποδοχή ολοκληρωμένης σύμβασης πώλησης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της μισθώτριας του οχήματος, ενεργούσας ως αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας, χωρίς την αίρεση της προηγούμενης έκδοσης νέας άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων, ενώ η αληθής βούληση της αναιρεσείουσας ήταν ότι η πώληση του οχήματος τελεί υπό την αίρεση της έκδοσης νέας άδειας και πινακίδων κυκλοφορίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της από 29.12.2005 επιστολής, στην οποία διαλαμβάνεται η δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας που ερμηνεύθηκε εσφαλμένα και σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου ως προς την παραβίαση του ως άνω ερμηνευτικού κανόνα.

Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν".

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές", στο δε άρθρο 581 παρ. 2 ορίζεται ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση..".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 581/2023, ΑΠ 755/2022, ΑΠ 845/2010).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 304/2016, ΑΠ 386/2014, ΑΠ 738/2012).

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους.

Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 493/2011). Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα με την αναίρεση κεφάλαιά της.

Ως τέτοια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 581/2023, ΑΠ 679/2011, ΑΠ 493/2011).

Ως αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, στα οποία επεκτείνεται η αναίρεση, νοούνται όσα αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, τα οποία συναναιρούνται και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο, ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της (ΑΠ 752/2014).

Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 579 παρ. 1 KΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του (ΑΠ 387/2018, ΑΠ 1145/2005).

Συνεπώς, το εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν μπορεί να εξετάσει τα λοιπά κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, είτε διότι δεν προσβλήθηκαν με λόγο αναίρεσης, είτε επειδή απορρίφθηκαν οι προβληθέντες σχετικοί λόγοι αναίρεσης, διότι διαφορετικά θα προσέβαλλε το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 332 KΠολΔ (ΑΠ 306/2015, ΑΠ 2072/2007).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 321, 322, 324, 325, 330 και 331 του KΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες (Ολ ΑΠ 6/2020, ΑΠ 58/2019).

Ακόμη, δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης απόφασης, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της απόφασης, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού (ΑΠ 581/2023, ΑΠ 128/2008).

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση (ΑΠ 403/2023, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 944/2020), όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 403/2023, ΑΠ 1327/2021).

Δεν ιδρύεται όμως αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, δηλαδή αν προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 701/2008). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 591/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι, ως προς τους προβληθέντες πρωτοβαθμίως ισχυρισμούς της, τους οποίους επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, α) περί έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, άλλως πραγματικού ελαττώματος του οχήματος, λόγω του γεγονότος ότι κατέστη αδύνατη η έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων, άλλως διότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν στην έκδοση ιδιωτικής χρήσης άδειας και β) περί άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης για το λόγο αυτό από την ένδικη σύμβαση πώλησης με την από 22-3-2006 εξώδικη δήλωση της μισθώτριας εταιρίας, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα δέχθηκε ότι αυτοί κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 1705/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: "Περαιτέρω όσον αφορά τους ισχυρισμούς α) περί έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, άλλως πραγματικού ελαττώματος του οχήματος, λόγω του γεγονότος ότι κατέστη αδύνατη η έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων, άλλως διότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν στην έκδοση ιδιωτικής χρήσης αδείας, και β) περί ασκήσεως δικαιώματος υπαναχωρήσεως για το λόγο αυτό από την ένδικη σύμβαση πώλησης με την από 22-3-2006 εξώδικη δήλωση της μισθώτριας παρεμπιπτόντως εναγομένης, αυτοί κρίθηκαν ήδη με την 1705/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, οι σχετικές διατάξεις της οποίας έχουν ισχύ δεδικασμένου, καθόσον η αναίρεση της απόφασης περιορίστηκε στην ολοκλήρωση η μη της σύμβασης πώλησης λόγω μη πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης...".

Κατά της υπ' αριθ. 1705/2016 απόφασης του Εφετείου, άσκησε η αναιρεσείουσα την από 18-11-2016 αίτηση αναίρεσης, στρεφομένη κατά της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1320/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 11γ, 8α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, κρίθηκε βάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδιδόταν στο Εφετείο ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 513, 361, 201, 202, 1034, 1036, 1037, 1038, 1039, 1040 ΑΚ, 1 παρ. 1 και 3, 3 παρ. 1, 5 παρ 1 και 6 παρ.1, 2 και 3 του νδ. 1146/1972 "περί του τρόπου μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτοκινήτων οχημάτων", και 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 722/1977 "περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητας των αυτοκινήτων οχημάτων".

Ακολούθως, έγινε δεκτός ο ως άνω τρίτος λόγος της αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστούσε αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να εκδικαστεί από το ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Συνακόλουθα, με την ως άνω υπ' αριθ. 1320/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε εν όλω η προσβαλλόμενη με αριθμό 1705/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφού κρίθηκε ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, που αφορούσαν τον δεύτερο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των ισχυρισμών της α) περί έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, άλλως πραγματικού ελαττώματος του επίδικου οχήματος, λόγω του γεγονότος ότι κατέστη αδύνατη η έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων και β) περί άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης για το λόγο αυτό από την ένδικη σύμβαση πώλησης με την από 22-3-2006 εξώδικη δήλωση της μισθώτριας παρεμπιπτόντως εναγομένης.

Το Εφετείο, που δίκασε ως Δικαστήριο παραπομπής, υπό τις ως άνω παραδοχές, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, εσφαλμένα με την προσβαλλόμενη κατά παραπομπή απόφασή του δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου και έκρινε ότι οι άνω ισχυρισμοί της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας κρίθηκαν ήδη με την 1705/2016 απόφαση, τούτο δε καθόσον η προαναφερομένη αρεοπαγιτική απόφαση, αναιρώντας και εξαφανίζοντας την αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και απέχοντας να εξετάσει τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, κρίνοντας ότι η εξέταση αυτών καθίσταται αλυσιτελής, κατόπιν παραδοχής του προαναφερομένου (τρίτου) αναιρετικού λόγου, εξαφάνισε την αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση στο σύνολό της, ως προς όλες τις παραδοχές της ελάσσονος πρότασης και όλες τις διατάξεις και κεφάλαια της τελευταίας, καταλύοντας το δεδικασμένο και τη δεσμευτικότητα αυτής, και συνακόλουθα, υποχρέωσε την αναιρεσιβαλλομένη να εξετάσει και δικάσει εξ υπαρχής την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης στο σύνολό της.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί κατά το προεκτεθέν μέρος της η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αίτησης αναίρεσης και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση (ΑΠ 581/2023, ΑΠ 390/2023, ΑΠ 755/2022, ΑΠ 1196/2020).

Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται, κατά το προεκτεθέν μέρος, η με αριθμό 4310/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης με αριθμό 1705/2016 απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτή παραβόλου. Δικαστικά έξοδα θα επιδικαστούν από το παρόν Δικαστήριο με την απόφαση που θα εκδοθεί μετά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 4310/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση της υπόθεσης, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ' αυτή.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ