Supreme Court dismisses appeal against deceased defendants but annuls judgment and retains case for substantive review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against two deceased defendants, ruling the request inadmissible due to their prior death. However, the court annulled the lower court's judgment regarding the remaining living parties and retained the case for substantive review. This decision balances procedural dismissal of claims against dead parties with the power to retry the merits of the live parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35, 127 of the Code of Civil Procedure; Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal against deceased defendants is inadmissible if the death was known at the time of filing; if the appeal is upheld for other reasons, the Supreme Court may retain the case for substantive adjudication without remitting it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 581 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 581/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πλάτωνος Νιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ε.-Ο., χήρας Β. Σ., 2) Χ. Σ. του Β. και 3) Σ. Σ. του Β., 4) Α. Σ. του Σ. και 5) Χ. συζ. Α. Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ειρήνης Πόγκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2016/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2543/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2014 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 936/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, για εκ νέου συζήτηση συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 20/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 34, 35, 127 ΑΚ, 62, 63, 286 επ., 313§1 περ. δ`, 556 και 558 KΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει ν` απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, αν δε αυτός πεθάνει πριν την άσκησή της και το γεγονός αυτό είναι σε γνώση του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης, αυτή πρέπει ν` απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων του κλπ., διαφορετικά απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτη (ΑΠ 874/2015, 625/2012, 1818/2011, 512/2011). Σύμφωνα με τα παραπάνω και κατ` επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθ. 561§1 KΠολΔ), η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 20/20127 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των α) Α. Σ. του Σ. και β) Χ. συζ. Α. Σ., διότι αυτοί είχαν ήδη πεθάνει κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης και η αναιρεσείουσα γνώριζε το γεγονός αυτό, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά την ενώπιον του Εφετείου, κατ` αντιμωλία όλων των διαδίκων, συζήτηση της υπόθεσης, έγινε δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης λόγω του θανάτου αυτών, αρχικών μετά των λοιπών αναιρεσιβλήτων διαδίκων, την 5-4-2016 και 20-2-2016 αντιστοίχως (μετά την άσκηση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη) και συνεχίσεως της δίκης από τους εκκαλούντες και ήδη 1ης, 2ης και 3ου αναιρεσιβλήτους.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 20/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτές και κατ` ουσίαν οι από 14-5-2010 και 19-5-2010 εφέσεις, που είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι κατά της 2016/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 2-11-2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα (καθώς και ο συνεναγόμενος αυτής Σ.
Ν., που εδώ δεν είναι διάδικος) να τους καταβάλει τα επιδικαζόμενα ποσά με τους νόμιμους τόκους. Μετά, δε, την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, το Εφετείο, εξετάζοντας κατ` ουσίαν την αγωγή έκανε εν μέρει δεκτή αυτήν. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αναιρέσεως Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 KΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.
Επομένως οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ` αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης.
Κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με νομικό ζήτημα που ανάγεται στο ουσιαστικό ή δικονομικό δίκαιο και κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 18 του άρθρου 559 KΠολΔ. Εξάλλου, ο KΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", β) στο άρθρο του 580 παρ. 3, ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και γ) στο άρθρο του 581 παρ. 2 ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση..".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 845/2010, 129/2004).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 251/2016, 738/2012, 975/2000). Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΑΠ 251/2016, 304/2016, 386/2014, 738/2012).
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους.
Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, 359/2017, 493/2011). Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα με την αναίρεση κεφάλαιά της.
Ως τέτοια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 679/2011, 493/2011, 614/2009).
Ως αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, στα οποία επεκτείνεται η αναίρεση, νοούνται όσα αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, τα οποία συναναιρούνται και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της (ΑΠ 752/2014).
Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 579 παρ. 1 KΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του (ΑΠ 387/2018, 1145/2005).
Συνεπώς, το εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν μπορεί να εξετάσει τα λοιπά κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, είτε διότι δεν προσβλήθηκαν με λόγο αναίρεσης, είτε επειδή απορρίφθηκαν οι προβληθέντες σχετικοί λόγοι αναίρεσης, διότι διαφορετικά θα προσέβαλλε το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 332 KΠολΔ (ΑΠ 306/2015, 2072/2007).
Όμως, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας και να εκτιμήσει διαφορετικά, από την αναιρεθείσα, τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004). Το εφετείο δεσμεύεται μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 1150/2017, 251/2016, 270/2015, 738/2012, 137/2004).
Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι, κατ` αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι, είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 13/2011, ΑΠ 251/2016, 1476/2012, 738/2012), κατά την απορρέουσα από την αναιρετική παραπεμπτική απόφαση ενδοδιαδικαστική δέσμευση.
Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα εάν η αναιρετική απόφαση αναιρεί ολικά την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ..) ή για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.11γ του Κ.Πολ.Δ. ειδικότερα για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κάποιου αποδεικτικού μέσου που ο διάδικος νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά. Εάν από την διαφορετική αυτή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών θεμελιώνονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσης της παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως, δεν θεμελιώνει τον λόγο αυτό αναιρέσεως (άρθρο 559 αρ. 18), γιατί το δικαστήριο της παραπομπής στην περίπτωση αυτή λειτουργεί αυτόνομα.
Όταν όμως η διαφορετική νομική λύση που δέχθηκε το δικαστήριο της παραπομπής, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται αναίρεση κατά της αποφάσεώς του για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 λόγο. Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 562 παρ. 1 KΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική, όπως, επίσης, είναι απαράδεκτος νέος λόγος αναίρεσης για παράβαση άλλων δικονομικών κανόνων, σε περίπτωση συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής προς την αναιρετική απόφαση (ΑΠ 1298/2018, 1663/2008).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 321, 322, 324, 325, 330 και 331 του KΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες (Ολ ΑΠ 6/2020, ΑΠ 58/2019).
Ακόμη, δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης αποφάσεως, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της αποφάσεως, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού. (ΑΠ 128/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, επιτρεπτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης ήταν η εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 2-11-2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι το επισυμβάν, υπό τις αναφερόμενες συνθήκες, την 3-7-2007 εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο συγγενής τους Β.
Σ., σε υπό ανέγερση οικοδομή στο ..., με αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας-εναγομένης, ως εργολήπτριας εταιρείας και του Σ. Ν., ως επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίοι δεν είχαν λάβει τα απαιτούμενα για την ασφάλεια των εργαζομένων μέτρα ασφαλείας, ζήτησαν, επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, για την χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, την επιδίκαση των αναφερομένων για ένα έκαστο χρηματικών ποσών, με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε, κατά την εργατική διαδικασία, την 2016/2009 οριστική απόφασή του, με την οποία, έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Για να καταλήξει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην παραδοχή της αγωγής, δέχθηκε, εκτός των άλλων, α) ότι ο αποθανών εργαζόταν στο επί των οδών ...
και ... στο ... εργοτάξιο της αναιρεσείουσαςκαι παρείχε ως τεχνίτης, εργασίες καλουπώματος και σκυροδέτησης, κατά την ανέγερση της αναφερόμενης οικοδομής, β) ότι η συνδέουσα τον αποθανόντα με την πρώτη εναγομένη (αναιρεσείουσα) συμβατική σχέση, ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι της συμβάσεως έργου, με βάση την οποία αυτός ως υπεργολάβος είχε αναλάβει εργολαβικά τις εργασίες ξυλοτύπου, γ) ότι το επισυμβάν εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα τόσο της αναιρεσείουσας όσο και του Σ.
Ν., επιδικάζοντας στη συνέχεια τα αναφερόμενα ποσά για την χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε η εναγομένη με την από 19-5-2010 έφεσή της για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους, που ανάγονται, κυρίως, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί της έφεσης εκδόθηκε η 2543/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, έκανε δεκτή την έφεση αυτή ως βάσιμη κατ' ουσία και μετ' εξαφάνιση της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα αυτά ως άνω εκτεθέντα, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και ακολούθως, δεχόμενο την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία, επεδίκασε, για την χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων λόγω ψυχικής οδύνη, τα αναφερόμενα (μικρότερα από τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα) χρηματικά ποσά.
Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε από την εναγομένη η από 16-4-2014 αίτηση αναίρεσης, προβάλλοντας ειδικότερα τους εξής λόγους αναίρεσης: Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 932 ΑΚ και 4 παρ. 2 του ν. 1880/1990, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, δεν εκτίμησε όλα τα υπόψη και για τη συγκεκριμένη περίπτωση περιστατικά και δεν εφάρμοσε την αρχή της αναλογικότητας, καθώς, και σε σχέση με το στοιχείο της υπαιτιότητας, και τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1880/1990, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτής, που είχε προβάλει ότι ο θανών δεν συνδεόταν μετ' αυτής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση έργου ως υπεργολάβος κατασκευής ξυλοτύπου και ως εκ τούτου δεν ήταν εργαζόμενός της, αλλά εργοδότης και επικεφαλής συνεργείου και συνεπώς αποκλειστικός υπαίτιος του θανάτου του.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 KΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αυτής προσκομισθείσα και επικληθείσα, για την απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι ο θανών ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του, με αρ. 76094/2011 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Τέλος με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300 και 932 ΑΚ, διότι με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας και της εναγομένης-αναιρεσείουσας και απέκλεισε την συνυπαιτιότητα του θανόντος.
Εκ των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, με την 936/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου: Α) Ο τρίτος λόγος αυτής έγινε δεκτός διότι το Εφετείο με ελλιπή, εν μέρει αντιφατική και ενδοιαστική αιτιολογία απέδωσε το ένδικο εργατικό ατύχημα αποκλειστικά στην παράλειψη της αναιρεσείουσας να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας και απέκλεισε το ενδεχόμενο συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, το οποίο θα ήταν καθοριστικό για τη διαμόρφωση δικανικής κρίσης ως προς το εύλογο του ποσού, που ζητείται από τους αναιρεσιβλήτους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Β) Ο δεύτερος λόγος αυτής έγινε δεκτός διότι, το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του συζύγου και συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, κατά το χρόνο παροχής της εργασίας του σε οικοδομικό έργο, το οποίο κατασκευαζόταν από την αναιρεσείουσα, ως εργολάβο, οφειλόταν αποκλειστικά στην υπ' αυτής παράλειψη λήψεως μέτρων ασφαλείας και όχι σε συντρέχουσα υπαιτιότητα του παθόντος, καθίσταται αμφίβολο, αν έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την 76094/2011 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Γ) Ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, έκρινε ότι, μετά την παραδοχή ως βάσιμων, των ως άνω δύο λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, η έρευνα του λόγου αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Εκ των ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα: α) Με την 936/2015 απόφαση του ΑΠ, αναιρέθηκε εν όλω η με αρ. 2543/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά την υπό της εναγομένης-αναιρεσείουσας προβληθείσα ενώπιόν του ένσταση συνυπαιτιότητος του αποθανόντος, β) κρίθηκε ως "περιττή" η έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τον καθορισμό της επιδικασθησόμενης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, καθότι ο λόγος αυτός συνάπτεται με την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί συνυπαιτιότητος του θανόντος, γ) με τον πρώτο αυτό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κρίθηκε από την ως άνω απόφαση του ΑΠ ότι, κατά τη δομή και τη σύστασή του, προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, σχετικά με το κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης που συναρτάτο με την ένσταση συνυπαιτιότητος του θανόντος στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του και εντεύθεν αφορούσε και επηρέαζε το ύψος της επιδικασθησόμενης, από το δικαστήριο της ουσίας, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους.
Τούτο δε ενόψει ότι 1) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 5 του ν. 1396/1983, που αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων ή τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, πλην των δημοσίων, ο εργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνος και υποχρεούται:
α) να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, β) να τηρεί, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του εν λόγω νόμου και γ) να εφαρμόζει, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του εν λόγω νόμου, γ) ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 1396/1983, για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτέλεσης τμήματος του έργου σε υπεργολάβο, με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου, ειδικά για τη λήψη και τήρηση των παραπάνω μέτρων (πρβλ ΑΠ 139/2014), 2) ο υπεργολάβος τμήματος του ίδιου αυτού έργου έχει, επίσης, νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από την προεκτεθείσα αιτία και 3) η ευθύνη αμφοτέρων είναι ανεξάρτητη προς το αν δόθηκαν ή μη σ` αυτούς σχετικές οδηγίες από τον επιβλέποντα μηχανικό (ΑΠ 1188/2018, ΑΠ 1154/2018, ΑΠ 855/2010).
Κατ' ακολουθία αυτών, κατά την έρευνα της υπό της αναιρεσειούσης προβληθείσης ενστάσεως συνυπαιτιότητος του θανόντος, αναγκαίως πρέπει να ερευνηθεί και ο υπ' αυτής προβληθείσης ισχυρισμός περί της συνδέουσας αυτή και τον θανόντα σχέσης, στοιχείο που επηρεάζει προφανώς και την τυχόν ύπαρξη και στο πρόσωπο του τελευταίου συνυπαιτιότητα στον επελθόντα θανάσιμο τραυματισμό του.
Υπό τα προεκτεθέντα, με την 936/2015 απόφαση του ΑΠ, αναιρέθηκε στο σύνολό της η 2543/2013 απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, μετά την αναίρεση της απόφασης παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως Δικαστήριο παραπομπής μετά την αναιρετική απόφαση, επαναδικάζοντας την υπόθεση, αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την από 19-5-2010 (αρ.
καταθ. 4319/2010) έφεση της εναγόμενης και την από 14-5-2010 έφεση του συνεναγομένου της Σ. Ν., εξέδωσε την 20/2017 απόφαση του. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η προεκδοθείσα 2543/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατά το μη αναιρεθέν μέρος της σύμφωνα με την 936/2015 αναιρετική απόφαση, παράγει δέσμευση γι` αυτό και ειδικότερα ως προς τη συνδέουσα τους εναγομένους και τον αποθανόντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Στη συνέχεια, ερεύνησε την υπό της εναγομένης προβληθείσα ένσταση συνυπαιτιότητος αυτού στο επισυμβάν εργατικό ατύχημα και στον εξ αυτού επελθόντα θάνατό του, την οποία έκρινε νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία, επιδικάζοντας εν τέλει τα αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων-συγγενών του, κατ' αποδοχή της αγωγής τους, ως εν μέρει βάσιμης και κατ' ουσία.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ) επισκόπηση αυτής, ύστερα από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "...." είχε αναλάβει με το σύστημα της αντιπαροχής, την ανέγερση τριών οικοδομών επί οικοπέδου, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...
και ... στο ... Αττικής, κυριότητας του Γ. Ν. (αρχικού δεύτερου εναγομένου). Την εκπόνηση της σχετικής μελέτης, τη σύνταξη των διαγραμμάτων και την επίβλεψη του έργου είχε αναλάβει ο τρίτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών, Σ. Ν., πολιτικός μηχανικός. Ο Β. Σ., που ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, η οποία έχει ελληνική ιθαγένεια πατέρας των δεύτερης και τρίτου των αρχικών εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, καθώς και γιος των τέταρτου και πέμπτης των αρχικών εναγόντων - εφεσιβλήτων, οι οποίοι έχουν αποβιώσει, στη θέση δε αυτών έχουν υπεισέλθει η δεύτερη και ο τρίτος των αρχικών εναγόντων - εφεσιβλήτων, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν στο ως άνω εργοτάξιο της πρώτης εναγομένης, με την οποία συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και παρείχε ως τεχνίτης εργασίες καλουπώματος και σκυροδέτησης στις εν λόγω οικοδομές.
Πρέπει εδώ να αναφερθεί, ότι η ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της πρώτης εναγομένης εταιρείας και του θανόντος κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, ομοίως δε έκρινε και το Δικαστήριο τούτο με την 2543/2013 απόφασή του απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης, η απόφαση δε αυτή δεν αναιρέθηκε, ως προς το κεφάλαιο αυτό, με την 936/2015 του Αρείου Πάγου, δεδομένου άλλωστε ότι η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα - αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε σχετικό λόγο στην αίτηση αναίρεσης.
Επομένως, ως προς το ζήτημα αυτό, το οποίο αφορά ο πρώτος λόγος της έφεσης της πρώτης εναγομένης, διατηρείται το δεδικασμένο από τις ως άνω αποφάσεις, το δε παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να το κρίνει εκ νέου. Περαιτέρω, στις 3.7.2007 γίνονταν εργασίες σκυροδέματος σε εξωτερικά τοιχία (τοιχία μάντρας) μίας εκ των τριών οικοδομών, τα οποία είχαν καλουπωθεί.
Ειδικότερα, είχε καλουπωθεί εξωτερικό τοιχίο (μάντρας), το οποίο βρισκόταν ακριβώς κάτω από τον εξώστη (μπαλκόνι) του υπερυψωμένου ισογείου και σε απόσταση 1,50 μέτρου από αυτόν, είχε δε ύψος σ' αυτό το σημείο, που ήταν και το ψηλότερο λόγω του επικλινούς εδάφους, 1,70 μέτρα. Το καλούπι αυτού του τοιχίου αποτελούνταν από τάβλες-ξύλα μικρού μήκους, τοποθετημένες δεξιά και αριστερά κατά μήκος αυτού, ενώ από κάθε μία πλευρά του τοιχίου προεξείχαν ακανόνιστου και διαφορετικού ύψους συνεχόμενες τάβλες-ξύλα.
Στο κενό, που είχε δημιουργηθεί στο παραπάνω καλούπι του τοιχίου είχε γίνει ρίψη σκυροδέματος από μηχάνημα για την παραγωγή και μεταφορά σκυροδέματος (μπετονιέρα), το οποίο οδηγούσε ο Λ. Κ., με την χρήση ειδικής αντλίας (πρέσας) σκυροδέματος την οποία χειριζόταν ο Π. Π. (P. P.), αμέσως δε μετά τη ρίψη του σκυροδέματος επρόκειτο να ακολουθήσει η διαδικασία της δόνησης του σκυροδέματος.
Προκειμένου, λοιπόν, να δονήσουν το σκυρόδεμα στο εν λόγω τοιχίο, είχαν ανέλθει στον εξώστη (μπαλκόνι) του υπερυψωμένου ισογείου ο Β. Σ. μαζί με τον Σ. Κ., έχοντας μαζί τους το δονητή, ο οποίος είχε μηχανή, που τον έθετε σε λειτουργία, και καλώδιο μήκους περίπου 5-6 μέτρων. Κατά τη στιγμή που ο Β. Σ. εκτελούσε εργασίες δόνησης του ανωτέρω τοιχίου ευρισκόμενος στον εξώστη και συγκεκριμένα στη γωνία αυτού, που βρίσκεται ακριβώς επάνω από το τοιχίο, απώλεσε στιγμιαία την ισορροπία του σώματός του και έπεσε μπρούμυτα επάνω στο τοιχίο αυτό, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του από βαριά κάκωση της κοιλίας συμβατής με την αναφερόμενη πτώση εξ ύψους, κατά την πιστοποίηση του Ιατροδικαστή Φ.
Κ.. (...) Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, ο θάνατος του οικείου των εναγόντων είναι εργατικό ατύχημα, αφού υπήρξε βίαιο συμβάν, που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, που είχε ανατεθεί από την πρώτη εναγομένη εταιρεία στον θανόντα. Το ατύχημα αυτό οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης εταιρείας ως εργολάβου κατασκευαστή και εργοδότριας του θανόντος και του τρίτου εναγομένου ως επιβλέποντος μηχανικού και προστηθέντος της πρώτης.
Αυτοί, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν, δεν έλαβαν τα επιβαλλόμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις (37 παρ. 1, 9 ΠΔ 1073/1981, ΠΔ 778/1980, Ν. 1396/1981) προστατευτικά μέτρα για την πρόληψη πτώσης ανθρώπου από τον εξώστη. Ειδικότερα αυτοί, αν και γνώριζαν την ύπαρξη του προαναφερθέντος κενού μεταξύ του εξώστη του υπερυψωμένου ισογείου και του κάτω από αυτόν τοιχίου (μάντρας) καθώς και του κινδύνου, που εγκυμονούσε η ύπαρξη του κενού για τους εργαζομένους σ' αυτό τον εξώστη, δεν μερίμνησαν για την τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος στον εν λόγω εξώστη, ώστε να προστατεύονται οι σ' αυτόν εργαζόμενοι από τον κίνδυνο πτώσης, ή για την τοποθέτηση κατασκευής, που θα επέτρεπε την ασφαλή πρόσβαση των εργαζομένων από τον εξώστη στο τοιχίο, ούτε παρείχαν στο θανόντα ζώνη ασφαλείας.
Επίσης, οι ως άνω εναγόμενοι, αν και ήταν υποχρεωμένοι να παρευρίσκονται, η πρώτη δια του εκπροσώπου της και ο έτερος αυτοπροσώπως, στο παραπάνω έργο καθ' όλο το χρονικό διάστημα εκτέλεσης κάθε μιας συγκεκριμένης εργασίας και να καθοδηγούν διαρκώς τον παθόντα σχετικά με τα απαιτούμενα στη συγκεκριμένη φάση των εργασιών μέτρα ασφαλείας (άρθρο 111 π.δ. 1073/1981), δεν βρίσκονταν στον χώρο της οικοδομής την ώρα που συνέβη το επίδικο ατύχημα. (...) Συνεπώς, συνυπεύθυνοι για το ένδικο εργατικό ατύχημα είναι κυρίως η πρώτη εναγομένη και ο τρίτος εναγόμενος, κατά ποσοστό 75%, καθώς από αμέλειά τους δεν έλαβαν και δεν τήρησαν τα κατάλληλα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, προκειμένου να αποφευχθεί το ανωτέρω εργατικό ατύχημα, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 37 παρ. 1, 9 π.δ. 1073/1981, 17 π.δ. 778/1980 και 5, 6 και 7 ν. 1396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα".
Συνυπαίτιος, όμως, για τον θανάσιμο τραυματισμό του είναι και ο θανών, διότι και αυτός όφειλε να καταβάλει την προσήκουσα από τις περιστάσεις προσοχή, την οποία και μπορούσε να καταβάλει, αφού αποδείχθηκε, ότι ήταν έμπειρος τεχνίτης με πείρα πολλών ετών στο αντικείμενο της εργασίας του (ήταν 48 ετών και εργαζόταν στην οικοδομή από μικρό παιδί, όπως αναφέρεται στην αγωγή), και ειδικότερα όφειλε να λαμβάνει τις απαραίτητες προφυλάξεις για την προσωπική του ασφάλεια και να απέχει από την εργασία στον ως άνω εξώστη, η οποία έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του (άρθρο 114 π.δ. 1073/1981).
Ειδικότερα, ενόψει του ότι γνώριζε, ότι ο εξώστης του υπερυψωμένου ισογείου, στον οποίο θα στεκόταν για να εκτελέσει την προαναφερθείσα εργασία, δεν είχε κιγκλίδωμα, και, συνεπώς, ήταν προφανές ότι υπήρχε κίνδυνος πτώσης του, παρ' όλα αυτά, ανήλθε στο συγκεκριμένο εξώστη και επιχείρησε από αυτόν να δονήσει το σκυρόδεμα στο ευρισκόμενο ακριβώς από κάτω τοιχίο, με αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της ανατεθείσας από την εργοδότριά του εργασίας, να πέσει, λόγω στιγμιαίας απώλειας της ισορροπίας του σώματός του και ανυπαρξίας των κατά νόμο αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, από το ψηλότερο σημείο, όπου βρισκόταν (εξώστης) στο καλούπωμα του τοιχίου, που βρισκόταν σε χαμηλότερο σημείο και να τραυματιστεί θανάσιμα.
Με βάση τα ανωτέρω, ο παθών βαρύνεται για τον τραυματισμό του με συντρέχον πταίσμα κατά ποσοστό 25%. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υγεία του αποβιώσαντος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν 48 ετών, ήταν καλή και αυτός εργαζόταν καθημερινά για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του αποτελούμενης από τη σύζυγο, πρώτη ενάγουσα, και τα ανήλικα τότε τέκνα του, δεύτερη και τρίτο των εναγόντων (17 και 16 ετών, αντίστοιχα).
Ο αδόκητος θάνατός του προξένησε στους τελευταίους καθώς και στους τέταρτο και πέμπτη των αρχικών εναγόντων, αντίστοιχα, έντονα συναισθήματα λύπης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, λόγω της στενής συγγένειας και του στενού δεσμού αγάπης και στοργής με το θύμα, με συνέπεια να δικαιούνται αυτοί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, του βαθμού πταίσματος των αδικοπραγήσαντων αλλά και του παθόντος, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων κρίνει, ότι η χρηματική ικανοποίηση, που δικαιούται να λάβει ο καθένας των εναγόντων για την ψυχική τους οδύνη, ανέρχεται στο ποσό των 40.000 ευρώ η πρώτη, των 60.000 ευρώ καθένας από τους δεύτερη και τρίτο και 30.000 ευρώ καθένας από τους ήδη αποβιώσαντες τέταρτο και πέμπτη, ποσά που μετά από στάθμιση των κατά το νόμο στοιχείων κρίνονται εύλογα (άρθρο 932 ΑΚ). (...)." Με τις αιτιολογίες αυτές, το Δικαστήριο, κρίνοντας επί του κεφαλαίου της υπαιτιότητας και του συμπεριλαμβανομένου σ' αυτό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, το οποίο και ήχθη ενώπιόν του για επανάκριση με την προαναφερθείσα 936/2015 απόφαση του ΑΠ, εξαφάνισε, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας, την πρωτόδικη απόφαση, και ακολούθως, αφού έκανε δεκτή την υπό της εναγομένης-αναιρεσείουσας προταθείσα ένσταση περί συνυπαιτιότητος του θανόντος, έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία.
Η αναιρεσείουσα με τους λόγους αναίρεσης προσάπτει στην πληττόμενη ως άνω απόφαση, σχετικά με την παραδοχή ότι: "Ο Β. Σ.,........ εργαζόταν στο ως άνω εργοτάξιο της πρώτης εναγομένης, με την οποία συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και παρείχε ως τεχνίτης εργασίες καλουπώματος και σκυροδέτησης στις εν λόγω οικοδομές.
Πρέπει εδώ να αναφερθεί, ότι η ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της πρώτης εναγομένης εταιρίας και του θανόντος κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, ομοίως δε έκρινε και το Δικαστήριο τούτο με την 2543/2013 απόφασή του απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης, η απόφαση δε αυτή δεν αναιρέθηκε, ως προς το κεφάλαιο αυτό, με την 936/2015 του Αρείου Πάγου, δεδομένου άλλωστε ότι η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα - αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε σχετικό λόγο στην αίτηση αναίρεσης.
Επομένως, ως προς το ζήτημα αυτό, το οποίο αφορά ο πρώτος λόγος της έφεσης της πρώτης εναγομένης, διατηρείται το δεδικασμένο από τις ως άνω αποφάσεις, το δε παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να το κρίνει εκ νέου", 1) με τον τρίτο λόγο για την εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι, ως προς τον ισχυρισμό της ότι η μεταξύ αυτής και του αποθανόντος σχέση έχει τον χαρακτήρα συμβάσεως έργου και όχι συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, εξαιτίας του οποίου υφίστατο κώλυμα για την περαιτέρω έρευνα αυτού και 2) με τον τέταρτο λόγο για την εκ του αρ. 18 του άρθρου 559 KΠολΔ, πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Οι ως άνω δυο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Ειδικότερα το Εφετείο υπό τις ως άνω παραδοχές, σε σχέση με τους δύο αυτούς λόγους, ενόψει ότι κατά τα προλεχθέντα με την 936/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε εν όλω η 2543/2013 απόφαση του Εφετείου, εσφαλμένως με την προσβαλλομένη κατά παραπομπή απόφασή του δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου και έκρινε ότι "ως προς τον χαρακτήρα της συνδέουσας την αναιρεσείουσα και τον αποθανόντα σύμβασης, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, προκύπτει δέσμευση από τη μη κατά τούτο αναιρεθείσα 2543/2013 απόφαση του Εφετείου, ενόψει ότι ως προς το κεφάλαιο αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είχε υποβληθεί σχετικός λόγος αναιρέσεως", τούτο δε καθόσον η προαναφερομένη αρεοπαγιτική απόφαση, αναιρώντας και εξαφανίζοντας την αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση για τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 19 (ελλείψει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και νόμιμης βάσης) και αρ. 11 (παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων νομίμως προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως υπό διαδίκου) (και απέχοντας να εξετάσει τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, κρίνοντας ότι η εξέταση αυτών αποβαίνει περιττή, ενόψει της αναίρεσης και εξαφάνισης της αναιρεθείσας εφετειακής απόφασης κατόπιν παραδοχής των προαναφερομένων αναιρετικών λόγων), εξαφάνισε την αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση στο σύνολό της ως προς όλες τις παραδοχές της ελάσσονας πρότασης και όλες τις διατάξεις και κεφάλαια της τελευταίας, καταλύοντας το δεδικασμένο και την δεσμευτικότητα αυτής, και συνακόλουθα, υποχρέωσε την αναιρεσιβαλλομένη να εξετάσει και δικάσει εξ υπαρχής την έφεσ κατά της πρωτόδικης απόφασης, στο σύνολο της και ως προς όλους τους λόγους αυτής.
Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει δε της αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω δυο λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα όλων των λοιπών λόγων αυτής που αναφέρονται και συνάπτονται με το αναιρούμενο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ` ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση (ΑΠ1387/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 20/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την υπ` αριθ. 936/ 2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.
Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-4-2017 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 20/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσιβλήτους Α. Σ. του Σ. και Χ. συζ. Α. Σ..
ΑΝΑΙΡΕΙ την 20/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ